Α. Η αναθεώρηση του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος ως εκπλήρωση ενός παλαιού αιτήματος

Με την τελευταία αναθεώρηση, του 2019, ο θεσμός των εξεταστικών επιτροπών κατέστη γνήσιο ελεγκτικό μέσο της Βουλής, καθώς η σύσταση εξεταστικής επιτροπής εναπόκειται πλέον και στην αντιπολίτευση. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης προέβλεψε ότι είναι δυνατόν να συστήνονται εξεταστικές επιτροπές με τις ψήφους των 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών, ανεξαρτήτως πλειοψηφίας, ακόμη δηλαδή και εάν τα 2/5 δεν συνιστούν, κατά τη στιγμή της ψηφοφορίας, την πλειοψηφία των παρόντων στην αίθουσα βουλευτών.[1] O αναθεωρητικός νομοθέτης δεν παρέλειψε να εκφράσει και κάποια επιφυλακτικότητα, περιορίζοντας τις εξεταστικές επιτροπές της μειοψηφίας σε δύο ανά κοινοβουλευτική περίοδο -ένας ποσοτικός περιορισμός που δεν απαντά στις αντίστοιχες διατάξεις των Συνταγμάτων άλλων χωρών. Επίσης, το αίτημα της μειοψηφίας δεν μπορεί να αφορά θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Άλλωστε, ως προς τα θέματα αυτά απαιτείτο ανέκαθεν υπό το Σύνταγμα του 1975 απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών για τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών, αν και η σχετική πρόβλεψη είχε συναντήσει αντιδράσεις στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή.[2] Αν και δεν προσδιορίζεται ρητά στο Σύνταγμα, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δύο εξεταστικές επιτροπές της μειοψηφίας, που μπορούν δηλαδή να συσταθούν με μόνες 120 ψήφους, δύνανται να προέρχονται μόνον από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης. Διαφορετικά, θα υπήρχε ο κίνδυνος 120 βουλευτές της συμπολίτευσης να αναλώνουν το δικαίωμα της αντιπολίτευσης για τη σύσταση των δύο εξεταστικών επιτροπών.[3]

Η νέα ρύθμιση του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος στην ουσία επαναφέρει τα όσα προέβλεπαν τα Συντάγματα 1925/1927 για τις εξεταστικές επιτροπές: κι εκείνα κατοχύρωναν δικαίωμα της μειοψηφίας στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής.[4] Το Σύνταγμα του 1952 δεν υιοθέτησε αυτό το δημοκρατικό «δικαίωμα» της αντιπολίτευσης, αποδομώντας το σχετικό κεκτημένο˙ αντίθετα επέτρεψε τη σύσταση εξεταστικών επιτροπών με τη συνήθη πλειοψηφία, ακολουθώντας τη διατύπωση των Συνταγμάτων του 1864 και του 1911.[5] Έπειτα από έντονες συζητήσεις στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, κατά τις οποίες τόσο η μείζονα όσο και η ελάσσονα αντιπολίτευση επέμειναν στην επανακαθιέρωση του δικαιώματος της μειοψηφίας για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής,[6] υιοθετήθηκε μία διατύπωση, η οποία προκάλεσε ερμηνευτικές δυσχέρειες και δίχασε τον πολιτικό και επιστημονικό κόσμο. Δηλαδή, βάσει του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος, εξεταστικές επιτροπές μπορούσαν να συσταθούν με την πλειοψηφία των 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών.[7] Κατά τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, οι εξεταστικές επιτροπές παρέμεναν στην ευχέρεια της πλειοψηφίας, έστω και σχετικής.[8] Ωστόσο, υποστηρίχτηκε και η αντίθετη άποψη, ότι αρκούσαν δηλαδή οι ψήφοι 120 βουλευτών ανεξαρτήτως πλειοψηφίας, επί τη βάσει της τελεολογικής προσέγγισης του θεσμού ως μέσου κοινοβουλευτικού ελέγχου, αλλά και στο πλαίσιο της συστηματικής και ιστορικής ερμηνείας της διάταξης.[9] Άλλωστε, υπό την εκδοχή ότι οι 120 ψήφοι έπρεπε να συνιστούν πλειοψηφία, παρατηρείτο το παράδοξο να απαιτείται μεγαλύτερη πλειοψηφία για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής παρά για την ψήφιση νόμου στο πλαίσιο του γενικού κανόνα του άρθρου 67 του Συντάγματος. Τελικά, ο Κανονισμός της Βουλής, ακολουθώντας το γράμμα του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος, όριζε ότι, για τη σύσταση εξεταστικής, απαιτείται πλειοψηφία των παρόντων όχι κατώτερη των 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών, διατύπωση η οποία υιοθετήθηκε πλέον και από το συνταγματικό κείμενο με την αναθεώρηση του 2019 για τις εξεταστικές επιτροπές που συγκροτούνται με απόφαση της πλειοψηφίας.

Β. Η μετέωρη αναθεώρηση του άρθρου 68 παράγραφος 2 εδάφιο γ΄  του Συντάγματος και ο Κανονισμός της Βουλής

Η αναγνώριση του «δικαιώματος» της μειοψηφίας 120 βουλευτών να υποχρεώνουν το Σώμα στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής είναι ένα ιδιαιτέρως σημαντικό θεσμικό βήμα για την εξασφάλιση αντιβάρων που ελέγχουν και περιορίζουν την εξουσία. Το δικαίωμα αυτό σημαίνει ότι η αντιπολίτευση δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να συναινεί στη μεταβολή, συνήθως επιχειρούμενη διεύρυνση, του αντικειμένου μιας εξεταστικής επιτροπής για λόγους διάχυσης της ευθύνης, που συχνά προτείνει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με τη συγκέντρωση 120 ψήφων η αντιπολίτευση μπορεί να επιμείνει στη δική της διατύπωση ως προς το αντικείμενο της εξεταστικής, ασκώντας το σχετικό δικαίωμά της για σύσταση επιτροπής της μειοψηφίας. Ωστόσο, αυτό το «δικαίωμα» της μειοψηφίας παραμένει μετέωρο και αποδεικνύεται ανώδυνο και αναποτελεσματικό, εφόσον δεν εξασφαλίζονται τα δικαιώματα της μειοψηφίας και στο επίπεδο της λειτουργίας της συγκροτούμενης εξεταστικής επιτροπής.[10] Προδήλως, προς τήρηση της αντιπροσωπευτικής αρχής, και οι εξεταστικές επιτροπές που συστήνονται κατόπιν αιτήματος της μειοψηφίας, συγκροτούνται αναλόγως της δύναμης των κομμάτων και το πόρισμά τους στο πλαίσιο της δημοκρατικής αρχής εγκρίνεται κατά πλειοψηφία.[11] Ωστόσο, προς πραγμάτωση του ουσιώδους περιεχομένου της νέας ρύθμισης του άρθρου 68 παράγραφος 2 εδάφιο γ΄ του Συντάγματος, οφείλει η Βουλή να τροποποιήσει τον Κανονισμό της, ώστε να κατοχυρώσει τα δικαιώματα της μειοψηφίας και στο επίπεδο της λειτουργίας της εξεταστικής επιτροπής, δηλαδή κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, προεχόντως κατά τη συλλογή αποδείξεων και την κλήτευση μαρτύρων. Διαφορετικά, το άρθρο 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος καθίσταται κενό γράμμα και απαξιώνεται.

