Η απόφαση Μ.L. αφορά την καταδίκη της Πολωνίας λόγω παραβίασης του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).[1] Στην υπόθεση αυτή, η προσφεύγουσα κυοφορούσε έμβρυο, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε με ιατρικές εξετάσεις, έπασχε από χρωμοσωμική ανωμαλία. Ενώ είχε νομίμως δρομολογήσει την άμβλωση σε νοσοκομείο της Βαρσοβίας, στερήθηκε τη δυνατότητα αυτή, κατόπιν απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας,[2] με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι εθνικές διατάξεις που αφορούσαν το δικαίωμα σε νόμιμη άμβλωση, σε περίπτωση που οι προγεννητικές εξετάσεις ή άλλα ιατρικά δεδομένα υποδεικνύουν μεγάλη πιθανότητα σοβαρής και μη αναστρέψιμης αναπηρίας του εμβρύου ή ανίατης, απειλητικής για τη ζωή ασθένειας.[3]

Μετά την εξέλιξη αυτή, η προσφεύγουσα χρειάστηκε να ταξιδέψει σε ιδιωτική κλινική της Ολλανδίας, προκειμένου να υποβληθεί στην άμβλωση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) κατέληξε, με πέντε ψήφους έναντι δύο,[4] στην παραβίαση του δικαιώματος της προσφεύγουσας στην ιδιωτική ζωή, διότι, ενώ είχε δρομολογηθεί μία ιατρική πράξη για λόγους υγείας στη χώρα διαμονής και καταγωγής της, η εν λόγω απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της στέρησε τη δυνατότητα αυτή, ανατρέποντας μία προγραμματισμένη για εκείνη συνθήκη.

Περαιτέρω, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παρακάτω. Κατά την κατάστρωση του συλλογισμού του σχετικά με την παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης, διατυπώνει το επιχείρημα – με ρητή αναφορά στα κριθέντα με την απόφαση Xero Flor κατά Πολωνίας –[5] ότι η σύνθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που είχε εκδώσει την επίμαχη απόφαση, η οποία επηρέαζε τα δικαιώματα της προσφεύγουσας, ενείχε σοβαρές παρατυπίες. Ως εκ τούτου, καταλήγει το Δικαστήριο, η απόφαση αυτή του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κράτους δικαίου.[6]

Η απόφαση που σχολιάζεται στο πλαίσιο της συμβολής αυτής έχει διττό ενδιαφέρον. Αφενός, χωρίς να αποτελεί μία απόφαση «σταθμό» σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στην άμβλωση, εγγράφεται με απόλυτη συνέπεια στη νομολογιακή γραμμή που ήδη έχει χαράξει το ΕΔΔΑ στο θέμα αυτό (Ι). Αφετέρου, η συμβολή της απόφασης είναι σημαντική, καθώς, σε συνέχεια της απόφασης Xero Flor, αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά η κρίση του κράτους δικαίου στην Πολωνία και εντείνεται η διεθνής πίεση προς αποκατάστασή του (ΙΙ).

Ι. Η συμβολή της απόφασης στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στην άμβλωση

Το Δικαστήριο τοποθετεί το ζήτημα της διακοπής της εγκυμοσύνης στη σφαίρα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της γυναίκας, το οποίο πρέπει να σταθμίζεται έναντι άλλων συγκρουόμενων δικαιωμάτων και, ιδίως, εκείνων του αγέννητου παιδιού. Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει την πάγια θέση του, ότι δηλαδή, το άρθρο 8 της Σύμβασης δεν κατοχυρώνει δικαίωμα στην άμβλωση. Ωστόσο, η ευρεία έννοια της ιδιωτικής ζωής, όπως προστατεύεται στο άρθρο 8, συμπεριλαμβάνει το δικαίωμα στην προσωπική αυτονομία και στη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα.[7] Κατά συνέπεια, η αδυναμία της προσφεύγουσας να διακόψει την εγκυμοσύνη της λόγω χρωμοσωμικής ανωμαλίας του εμβρύου, άρα για λόγους υγείας και ευημερίας, ισοδυναμεί με παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής.

Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί, ότι μολονότι ότι η προσφεύγουσα δεν συνιστούσε διάδικο μέρος στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας, με την οποία έπαψε να ισχύει το νομοθετικό πλαίσιο για τη νόμιμη άμβλωση, εντούτοις, η απόφαση αυτή είχε αρνητική επίπτωση στα δικαιώματά της. Έτσι, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν επρόκειτο για αφηρημένο αίτημα το οποίο έπρεπε να απορριφθεί. Το Δικαστήριο αναγνώρισε στην απόφασή του ότι παρά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις για νόμιμη άμβλωση, την οποία εξάλλου είχε προγραμματίσει σε νοσοκομείο της πόλης κατοικίας της, η μεσολάβηση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της στέρησε τη δυνατότητα αυτή. Έτσι, ήταν αναγκασμένη να ταξιδέψει στο εξωτερικό ώστε να πραγματοποιήσει την επέμβαση; με σημαντικά έξοδα και μακριά από το πλαίσιο υποστήριξης της οικογένειάς της και την ασφάλεια που θα ένιωθε στη χώρα καταγωγής της, γεγονός που την έπληξε τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά. Καταλήγει, επομένως, το Δικαστήριο ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης αυτής αποκαλύπτουν την έλλειψη προβλεψιμότητας, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης, δεδομένου ότι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου διέκοψε την ιατρική διαδικασία, την οποία η προσφεύγουσα ήδη είχε κινήσει.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημανθεί ότι στο ευαίσθητο, με ηθικές προεκτάσεις ζήτημα της άμβλωσης, το οποίο προκαλεί κοινωνικές εντάσεις παγκοσμίως, το ΕΔΔΑ έχει μία νομολογιακή στάση που παρουσιάζει σαφήνεια.[8] Με σεβασμό στη διακριτική ευχέρεια των κρατών, δεν αναγνωρίζει ένα γενικό δικαίωμα στην άμβλωση στη βάση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.[9] Εντούτοις, δυνάμει της νομολογίας του, η οποία διαμορφώθηκε σταδιακά, ήδη από το 2007 με την απόφαση Tysiac κατά Πολωνίας,[10] και στη συνέχεια, με την απόφαση A., B., C.,[11] το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η πρόσβαση σε άμβλωση για λόγους υγείας και ευζωίας της μητέρας, όπως και σε περίπτωση που πιθανολογείται σοβαρά η γέννηση παιδιού με χρωμοσωμικές ανωμαλίες ή άλλη σοβαρή βλάβη[12] ή σε περίπτωση βιασμού[13] προστατεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 8. Περαιτέρω, η επιβολή της άμβλωσης χωρίς τη συναίνεση της γυναίκας εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ήτοι των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.[14]

