Ποιος αποφασίζει; Πολιτικοί ή τεχνοκράτες;[1] Η υγειονομική κρίση λόγω της πανδημίας του covid-19 έθεσε, για μιαν ακόμα φορά, το ζήτημα ποιος (πρέπει να) αποφασίζει σε στιγμές κρίσης. Οι πολιτικοί, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας, αυτοί τους οποίους έχουμε εξουσιοδοτήσει να ασκούν εξουσία στο όνομα και για λογαριασμό μας; Ή οι ‘ειδικοί’, οι επιστήμονες, αυτοί που κατέχουν εξειδικευμένη τεχνογνωσία, οι τεχνοκράτες; Το ζήτημα τίθεται κάθε φορά που βρισκόμαστε ενώπιον μιας κρίσης και της αμηχανίας που αυτή αναπόφευκτα φέρνει: και τώρα τί κάνουμε; Είχε τεθεί με πολύ απερίφραστο –και πολύ επώδυνο– τρόπο στην αμέσως προηγούμενη κρίση που περάσαμε, την κρίση χρέους που οδήγησε στη δημοσιονομική και οικονομική κρίση. Και επειδή, κατά πως φαίνεται, οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη διαμορφώνοντας μια κατάσταση διαρκούς κρίσης, το ‘πολιτικοί ή τεχνοκράτες;’ γίνεται κι αυτό ένα διαρκές δίλημμα. 

Σύμφωνα με μιαν άποψη που υποστηρίχθηκε με αφορμή την πανδημική κρίση, «σε ζητήματα μεγάλης σημασίας για την επιβίωση των εθνών, όπως είναι η δημόσια υγεία, η αναγνώριση του προβαδίσματος της επιστήμης έναντι της πολιτικής, η αναβάθμιση των ‘τεχνοκρατών’ έναντι των ‘εκλεγμένων’ … συνιστά νίκη του ορθολογισμού και βάζει τους κάθε είδους λαϊκιστές και σαλτιμπάγκους στο περιθώριο. Σε αυτά τα ζητήματα οι λύσεις δεν είναι ‘δεξιές’ ή ‘αριστερές’· είναι σωστές ή λάθος».[2] Στο ίδιο πνεύμα, και εξίσου αν όχι περισσότερο επιτακτικά, είχε υποστηριχθεί ότι οι μόνοι επαρκείς, και γι’ αυτό οι μόνοι αρμόδιοι, να διαχειριστούν την κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι αυτοί που έχουν ειδίκευση ακριβώς στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων, οι τεχνοκράτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή του ΟΟΣΑ.

Οι απόψεις αυτές υιοθετούν τη λογική του μονόδρομου, τη διαβόητη TINA (από τα αρχικά της φράσης ‘There Is No Alternative’-‘Δεν υπάρχει εναλλακτική’). Σύμφωνα με αυτή, στα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας δεν (μπορούν να) υπάρχουν πολλές γνώμες και διαφορετικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν μόνον οι σωστές και οι λάθος λύσεις. Και οι μόνοι που γνωρίζουν τις σωστές λύσεις είναι οι ειδικοί, οι τεχνοκράτες, αυτοί που μπορούν να τις ενδύουν με το μανδύα της επιστημονικής εγκυρότητας –ου μην και αυθεντίας. Είναι προφανής ο μανιχαϊκός, σχεδόν θρησκευτικός, χαρακτήρας της λογικής του μονόδρομου.

Ένα παραπλανητικό δίλημμα. Έτσι όπως τίθεται, το δίλημμα ‘πολιτικοί ή τεχνοκράτες’ είναι βεβαίως παραπλανητικό. Δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για δύο διακριτές ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία λήψης σημαντικών αποφάσεων. Παραβλέπει όμως ότι η κατανομή εργασίας στις σύγχρονες διαφοροποιημένες κοινωνίες συνεπάγεται και προϋποθέτει πλήθος συνεργειών μεταξύ πολιτικών και τεχνοκρατών. Και, κυρίως, συγκαλύπτει τον, σε κάθε περίπτωση, πολιτικό χαρακτήρα των αποφάσεων που λαμβάνονται. Η ίδια, επομένως, η θέση του διλήμματος συνιστά μια μορφή αποπολιτικοποίησης.