Η σημασία των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης για τη συλλογή αποδείξεων είναι μεγάλη, διότι ο σκοπός μιας εξεταστικής επιτροπής είναι η διερεύνηση ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Οι εξεταστικές επιτροπές αποτελούν ένα μέσο για την αποτελεσματική συλλογή πληροφοριών εκ μέρους του Κοινοβουλίου και την πραγμάτωση της αρχής της διαφάνειας στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και για την επικουρία του έργου του, νομοθετικού και ελεγκτικού, δια της καλύτερης πληροφόρησης. Μάλιστα, η εξεταστική επιτροπή αποτελεί αφενός μια μορφή έκτακτου κοινοβουλευτικού ελέγχου,[12] αφετέρου αποτελεί μια ιδιάζουσα μορφή κοινοβουλευτικού ελέγχου, καθώς ασκείται όχι από μεμονωμένους βουλευτές, αλλά από την εξεταστική επιτροπή ως σχηματισμό της Βουλής και στο όνομα της Βουλής με το θεσμικό βάρος που της αναλογεί, η οποία προσδιορίζει το αντικείμενό της και κατά συνέπεια και τα όρια της δικαιοδοσίας της. Η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί μόνη της να μεταβάλει ή να διευρύνει το αντικείμενό της. Απαιτείται εκ νέου απόφαση της Ολομέλειας.[13]

Περαιτέρω, η ιδιαίτερη θεσμική σημασία της εξεταστικής επιτροπής σε σύγκριση με τις άλλες μορφές κοινοβουλευτικού ελέγχου έγκειται στο ότι η Βουλή αναζητά άμεσα, και όχι δια των αρμοδίων Υπουργών, τις πληροφορίες που επιθυμεί και έχει άμεση πρόσβαση σε αυτές.[14] Το σύνολο του δημόσιου τομέα καθώς και οι ιδιώτες υποχρεούνται να παρέχουν την αιτούμενη συνδρομή στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής απευθείας. Η άμεση πρόσβαση της Βουλής στις πληροφορίες και η δυνατότητα απευθείας παραγγελίας των αποδεικτικών μέσων εξισορροπεί το πληροφοριακό έλλειμμα της Βουλής σε σύγκριση με την εκτελεστική εξουσία.

Το ότι το κέντρο βάρους μιας εξεταστικής επιτροπής είναι η συλλογή πληροφοριών και η ενημέρωση των βουλευτών και του λαού, και όχι τόσο η λήψη αποφάσεων εναντίον της πλειοψηφίας, τονίστηκε και στο πλαίσιο των συζητήσεων στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή. Ο μεν Γεώργιος Μαύρος σημείωσε κατά τις σχετικές συζητήσεις: «Ορθώς είπατε ότι η σύνθεσις των Επιτροπών γίνεται πάντοτε κατ’ αναλογίαν των Κομμάτων και ότι η απόφασις της Επιτροπής είναι συνάρτησις των αριθμών και της πλειοψηφίας. Δεν είναι εκεί όμως το θέμα. Δεν είναι εκεί ο ρόλος της Εξεταστικής των  πραγμάτων Επιτροπής. Δεν μας ενδιαφέρει η απόφασις, η οποία θα ληφθεί, αλλά η Εξεταστική των πραγμάτων Επιτροπή καλεί Υπηρεσίας, ερευνά φακέλους. Ο έλεγχος έχει σημασίαν. Και αυτός ο έλεγχος γίνεται ανεξάρτητα από την απόφασιν, την οποίαν θα λάβη η Επιτροπή, όταν θα έλθη η στιγμή της λήψεως της αποφάσεως».[15] Ο δε Ανδρέας Παπανδρέου τόνισε: «Η έννοια μιας Εξεταστικής Επιτροπής είναι όχι μόνον η εξέταση, αλλά και η ενημέρωση. Έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται και να προσφέρουν, όχι μόνο κριτική, αλλά και δουλειά».[16] Αυτός ο διερευνητικός χαρακτήρας των εξεταστικών επιτροπών είχε τονιστεί από τις απαρχές του θεσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Edward Coke, κοινοβουλευτικός, δικαστής και ένας εκ των θεμελιωτών του βρετανικού νομικού συστήματος τον 17ο αιώνα, είχε χαρακτηρίσει το Κοινοβούλιο ως τον μεγάλο ανακριτή του Έθνους (the Grand Inquest of the Nation),[17] ενώ στην Αγγλία πολύ νωρίς λειτούργησαν οι εξεταστικές επιτροπές, που ονομάζονται select committees, για τον έλεγχο των Υπουργών.[18]

Για να υπηρετήσουν, λοιπόν, τον ρόλο τους οι εξεταστικές επιτροπές -και στον δικό μας Κανονισμό της Βουλής- εξοπλίζονται με ανακριτικές εξουσίες,[19] έχουν την εξουσία να παραγγέλλουν αποδεικτικά μέσα,[20] να ζητούν την προσκόμιση εγγράφων,[21] να καλούν μάρτυρες, καθώς και να διατάσσουν τη βίαιη προσαγωγή τους.[22] Μπορούν ακόμη να αναθέτουν μέρος της έρευνας σε ανακριτή δικαστή, αν και στην περίπτωση αυτήν, επειδή κάμπτεται η αρχή της αμέσου πληροφόρησης της εξεταστικής επιτροπής για τα υπό διερεύνηση θέματα, η ανάθεση μπορεί να αφορά ορισμένες, ειδικά κατονομαζόμενες πράξεις έρευνας.[23] Είναι σύνηθες η εξεταστική επιτροπή να διερευνά την ύπαρξη και ποινικών ευθυνών˙ ωστόσο δεν είναι αρμόδια να διαπιστώνει με το πόρισμά της, ως οιονεί δικαστικό όργανο, τις ποινικές ευθύνες. Ο ρόλος της παραμένει κατεξοχήν πολιτικός.[24] Ωστόσο, είναι δυνατόν από το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής να προκύψει η ανάγκη σύστασης της επιτροπής του άρθρου 86 παράγραφος 3 του Συντάγματος για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος υπουργών εκ μέρους της Βουλής.