Το ΕΔΔΑ με την παρούσα απόφαση εξακολουθεί με συνέπεια να ενισχύει τη νομολογία του προς την ίδια κατεύθυνση, προστατεύοντας τη δυνατότητα διακοπής της κύησης. Η στάση αυτή, αποτελεί ένα πλαίσιο προστασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έναν βασικό οδηγό για τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στον αντίποδα, αξίζει να θυμηθούμε ότι πρόσφατα, η εμβληματική απόφαση Roe κατά Wade του Αμερικανικού Supreme Court, η οποία είχε αναγνωρίσει τη δυνατότητα διακοπής της κύησης με απόφαση της κυοφορούσας στο πλαίσιο της 14ης Τροποποίησης του ομοσπονδιακού Συντάγματος των ΗΠΑ,[15] ανετράπη. Το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, το 1973, είχε σταθμίσει μία σειρά παραγόντων και συγκεκριμένα, την υγεία της κυοφορούσας που επιθυμεί να διακόψει την κύηση, την ακεραιότητα του ιατρικού επαγγέλματος και τις εγγυήσεις της ιατρικής επέμβασης, καθώς και το συμφέρον των κρατικών αρχών αναφορικά με την προστασία της ζωής του εμβρύου.[16] Στο πλαίσιο αυτό, είχαν οριοθετηθεί τα περιθώρια διακοπής της κύησης ανά τρίμηνο. Το Αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο είχε υπαγάγει και αυτό, όπως και το ΕΔΔΑ, το ζήτημα της διακοπής της κύησης στο προστατευτικό πεδίο της ιδιωτικότητας (privacy) των γυναικών, στη βάση της γενικής ελευθερίας της 14ης Τροποποίησης.[17] Η νομολογία αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί με νεότερες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου,[18] μέχρι την τελική ανατροπής της, σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, με την απόφαση Dobbs v Jackson Women’s Health Organization του 2022. Η εν λόγω απόφαση ανέτρεψε το νομολογιακό προηγούμενο της Roe. Στηριζόμενο στη γραμματική ερμηνεία του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα στην άμβλωση δεν αναφέρεται στο Σύνταγμα και δεν αποτελεί δικαίωμα ριζωμένο στις απόψεις του αμερικανικού λαού ούτε μπορεί να θεμελιωθεί στην προσωπική αυτονομία. Ενώ παρατίθεται η θεωρητική άποψη ότι η άμβλωση συνιστά έγκλημα μετά την πρώτη ένδειξη βιωσιμότητας στη μήτρα (quickening), το Δικαστήριο θεώρησε, ταυτόχρονα, υπερβολική την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού επί τη βάσει της προσωπικής αυτονομίας και κατέληξε ότι η ρύθμιση της νομιμότητας άμβλωσης ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτειών[19], δείχνοντας με τον τρόπο αυτό να αποκόπτεται από τη «ζωντανή πραγματικότητα»[20] και να γέρνει προς μία συντηρητική κατεύθυνση.

Ο παραλληλισμός των δύο αντίρροπων τάσεων του Supreme Court και του ΕΔΔΑ, δείχνει ότι το ΕΔΔΑ χωρίς έντονες νομολογιακές τοποθετήσεις, και χωρίς, όπως επισημάνθηκε, να αναγνωρίζει ρητώς το δικαίωμα στην άμβλωση, διασφαλίζει, εδώ και χρόνια, ένα επίπεδο προστασίας σε σχέση με την πρόσβαση στην άμβλωση, ενώ, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού υιοθετείται από το Supreme Court μία άκρως συντηρητική προσέγγιση που καταλήγει στον περιορισμό της αυτονομίας της γυναίκας.

ΙΙ. Η συμβολή της απόφασης στη θωράκιση του κράτους δικαίου

Το ΕΔΔΑ, κατά την εξέταση της πιθανής παραβίασης του άρθρου 8,[21] διαπιστώνει ότι η απαγόρευση για την προσφεύγουσα να διακόψει την εγκυμοσύνη της, λόγω των χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου, συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής.[22] Για να προσδιοριστεί αν η παρέμβαση αυτή συνεπάγεται παραβίαση του άρθρου 8, το Δικαστήριο εστιάζει στην παράγραφο 2 του άρθρου και εξετάζει αν η παρέμβαση είναι «σύμφωνη με τον νόμο» και «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» για έναν από τους «νόμιμους σκοπούς» που ορίζονται στο άρθρο 8 της Σύμβασης.[23]

Στο σημείο αυτό, βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον ίσως σημείο της απόφασης που σχολιάζεται. Κατά την ανάλυση της νομιμότητας της παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας, το ΕΔΔΑ αναφέρεται στον ρόλο του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας και την απόφασή του, με την οποία έπαψαν να ισχύουν οι διατάξεις περί νόμιμης άμβλωσης. Στις πρώτες κιόλας γραμμές της ανάλυσής του επί του θέματος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η έκφραση «σύμφωνα με τον νόμο» απαιτεί το προσβαλλόμενο μέτρο να είναι συμβατό με το κράτος δικαίου, προσβάσιμο στον ενδιαφερόμενο και προβλέψιμο ως προς τις συνέπειές του.[24]