Η μνημονιακή διαχείριση της ελληνικής κρίσης χρέους είναι ένα καλό παράδειγμα. Δόθηκε συχνά μια εικόνα αντιπαράθεσης ανάμεσα στους πολιτικούς των διαδοχικών κυβερνήσεων που διαπραγματεύθηκαν και εφάρμοσαν μνημόνια, από τη μια, και τους τεχνοκράτες της τρόικας, από την άλλη. Η εικόνα αυτή παραβλέπει ότι, όπως όλες οι κυβερνήσεις, έτσι και οι ελληνικές της μνημονιακής περιόδου υποστηρίζονταν από πλήθος ειδικών επιστημόνων, τεχνοκρατών με όλη τη σημασία της λέξης, κάποιοι εκ των οποίων σε υψηλές θέσεις και με σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Τεχνοκράτες, επομένως, υπήρχαν και από τις δύο πλευρές. Κυρίως όμως συγκαλύπτει ότι και οι θεσμοί της τρόικας –η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στη συνέχεια και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας– πολιτική ασκούν, ούτε επιστημονικοί οργανισμοί είναι ούτε ιδεαλιστικούς στόχους επιδιώκουν. Για την κυρίαρχη αφήγηση, παρόλα αυτά, ήταν σημαντικό να εμφανίζονται ως ‘ουδέτεροι’, ‘ανεξάρτητοι’ και τελικά α-πολιτικοί τεχνοκράτες. Ήταν σημαντικό, με άλλα λόγια, να εμφανίζεται ως αποπολιτικοποιημένη η εξουσία που πράγματι ασκούν οι θεσμοί αυτοί. Έτσι, αυτό που ήταν μια σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων, δηλαδή μια πολιτική σύγκρουση, εμφανίστηκε παραπλανητικά ως αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικών και τεχνοκρατών.

Η αποπολιτικοποίηση ως συγκάλυψη του πολιτικού χαρακτήρα των αποφάσεων. Γενικότερα, αυτό το αντιπαραθετικό σχήμα συνιστά μια χονδροειδή υπεραπλούστευση, μια καρικατούρα. Από τη μια, οι πολιτικοί που, για να ικανοποιήσουν τάχα το αδαές και ανορθολογικό εκλογικό τους ακροατήριο, καταλήγουν συχνά στις ‘λάθος’ αποφάσεις. Και από την άλλη, οι τεχνοκράτες που, εφαρμόζοντας τα εργαλεία της επιστήμης και του ορθού λόγου, έχουν τις ‘σωστές’ λύσεις για όλα τα προβλήματα.

Καταρχάς, οι ειδικοί, οι επιστήμονες, οι τεχνοκράτες, κατά κανόνα απλώς εισηγούνται, δεν λαμβάνουν αποφάσεις. Οι εισηγήσεις τους γίνονται δεσμευτικές, όταν υιοθετηθούν από κάποιο κρατικό, δηλαδή πολιτικό, όργανο. Και πάντως, στις περιπτώσεις που οι τεχνοκράτες πράγματι εξοπλίζονται με την εξουσία να λαμβάνουν δεσμευτικές αποφάσεις, παύουν να ενεργούν ως ειδικοί και γίνονται και οι ίδιοι πολιτικά όργανα. Στο τέλος υπάρχει πάντα μια πολιτική απόφαση, που βασίζεται σε μια πολιτική επιλογή. Πολιτική επιλογή συνιστά εξίσου η απόφαση να απορριφθεί ή να υιοθετηθεί, αυτούσια ή προσαρμοσμένη, η εισήγηση των τεχνοκρατών. Ακόμη και η απόφαση «Ακολουθούμε ευλαβικά ό,τι μάς λένε οι ειδικοί και δεν παίρνουμε καμιά πρωτοβουλία μόνοι μας» είναι κι αυτή μια πολιτική επιλογή.