Παρά την αναθεώρηση του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ο Κανονισμός της Βουλής δεν τροποποιήθηκε, ως όφειλε, ώστε να εξασφαλίσει τη δυνατότητα της μειοψηφίας να διεξαγάγει την έρευνα την οποία αιτήθηκε και χάριν της οποίας συγκροτήθηκε η εξεταστική επιτροπή, κι έτσι να προσαρμοστεί στο νέο περιεχόμενο της συνταγματικής διάταξης. Αντίθετα, ο Κανονισμός της Βουλής εξακολουθεί να ορίζει στο άρθρο 144 παράγραφος 8 αυτού ότι η συγκρότηση και η λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών διέπονται από τις αντίστοιχες διατάξεις που ρυθμίζουν τη συγκρότηση και τη λειτουργία των διαρκών επιτροπών, αν δεν προβλέπεται κάτι ειδικότερο. Αυτό σημαίνει ότι δεν κατοχυρώνονται ειδικά δικαιώματα μειοψηφίας που να προσιδιάζουν στην ελεγκτική φύση της εξεταστικής επιτροπής. Μόνο δικαίωμα μειοψηφίας που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο των διαρκών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, είναι κατά τη διαδικασία ακρόασης εξωκοινοβουλευτικών προσώπων. Ορίζεται δηλαδή ότι «σε περίπτωση πρόσκλησης τριών τoυλάχιστoν εκπρoσώπων φoρέων, τo ένα τρίτo (1/3) από αυτoύς πρέπει να πρoέρχεται από πρόσωπα πoυ έχoυν πρoταθεί από τη μειoψηφία της επιτρoπής». Όμως η διάταξη αυτή δεν αφορά την κλήση μαρτύρων και την παραγγελία αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται από τον σκοπό της εξεταστικής επιτροπής, σε αντίθεση προς τον σκοπό μιας νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, οι μάρτυρες να είναι κατά κανόνα μάρτυρες της πλειοψηφίας.

Συνεπώς, εφόσον η συλλογή των πληροφοριών, η κλήτευση μαρτύρων και η παραγγελία των αποδεικτικών μέσων εξακολουθούν να εξαρτώνται από την απόφαση της πλειοψηφίας, τότε αφενός η πλειοψηφία μπορεί να αποκλείσει μάρτυρες που προτείνει η μειοψηφία, όπως παρακολουθήσαμε να συμβαίνει πρόσφατα στην εξεταστική επιτροπή για το δυστύχημα στα Τέμπη, αφετέρου η συνταγματική διάταξη περί κατοχύρωσης της εξεταστικής επιτροπής και ως δικαιώματος της μειοψηφίας καθίσταται κενό γράμμα. Εξυπακούεται ότι το δικαίωμα της μειοψηφίας να αξιώνει αποδεικτικά μέσα ενώπιον της επιτροπής θα έπρεπε να ισχύει άνευ ετέρου και για τις εξεταστικές επιτροπές της πλειοψηφίας, ειδάλλως θα υπήρχε ο κίνδυνος οι βουλευτές της συμπολίτευσης να υπερψηφίζουν όλες τις προτάσεις της αντιπολίτευσης για εξεταστικές επιτροπές, προκειμένου στη συνέχεια με άνεση να παρακωλύουν την κλήση μαρτύρων και την παραγγελία αποδεικτικών μέσων στο επίπεδο της λειτουργίας της εξεταστικής επιτροπής.

Εξάλλου, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας κατά τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής ευνοεί τη θεσμική ισορροπία. Η εξεταστική επιτροπή μπορεί να διερευνήσει και ζητήματα που αφορούν προηγούμενη βουλευτική περίοδο και άρα την τότε πλειοψηφία που μπορεί, κατά τον χρόνο της διεξαγωγής της έρευνας από την εξεταστική επιτροπή, να είναι μειοψηφία. Και σε αυτήν την περίπτωση η αναγνώριση δικαιωμάτων της μειοψηφίας οδηγεί σε μια πιο ισορροπημένη και αντικειμενική διερεύνηση της υπόθεσης ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής.[25]

Τέλος, η αναγνώριση των δικαιωμάτων μειοψηφίας και στο επίπεδο του Κανονισμού της Βουλής και της λειτουργίας της εξεταστικής επιτροπής όχι μόνο αποτελεί συνταγματική επιταγή στο πλαίσιο του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος, αλλά και εναρμονίζεται με τη συστηματική ερμηνεία των μέσων κοινοβουλευτικού ελέγχου. Διότι ερώτηση, επερώτηση, επίκαιρη ερώτηση ή επίκαιρη επερώτηση μπορεί να θέσει κάθε βουλευτής της αντιπολίτευσης για όποιο ζήτημα επιθυμεί και, προδήλως, χωρίς την έγκριση της πλειοψηφίας. Η δε εξεταστική επιτροπή συστήνεται, όταν τα παραπάνω πιο ήπια μέσου κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν έχουν ή δεν αναμένεται να αποδώσουν καρπούς. Δεν είναι, λοιπόν, λογικό η μειοψηφία που προκάλεσε τη σύσταση της επιτροπής για να εξασφαλίσει καλύτερο επίπεδο πληροφόρησης, να χρειάζεται την ουσιαστική έγκριση της πλειοψηφίας για τη διεξαγόμενη έρευνα, ενώ  μεμονωμένος βουλευτής δεν τη χρειάζεται.