Στην κλιμάκωση του συλλογισμού του, το ΕΔΔΑ επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση αποτελεί συνταγματικό εργαλείο της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης και ότι μία από τις θεμελιώδεις συνιστώσες της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης είναι η αρχή του κράτους δικαίου, με αποτέλεσμα η αυθαιρεσία να συνιστά άρνηση της αρχής αυτής. Στο πλαίσιο αυτό, οι εγγυήσεις του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής δυνάμει του άρθρου 8 πρέπει επίσης να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του Προοιμίου της Σύμβασης, το οποίο διακηρύσσει ότι το κράτος δικαίου αποτελεί μέρος της κοινής κληρονομιάς των συμβαλλομένων κρατών. Στο σημείο αυτό, το ΕΔΔΑ συνδέει την υπόθεση με την απόφαση Xero Flor w Polsce sp. z o.o. κατά Πολωνίας, στην οποία έκρινε, δυνάμει του άρθρου 6 της Σύμβασης, ότι το δικαίωμα σε «δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο» αντανακλά την αρχή του κράτους δικαίου και επομένως, οι παρατυπίες στη διαδικασία διορισμού των μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας θέτουν σε κίνδυνο τη νομιμότητά και θίγουν την αρχή του κράτους δικαίου.

Με τον ίδιο τρόπο, εξυπακούεται, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, ότι κάθε παρέμβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 8 της Σύμβασης πρέπει να προέρχεται από ένα όργανο που είναι το ίδιο «νόμιμο». Έτσι, καταλήγει ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης, διότι δεν εκδόθηκε από όργανο συμβατό με τις απαιτήσεις του κράτους δικαίου. Με βάση τον συλλογισμό που ανέπτυξε το Δικαστήριο κρίσιμο είναι να γίνουν δύο παρατηρήσεις.

Πρώτον, είναι ιδιαιτέρως σημαντική η σύνδεση της αρχής του κράτους δικαίου που γίνεται στην απόφαση αυτή, με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Μετά την απόφαση Xero Flor, όπου ο σεβασμός στο κράτος δικαίου εξετάστηκε με αναφορά προς το άρθρο 6 της Σύμβασης σχετικά με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της δικαιοσύνης, το ΕΔΔΑ εξετάζει τον σεβασμό του κράτους δικαίου και στην περίπτωση που η παρέμβαση αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Χωρίς αυτή τη φορά την άμεση εφαρμογή του άρθρου 6 της Σύμβασης,[25] ο σεβασμός του κράτους δικαίου είναι βασικός γνώμονας για την κρίση του «νομίμου» της παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή, η οποία προκύπτει από την απόφαση εθνικού δικαστικού οργάνου. Η θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου, όπως προστατεύεται στην ΕΣΔΑ συναρτάται εδώ με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, με βασική συνέπεια ένα θεμελιώδες δικαίωμα να συνδέεται άμεσα με το δικαιοκρατικό κεκτημένο.

Δεύτερον, η συμβολή της απόφασης αυτής είναι πολύ σημαντική, καθώς εντάσσεται σε μία διεθνή στάση έντονης κριτικής της κρίσης του κράτους δικαίου στην Πολωνία, λόγω του νομοθετικού πλαισίου για τη δικαιοσύνη που πλήττει την ακεραιότητα και ανεξαρτησία του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, όπως επισημαίνεται και στη σχολιαζόμενη απόφαση,[26] το ζήτημα έχει θιγεί από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών,[27] την Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης,[28] την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης,[29] την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,[30] και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.[31] Παράλληλα, αποφάσεις του ΕΔΔΑ[32] αλλά και του ΔΕΕ[33] αποτυπώνουν την ίδια στάση, ενώ, οι σχέσεις της Πολωνίας, υπό την προηγούμενη Κυβέρνηση της χώρας, έχουν κλονιστεί τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση[34] όσο και με το Συμβούλιο της Ευρώπης.[35]

Επίλογος. Μία ενδιαφέρουσα χρονική συγκυρία

Σε αυτή την απόφαση ο παράγοντας χρόνος και η διαφορά της «μιας μέρας», είναι κρίσιμα στοιχεία σε δύο φάσεις: τόσο στην έκδοσή της όσο, ελπίζουμε, και στην εκτέλεσή της. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα, κατόπιν ιατρικών εξετάσεων και γνωματεύσεων, είχε δρομολογήσει την άμβλωση με προγραμματισμένο χειρουργείο σε νοσοκομείο της Βαρσοβίας στις 28.1.2021, βάσει των διατάξεων περί νόμιμης άμβλωσης. Ωστόσο, την ακριβώς προηγούμενη μέρα, την 27η.1.2021 δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές και καταργήθηκαν οι σχετικές διατάξεις, με συνέπεια η άμβλωση να μη λάβει χώρα στις 28.1 και η προσφεύγουσα να αναγκαστεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό για την πραγματοποίησή της.

Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, την 14η Δεκεμβρίου 2023 εκδόθηκε από το Δικαστήριο του Στρασβούργου η απόφαση M.L., με την οποία καταδικάστηκε η Πολωνία. Με διαφορά «μιας μέρας», την ακριβώς προηγούμενη, είχε ορκιστεί πρωθυπουργός ο Ντόναλντ Τουσκ, γεγονός που σηματοδότησε μία πολύ σημαντική αλλαγή στην πολιτική σκήνη της Πολωνίας, μετά από οκτώ χρόνια άκρως συντηρητικής διακυβέρνησης.

Ίσως, επομένως, η έκδοση της απόφασης να συμπίπτει με την κατάλληλη χρονική συγκυρία για την αποκατάσταση του δικαιώματος των γυναικών στην άμβλωση. Εξάλλου, αξίζει να σημειωθεί ότι στις δημοσκοπήσεις των τελευταίων βουλευτικών εκλογών το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών και το δικαίωμα της άμβλωσης υπήρξε το δεύτερο πιο σημαντικό θέμα για τους ψηφοφόρους μετά την οικονομική κατάσταση της χώρας.[36] Τέλος, κι ακόμη πιο σημαντικό, η απόφαση αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα επιπλέον κίνητρο για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου στην Πολωνία, το οποίο επλήγη τα τελευταία χρόνια από τις παρεμβάσεις στην οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

 

[1] ΕΔΔΑ, M.L. κατά Πολωνίας, 14.12.2023, αρ. προσφ. 40119/21 στο: https://hudoc.echr.coe.int/#{%22itemid%22:[%22001-229424%22]} (πρόσβαση: 6.2.2024).

[2] Πρόκειται για την απόφαση με αριθμό Κ 1/20, η οποία δημοσιεύθηκε την 27η Ιανουαρίου 2021.

[3] Νόμος του 1993, τμήμα 4a (1), (2).

[4] Η μειοψηφούσα γνώμη διατυπώθηκε από τον Πολωνό Δικαστή Krzysztof Wojtyczek και τον Ούγγρο Δικαστή Péter Paczolay.

[5] ΕΔΔΑ, Xero Flor w Polsce sp. z o.o. κατά Πολωνίας, 7.8.2021, βλ., ιδίως, παραγράφους 4-63 ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εκλογή μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι παραβιάσεις της διαδικασίας ήταν τόσο σοβαρές ώστε να θίγουν τη νομιμότητα της εκλογής και να υπονομεύουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος σε «δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο».

[6] Σημειώνεται πως λίγες μέρες πριν την έκδοση της σχολιαζόμενης απόφασης, το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την υπόθεση που αφορούσε 927 γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (Μ.Β. κατά Πολωνίας και 926 άλλα προσφυγές, 5.12.2023) που ισχυρίστηκαν ότι ήταν πιθανά θύματα παραβίασης των δικαιωμάτων τους λόγω της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας με την οποία απαγορευόταν πλέον η πρόσβαση στην άμβλωση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αιτούσες δεν είχαν παράσχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι διέτρεχαν πραγματικό κίνδυνο να επηρεαστούν άμεσα από τα αποτελέσματα της εν λόγω απόφασης και, επομένως, να ισχυριστούν αναμφισβήτητα ότι είναι «θύματα» εντός της έννοια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Πρβλ. και Α.Μ. κα ι άλλοι κατά Πολωνίας, 16.5.2023.

[7] ΕΔΔΑ, Tysiąc κατά Πολωνίας, 20.3.2007, παρ. 105-107 και ΕΔΔΑ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, A., B. και C. κατά Ιρλανδίας, 16.12.2010, παρ. 213.