Περαιτέρω, είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρούμε ότι υπάρχει μία και μόνη επιστημονικά ‘ορθή’ αντιμετώπιση ορισμένου προβλήματος. Ότι υπάρχει δηλαδή μία και μόνη επιστημονική αλήθεια. Αυτό δεν είναι επιστήμη, είναι θεολογία. Όση αμηχανία και αμφιβολία έχουν οι κυβερνήσεις, οι πολιτικοί, για τα μέτρα που πρέπει να επιλεγούν για την αντιμετώπιση μιας κρίσης, άλλη τόση έχουν οι επιστήμονες ή οι οργανισμοί που προτείνουν τα μέτρα αυτά. Γιατί και οι μεν και οι δε κρίνονται τελικά εκ του αποτελέσματος. Και, κυρίως, δεν υπάρχουν ‘αντικειμενικά’ σωστές ή λάθος λύσεις. Πάντοτε υπάρχουν ‘δεξιές’ ή ‘αριστερές’ λύσεις. Όπως βεβαίως υπάρχουν και περισσότερο ή λιγότερο (ή καθόλου) τεκμηριωμένες προτάσεις.

Κοντολογίς, η επιλογή των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση μιας κρίσης παραμένει σε κάθε περίπτωση μια πολιτική απόφαση. Κάθε προσπάθεια αποπολιτικοποίησής της δεν είναι παρά άλλοθι για τους κυβερνώντες. Γιατί τους προσφέρει τη διέξοδο, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, να αποποιηθούν την πολιτική ευθύνη: «Δεν φταίμε εμείς, οι επιστήμονες που τα πρότειναν». Ας θυμηθούμε ότι, τηρουμένων των αναλογιών, κάτι αντίστοιχο ζήσαμε και στην περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης: «Δεν φταίμε εμείς, η τρόικα μάς τα επέβαλε». Η αποπολιτικοποίηση της διαχείρισης κρίσεων, με το πρόσχημα της ανάθεσης της αποφασιστικής εξουσίας σε τεχνοκράτες, φτωχαίνει τη δημοκρατία. Μια δημοκρατία χωρίς πολιτική ευθύνη και λογοδοσία συνεπάγεται ότι αποφάσεις κρίσιμες για την κοινή συμβίωση και για το μέλλον μας λαμβάνονται τελικά εκτός του πεδίου της πολιτικής, δηλαδή εκτός της δημοκρατικής διαδικασίας και, επομένως, εκτός κάθε δυνατότητας επιρροής των πολιτών.[3]

Το δημοκρατικό έλλειμμα της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας. Το ζήτημα αν (και κατά πόσο) οι σημαντικές για την κοινή συμβίωσή μας αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται βάσει του ορθού λόγου ή βάσει της βούλησης των πολιτών –σχηματικά, το δίλημμα ‘λόγος ή βούληση’ (reason or will)– βρίσκεται στην καρδιά του πολιτεύματος της συνταγματικής δημοκρατίας.[4]

Στο πολίτευμα αυτό, το πλαίσιο για τη λήψη τέτοιων αποφάσεων τίθεται από το σύνταγμα. Σε γενικές γραμμές, το σύνταγμα κάνει δύο πράγματα. Πρώτον, μάς λέει πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις. Πώς θεσπίζονται οι κανόνες δικαίου; από ποια όργανα, με ποια μορφή και με ποιες διαδικασίες; Κατά το μέρος αυτό, το σύνταγμα θέτει το πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας, είναι το δίκαιο της πολιτικής.[5] Χωρίς να παίρνει θέση επί του περιεχομένου τους, μάς λέει με ποιον τρόπο επιλέγονται κάθε φορά μεταξύ ανταγωνιστικών πολιτικών σχεδίων αυτά που θα αποτελέσουν δεσμευτικές αποφάσεις. Δεύτερον, το σύνταγμα αποκλείει, αρνητικά, κάποιες αποφάσεις από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της δημοκρατικής διαδικασίας. Μάς λέει ότι κάποιες αποφάσεις δεν επιτρέπεται ποτέ να ληφθούν. Κυρίως οι αποφάσεις που προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα ατόμων ή ομάδων. Κατά το μέρος αυτό, το σύνταγμα είναι το δίκαιο των δικαιωμάτων.