Γ. Συγκριτική επισκόπηση

Διαφωτιστικά συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από τη συγκριτική θεώρηση του ζητήματος. Εγγύτερο προς το άρθρο 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος είναι το άρθρο 44 του γερμανικού Συντάγματος. Το παράδειγμα του γερμανικού Συντάγματος έχει σημασία, καθώς συζητήθηκε εκτενώς στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Απόστολος Κακλαμάνης το ανέγνωσε ολόκληρο, τόσο ως υπόδειγμα για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, αλλά και για τον λόγο ότι προέβλεπε τη σύσταση μόνιμων επιτροπών για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής με ταυτόχρονη κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας,[26] πρόταση την οποία είχε υποβάλει και το ΠΑΣΟΚ με τροπολογία στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή.[27]

Το άρθρο 44 παράγραφος 1 του γερμανικού Συντάγματος ορίζει κατά λέξη ότι: «Η Βουλή έχει το δικαίωμα και, μετά από αίτηση του 1/4 των βουλευτών, την υποχρέωση, να συστήνει εξεταστική επιτροπή, η οποία συλλέγει αποδείξεις σε δημόσιες συνεδριάσεις. Η δημοσιότητα των συνεδριάσεων μπορεί και να αποκλειστεί».[28]  Η διατύπωση αυτή είναι χαρακτηριστική αφενός διότι τονίζει εμφατικά την υποχρέωση της Βουλής να προβεί στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, αντί να κάνει λόγο για «απόφαση» της Βουλής, διατύπωση την οποία ακολουθούσε τόσο το Σύνταγμα της Βαϊμάρης όσο και τα δικά μας Συντάγματα του 1925 και του 1927, αφετέρου διότι αποτυπώνει και ρητά το νόημα και τον σκοπό μιας εξεταστικής επιτροπής που είναι η συλλογή αποδείξεων και η πληροφόρηση της Βουλής.[29]

To Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έχει επιλύσει ζητήματα ερμηνείας της παραπάνω διάταξης. Μάλιστα, το Συνταγματικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης διαφορών που ανακύπτουν ανάμεσα στα κρατικά όργανα (Organstreitverfahren), όταν η πλειοψηφία αρνείται να εγκρίνει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής από τη μειοψηφία, είτε θεμιτά, επειδή θεωρεί το αίτημα ως αντίθετο προς το Σύνταγμα[30], είτε αθέμιτα, παραβιάζοντας το δικαίωμα της μειοψηφίας για τη σύσταση της επιτροπής με τη διεύρυνση του αντικειμένου της.[31] Το Συνταγματικό Δικαστήριο αφενός δέχεται ότι η μειοψηφία έχει εξουσία καθορισμού του θέματος της εξεταστικής επιτροπής,[32] αφετέρου έχει δεχτεί ότι το περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης δεν εξαντλείται στην υποχρέωση της Βουλής να προβεί στη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής μετά το αίτημα της μειοψηφίας, αλλά αντανακλάται και στην ίδια τη διαδικασία εντός της επιτροπής. Το Δικαστήριο κάνει λόγο για αξίωση συνδιοργάνωσης («Mitgestaltungsanspruch») της εξεταστικής διαδικασίας, στην οποία πλειοψηφία και μειοψηφία θα έχουν επί της αρχής ίσο βάρος.[33] Η πλειοψηφία μπορεί δηλαδή να απορρίψει τις προτάσεις περί των αποδείξεων της μειοψηφίας, μόνον όταν αυτές κείνται εκτός του αντικειμένου της εξεταστικής («sachwidrig») ή είναι παράνομες ή προδήλως παρελκυστικές και καταχρηστικές.[34] Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη πρέπει να είναι αιτιολογημένη.[35] Ακόμη, το Συνταγματικό Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι τα δικαιώματα της μειοψηφίας για την παραγγελία των αποδείξεων ισχύουν άνευ ετέρου και στις εξεταστικές επιτροπές που συστήνονται με απόφαση της πλειοψηφίας. Η αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε στο παράδοξο η μειοψηφία να πρέπει να συστήνει μία δεύτερη εξεταστική για το ίδιο θέμα, προκειμένου να είναι σε θέση να επιβάλλει τα δικά της αποδεικτικά μέσα.[36]

Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης έχει υλοποιήσει το δικαίωμα της μειοψηφίας να ερευνά ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος και μέσω του σχετικού οργανωτικού νόμου. Ο νόμος για τις εξεταστικές επιτροπές (Untersuchungsausschussgesetz-PUAG) εξομοιώνει, ως προς βασικά σημεία λειτουργίας της επιτροπής, τη μειοψηφία με την πλειοψηφία. Πρώτα πρώτα, ορίζει ότι ο Αντιπρόεδρος της επιτροπής ανήκει σε διαφορετική κοινοβουλευτική ομάδα από τον Πρόεδρο.[37] Αυτό είναι κρίσιμο, καθώς στην περίπτωση της παραγγελίας απόρρητων εγγράφων, δικαίωμα πρόσβασης έχουν τόσο ο Πρόεδρος όσο και ο Αντιπρόεδρος της επιτροπής, άρα οπωσδήποτε και ένας βουλευτής της μειοψηφίας.[38] Δεύτερον, η μειοψηφία του 1/4 μπορεί να προκαλέσει με αίτημά της προς τον πρόεδρο την έκτακτη σύγκληση της επιτροπής.[39] Τρίτον, ο νόμος προβλέπει ρητά το δικαίωμα του ¼ των μελών της εξεταστικής επιτροπής να παραγγέλλουν αποδεικτικά μέσα, περιλαμβανομένης της κλήσης μαρτύρων.[40] Η πλειοψηφία μπορεί να φέρει αντιρρήσεις ως προς την προσφυγή σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, μόνο εάν αυτό εξέρχεται των ορίων της εξουσίας της επιτροπής, δεν αφορά δηλαδή το αντικείμενο της επιτροπής, όπως προσδιορίστηκε στην απόφαση για τη σύστασή της ή –στις ιδιαιτερότητες του γερμανικού συστήματος- εάν αφορά εξουσία των κρατιδίων και όχι της ομοσπονδιακής Βουλής.[41] Εάν απορριφθεί αποδεικτικό μέσο που ζήτησε η μειοψηφία, τότε η τελευταία μπορεί να προσφύγει στο Ομοσπονδιακό Aνώτατο Δικαστήριο (αστικής και ποινικής δικαιοδοσίας) για την επίλυση της διαφοράς.[42] Στο ίδιο Δικαστήριο μπορεί να προσφύγει είτε η επιτροπή (η πλειοψηφία δηλαδή), είτε η μειοψηφία, εάν η Διοίκηση αρνείται να συνδράμει την επιτροπή και να παράσχει τις ζητηθείσες πληροφορίες,[43] καθώς και εάν μάρτυρας αρνείται να προσέλθει.[44] Ακόμη, η μειοψηφία, όπως και η πλειοψηφία, μπορεί να αναθέσει τη διερεύνηση ενός ορισμένου ζητήματος σε εντεταλμένο ανακριτή («Ermittlungsbeauftragter»).[45]