[8] Βλ. Factsheet – Reproductive rights December 2023 σε: FS_Reproductive_ENG (coe.int) (πρόσβαση: 6.2.2024)

[9] Σαρμάς Ι., Κοντιάδης Ξ., Ανθόπουλος Χ., ΕΣΔΑ, κατ’ άρθρο ερμηνεία, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2021, σ. 451-452. Βλ. και A., B., C., κατά Ιρλανδίας ό. π.

[10] Στην υπόθεση Tysiąc κατά Πολωνίας, ό. π., η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει άμβλωση για λόγους υγείας παρά το γεγονός ότι η πολύ σοβαρή μυωπία της θα μπορούσε να επιδεινωθεί αν κυοφορούσε μέχρι τέλους. Μετά τη γέννηση του παιδιού της υπέστη αιμορραγία στον αμφιβληστροειδή και έμεινε βαριά ανάπηρη.

[11] Στην υπόθεση A., B. και C. κατά Ιρλανδίας, ό. π., τρεις γυναίκες που ζούσαν στην Ιρλανδία και έμειναν έγκυες χωρίς πρόθεση, κατήγγειλαν ότι, λόγω της αδυναμίας νόμιμης άμβλωσης στην Ιρλανδία, αναγκάστηκαν να μεταβούν στο Ηνωμένο Βασίλειο για άμβλωση και ότι η διαδικασία ήταν ταπεινωτική, και υπήρχε κίνδυνος να βλάψουν την υγεία τους. Μία από τις προσφεύγουσες ειδικότερα, βρισκόταν σε ύφεση από μια σπάνια μορφή καρκίνου και χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν έγκυος, υποβλήθηκε σε εξετάσεις που αντενδείκνυνται κατά την εγκυμοσύνη και θεωρούσε ότι η εγκυμοσύνη μπορούσε να προκαλέσει υποτροπή και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της.

[12] ΕΔΔΑ, R.R. κατά Πολωνίας, 26.5.2011, στην υπόθεση αυτή, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει άμβλωση και το παιδί γεννήθηκε με σύνδρομο Turner.

[13] ΕΔΔΑ, P. και S. κατά Πολωνίας, 30.10.2012.

[14] ΕΔΔΑ, S.F.K. κατά Ρωσίας, 11.10.2022, η προσφεύγουσα εξαναγκάστηκε από τους γονείς της να προβεί σε άμβλωση, παρότι είχε καταστήσει σαφές στους ίδιους αλλά και στο δημόσιο νοσοκομείο όπου έγινε η επέμβαση ότι ήθελε να συνεχίσει την εγκυμοσύνη της. Βλ. και G.M. κ. ά. κατά της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, 22.11.2022. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την επιβολή αμβλώσεων και μέτρων αντισύλληψης σε τρεις διανοητικά ανάπηρες γυναίκες, τρόφιμες σε νευροψυχιατρικό άσυλο, αφού είχαν υποστεί επανειλημμένους βιασμούς από έναν από τους επικεφαλής γιατρούς εκεί.

[15] Σαρμάς Ι., «Εμείς ο λαός», Η συνταγματική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σ. 347.

[16] Αυτ., σ. 351.

[17] Βλ. επί του θέματος, Ακριβοπούλου Χ., «Οι αμβλώσεις μετά τη Whole Womans Health versus Hellerstendt», ΔτΑ, 83/2020, σ. 161-171, σ. 165 επ.

[18] Βλ. αποφάσεις Planned Parenthood of Southeastern Pennsylvania v. Casey (1992), σχετικά με την αντισυνταγματικότητα διάταξης που περιεχόταν στο διάταγμα της Πενσυλβάνια για τον έλεγχο των αμβλώσεων, σύμφωνα με το οποίο η έγγαμη μητέρα έπρεπε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι έχει ενημερώσει τον σύζυγό της σχετικά με την απόφασή της να προβεί σε άμβλωση. Βλ., επίσης, την απόφαση Whole Woman’s Health v. Hellerstedt (2016), οι περιορισμοί που είχαν τεθεί σε διάταγμα της Πολιτείας του Τέξας σχετικά με την παροχή υπηρεσιών άμβλωσης, οδηγούσαν σε αδικαιολόγητη επιβάρυνση για τις γυναίκες που ζητούσαν πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές. Για τον σχολιασμό των αποφάσεων αυτών βλ. Ταμιωλάκη Ν., «Το πρόβλημα της άμβλωσης: Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ουσία ή ως διαδικασία;», ΔιΔικ 5/2019, σ. 759-771, σ. 760-762 ·Σαρμάς Ι., ό. π., σ. 353 ·Ακριβοπούλου Χ., ό. π., σ. 166 επ.