Κάπως σχηματικά, αυτά τα δύο αντιστοιχούν στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Τις δύο συνιστώσες της συνταγματικής δημοκρατίας. Δημοκρατία και κράτος δικαίου μέχρις ενός σημείου συνυπάρχουν και συμβαδίζουν. Από ένα σημείο και μετά όμως είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Στη δημοκρατία αποφασίζει η πλειοψηφία. Το κράτος δικαίου θέτει όρια στο τί μπορεί ν’ αποφασίσει η πλειοψηφία. Η λειτουργική σύνθεση δημοκρατίας και κράτους δικαίου υπήρξε η μεγάλη καινοτομία του συνταγματισμού. Το πολίτευμα της συνταγματικής δημοκρατίας που εγκαθιδρύθηκε από τις αστικές επαναστάσεις του 18ου και 19ου αιώνα βασίζεται σ’ αυτήν ακριβώς τη λειτουργική σύνθεση της δημοκρατικής με τη φιλελεύθερη ιδέα. Το συνταγματικό δίκαιο, η σύνθεση του δικαίου της πολιτικής και του δικαίου των δικαιωμάτων, καθίσταται έτσι, όπως πολύ ωραία το διατύπωσε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, η τεχνική της πολιτικής ελευθερίας.[6] Της ελευθερίας, βεβαίως, που είναι η κεντρική από τις ιδέες που συνθέτουν την έννοια του κράτους δικαίου. Αλλά ποιας ελευθερίας; Της πολιτικής ελευθερίας, της ελευθερίας ως αυτοκυβέρνησης, δηλαδή της ελευθερίας μέσα από τη δημοκρατία. Είμαστε ελεύθεροι γιατί τους κανόνες της κοινής μας συμβίωσης δεν μας τους επιβάλλουν, τους θέλουμε και τους θέτουμε (δια των αντιπροσώπων μας) εμείς οι ίδιοι.[7]

Θεωρητικά, η συνταγματική δημοκρατία επιδιώκει να εξουδετερώσει ή, έστω, να συγκαλύψει την εγγενή αντίφαση ανάμεσα στη δημοκρατική και τη φιλελεύθερη ιδέα. Αυτό όμως είναι ένα σισύφειο έργο. Στην πράξη, ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο είναι διαρκής και ενίοτε η σύγκρουσή τους αναδύεται στην επιφάνεια. Στην εποχή μας, η κυρίαρχη αντίληψη για το συνταγματισμό όλο και περισσότερο τείνει να υποβαθμίζει τη δημοκρατική έναντι της φιλελεύθερης όψης του πολιτεύματος. Το κυρίαρχο υπόδειγμα, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ‘φιλελεύθερο συνταγματισμό’[8] ή ‘συνταγματικό φιλελευθερισμό’,[9] αντιλαμβάνεται το πολίτευμα της συνταγματικής δημοκρατίας ως τη σύνθεση δημοκρατίας και φιλελευθερισμού κατά τρόπον ώστε ο δεύτερος να έχει το αναμφισβήτητο προβάδισμα. Τόσο πολύ μάλιστα, ώστε όλο και περισσότερο τείνει να υποκρύπτει ή ακόμα και να εκφράζει «δυσφορία για τη δημοκρατία».[10] Το, με την έννοια αυτή, δημοκρατικό έλλειμμα της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας –με πιο χαρακτηριστικό και πιο γνωστό το δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης– διευκόλυνε την εδραίωση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, που με τη σειρά του τείνει να οδηγεί σε αυτό που έχει αποκληθεί ‘αυταρχικός φιλελευθερισμός’ (authoritarian liberalism), δηλαδή ένα σύστημα που συνδυάζει πολιτικό αυταρχισμό με οικονομικό (νεο)φιλελευθερισμό.[11]