Σύστοιχο προς το γερμανικό είναι το παράδειγμα της Αυστρίας.[46] Η Αυστρία αναθεώρησε το Σύνταγμά της το 2015 και ειδικότερα το άρθρο 53 αυτού, ώστε να κατοχυρώσει την υποχρέωση σύστασης εξεταστικής επιτροπής, εφόσον το ζητήσει το ¼ των βουλευτών.[47] Αυτονοήτως αναθεώρησε και τον Κανονισμό της Βουλής, ώστε να κατοχυρώσει τα δικαιώματα της μειοψηφίας και κατά τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής. Έτσι, το άρθρο 25 παράγραφος 2 του Κανονισμού της αυστριακής Βουλής προβλέπει ότι το ¼ των μελών της εξεταστικής επιτροπής μπορεί να ζητήσει συμπληρωματικές αποδείξεις, τις οποίες η πλειοψηφία μπορεί να απορρίψει μόνο με επίσημη απόφασή της και μόνο για τον λόγο ότι οι αιτούμενες αποδείξεις δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής επιτροπής, ενώ επί διαφωνίας αποφασίζει το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας.[48] Ακόμη, εάν ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής δεν επιτρέψει τη θέση ερωτήματος σε μάρτυρα, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 5 του Κανονισμού της Βουλής, το ¼ των μελών της επιτροπής μπορεί να προσφύγει σε ένα διαιτητικό όργανο της αυστριακής Βουλής για την επίλυση της διαφοράς. Κατόπιν τούτων, μετά την αναθεώρηση του αυστριακού Συντάγματος του 2015, οι εξεταστικές επιτροπές υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήριες. Για παράδειγμα, οι έρευνες της επιτροπής για το σκάνδαλο διαφθοράς «Ibiza» συνετέλεσαν στην πτώση της κυβερνήσης Κουρτς το 2019.[49]

Ακόμη, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει μεν ρητά δικαίωμα της μειοψηφίας να προκαλεί τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής· το προβλέπει, όμως, ο κανονισμός της Βουλής ή κάποιος οργανωτικός νόμος ως κάτι το αυτονόητο,[50] υπό την έννοια ότι, εφόσον ο σκοπός είναι πρωτίστως εξεταστικός και συλλογής πληροφοριών, η πλειοψηφία δεν εξυπηρετεί, ως συνήθως, τη δημοκρατική αρχή, αλλά αντίθετα μπορεί να την υπονομεύσει, παρεμποδίζοντας την έρευνα. Έτσι, στην περίπτωση της Πορτογαλίας νόμος προβλέπει την υποχρεωτική σύσταση εξεταστικής επιτροπής μετά από αίτημα του 1/5 των βουλευτών,[51] παρόμοια δε πρόβλεψη περιλαμβάνει και ο ισπανικός Κανονισμός της Βουλής.[52] Δικαίωμα της μειοψηφίας του 1/3 των βουλευτών αναγνωρίζει και ο Κανονισμός της ρουμανικής Bουλής.[53]

Τέλος, χρήσιμα συμπεράσματα μπορούμε να αντλήσουμε από τη λειτουργία των διάσημων εξεταστικών επιτροπών στο σύστημα κυβερνήσεως των ΗΠΑ, παρά το ότι το τελευταίο είναι προεδρικό και όχι κοινοβουλευτικό· ελλείπει δηλαδή το στοιχείο της κοινοβουλευτικής εξάρτησης της εκτελεστικής εξουσίας, που καθιστά το ελεγκτικό έργο της Βουλής αναγκαίο για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Διότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της κυβερνήσεως –και με τη μορφή της εξεταστικής επιτροπής- είναι η ζωοποιός δύναμη του κοινοβουλευτικού συστήματος: ο κοινοβουλευτικός έλεγχος νομιμοποιεί δημοκρατικά την κυβέρνηση, καθώς η Βουλή, αφού ελέγξει την κυβέρνηση, τη στηρίζει με την εμπιστοσύνη της.[54] Εμπιστοσύνη δε χωρίς ενημέρωση δεν νοείται, ειδάλλως θα επρόκειτο απλώς περί υπακοής. Με άλλα λόγια, η εύρυθμη λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών ως μορφή έντονου κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι απαραίτητος κρίκος στην αλυσίδα δημοκρατικής νομιμοποίησης που διατηρεί την κυβέρνηση στην εξουσία. Αντίθετα, στο προεδρικό σύστημα ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας εκλέγεται από τον λαό, έχει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση και συνακόλουθα δεν εξαρτάται από το Κογκρέσσο για την παραμονή του στην εξουσία.

Παρά ταύτα, αρκετά νωρίς εγκαινιάστηκε, με τις ευλογίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, η λειτουργία εξεταστικών επιτροπών από το Κογκρέσσο, με αναγνώριση μάλιστα της εξουσίας βίαιης προσαγωγής μάρτυρα που αρνείτο να παρουσιαστεί και να ελεγχθεί για τη θητεία του ως γενικού εισαγγελέα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στη σχετική θεμελιακή απόφαση McGrain v. Daugherty του 1927, το Ανώτατο Δικαστήριο άντλησε παραδείγματα από τη λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών (select committees) του βρετανικού πολιτεύματος, αν και το τελευταίο είναι γνήσιο κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεμελίωσε την εξουσία του αμερικανικού Κογκρέσου να συστήνει εξεταστικές επιτροπές ως αναγκαία, συμπληρωματική αρμοδιότητα για την υποστήριξη και την επιτέλεση όλων των ειδικά αναφερόμενων στο Σύνταγμα αρμοδιοτήτων του, προεχόντως δε της ίδιας της θέσης κανόνων δικαίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο συνήρτησε δηλαδή ευλόγως την εξουσία σύστασης εξεταστικών επιτροπών προς το δικαίωμα πληροφόρησης του Κοινοβουλίου και κατ’ επέκταση του λαού σε μία δημοκρατία. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι -για να μπορεί να νομοθετεί- το Κογκρέσσο πρέπει να έχει πρόσβαση στην ευρύτερη δυνατή πληροφόρηση. Κι επειδή η πληροφόρηση, η οποία καταφθάνει οικειοθελώς, μπορεί να μην είναι πλήρης ή ακριβής -μπορεί δηλαδή να είναι παραπλανητική- θα πρέπει το Κογκρέσσο, καλώντας τους μάρτυρες και τα αποδεικτικά μέσα που εκείνο επιλέγει, να μπορεί να σχηματίζει ιδία αντίληψη για τα πράγματα.[55]

Τι γίνεται, όμως, με τα δικαιώματα της μειοψηφίας στις αμερικανικές εξεταστικές επιτροπές; Πρώτον, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το ζήτημα της προστασίας της μειοψηφίας δεν τίθεται με την ίδια ένταση στο αμερικανικό πολίτευμα. Διότι πολύ συχνά στη Γερουσία ή στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου είναι πλειοψηφική η αντίθετη πολιτική παράταξη από αυτήν του Προέδρου. Συνεπώς, η λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών είναι στην περίπτωση αυτή ευθέως αντιπολιτευτική της εκτελεστικής εξουσίας. Δεύτερον, παρά τα παραπάνω, αναγνωρίζονται και στις επιτροπές του αμερικανικού Κογκρέσου δικαιώματα μειοψηφίας. Ισχύει δηλαδή ο λεγόμενος «Minority Witness Rule» κατά τον οποίο, εάν η πλειοψηφία απορρίπτει τους μάρτυρες που προτείνει η μειοψηφία, τότε η μειοψηφία μπορεί να προτείνει την παράταση των συνεδριάσεων για μία ημέρα, προκειμένου να προσκαλέσει τους δικούς της μάρτυρες.[56] Και μόνη η ύπαρξη αυτού του κανόνα εξασφαλίζει στην πράξη τη συμφωνία πλειοψηφίας και μειοψηφίας ως προς τα πρόσωπα των μαρτύρων.

Δ. Η αναγκαιότητα των πολιτικών αντιβάρων

Δεν είναι η πρώτη φορά που δίδεται έμφαση στη σημασία των αντιβάρων σε μια δημοκρατία, καθώς τα τελευταία εξασφαλίζουν ότι η μειοψηφία δεν δεινοπαθεί από την πλειοψηφία, ότι γίνονται σεβαστές οι ατομικές ελευθερίες κοκ.[57] Σε αυτό το πλαίσιο τα κρατικοδικαϊκά αντίβαρα, δηλαδή προεχόντως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η εύρυθμη λειτουργία των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών, είναι θεμελιώδους σημασίας. Τα αντίβαρα επιτελούν όμως και μία ακόμη σημαντική λειτουργία. Αποτρέπουν την πλειοψηφία από το να ελέγξει τον μηχανισμό της εξουσίας κατά τρόπον ώστε να δύναται να αναπαράγει την κυρίαρχη θέση της, θέτοντας εμπόδια στους πολιτικούς της αντιπάλους. Με άλλα λόγια, τα αντίβαρα εξασφαλίζουν την εναλλαγή στην εξουσία, καθώς και το ότι η μειοψηφία θα βλέπει ως ρεαλιστική τη δυνατότητα να καταστεί πλειοψηφία, πράγμα το οποίο την καθιστά με τη σειρά του πιο υπεύθυνη αντιπολίτευση. Τέτοια αντίβαρα είναι προεχόντως πολιτικά, όπως είναι, πρωτίστως, οι τακτικές και αδιάβλητες εκλογές,[58] αλλά και στη διάρκεια του εκλογικού κύκλου, κατεξοχήν, η αναγνώριση του θεσμικού ρόλου της αντιπολίτευσης και, συναφώς, η κατοχύρωση και ο σεβασμός των δικαιωμάτων της μειοψηφίας για ενημέρωση και για έλεγχο. Για την εξεταζόμενη περίπτωση των εξεταστικών επιτροπών είναι, λοιπόν, συνταγματική υποχρέωση της Βουλής να υλοποιήσει το περιεχόμενο της αναθεώρησης του άρθρου 68 παράγραφος 2 του Συντάγματος στο επίπεδο του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και στο επίπεδο της θεσμικής πρακτικής.

 

[1] Εισήγηση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, στο: Σωτηρέλης Γ. / Ξηρός Θ., Η τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 (2014-2019), Παπαζήσης, Αθήνα 2020, ενδεικτικά σ. 314. Ακόμη, Ανθόπουλος Χ., Οι εξεταστικές επιτροπές μετά την αναθεώρηση του 2019, https://www.constitutionalism.gr/oi-exetestikes-epitropes-meta-tin-anatheorisi-tou-2019/

[2] Η αντιπολίτευση είχε ζητήσει την πρόβλεψη διαρκούς επιτροπής για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής στο πρότυπο του γερμανικού Συντάγματος, ενώ ο Απόστολος Κακλαμάνης σημείωσε χαρακτηριστικά σε σχέση με το επιχείρημα της συμπολίτευσης ότι δεν θα πρέπει να ανατίθενται θέματα εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής σε διαρκή εξεταστική επιτροπή για τον φόβο της διαρροής στοιχείων: «[Ε]ις τον τόπον αυτόν […] γνωρίζομεν ότι οι ξένες υπηρεσίες είχαν τους πράκτορές των εντός του κρατικού μηχανισμού και εις τους βασικούς αυτούς τομείς. Δεν υπήρξε όμως ούτε μία περίπτωσις βουλευτού, ούτε μία περίπτωσις πολίτου, ο οποίος ετάχθη να εκπροσωπήση τον λαόν εις το Σώμα αυτό, ο οποίος να κατηγορήση, ή να υπήρξαν στοιχεία δια να κατηγορηθή δια τοιαύτην πρακτόρευσιν».

[3] Μαυριάς Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, 6η έκδοση, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2022, σ. 594· Παπασπύρου Ν., «Άρθρο 68», στο: Βλαχόπουλος/Κοντιάδης/Τασσόπουλος (επιμ.), Σύνταγμα-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Ηλεκτρονική έκδοση, Ιανουάριος 2023, σ. 6, Διαθέσιμο εδώ: https://www.syntagmawatch.gr/my-constitution/arthro-68/

[4] Άρθρο 53 παρ. 2 του Συντάγματος του 1925: «Η Βουλή δικαιούται, επί τη αιτήσει δε του ενός πέμπτου των μελών αυτής, υποχρεούται να ορίζη εξεταστικάς επιτροπάς. Επί ζητημάτων όμως αναγομένων εις την εξωτερικήν πολιτική ή την άμυναν της χώρας απαιτείται απόφασις της Βουλής […]». Το άρθρο 55 του Συντάγματος του 1927 απαίτησε το αίτημα για εξεταστική επιτροπή να υποβάλλεται από μεγαλύτερο αριθμό βουλευτών, δηλαδή από το 1/3 των βουλευτών. Την ίδια εποχή το Σύνταγμα της Βαϊμάρης επίσης προέβλεπε στο άρθρο 34 αυτού την υποχρέωση της Βουλής να προβαίνει στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής μετά από αίτημα του 1/5 των βουλευτών.

[5] Άρθρο 58, δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος του 1952: «Η Βουλή […] δύναται να διορίζη εκ των μελών αυτής εξεταστικάς των πραγμάτων επιτροπάς». Επικριτικός στο ότι το Σύνταγμα του 1952 δεν αναγνώρισε εξεταστικές επιτροπές μειοψηφίας, αφιστάμενο από την παράδοση του Συντάγματος του 1927, ο Χρ. Σγουρίτσας, Συνταγματικόν Δίκαιον, Τόμος Α΄, Αθήναι 1959, σ. 312-313.

[6] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής επί των συζητήσεων του Συντάγματος 1975, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ Προεδρευομένης Δημοκρατίας, Σύνοδος Α΄, Αθήναι Αύγουστος 1975, σ. 236-250 επ.

[7] Έτσι, στην ουσία η πλειοψηφία που απαιτείται για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, ή για την έκφραση της λεγόμενης «ανοχής» του Κοινοβουλίου προς την κυβέρνηση, είναι η ίδια που απαιτείται για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής.

[8] Κασιμάτης Γ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 50επ.· Μαυριάς Κ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 70επ.· Σπυρόπουλος Φ., «Η σύσταση των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής», ΤοΣ 3/1997, σ. 535 επ.

[9] Φουντεδάκη Π., «Οι προϋποθέσεις σύστασης εξεταστικής επιτροπής. Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 68 παρ. 2 εδ. α του Συντάγματος», Αρμ 1987, σ. 641 επ., σ. 647-650· Βεγλερής Φ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 36 επ., σ. 46· Κόρσος Δ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 62 επ.· Μάνεσης Αρ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 66επ.· Παπαδημητρίου Γ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 78επ.· Σκουρής Β., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 87επ.· Τσάτσος Δ., «Γνωμοδότηση», ΤοΣ 1/1988, σ. 99 επ.

[10] Δερβιτσιώτης Αλ., «Η μεταρρύθμιση του θεσμού των εξεταστικών επιτροπών. Πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 68 παρ. 2 εδ. α Συντ.», ΕΔΔΔΔ 2/2014, σ. 363 επ., 371· Παπασπύρου, ό.π., σ. 5. Επιφυλακτική απέναντι στην αναγνώριση δικαιωμάτων μειοψηφίας στις επιτροπές η Μ. Καλυβιώτου, «Άρθρο 68», στο Σπυρόπουλος/Κοντιάδης/Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (επιμ.), Σύνταγμα-Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Σάκκουλας, Αθήνα Θεσσαλονίκη 2017, σ.1130 επ., σ. 1136.

[11] Είναι, βέβαια, σύνηθες το φαινόμενο οι εξεταστικές επιτροπές να μην καταλήγουν σε ένα κοινό πόρισμα, έστω με πλειοψηφία και μειοψηφία, αλλά κάθε κοινοβουλευτική ομάδα να συντάσσει το δικό της πόρισμα. Στο πλαίσιο του επιστημονικού διαλόγου κατά την τελευταία αναθεώρηση, ο Γιώργος Σωτηρέλης είχε προτείνει το πόρισμα να το συντάσσουν προσωπικότητες υπεράνω πάσης πολιτικής υποψίας, που θα εκλέγονται από τα 3/5 της εξεταστικής επιτροπής, όπως συνέβη στην Ισλανδία. Βλ. Γ. Σωτηρέλη, «Η άγονη αναθεώρηση», στο : Η άγονη αναθεώρηση – constitutionalism.gr. Η παρούσα συμβολή δεν εστιάζει πάντως στο ζήτημα του πορίσματος, αλλά στη διαδικασία απόδειξης και έρευνας ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής.

[12] Β. Γεωργοπούλου, «Ο τακτικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές», ΤοΣ 4/2021, σ. 1475επ., σ. 1477.

[13] Φουντεδάκη, ό.π., σ. 645· M. Morlok, ό.π., σ. 1109.

[14] M. Morlok, “Artikel 44”, στο H. Dreier, GG Kommentar, 2ος τόμος, Beck, Tübingen 2006, 1121.

[15] Πρακτικά, σ. 237.

[16] Πρακτικά, σ. 237.

[17] Παπασπύρου, ό.π., σ. 11.

[18] Αλ. Δερβιτσιώτης, Οι εξεταστικές επιτροπές στο άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1994, σ.  22-25.

[19] Άρθρο 145 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής.

[20] Άρθρο 147 του Κανονισμού της Βουλής.

[21] Άρθρο 146 παρ. 2 του Κανονισμού της Βουλής.

[22] Άρθρο 147 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού της Βουλής.

[23] Άρθρο 147 παρ. 6 του Κανονισμού της Βουλής.

[24] Καλυβιώτου, ό.π., σ. 1134.

[25] Πρβλ. παρόμοιο επιχείρημα από τον Λ. Κύρκο στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά, σ. 240.

[26] Πρακτικά, σ. 246.

[27] Πρακτικά, σ. 243. Δικαιώματα θα αναγνωρίζονταν κατά την τροπολογία στο ¼ των μελών.

[28] Μετάφραση της γράφουσας από το άρθρο 44 παρ. 1 του γερμανικού Συντάγματος: «Der Bundestag hat das Recht und auf Antrag eines Viertels seiner Mitglieder die Pflicht, einen Untersuchungsausschuß einzusetzen, der in öffentlicher Verhandlung die erforderlichen Beweise erhebt. Die Öffentlichkeit kann ausgeschlossen warden».

[29] Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης ήταν ακόμη πιο γενναιόδωρο απέναντι στη μειοψηφία, καθώς το άρθρο 34 αυτού, ύστερα από πρόταση του Max Weber κατά τη Φουντεδάκη (ο.π., σ. 644), όριζε ότι με αίτηση του 1/5 των βουλευτών η Βουλή υποχρεούτο να συστήσει εξεταστική επιτροπή.

[30] S. Unger, “Artikel 44”, στο von Mangoldt/Klein/Starck, GG Kommentar, 2ος τόμος, Beck, München 2018, σ. 1217.

[31] BVerfG 49, 70.

[32] BVerfG 49, 70 (86) και M. Morlok, ό.π., σ. 1119.

[33] BVerfG 105, 197 (223).

[34] BVerfG 105, 197 (225).

[35] BVerfG 105, 197 (226).

[36] BVerfG 105, 197 (224).

[37] Άρθρο 7 παρ. 1 PUAG.

[38] S. Magiera, “Artikel 44”, στο: Sachs, GG Kommentar, Beck, München 2021, σ. 1142.

[39] Άρθρο 8 παρ. 2 PUAG.

[40] Άρθρο 17 παρ. 2 PUAG.

[41] Άρθρο 17 παρ. 2 PUAG· M.Morlok, ό.π., σ. 1111-1117.

[42] Άρθρο 17 παρ. 4 PUAG.

[43] Άρθρο 18 παρ. 4 PUAG.

[44] Άρθρο 27 παρ. 2 PUAG.

[45] Άρθρο 10 παρ. 1 PUAG.

[46] Και άλλες χώρες ακόμη προβλέπουν τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής ως δικαίωμα της μειοψηφίας. Για παράδειγμα, το άρθρο 178 παρ. 4 του πορτογαλικού Συντάγματος προβλέπει ότι εξεταστική επιτροπή συστήνεται υποχρεωτικά, εφόσον το ζητήσει το 1/5 των βουλευτών.(CONSTITUIÇÃO DA REPÚBLICA PORTUGUESA (parlamento.pt)). Το άρθρο 93 του σλοβένικου Συντάγματος (constitution.pdf (us-rs.si) και το άρθρο 26 του λετονικού Συντάγματος (Constitution – Latvijas Republikas Saeima) προβλέπουν την ίδια υποχρέωση, εφόσον το ζητήσει το 1/3 των βουλευτών. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το τσέχικο Σύνταγμα, το οποίο όχι μόνο κατοχυρώνει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, εφόσον το ζητήσει το 1/5 των βουλευτών, αλλά επιπλέον προβλέπει, στο άρθρο 32 αυτού, ότι ένας βουλευτής ή γερουσιαστής που είναι ταυτόχρονα και υπουργός δεν μπορεί να είναι μέλος μιας εξεταστικής επιτροπής. (Constitution of the Czech Republic (psp.cz)).

[47] ERV_1930_1.pdf (bka.gv.at)

[48] Βλ. τον Κανονισμό της αυστριακής Βουλής εδώ: RIS – ERV_1975_410 – Austrian Laws (bka.gv.at)

[49] Kevin Fredy Hinterberger, “Parliamentary Committees of Inquiry as an Effective Tool to Enhance Democracy and Fight Corruption in Austria?”, Working Paper, Forum Transregionale Studien 29/2023· Βλ. περαιτέρω, M. Keppel, “The Parliamentary Committee of Inquiry in the Austrian National Council – Influence and Impact from the Perspective of the Austrian National Council Members”, Politics in Central Europe (ISSN 1801-3422) Vol. 19, No. 3 DOI: 10.2478/pce-2023-0026, σ. 539.

[50] Committees of Inquiry in National Parliaments Comparative Survey, Policy Department for Citizens’ Rights and Constitutional Affairs Directorate-General for Internal Policies PE 649.524 – March 2020 – European Parliament.

[51] Άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 5/93 (Legal Regime governing Parliamentary Inquiries).

[52] Άρθρο 52 παρ. 1 (Standing Orders of the Congress of Deputies).

[53] Άρθρα 73-79 (Rules of Procedure of the Romanian Chamber of Deputies).

[54] Βλ. σχετικά και Β. Χρήστου, «Απόρρητα, εθνική ασφάλεια και Βουλή», ΔτΑ 2022, τεύχος 94, σ. 943 επ., σ. 945.

[55] McGrain v Daugherty, 273 US 135 (175): “A legislative body cannot legislate wisely or effectively in the absence of information respecting the conditions which the legislation is intended to affect or change, and where the legislative body does not itself possess the requisite information – which not infrequently is true – recourse must be had to others who do possess it. Experience has taught that mere requests for such information often are unavailing, and also that information which is volunteered is not always accurate or complete, so some means of compulsion are essential to obtain what is needed”.

[56] Congressional Research Service, Christopher Davis (analyst), House Committee Hearings: The “Minority Witness Rule”, 14.8.2015.

[57] Αλιβιζάτος Ν., Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση, Πόλις, Αθήνα 2001˙ Τασόπουλος Γ., Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007.

[58] Αλιβιζάτος Ν., Οι εκλογές και ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός ως στοιχεία της νεοελληνικής νεωτερικότητας (Παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Βούλγαρη: Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική), https://www.constitutionalism.gr/2019-09-alivizatos-gia-vivlio-voulgari/

H Βασιλική Χρήστου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2019. Ως αριστούχος απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, πραγματοποίησε τις διδακτορικές της σπουδές με υποτροφία της DAAD στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Χαϊδελβέργης. Έχει επισκεφτεί ως ερευνήτρια το Κολλέγιο Γούλφσον του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ της Χαϊδελβέργης, καθώς και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Χούμπολντ στο Βερολίνο. Έχει συγγράψει μονογραφίες και άρθρα για τον μισαλλόδοξο λόγο, την προστασία προσωπικών δεδομένων, τον κοινοβουλευτισμό, τη συνταγματική ιστορία του 19ου αιώνα κ.ά.

Μετάβαση στο περιεχόμενο