[19] Ρόζος Ν., «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για την άμβλωση. Στη μνήμη του Συμβούλου Επικρατείας Γιάννη Μαντζουράνη (1952-2022)», ΔτΑ, 96/2023, σ. 433-445, σ. 434 επ. · Σιαχάμη Μ.Σ., «Τα όρια του δικαστικού ακτιβισμού, Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του Supreme Court για την προστασία του δικαιώματος στην άμβλωση», ΕφημΔΔ, 3/2022, σ. 401-408, σ.406.

[20] Αλιβιζάτος Ν., «Μία μαύρη σελίδα στη δικαστική ιστορία των ΗΠΑ», Καθημερινή, 3.7.2022.

[21] Το ΕΔΔΑ εξετάζει την υπόθεση στο πλαίσιο των αρνητικών υποχρεώσεων του Κράτους. Αντιθέτως, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανή παραβίαση του άρθρου 8 στη βάση των θετικών υποχρεώσεων, αν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την άμβλωση και, επομένως, το Κράτος έχει την υποχρέωση να θεσπίσει διαδικασία ελέγχου των προϋποθέσεων τερματισμού της κύησης και μηχανισμού επίλυσης τυχόν διαφωνιών που ανακύπτουν ως προς τη σκοπιμότητά της. Βλ. Καραβία Μ., Άρθρο 8, «Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής», σε: Σισιλιάνος Λ. Α. (διευθ. Έκδοσης), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2017, σ. 367-434, σ. 378. Πρβλ. και Tysiąc κατά Πολωνίας, ό. π., παρ. 124-130.

[22] Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει στο παρελθόν ότι δεν συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της μητέρας κάθε ρύθμιση σχετικά με τη διακοπή της εγκυμοσύνης βλέπε Απόφαση Επιτροπής, Brüggemann και Scheuten κατά Γερμανίας, 19.5.1976, και A., B. και C. κατά Ιρλανδίας, ό. π.

[23] βλ. απόφαση A., B. και C. κατά Ιρλανδίας, ό. π., παρ. 218.

[24] Βλ. παρ. 157 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[25] Βλ. και τη γνώμη της μειοψηφίας της σχολιαζόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία: «Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα κατά πόσον το Συνταγματικό Δικαστήριο “πρέπει να θεωρηθεί” ως “δικαστήριο” κατά την έννοια του άρθρου 6 κατά τη διενέργεια ενός αφηρημένου συνταγματικού ελέγχου της πρωτογενούς νομοθεσίας θα απαιτούσε ξεχωριστή, ενδελεχή ανάλυση».

[26] Βλ. αναλυτικά τις παραγράφους 47-72.

[27] Human Rights Committee, periodic report of Poland, 31.10.2016.

[28] CDL-AD(2016)007-e Rule of Law Checklist, adopted by the Venice Commission at its 106th Plenary Session (Venice, 11-12 March 2016) στο https://www.venice.coe.int/webforms/documents/?pdf=CDL-AD(2016)007-e (πρόσβαση: 6.2.2024).

[29] Resolution 2188 (2017) στο: https://assembly.coe.int/nw/xml/XRef/Xref-XML2HTML-en.asp?fileid=24214&lang=en (πρόσβαση: 6.2.2024).

[30] Commission Recommendation (EU) 2017/1520 of 26 July 2017 regarding the rule of law in Poland complementary to Recommendations (EU) 2016/1374 and (EU) 2017/146 στο https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32017H1520 (πρόσβαση: 6.2.2024) και Commission Recommendation (EU) 2018/103 of 20 December 2017 regarding the rule of law in Poland complementary to Recommendations (EU) 2016/1374, (EU) 2017/146 and (EU) 2017/1520 στο: EUR-Lex – 32018H0103 – EN – EUR-Lex (europa.eu) (πρόσβαση: 6.2.2024).