Αποπολιτικοποίηση: δημοκρατία με περισσότερους, δημοκρατία για λιγότερα. Ως τύπος πολιτεύματος, η συνταγματική δημοκρατία άρχισε να εδραιώνεται από το 19ο αιώνα και σταδιακά επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα να καταστεί το παγκοσμίως κυρίαρχο υπόδειγμα πολιτικής οργάνωσης των εθνών.[12] Η βασική ιδέα της είναι πως ο λαός, δηλαδή οι πολίτες, αποφασίζουν δια των αντιπροσώπων τους για τα θέματα της κοινής συμβίωσής τους, μέσα από ελεύθερη πολιτική αντιπαράθεση και με εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας σε διαλεκτική συνάρτηση με την προστασία των μειοψηφιών. Όμως η συνταγματική δημοκρατία στηρίχτηκε εξαρχής σε έναν μεγάλο αποκλεισμό. Όσοι είχαν δικαίωμα ψήφου, δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής και λόγο για τα πολιτικά πράγματα ήταν αρχικά ένα μικρό (ή και πολύ μικρό) ποσοστό του πληθυσμού. Οι πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία των λαϊκών μαζών, ήταν τυπικά ή παρέμεναν ουσιαστικά αποκλεισμένοι. Αυτό επέτρεπε τη διατήρηση και αναπαραγωγή του status quo, δηλαδή των συμφερόντων της αστικής τάξης, δημιούργημα της οποίας είναι η συνταγματική δημοκρατία.

Η ιστορία του πολιτεύματος της συνταγματικής δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από δύο αντίρροπες και φαινομενικά αντιφατικές τάσεις. Από τη μια, είναι η ιστορία της διαρκούς διεύρυνσής της, δηλαδή του διαρκούς εκδημοκρατισμού του πολιτεύματος, με την έννοια της συμπερίληψης όλο και μεγαλύτερων πληθυσμιακών ομάδων. Χωρίς η εξέλιξη αυτή να είναι γραμμική και ούτε πάντοτε ομαλή, πάντως στον μακρύ ιστορικό χρόνο η συνταγματική δημοκρατία σταδιακά έγινε ένα πολίτευμα για περισσότερους και, κυρίως, με περισσότερους: οι μη έχοντες, οι δούλοι, οι γυναίκες, οι νέοι (με τη μείωση του ορίου πολιτικής/εκλογικής ενηλικότητας) απέκτησαν φωνή και λόγο για τα πολιτικά πράγματα. Δεν χωρεί αμφιβολία πως η εξέλιξη αυτή –που κατακτήθηκε με αιματηρούς αγώνες– σήμαινε περισσότερη δημοκρατία.

Όμως η ενσωμάτωση των μαζών στο πολιτικό σύστημα σήμαινε επίσης ότι η αναπαραγωγή του status quo, του κρατούντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, δεν ήταν πια εγγυημένη. Ο εκδημοκρατισμός εμπεριέχει, έστω εν δυνάμει, την προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού, αν οι πολλοί αποκτήσουν ταξική συνείδηση. Το εργατικό ζήτημα και το εργατικό κίνημα απειλούσαν την ανατροπή της διευθέτησης που είχε φέρει η εδραίωση της συνταγματικής δημοκρατίας. Αυτό ενεργοποίησε τη δεύτερη, και αντίρροπη, τάση, που άρχισε να φαίνεται καθαρά κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και έχει ενταθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, η ιστορία της συνταγματικής δημοκρατίας έγινε παράλληλα και η ιστορία της διαρκούς συρρίκνωσής της, με την έννοια της σταδιακής εξαίρεσης πεδίων της κοινωνικής σύγκρουσης από την πολιτική αντιπαράθεση και, επομένως, από τη δημοκρατική διαδικασία και τη σφαίρα επιρροής των πολιτών. Όλο και περισσότερες σημαντικές για την κοινή συμβίωσή μας αποφάσεις αποπολιτικοποιήθηκαν, δεν είναι πια αντικείμενο επιλογής μεταξύ ανταγωνιστικών πολιτικών σχεδίων, και ανατέθηκαν σε ‘ειδικούς’ –κάτι που σημαίνει λιγότερη δημοκρατία.

Αυτή η εξέλιξη αποτυπώθηκε σε τρία κυρίως πεδία, που αντιστοιχούν σε τρία κύματα αποπολιτικοποίησης. Πρώτον, αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί ‘εκδικαστισμός’ (judicialization) των κοινωνικών συγκρούσεων, η διεκδίκηση δηλαδή από τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα και κατεξοχήν τα συνταγματικά, του ρόλου ύπατου κριτή των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων. Αυτό μπορεί να έχει οφέλη από πλευράς του κράτους δικαίου, ενέχει όμως κι έναν κίνδυνο για τη δημοκρατία. Όταν περιμένουμε από τα δικαστήρια να δώσουν απαντήσεις στα μεγάλα επίμαχα της εποχής μας, που συχνά διχάζουν τις κοινωνίες, οδηγούμαστε σ’ αυτό που έχει αποκληθεί ‘δικαστοκρατία’ (juristocracy) ή κράτος δικαστών.[13]

Δεύτερον, η ανάθεση μεγάλων πεδίων της οικονομικής, κυρίως, αλλά και κοινωνικής ρύθμισης σε ανεξάρτητες αρχές. Η εκχώρηση της άσκησης νομισματικής πολιτικής στις ‘ανεξάρτητες’ κεντρικές τράπεζες –που η ανεξαρτησία τους νοείται έναντι των πολιτικά υπεύθυνων κυβερνήσεων, αλλά όχι έναντι ενός πολύ συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου που έχουν ταχθεί να υπηρετούν– είναι ίσως το κορυφαίο παράδειγμα. Όπως τα δικαστήρια έτσι και οι ανεξάρτητες αρχές εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις, διαθέτοντας όμως πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων, και επομένως άσκησης πολιτικής, από εκείνα.

Τέλος, τρίτον, η αλματώδης αύξηση των απαιτήσεων διατύπωσης προηγούμενης γνώμης ή εισήγησης ή της εκπόνησης μελετών από ειδικούς επιστήμονες πριν τη λήψη σημαντικών αποφάσεων (π.χ. για περιβαλλοντικά ή συνταξιοδοτικά θέματα), που συχνά αφήνει ελάχιστα περιθώρια στην πολιτική εξουσία, προκειμένου να ασκήσει την τυπική αποφασιστική αρμοδιότητα που διατηρεί. Καθαυτή η παρεμβολή της τεχνοκρατικής γνώσης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι βεβαίως ευπρόσδεκτη, ακόμη και αναγκαία, είναι όμως ενδεικτικό ορισμένης αντίληψης ότι της αποδίδεται δυσανάλογη σημασία έναντι της προηγούμενης διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους και το ευρύ κοινό.

Κοινό στοιχείο και στις τρεις περιπτώσεις είναι ότι όσοι ασκούν αυτή την αποπολιτικοποιημένη εξουσία δεν έχουν πολιτική ευθύνη και υποχρεούνται σε περιορισμένη μόνο δημοκρατική λογοδοσία.[14] Για να το πούμε απλά, με τις εκλογές μπορούμε να αλλάξουμε τους πολιτικούς που θεωρούμε ότι ενεργούν αντίθετα στα συμφέροντά μας, δεν έχουμε όμως τέτοια δυνατότητα για τους ισόβιους δικαστές ούτε για τους τεχνοκράτες που υπηρετούν με μονιμότητα ή επί θητεία σε ορισμένη θέση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Και οι τρεις ελληνικές κυβερνήσεις που εφάρμοσαν μνημόνια τιμωρήθηκαν εκλογικά από τους πολίτες στις εκλογές του 2012, του 2015 και του 2019, αντιστοίχως, την ίδια ώρα που οι διοικητές της Τράπεζας της Ελλάδος –αναμφίβολα, από τους κεντρικούς συντελεστές των μνημονιακών πολιτικών– παρέμειναν ακλόνητοι στη θέση τους μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας τους.

Ο εκδημοκρατισμός κράτους και κοινωνίας ως πρόκληση. Δεν χωρεί αμφιβολία πως τόσο τα δικαστήρια, η τρίτη εξουσία, όσο και διάφοροι ανεξάρτητοι θεσμοί και ελεγκτικά σώματα, αυτό που έχει αποκληθεί ‘η νέα τέταρτη εξουσία’,[15] μπορούν να λειτουργήσουν, και συχνά πράγματι λειτουργούν, ως ‘φρένο’ στην παντοδυναμία των κυβερνήσεων, ιδίως σε συστήματα πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού όπως το δικό μας. Όμως αυτό δεν είναι παρά μια δυνατότητα, δεν είναι εγγυημένο πως θα συμβεί. Η ανάπτυξη σχέσεων διαπλοκής ενδέχεται να οδηγήσει, αντιστρόφως, σε ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση των κυβερνήσεων που θα κατορθώσουν να ελέγξουν και να πάρουν με το μέρος τους δικαστήρια και ανεξάρτητους θεσμούς –κάτι που ήδη βλέπουμε να συμβαίνει σε χώρες όπως η Ουγγαρία ή η Πολωνία.

Πέραν αυτού, όμως, το βασικό είναι πως όλοι αυτοί οι μηχανισμοί αποπολιτικοποίησης έχουν κατά βάση σχεδιαστεί για την αναπαραγωγή του status quo. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ευνοούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα –η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι και εδώ ένα προφανές παράδειγμα– και, τουλάχιστον εν δυνάμει, μπορούν να ενισχύσουν ολιγαρχικές τάσεις ή παρεκτροπές του πολιτεύματος. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός τον οποίον επιδιώκει μια προοδευτική πολιτική δεν πρόκειται να έρθει από εκεί.[16] Για αυτόν μόνη δυνατότητα παραμένει η δημοκρατική διαδικασία.

Στις συνθήκες αυτές, κεντρικό αίτημα κάθε προοδευτικής αντιπρότασης πρέπει να είναι η εμβάθυνση της δημοκρατίας, ο ριζοσπαστικός εκδημοκρατισμός του κράτους αλλά και της κοινωνίας, ιδίως της εργασίας.[17] Το συνταγματικό πολίτευμα μπορεί να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει –ιδίως, κρίση αντιπροσώπευσης και αυταρχική διολίσθηση– επαναφέροντας τα μεγάλα ζητήματα της κοινής μας συμβίωσης στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της ανοιχτής δημοκρατικής διαδικασίας. Η επιστημονική γνώση και η τεχνοκρατία παραμένουν αναντικατάστατα στο πλαίσιο αυτό, αλλά με όρους πλουραλισμού και όχι υποταγμένες σε ορισμένο πολιτικό σχέδιο.

 

[1]Η μελέτη εκπονήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου «Λαϊκιστικός συνταγματισμός», που ενισχύεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της Δράσης «1η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση των μελών ΔΕΠ και Ερευνητών/τριών και την προμήθεια ερευνητικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας» (αριθμός έργου: HFRI-FM17-1502).

[2] Βλ. Αλιβιζάτου Ν., «Οι επιστημονικές διαφωνίες σε ώρα κρίσης», Η Καθημερινή, 12 Απριλίου 2020, διαθέσιμο σε https://www.kathimerini.gr/politics/1073559/oi-epistimonikes-diafonies-se-ora-krisis/ (πρόσβαση 26 Ιανουαρίου 2024).

[3] Βλ. Καϊδατζή Α., «Πανδημία, δημοκρατία, δικαιώματα: Το τέλος του συνταγματικού δικαίου;», Δικαιώματα του Ανθρώπου, 84/2020, σ. 381-429. Για τη σημασία της πολιτικής ευθύνης στο κοινοβουλευτικό σύστημα βλ. ευρύτερα Καμτσίδου Ι., Το κοινοβουλευτικό σύστημα: Δημοκρατική αρχή και πολιτική ευθύνη, Σαββάλας, Αθήνα 2011.

[4] Βλ. Tassopoulos I., “New Trends in Greek Contemporary Constitutional Theory: A Comment on the Interplay between Reason and Will”, Duke Journal of Comparative and International Law, 10/1999, σ. 223-247.

[5] Βλ. Δημούλης Δ., Το δίκαιο της πολιτικής. Μελέτες συνταγματικής θεωρίας και ερμηνείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001.

[6] Βλ. Μάνεση Α., Το συνταγματικόν δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας [1962], στου ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τόμ. Ι΄, Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 11-61.

[7] Για τη ρεπουμπλικανική ιδέα της (πολιτικής) ελευθερίας ως non-domination, σε αντιδιαστολή προς την (ατομική) ελευθερία ως non-interference, βλ. Pettit Ph., Republicanism: A Theory of Freedom and Government, Oxford University Press, Oxford 1997.

[8] Βλ. Ginsburg T., Aziz H. & Versteeg M., «The Coming Demise of Liberal Constitutionalism?», University of Chicago Law Review, 85/2018, σ. 239-255.

[9] Βλ. Scheppele, K. L., «The opportunism of populists and the defense of constitutional liberalism», German Law Journal, 20/2019, σ. 314-331.

[10] Βλ. Unger P., Living High and Letting Die: Our Illusion of Innocence, Oxford University Press, New York 1996, σ. 72.

[11] Βλ. Wilkinson M., Authoritarian Liberalism and the Transformation of Modern Europe, Oxford University Press, Oxford 2021.

[12] Για την έννοια και την ιστορική εξέλιξη της έννοιας της συνταγματικής δημοκρατίας βλ. Loughlin M., Against Constitutionalism, Harvard University Press, Cambridge Mass. & London 2022.

[13] Βλ. Hirschl R., Towards Juristocracy: The Origins and Consequences of the New Constitutionalism. Harvard University Press, Cambridge, Mass. & London 2004· Loughlin M., ό.π., κεφ. 9.

[14] Για το πώς νοείται, για παράδειγμα, η δημοκρατική λογοδοσία των δικαστών βλ. Πικραμένος Μ., Η λογοδοσία των δικαστών στη Δημοκρατία, Ευρασία, Αθήνα 2022.

[15] Βλ. Tushnet M., The New Fourth Branch: Institutions for Protecting Constitutional Democracy. Cambridge University Press, Cambridge & New York 2021.

[16] Βλ. Rosenberg G., The Hollow Hope: Can Courts Bring About Social Change?, 2η έκδ., Chicago University Press, Chicago 2008.

[17] Ferreras, I., Battilana J. &  Méda D., Democratize Work: The Case for Reorganizing the Economy, Chicago University Press, Chicago 2022.

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντά του είναι οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής, ο δικαστικός έλεγχος του νόμου, η ελληνική συνταγματική ιστορία και ιστορία του συνταγματικού δικαίου. Είναι επιστημονικός υπεύθυνος στο ερευνητικό πρόγραμμα PopCon (Populist Constitutionalism, Λαϊκιστικός συνταγματισμός). Έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό επιστημονικών μελετών και τρεις μονογραφίες: «Ο συνταγματισμός του Εικοσιένα: Η συνταγματική πρακτική της Επανάστασης μέσα από τις πηγές, 1821-1827» (2021), «Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων στην Ελλάδα, 1844-1935» (2016), και «Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων» (2006).

Μετάβαση στο περιεχόμενο