[31] European Parliament resolution of 15 November 2017 on the situation of the rule of law and democracy in Poland (2017/2931(RSP)) διαθέσιμο σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52017IP0442 (πρόσβαση: 6.2.2024).

[32] Πρόκειται για τη σχολιαζόμενη απόφαση και την απόφαση Xero Flor w Polsce sp. z o.o. κατά Πολωνίας, ό. π.

[33] ΔΕΕ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Πολωνίας C-619/18, 24.6.2019, ΔΕΕ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C748/19 έως C754/19 (προδικαστικές παραπομπές), 16.11.2021, βλ. συναφώς, Σκουρή Β., «Κυρώσεις για παραβιάσεις του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη της ΕΕ» στο Ελληνική Εταιρία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο Κράτος, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σ. 807-820. Πρβλ., επίσης, ΔΕΕ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, C-791/19, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Πολωνίας, 15.7.2021, ΔΕΕ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, C-487/19 (προδικαστική παραπομπή), 6.10.2021 καθώς και την πρόσφατη απόφαση, ΔΕΕ, τμήμα μείζονος συνθέσεως, C-718/21 (προδικαστική παραπομπή), 21.12.2023, ιδίως σκ. 77.

[34] Βλ. Παυλόπουλο Π., «Πολωνία: Μια «ξένη» στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Σχόλιο στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της 7ης Οκτωβρίου 2021 για ένα ενδεχόμενο “Polexit”», στο https://www.constitutionalism.gr/polonia-mia-xeni-stin-evropaiki-enosi/ (πρόσβαση: 6.2.2024). Σημειώνεται ότι εκκρεμεί η προσφυγή της 17ης Ιουλίου 2023 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας (Υπόθεση C-448/23) σε συνέχεια των αποφάσεων της 14ης Ιουλίου 2021 (υπόθεση P 7/20) και της 7ης Οκτωβρίου 2021 (υπόθεση K 3/21) του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, βάλλει κατά των ανωτέρω δύο αποφάσεων «επειδή το Trybunał Konstytucyjny (Συνταγματικό Δικαστήριο) ερμήνευσε το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Πολωνίας με αναφορά στις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, κατά τρόπο υπερβολικά στενό, εσφαλμένο και προδήλως μη λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου».

[35] Βλ. απόφαση K 6/21 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της 24ης Νοεμβρίου 2021 σύμφωνα με την οποία, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στο μέτρο που στον όρο «δικαστήριο» περιλαμβάνει το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας, δεν είναι συμβατό με το Σύνταγμα της Πολωνίας. Επίσης, στο μέτρο που δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 το ΕΔΔΑ έχει δικαιοδοσία να ελέγχει τη νομιμότητα της διαδικασίας εκλογής του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν είναι συμβατό με το Σύνταγμα της Πολωνίας, βλ., συναφώς, Παυλόπουλο Π., «Πολωνία: Μια «ξένη» πλέον και στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης; Με αφορμή την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας της 24ης Νοεμβρίου 2021», στο https://www.constitutionalism.gr/polonia-mia-xeni-pleon-kai-sto-plaisio-tou-simvouliou-tis-evropis/ (πρόσβαση: 6.2.2024).

[36] Όπως αναφέρεται σε Kocemba Κ., «Converging Human Rights and the Rule of Law in the European Court of Human Rights», σε https://verfassungsblog.de/not-just-abortion/ (πρόσβαση: 6.4.2024), όπου επίσης αναφέρονται οι δηλώσεις της αρμόδιας υπουργού ισότητας Katarzyna Kotula, η οποία και μετά την έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ τάχθηκε υπέρ της φιλελευθεροποίησης του δικαιώματος της άμβλωσης.

Η Δάφνη Ακουμιανάκη είναι Διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου Paris 1 Panthéon Sorbonne και εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως επιστημονική συνεργάτιδα στο Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής και είναι μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Αρθρογραφεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά στο πεδίο του δημοσίου και του ευρωπαϊκού δικαίου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο