Οι ταινίες καταστροφής αποτελούν χαρακτηριστική κατηγορία ταινιών του αμερικανικού κινηματογράφου. Καταστροφές μικρότερες, μεγαλύτερες, τοπικής ή παγκόσμιας εμβέλειας, καταστροφές που αγγίζουν τα όρια της «Αποκάλυψης», οι οποίες έρχονται (The impossible) ή έχουν επέλθει ήδη και ο εναπομείναν πληθυσμός προσπαθεί να διαχειριστεί (The day after tomorrow). Άλλες πάλι που έχουν παρέλθει και δεν συνιστούν πια κίνδυνο για τον άνθρωπο, πληροφορία η οποία αποκρύπτεται (Snowpiercer), και άλλες που τελευταία στιγμή αποτρέπονται, καθώς δεν αποτελούν προϊόν της φύσης, αλλά αποτέλεσμα της επέμβασης του ανθρώπου (Geostorm). Μέσα από αυτόν τον μακρύ κατάλογο των apocalyptic ή post-apocalyptic ταινιών επιλέγονται δύο ταινίες οι οποίες διατηρούν κοινότητα χαρακτηριστικών, το «2012» και το «Don’t look up». Η κοινότητα των χαρακτηριστικών αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν να δομήσουν τις σχέσεις πολιτικής και επιστήμης ενόψει μια επικείμενης καταστροφής.

Και στις δύο αυτές ταινίες οι επιστήμονες, ως Κασσάνδρες της σύγχρονης εποχής, αναλαμβάνουν να προειδοποιήσουν και να πείσουν την πολιτική ηγεσία για μια επερχόμενη καταστροφή, η οποία, στην αρχή, δυσπιστεί απέναντι στις προβλέψεις τους. Μετά την προειδοποίηση, το βάρος της διαχείρισης της επερχόμενης καταστροφής, συμπεριλαμβανομένης και της ενημέρωσης (ή μη) του κοινού και όχι μόνο της επιλογής των κατάλληλων μέτρων, αναλαμβάνει τυπικά η πολιτική εξουσία, πλην όμως, σε συνεργασία με την επιστήμη, οπότε ανακύπτουν ζητήματα προς διευθέτηση των μεταξύ τους σχέσεων αναφορικά με τη διαμόρφωση της τελικής πολιτικής απόφασης και της εφαρμογής της.[1]

Ι. Η κρυφή γοητεία της πρόβλεψης

Η ανάγκη του ανθρώπου να απαλλαγεί από τον φόβο του άγνωστου μέλλοντος, το οποίο αντιλαμβάνεται μάλλον ως απειλή, είναι αυτή που τον οδηγεί να αναζητά τρόπους για να «δει» το μέλλον αυτό, προκειμένου να το «προλάβει», να το αποφύγει, να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, να ελπίσει ότι κάποια δεινή κατάσταση θα τελειώσει ή ακόμη και να λάβει τις κατάλληλες αποφάσεις ή να κάνει τις σωστές επιλογές. Η γνώση του «μέλλοντος», άλλωστε, δίνει συγκριτικό πλεονέκτημα σε κάθε είδους ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό, ο άνθρωπος τείνει να αποδίδει μεγάλη σημασία σε όσους τον πείσουν ότι μπορούν να του αποκαλύψουν τα μελλούμενα, ακόμη και όταν η «αποκάλυψη» αυτή συνίσταται στην υπόθεση πως ό,τι έχει συμβεί στο παρελθόν θα επαναληφθεί και στο μέλλον, σε συνδυασμό με μερικές εκτιμήσεις ή πιθανολογήσεις που βασίζονται σε πληροφορίες οι οποίες δεν καλύπτουν οπωσδήποτε το σύνολο των συνισταμένων που μεσολαβούν για την έκβαση ενός αποτελέσματος.[2]

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Μία πρόβλεψη, προκειμένου να βρει ευήκοα ώτα, δεν αρκεί να «προβλέπει» ότι το αύριο θα είναι το ίδιο συνηθισμένο με το σήμερα. Αν δεχθούμε ότι είναι ο φόβος που δημιουργεί στον άνθρωπο την ανάγκη να ανακαλύψει το άγνωστο μέλλον, ο φόβος αυτός θα πρέπει είτε να επιβεβαιωθεί είτε να μετασχηματιστεί σε ελπίδα. Κατά συνέπεια, οι προβλέψεις τείνουν να μην επιδέχονται μετριοπαθή σενάρια. Προκειμένου να βρουν απήχηση, θα πρέπει να υποσχεθούν είτε μια ολοκληρωτική καταστροφή, είτε μια αδιαμφισβήτητη σωτηρία.

Η αρχαία Ελλάδα διαθέτει μια πλούσια δεξαμενή άντλησης ιστορικών παραδειγμάτων σχετικά με τη διαπλοκή πολιτικής και πρόβλεψης, την επιρροή της πρόβλεψης στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων, καθώς και την πραγματική ισχύ που απολαμβάνει αυτός που είναι σε θέση να πείσει ότι κάνει προβλέψεις για το μέλλον, δηλαδή το πρόσωπο  που έχει πείσει τους άλλους ότι κατέχει την «ειδική» αυτή γνώση του μέλλοντος. Το Μαντείο των Δελφών αποτέλεσε για τον αρχαίο κόσμο πολιτικό κέντρο και κέντρο διακίνησης σημαντικών πληροφοριών.[3] Η απήχησή του ήταν τέτοια που οι πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονταν δεν μπορούσαν να παρεκκλίνουν από τους χρησμούς του. Κατά την επίθεση του Ξέρξη, ο χρησμός του Μαντείου έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να τρέξουν να σωθούν. Ο μόνος τρόπος προκειμένου οι Αθηναίοι να πειστούν ότι δεν πρέπει να την εγκαταλείψουν, αλλά να πολεμήσουν και να αντισταθούν, ήταν ένας νέος χρησμός, για τον οποίο ικέτεψαν οι απεσταλμένοι του Θεμιστοκλή. Μόνο όταν το Μαντείο επανήλθε με νέο χρησμό οι Αθηναίοι πείστηκαν να ριχτούν στη μάχη.[4]

Η ιστορία, λοιπόν, διδάσκει ότι η πρόβλεψη μπορεί να κρύβει τεράστια ισχύ, ικανή όχι απλώς να επηρεάσει, αλλά να καθορίσει πολιτικές αποφάσεις κρίσιμες για το κοινωνικό σύνολο. Στη σύγχρονη εποχή, είναι την επιστημονική πρόβλεψη που καλείται να διαχειριστεί το κράτος δικαίου, λαμβάνοντάς την μεν υπόψη, χωρίς όμως τούτο να διαταράσσει -με γνώμονα την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών- την ίδια τη δημοκρατική ποιότητα της οργανωμένης πολιτείας. Πολιτικές αποφάσεις στηρίζονται στα αποτελέσματα των επιστημονικών προβλέψεων, μετουσιώνονται σε νόμο και εφαρμόζονται, παρά το γεγονός ότι εισέρχονται στην έννομη τάξη διατηρώντας στον πυρήνα τους, δηλαδή ως πηγή προέλευσης, την «ειδική» επιστημονική γνώση. Τούτο θέτει έναν ουσιαστικό φραγμό στον δημόσιο διάλογο, καθώς ένα μέρος της διαφάνειας και της λογοδοσίας εγκαταλείπεται χάριν της επιστημονικής αυθεντίας κατά τη λήψη αποφάσεων και κατά την άσκηση δικαστικού ελέγχου. Η ειδική-επιστημονική γνώση σηκώνει, με τον τρόπο αυτό, τείχη απροσπέλαστα για τις δημοκρατίες. Τα θεσμικά αντίβαρα υποχωρούν χωρίς να αντικαθίστανται με άλλα. Και όταν νέες εγγυήσεις θεσπίζονται, όπως ο νόμος για το lobbying (ν. 4829/2021), η επιστήμη διαφεύγει και από αυτές, καθώς η αντίληψη που επικρατεί είναι ότι η επιστήμη είναι ταγμένη στην υπηρεσία της αναζήτησης της αλήθειας και δεν συνιστά και αυτή, ανά επιστημονικό/επαγγελματικό κλάδο, μια ομάδα συμφερόντων που σκοπό έχει να επηρεάσει το περιεχόμενο ενός νόμου προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Στο «Don’t look up» η πρώτη απορία που προκαλεί η ταινία με την εμφάνιση του Ίσεργουελ είναι εάν ο ρόλος αυτός ενεργεί ως επιστήμονας ή ως λομπίστας, ερώτημα που στο πλαίσιο της δραματουργίας η ταινία αφήνει αναπάντητο, χωρίς όμως το ίδιο να δικαιολογείται και στο πλαίσιο μιας οργανωμένης πολιτείας.

«In this brave new world, a scientist counts as twenty politicians», λέει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στον ταπεινό ειδικό επιστήμονα, γεωθερμολόγο, ο οποίος ανακάλυψε και τον ενημέρωσε -μόνο αυτόν, ποτέ την κοινωνία- ότι έρχεται το τέλος του κόσμου. Ο Roland Emmerich παρουσιάζει τον ειδικό ως έναν άνθρωπο ακέραιο, με ήθος και αρχές και βάζει τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να δείξει ταπεινοφροσύνη μπροστά του. Αυτό γίνεται λίγο πριν τη στιγμή της καταστροφής του «2012», όπου ο πολιτικός αποφασίζει για λόγους ηθικούς να παραμείνει στο σκηνικό της καταστροφής τερματίζοντας τη ζωή του, και μαζί τον πολιτικό του βίο, ανοίγοντας έτσι συμβολικά -και πρακτικά, στη συνέχεια της ταινίας- τον δρόμο στον επιστήμονα ώστε να αναλάβει αυτός τα ηνία στη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Ταυτόχρονα, όμως, περιγράφει αυτόν τον νέο (επιστημονικό) κόσμο που θα δημιουργηθεί πάνω στα συντρίμμια του «Παλαιού (πολιτικού) καθεστώτος» με λέξεις που είναι συνδεδεμένες με το δυστοπικό μέλλον του Haxley.[5] Με τον τρόπο αυτό, δίνει τη δυνατότητα στον θεατή να επιλέξει εάν θα δει τον σεβασμό στα μάτια του πολιτικού απέναντι στον επιστήμονα ή αν θα ακούσει τον κίνδυνο, που πλησιάζει, η άσκηση της πολιτικής να μεταφερθεί στην επιστήμη προοιωνίζοντας μια πολιτική και κοινωνική δυστοπία.[6]

Η ταινία «Don’t look up» σε σκηνοθεσία Adam McKay έρχεται 12 χρόνια μετά να συμπληρώσει, ή ίσως και να εξειδικεύσει, ό,τι προαναγγέλλει το «2012». Το «2012» διακηρύσσει την έναρξη μιας νέας εποχής στην οποία η πολιτική ασκείται από τους επιστήμονες και, πάντως, βρίσκεται υπό κατάρρευση, έχει διαβρωθεί και έχει απωλέσει το κύρος που είχε απέναντι στους πολίτες. Το «Don’t look up » μιλάει για την εποχή αυτή ως ένα εμπεδωμένο πια καθεστώς. Η παιδική αφέλεια που χαρακτηρίζει το « 2012 », ότι η ελπίδα κρύβεται στο να αναλάβει η επιστήμη τα ηνία και την τύχη του κόσμου, βρίσκει στον ρεαλισμό του «Don’t look up » την ερώτηση που ακολουθεί αμέσως μετά: λέγοντας επιστήμη, τι;

ΙΙ. Ζουμάροντας στον χώρο της επιστήμης

Α. «Κράμερ» εναντίον «Κράμερ»

Το «Don’t look up » εισάγει πολύ πρωτότυπα μια διαίρεση, όχι επιστημολογική, μάλλον κοινωνιολογική, αλλά οπωσδήποτε δομική. Θα πρέπει να σημειωθεί, βέβαια, ότι ο κεντρικός άξονας παραμένει αμετάβλητος σε σχέση με το «2012»: είναι η επιστήμη που θα μας σώσει. «Ακούστε την επιστήμη», είναι το σύνθημα που ακούγεται στην ταινία. Το δίπολο, όμως, «επιστήμη vs πολιτική» που χαρακτηρίζει το «2012», σταδιακά όσο προχωράει η ταινία μετατοπίζεται και μετασχηματίζεται, τελικά, σε «επιστήμη vs επιστήμη».

Στο «Don’t look up» και τα δύο επιστημονικά μπλοκ προσπαθούν να έχουν αναφορά στην πολιτική ηγεσία, όπως ακριβώς και στο «2012».. Δεν την παρακάμπτουν, όμως, ούτε η ίδια εγκαταλείπει τη θέση της, παρά μόνο συνδιαλέγεται μαζί τους, σταθμίζοντας, ταυτόχρονα, και τα δικά της οφέλη, αναλόγως των περιστάσεων. Και τα δύο επιστημονικά μπλοκ, λοιπόν, γνωρίζουν πολύ καλά ότι, για να επιτύχουν τους στόχους τους, η πολιτική είναι το μέσο. Οι στόχοι τους, μάλιστα, τυπικά ταυτίζονται: είναι η σωτηρία του πλανήτη. Απλώς, το ένα από τα δύο μπλοκ, αυτό που ανήκει στον ιδιωτικό τομέα, θέλει να έχει και προσωπικό όφελος από το «σώσιμο» ή, πιο συγκεκριμένα, διαβλέπει ότι ο κίνδυνος για την καταστροφή συνιστά ταυτόχρονα και μια ευκαιρία κέρδους.[7]

Στον αντίποδα βρίσκεται το επιστημονικό μπλοκ που κατανοεί το όφελος ως κοινό, συλλογικό και ανεκτίμητο. Συντάσσει τον εαυτό του με την τύχη της ανθρωπότητας, αποτελεί μέλος το ίδιο του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να περιχαρακώνεται από αυτό μέσα σε ένα κλειστό lobby διαφόρων glamorous ειδημόνων.[8] Οι επιστήμονες αυτοί, ο Δρ. Μίντι και η Υπ. Δρ. Ντιμπιάσκι, βρίσκονται σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο, παίρνουν έναν μισθό που δεν συγκρίνεται με αυτόν των συναδέλφων τους στον ιδιωτικό τομέα και δυσκολεύονται να πείσουν για τη «χρησιμότητα» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) της έρευνάς τους.. Δεν μπορούν να «πλασάρουν» τη μελέτη των supernova ως κάτι σπουδαίο και σωτήριο για την ανθρωπότητα, ούτε να υποσχεθούν κέρδος από τα ευρήματα της έρευνάς τους.[9] Για την ακρίβεια, ασθμαίνουν ακόμη και για να διασφαλίσουν μια πενιχρή χρηματοδότηση, για την οποία, σε μια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας,  ο Δρ. Μίντι κυριολεκτικά σχεδόν εκλιπαρεί, καθώς είναι δύσκολο να τεκμηριώσουν την εφαρμογή της έρευνάς τους στην κοινωνία ή τη διάχυση των αποτελεσμάτων τους σε αυτήν. Η επιστημονική θέση τους αναγνωρίζεται -και η επιστημονική τους ύπαρξη «δικαιολογείται» εν τέλει- μόλις τη στιγμή που μπορούν να προειδοποιήσουν για μια … επερχόμενη καταστροφή.[10]

Το δεύτερο επιστημονικό μπλοκ δε θα μπορούσε να βρει καλύτερο πρόσωπο από αυτό του Mark Rylance. Στην ταινία, ο Πίτερ Ίσεργουελ συμβολίζει μια μερίδα της επιστημονικής κοινότητας που, αν και ασχολείται με την εφαρμοσμένη στην κοινωνία επιστήμη[11] και υπόσχεται τη σωτηρία του κόσμου από την πείνα, τις κακουχίες και άλλα δεινά,[12] είναι βαθιά αντι-κοινωνική, ολοκληρωτικά αποκομμένη από το κοινωνικό σύνολο, παραδομένη στο κέρδος και σε κάθε λογής προσωπικό όφελος και κατακυριευμένη από τον αυταρχισμό και την εξουσιομανία. Ο Ίσεργουελ απευθύνεται με άνεση σε όλους και στέκεται υπεροπτικά δίπλα στους πολιτικούς, τους οποίους ξέρει να χειραγωγεί εξαιρετικά αποτελεσματικά. Η μόνη δε φορά που βλέπουμε τον Ίσεργουελ να απευθύνεται στο κοινό είναι για να το παραπλανήσει, εκφέροντας έναν λόγο κενό περιεχομένου, πλην όμως με ασυναγώνιστη αυτοπεποίθηση, ενώ, τελειώνοντας τον λόγο του, ασχολείται με το εάν όλοι οι συμβολισμοί που χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ήταν κατάλληλοι για να χειραγωγήσουν το πλήθος του ακροατηρίου αποτελεσματικά. Αποκορύφωμα δε της εργαλειοποίησης των γνώσεων της ψυχολογίας συνιστά το διαφημιστικό σποτάκι που πέφτει αμέσως μετά την ομιλία του, το οποίο καλεί το κοινό να επικοινωνήσει με τον κατάλληλο ειδικό που θα το βοηθήσει να διαχειριστεί το «άγχος» που του προξενεί το γεγονός ότι ένας κομήτης κατευθύνεται προς το κεφάλι του. Την ίδια στιγμή, ο Δρ. Μίντι κομπιάζει, ιδρώνει και καταρρέει από τη συστολή, ενώ μόνο αυτός έχει να πει κάτι πραγματικά και επιστημονικά σημαντικό, καθώς απευθύνεται τόσο στην πολιτική ηγεσία όσο και στο κοινό.[13]

Η επικράτηση των ψυχοκοινωνικών επιστημών είναι διάχυτη και μπορεί να εντοπιστεί σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, ακόμη και σε μεταβολές που επήλθαν στην έννομη τάξη. Είναι φανερό, μάλιστα, ότι η επικράτηση αυτή μεταβάλλει την ατζέντα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συναντάται πλέον συχνά στις δικαστικές αποφάσεις η εκτίμηση ψυχο-συναισθηματικών παραγόντων, όπως τα πληγωμένα (hurting) αισθήματα των πιστών[14] ή το αίσθημα κατωτερότητας που μπορεί να προκλήθηκε στο θύμα,[15] ενώ και η συνταγματική θεωρία σταδιακά επισημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα ορθολογικό ον, αλλά έχει και συναισθήματα[16]. Όλα αυτά χωρίς την παραμικρή υποψία των κινδύνων που μπορεί να κρύβει για το (ορθολογικό) κράτος δικαίου το άνοιγμα προς τον ανθρώπινο ψυχισμό  και τα συναισθήματα του καθένα. Η ίδια η εντατικοποίηση του ελέγχου της εκφοράς λόγου, του συστατικού αυτού χαρακτηριστικού του ανθρώπου, διαμέσου ιδίως -αλλά και όχι μόνο- της ποινικοποίησης ορισμένων «κατηγοριών» του, όπως είναι η κριτική του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού λόγου[17] ή ακόμη και η τυποποίηση της εκφοράς λόγου ως «απρεπούς», δεν μπορεί να εξετασθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιρροή των ψυχογλωσσικών επιστημών.[18]

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, εν προκειμένω, δεν είναι ότι οι επιστήμες αυτές, αντί να παρατηρούν το κοινωνικό φαινόμενο, αναπτύσσουν «προτάσεις», ώστε να επέμβουν και να το μεταβάλλουν,[19] παρακάμπτοντας, μάλιστα, τις φυσικές ζυμώσεις που ούτως ή άλλως συντελούνται στην κοινωνία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, άλλωστε, στο πλαίσιο που υπέχει κάθε επιστημονικός κλάδος σήμερα να διατηρεί δεσμούς με την κοινωνία και, άρα, να μπορεί να εφαρμόσει τα ευρήματά του σε αυτήν, τουλάχιστον προκειμένου να λάβει χρηματοδότηση, αν όχι να διατηρήσει τη θέση του στον οργανωμένο χώρο της επιστήμης. Οι ψυχο-κοινωνικές επιστήμες εδώ και καιρό έχουν προσεταιριστεί το πείραμα, τη ναυαρχίδα των μεθόδων της επιστημονικής έρευνας,[20] με συνέπεια τη μεταβολή και, συγκεκριμένα, τη μετατόπιση του αντικειμένου έρευνας από τα «σωματίδια του υδρογόνου 2», που συνιστούν πράγματι αντικείμενο, στον άνθρωπο που για την έννομη τάξη είναι υποκείμενο. Και ενώ οι κοινωνικές επιστήμες προσπαθούν να μιμηθούν τα εχέγγυα του κύρους και της εγκυρότητας του επιστημονικού πειράματος επιχειρώντας να ορίσουν την εξαρτημένη και την ανεξάρτητη μεταβλητή κατά τη διεξαγωγή «(ψυχο)κοινωνικών πειραμάτων»[21], αντλούν -χωρίς να διατηρούν οποιαδήποτε σχέση με τις φυσικές επιστήμες- το κύρος τους από αυτές αναφορικά με την ποιότητα των ευρημάτων τους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «πείραμα». Την ίδια στιγμή, το forum internum των ανθρώπων παραμένει ανοχύρωτο απέναντι σε αυτές, ωσάν να πρόκειται για ένα άλλο μόριο του διοξειδίου του άνθρακα, να το αλώσουν απαλλαγμένες από κάθε μορφής έλεγχο ή περιορισμό,[22] ακόμη και στο επίπεδο της αυτοδέσμευσης, στο μέτρο που για τη διεξαγωγή «κοινωνικών πειραμάτων» και κάθε λογής άλλων κοινωνικών ερευνών βρίσκουν ισχνή έως καθόλου εφαρμογή οι κανόνες της βιο-ηθικής.[23] Ο έλεγχος των κινήτρων, των αποκρίσεων και εν γένει αντιδράσεων ή συμπεριφορών επιτρέπει στα επιστημονικά αυτά πεδία να επέμβουν στον ανθρώπινο εσωτερικό κόσμο, να υποδείξουν ή να περιορίσουν συμπεριφορές, ακόμη και να εισέλθουν στους κόλπους της έννομης τάξης διαμέσου των πορισμάτων τους, τα οποία εξήχθησαν, ωστόσο, στηριζόμενα σε ενέργειες που κανένας άλλος φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, δεν θα είχε τέτοιου είδους αντίστοιχη ελευθερία ώστε να πραγματοποιήσει επέμβαση στην εσωτερική συνείδηση του καθενός.[24] Έτσι, εάν ένας/μία δημόσιος υπάλληλος ρωτούσε τον πολίτη τι θρήσκευμα έχει πριν τον εξυπηρετήσει, θα μιλούσαμε για παραβίαση μιας σειράς συνταγματικών αρχών, κανόνων και διατάξεων, όπως εξάλλου και εάν ένας κληρικός ρωτούσε τους περαστικούς τι θρήσκευμα έχουν, θα μιλούσαμε για ρατσιστική συμπεριφορά. Αντιθέτως, ο επιστήμονας μπορεί να διανείμει ερωτηματολόγια ελεύθερα στον καθένα και, ακολούθως, με τα πορίσματά του να απευθυνθεί στην πολιτική εξουσία προκειμένου να διαμορφώσει το περιεχόμενο ενός κανόνα δικαίου, ενώ ο μόνος περιορισμός που τίθεται είναι να έχει λάβει προηγουμένως τη συγκατάθεση των συμμετεχόντων στο πλαίσιο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.[25] Την αρρύθμιστη αυτή ελευθερία αξιοποιεί και ο Ίσεργουελ, προκειμένου να «περάσει» στο κοινό, δηλαδή να διαφημίσει, να πείσει και εν τέλει να επιβάλλει το δικό του πρότζεκτ.

Β. Ό,τι δεν απαγορεύεται, επιβάλλεται[26]

Τη γνωστή σε όλους φράση «Και όμως γυρίζει» ο Γαλιλαίος δεν την διατύπωσε υψώνοντας τον τόνο της φωνής του και ορθώνοντας το ανάστημά του απέναντι σε ένα αυταρχικό εξουσιαστικό καθεστώς που ήθελε να επιβάλλει τον σκοταδισμό.[27] Την ψιθύρισε καθώς απομακρυνόταν από την Ιερά Εξέταση, ενώπιον της οποίας είχε παραδεχτεί ότι η γη δεν γυρίζει[28]. Θαρρεί κανείς ότι η στάση αυτή άφησε μια βαριά κληρονομιά στην επιστημονική κοινότητα, με αποτέλεσμα αμφίθυμα συναισθήματα να επικρατούν όταν ένας επιστήμονας αρθρώνει δημόσιο λόγο και, κυρίως, όταν αρθρώνει λόγο που έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη ιδεολογία.

Και οι πολίτες, όμως, συχνά προστρέχουν στον λόγο της αυθεντίας προκειμένου να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους ή ό,τι γενικά θεωρούν ότι θα πρέπει να στηρίξουν πολιτικά, καθώς και οι ίδιοι έχουν πειστεί ότι είναι αδύναμοι χωρίς την κάλυψη των ειδικών γνώσεων και ότι, αν θέλουν να επικρατήσουν στον δημόσιο διάλογο, θα πρέπει να έχουν την υποστήριξη του επιστημονικού λόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοινωνικοπολιτική πίεση για την αναγνώριση της Ανθρωποκαίνου Εποχής και τη συμπερίληψή της στη γεωλογική κλίμακα, όπου απαιτήθηκαν σχεδόν 15 χρόνια διεργασιών μέχρι η Διεθνής Ένωση Γεωλόγων να δημοσιεύσει ανακοίνωση, μόλις τον Μάρτιο του 2024,[29] προκειμένου να ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για όρο πολιτικό και όχι επιστημονικό.[30] Η απορρύθμιση και επαναρύθμιση με βάση τους επιστημονικούς κανόνες (επιστημοποίηση),[31] ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με τους διεθνείς κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπου κρατικοί περιορισμοί θεωρούνται δικαιολογημένοι μόνον όταν αποδεικνύονται επιστημονικά,[32] αποτελεί ενδεχομένως έναν παράγοντα που αποθαρρύνει, αν όχι εγκλωβίζει, τους πολίτες από το να αξιώνουν ό,τι θέλουν να αξιώσουν χωρίς επιστημονική υποστήριξη. Κι όμως, ακόμη και σήμερα, όσο κι αν επιχειρείται να περιοριστεί, η δύναμη της πολιτικής παραμένει και, ενδεχομένως, μια επιστροφή σε αυτή θα έδινε λύση σε διάφορα από πολλά αδιέξοδα που προκαλούνται μέσω της αναζήτησης της επιστημονικής τεκμηρίωσης για τη θεμελίωση της βλάβης του περιβάλλοντος ή του κλίματος ή σε άλλες περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απορίας άξιο γιατί η υιοθέτηση συμπεριφορών που σέβονται το περιβάλλον θα πρέπει, για να πείσει, να συνοδεύεται από επιστημονική απόδειξη ότι το Α ή το Β μολύνει το περιβάλλον. Πολύ περισσότερο, ακόμη και ουδέτερο να ήταν για την υγεία και το περιβάλλον το γκρι νέφος, κατά τις επιστημονικές εκτιμήσεις, οι πολίτες θα είχαν το δικαίωμα πολιτικά να αξιώνουν να βλέπουν το γαλάζιο του ουρανού.

Οι πολίτες πείστηκαν να έχουν εμπιστοσύνη στους επιστήμονες σε μια εποχή που οι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι, μαθηματικοί, διάβαζαν λατινικά κείμενα από το πρωτότυπο και είχαν σπουδές στη νομική, την ιατρική και την αστρονομία.[33] Ανευρίσκει κανείς στην ιστορία παραδείγματα «παλαιάς κοπής» επιστημόνων οι οποίοι αρέσκονταν στις διανοητικές αντιμαχίες και μπορούσαν να ανταλλάσσουν αλληλογραφίες επί χρόνια με τους συναδέλφους τους που διαφωνούσαν.[34] Μιλάμε για μια εποχή που το κύρος του κάθε επιστήμονα κρινόταν από τον κάθε συνάδελφό του ξεχωριστά, καθώς αφιέρωνε ποιοτικό χρόνο για τη συστηματική μελέτη των κειμένων του συναδέλφου του, χωρίς να κοιτάει τα «metrics» των δημοσιεύσεων, τις ετερο-αναφορές, τα charts των «καλύτερων» πανεπιστημίων στα οποία σπούδασε ή δίδαξε και άλλες ενδείξεις που κάθε άλλο παρά στην ουσία της επιστήμης εισέρχονται.[35] Κατά συνέπεια, οι σημερινοί επιστήμονες, προκειμένου να σταθούν στον δημόσιο χώρο και, πολύ περισσότερο, να διαμορφώσουν τις δημόσιες πολιτικές, εκταμιεύουν από ένα κεφάλαιο, χωρίς να είναι αναντίλεκτο ότι τους ανήκει και, κυρίως, χωρίς να μπορούν να υποστηρίξουν και να υπηρετήσουν, για τους δομικούς λόγους του επιστημονικού κατακερματισμού και της υπερ-εξειδίκευσης, που θα αναλυθούν παρακάτω, τη σφαιρική οπτική που απαιτείται όταν ένας λόγος αρθρώνεται στον δημόσιο χώρο.[36]

Το πρόβλημα του δημοσίου διαλόγου επιστήμης-κοινωνίας επιτείνει η μεσολάβηση της δημοσιογραφίας και, ιδίως, η πρόσληψη των πορισμάτων μιας έρευνας ως είδησης. Τη στιγμή που ο δημοσιογράφος ρωτάει τον Καθηγητή εάν υπάρχουν εξωγήινοι, ο Μίντι κάνει έναν συλλογισμό σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον από την εφαρμογή της εξίσωσης (δηλαδή της στατιστικής πιθανολόγησης) δεν έχω μηδέν, που θα σήμαινε ότι αποκλείεται να υπάρχουν εξωγήινοι, σημαίνει ότι δεν μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα να υπάρχουν. Και απαντάει ο δημοσιογράφος: «Άρα μας λέτε ότι υπάρχουν εξωγήινοι!».[37] Όπου ο Καθηγητής απαντάει «Ναι», θεωρώντας καλόπιστα ότι δημοσιογράφοι και θεατές έχουν παρακολουθήσει τον συλλογισμό του και βρίσκονται σε γνώση των υποθέσεων στις οποίες στηρίχτηκε.

Η επικοινωνία επιστήμης-κοινωνίας δεν αρκεί μόνο να βρει την κατάλληλη γλωσσική δίοδο για να επιτευχθεί. Επίσης, δεν απαιτείται καν η εκλαΐκευση της γνώσης, πολλώ δε μάλλον, ο τερματισμός της συζήτησης με τη φράση ή τη σκέψη ότι πρόκειται για «πολύ εξειδικευμένα θέματα» που είναι δύσκολο ένας «μη ειδικός» να κατανοήσει.[38] Αυτό το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο είναι η με θάρρος παραδοχή και αποδοχή ότι κάθε επιστήμη έχει τα «μυστικά» της ενίοτε ανομολόγητα ακόμα και ανάμεσα στους ίδιους του θεράποντές της. Τα «μυστικά» αυτά σχετίζονται με τα όριά της[39] στις απαντήσεις που μπορεί να δώσει και σε αυτές που δεν έχει για να δώσει ή που δεν δικαιούται να δώσει, καθώς δεν είναι σε θέση να συνεκτιμήσει όλες τις προκείμενες, ούτε να θέσει η ίδια τις προτεραιότητες, στις γνώσεις που έχει κατακτήσει και στο πόσο ευάλωτες είναι σε μια διάψευσή τους στο μέλλον, και πολλά άλλα.

Βεβαίως, σε μια τέτοια σκηνή, όπως η παραπάνω, η ευθύνη βαραίνει κυρίως τη δημοσιογραφία, καθώς αυτό που επιχειρεί είναι το να βγάλει μια είδηση που θα «πουλήσει». Η δημοσιογραφία γνωρίζει πολύ καλύτερα ποια είναι η εύπεπτη πληροφορία για το κοινό. Είναι αυτή που κατηγοριοποιεί απόλυτα: «ναι-όχι», «καλός-κακός». Και ο Μίντι, όμως, εάν δεν φοβόταν ότι θα χάσει το «κύρος» που ξαφνικά οι δημοσιογράφοι του απέδωσαν και τον θαυμασμό του κοινού που έλαβε εξίσου αιφνιδιαστικά και τον μέθυσε καθώς τον έβγαλε από το σκοτάδι της αδιαφορίας και της υποτίμησης, θα μπορούσε να έχει δώσει την ίδια απάντηση, διατυπωμένη με τρόπο που δεν θα άφηνε στους δημοσιογράφους κανένα περιθώριο να κανιβαλίσουν τα εργαλεία της επιστήμης. Αρκούσε, λοιπόν, η ειλικρινής απάντηση: «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, μπορούμε μόνο να υποθέτουμε».[40]

Είναι, όμως, ευφυέστατη και η επιλογή της συγκεκριμένης καταστροφής. Όχι μόνο επειδή είναι καταστροφικότερη από κάθε άλλη καταστροφή (σε σχέση με αυτές στις οποίες αναφέρεται η Πρόεδρος των ΗΠΑ, όπως θα αναλυθεί παρακάτω), αλλά επειδή -με εξαίρεση το φουτουριστικό φινάλε-[41] είναι εξίσου καταστροφική για όλους, ανεξαρτήτως οικονομικών δυνάμεων, κοινωνικών τάξεων κ.λπ. Είναι μια καταστροφή που απειλεί ίσα -ή με όρους στατιστικής, ισοπίθανα- τον καθένα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θα ανέμενε κανείς να συνταχθούν όλοι προς τον ίδιο σκοπό, εφόσον δεν υπάρχει απλώς κοινότητα συμφερόντων, αλλά ένα όμοιο και ενιαίο κοινό συμφέρον. Τούτο, τελικά, δεν συνέβη, καθότι η «κοινή γνώμη» διασπάστηκε μεταξύ της αποτελεσματικής λύσης για τη σωτηρία της ανθρωπότητας και της πιθανότητας για μια καλύτερη ζωή μέρους αυτής. Ο Δρ. Μίντι αναριωτιέται, λίγο πριν το τέλος, εάν έκαναν ό,τι μπορούσαν. Και αν ανατρέξουμε στα προηγούμενα λεπτά της ταινίας, θα δούμε ότι οι δράσεις που ανέλαβαν ήταν κυρίως η κινητοποίησης της κοινής γνώμης, μέσα από τραγούδια, μέσα από τα social media και τα μηνύματα των influencers, μέσα από συνεντεύξεις και εκπαιδευτικές εκπομπές. Παρέμειναν, όμως, «ειδικοί». Εισήλθαν στον δημόσιο χώρο και μετείχαν στον δημόσιο διάλογο διατηρώντας την ιδιότητα αυτή. Το πρόταγμα των influencers «ακούστε τους επιστήμονες» δεν έχει καμία αξία σε έναν χώρο που ο μόνος λόγος που μπορεί να αρθρωθεί -και να (εισ)ακουστεί- είναι πολιτικός. Το επιστημονικό μπλοκ που κατόρθωσε να μιλήσει πολιτικά ήταν αυτό που κέρδισε μεταξύ των δύο.[42]

Γ. Αναζητώντας τον «αρμόδιο» επιστήμονα

Οι επιστήμονες δεν δυσκολεύονται να συζητήσουν μόνο με την κοινωνία, δυσκολεύονται να συζητήσουν ακόμη και μεταξύ τους.[43] Η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων[44] αποτελεί έναν μόνο από τους λόγους που ευθύνονται γι’ αυτό, μαζί με τον κατακερματισμό που επήλθε λόγω της πληθώρας των επιστημονικών εξειδικεύσεων,[45] συνεπακόλουθο των οποίων είναι και η χρήση διαφορετικής γλώσσας (της λεγόμενης ορολογίας) μεταξύ τους.[46] Η τάση της υπερ-εξειδίκευσης έχει μετατρέψει την επιστήμη από μια αχανή έκταση ελεύθερη για να την περπατήσει κανείς σε αυστηρά οριοθετημένα χωράφια γύρω από τα οποία υψώνονται τείχη απόρθητα που δεν επιτρέπουν σε κανέναν όχι μόνο να μπει, αλλά ούτε και να βγει.[47] Όταν, σπάνια, οι επιστήμονες δεν περιχαρακώνονται μέσα σε αυτά, και «ξεστρατίζουν», η πρώτη κριτική που δέχονται είναι από την ίδια την επιστημονική κοινότητα: «αυτό δεν ανήκει στην ειδικότητά σου». Και όταν άλλοτε αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις, καταφεύγουν στα τείχη αυτά, προκειμένου να δικαιολογήσουν την εκτεταμένη άγνοιά τους, και θωρακίζονται πίσω από τη φράση «δεν είναι το expertise μου». Μια φράση που ποτέ δεν συνοδεύεται από την παραδοχή της υποχρέωσης «δεν το γνωρίζω, οφείλω να το μελετήσω», γιατί, υπό την κατακερματισμένη πρόσληψη της επιστημονικής γνώσης, τέτοια υποχρέωση συντρέχει μόνον εντός των ορίων που καθορίζει η εξειδίκευση. Τούτο, ακόμη και αν πρόκειται για όμορους κλάδους. Αλλά και όταν πρόκειται για διαφορετικά πεδία, η αναπαραγωγή των στερεοτύπων δεν λείπει και, συνήθως, συνοψίζεται ανάμεσα στο «τα μαθηματικά είναι δύσκολα, δεν τα καταλαβαίνω» και στο «η θεωρητική ανάλυση είναι κουραστική, φλύαρη, δεν βγάζει νόημα και εν πολλοίς περιττεύει».[48]

Πίσω από την οχύρωση της εξειδίκευσης, βρίσκεται η αυθεντία. Και η αυθεντία συναρτάται με την αναζήτηση της «απόλυτης» αλήθειας, μιας αλήθειας που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να υποτιμηθεί, καθώς βρίσκεται υπεράνω από κάθε λογής «ταπεινά» συμφέροντα. Εφόσον η επιστήμη είναι ταγμένη στην υπηρεσία της αλήθειας, είναι ανεξάρτητη, ανεπηρέαστη, απαλλαγμένη από κάθε μορφή προκατάληψης υπέρ ή κατά μιας οποιαδήποτε ιδεολογίας ή, χειρότερα, ενός οποιουδήποτε συμφέροντος.[49] Εξ ου και ο Ίσεργουελ είναι ένας οραματιστής. Προσοχή, δεν είναι επιχειρηματίας. Αυτόν που θα τολμήσει, όπως έκανε ο Δρ. Μίντι, να τον αμφισβητήσει, θα τον ταπεινώσει, γιατί κανείς δεν μπορεί να αμφισβητεί έναν επιστήμονα-οραματιστή-«σώστη».[50] Ο ίδιος δηλώνει στην ταινία ότι η πρότασή του αποτελεί τη λύση που θα εξαλείψει την πείνα και τη φτώχεια, την ίδια στιγμή που ετοιμάζει τα δικά του φιλόδοξα σχέδια.

Πράγματι, η ρύθμιση σχεδόν κάθε πτυχής της καθημερινής ζωής των ανθρώπων από τους ειδικούς είναι τόσο έντονη που θα τη ζήλευε και η πιο ισχυρή θρησκεία τη στιγμή που επιχειρεί να επιβάλλει ένα modus vivendi στους πιστούς της.[51] Η πολιτική, λοιπόν, σταδιακά και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δίνει τη θέση της στην επιστήμη και μαζί με αυτήν εγκαταλείπει και την υπόσχεση για τον «επίγειο παράδεισο»,[52] τον οποίο διαδέχεται η μελλούμενη καταστροφή.[53]

IΙΙ. Από το δίκαιο της ανάγκης στο δίκαιο της καταστροφής

Α. Η καταστροφική αμφισβήτηση της καταστροφής και η καταστροφή της πρόβλεψης

Μετά από μία ατέλειωτη αναμονή, επιτέλους οι δύο επιστήμονες κατορθώνουν να συναντηθούν με την Πρόεδρο των ΗΠΑ. Η Μέριλ Στριπ, ως Πρόεδρος των ΗΠΑ, απευθύνεται με ύφος στους επιστήμονες και ρωτάει κυνικά: «Για πείτε μου, πόσο θα μου κοστίσει αυτή η καταστροφή;». Και συνεχίζει, λέγοντας: «Γνωρίζετε σε πόσα Συμβούλια για την καταστροφή του κόσμου συμμετέχω; Οικονομική καταστροφή, πυρηνική καταστροφή, κλιματική καταστροφή… […]». Βέβαια, η ταινία επιλέγει να μιλήσει για μία καταστροφή που τελικά συντελείται, όπως και το «2012», όπως θα τολμούσαμε να πούμε και κάθε ταινία που έχει στον κεντρικό της άξονα την πρόβλεψη μιας καταστροφής. Τούτο, πιθανότατα όχι μόνο προκειμένου να ενταχθεί στην κατηγορία των apocalyptic movies του imdb.

Η ευθεία αμφισβήτηση μιας καταστροφολογικής πρόβλεψης, δηλαδή πιθανολόγησης, πιθανότατα θα ήταν καταστροφική: για την ταινία, το Hollywood, την επιστημονική κοινότητα, την πολιτική, τον κόσμο ολόκληρο. Θα ξεπερνούσε αυτό που αντέχει, ανέχεται ή ακόμη και «επιτρέπει» η κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία εσφαλμένα διαρκώς συγχέει την επιστημονική αβεβαιότητα, άρρηκτα συνυφασμένη με την αμφισβήτηση, με τη στατιστική «αβεβαιότητα», δηλαδή την πιθανολόγηση, η οποία καταλήγει στην πράξη να είναι ανεπίδεκτη αμφισβήτησης.[54] Ίσως να ξεπερνάει ακόμη και τις δυνατότητες των σκηνοθετών ή τις αντοχές των θεατών το να παρακολουθούν το χάος και την καταστροφή που επήλθε από μια καταστροφή που τελικά δεν ήρθε. Ενώ, τώρα, μπορούν να παρακολουθούν με άνεση στις εσχατιές του κόσμου να διασώζονται οι λίγοι, με κριτήριο τις οικονομικές τους δυνάμεις, ακούγοντας παράλληλα και τη φωνή του «καλού καγαθού» ειδικού (γεωθερμολόγου) στο «2012» να υπονοεί ότι είναι «άδικο» το ότι η επιλογή όσων θα μπουν στις σύγχρονες κιβωτούς έγινε με οικονομικά κριτήρια, και όχι με βάση τα γονίδια (!) που μάλλον, κατά την αντίληψη, τις αρχές και τη συνείδησή του, θα ήταν «δικαιότερο».

Πάντως, στο «Don’t look up» δεν υπάρχει η μονομέρεια του «2012», όπου κάθε πρόβλεψη της επιστήμης αποδεικνύεται σωστή και κάθε αμφισβήτηση της επιστήμης από την πολιτική αποδεικνύεται φιάσκο. Μίντι και Ντιμπιάσκι είναι αυτοί που εφαρμόζουν τους κανόνες της κλασικής φυσικής.[55] Ο Ίσεργουελ, από την άλλη, εφαρμόζει τη στατιστική πιθανολόγηση, ένα game theory από το οποίο εξαρτά την τύχη της ανθρωπότητας. Οι προβλέψεις του καταρρέουν η μία μετά την άλλη, με εξαίρεση τη φουτουριστική εξέλιξη του τέλους, η οποία δικαιολογείται στο πλαίσιο της δραματουργίας, και με χαρακτηριστική για τις εν γένει αδυναμίες των στατιστικών προβλέψεων, την πρόβλεψη για τον τρόπο θανάτου του Δρ. Μίντι. Ο Δρ. Μίντι γνώριζε ότι η ζωή του θα τελειώσει το αργότερο σε έξι μήνες, όπου και αναμένεται η σύγκρουση του κομήτη με τη γη, τη στιγμή που ο Ίσεργουελ επιχειρούσε να τον φοβίσει, κάνοντας επίδειξη ισχύος, λέγοντάς του ότι, χάρη στον αλγόριθμό του -και την καταφανή καταπάτηση των προσωπικών του δεδομένων, προκειμένου να επιτευχθεί ένα τέτοιο profiling- μπορεί να υπολογίσει πόσους πολύποδες θα εμφανίσει στο έντερό του σε μερικά χρόνια από σήμερα.[56]

Η σύγκρουση Μίντι και Ίσεργουελ, λοιπόν, δεν συμβολίζει μόνο τις δύο διαφορετικές ταχύτητες μέσα στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας, τις fancy καλοπληρωμένες νέες εξειδικεύσεις που υπόσχονται εφαρμοσμένα στην κοινωνία ευρήματα -και μεγάλα ιδιωτικά κέρδη[57]– και τις κλασικές επιστήμες που ασθμαίνουν οικονομικά υπηρετώντας την επιστήμη με έναν τρόπο που η Κέητ Μπλάνσετ στην ταινία θα έβρισκε decadence. Συμβολίζει και μια ακόμη, βαθύτερη, αναδυόμενη σύγκρουση. Πρόκειται για την αναθεώρηση ως προς την αξία του απτού, εμπειρικού, υλικού κόσμου για την παρατήρηση και τη συναγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων.[58] Το πρόταγμα, με άλλα λόγια, του να μην εμπιστευόμαστε την αντίληψη και τις αισθήσεις μας γιατί σφάλουν[59]. Στην άρνηση της εμπειρίας και της παρατήρησης στηρίζεται, εξάλλου, όλο το θέμα της ταινίας, όπως άλλωστε αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος της. Αν όμως δεν μπορείς να παρατηρήσεις τον κόσμο γύρω σου, δεν μπορείς και να τον αμφισβητήσεις και δεν έχεις άλλη επιλογή από το να πιστεύεις αυτούς που για κάποιον (ακατανόητο[60]) λόγο «βλέπουν»[61] εκεί που δεν μπορείς εσύ (sounds familiar?).[62]

Το «Don’t look up» είναι ένας ύμνος στην εμπειρία και την παρατήρηση, τα θεμέλια της επιστήμης. Καθώς ο Δρ. Μίντι προσπαθεί να εξηγήσει στους δημοσιογράφους ότι είναι βέβαιο, στο πλαίσιο της επιστημονικής -και όχι της στατιστικής- αβεβαιότητας,[63] ότι ο κομήτης θα συγκρουστεί με τη γη, λέει: «Το ξέρουμε, έχουμε τα δεδομένα, παρατηρήσαμε μέσα από τους φακούς που διαθέτουμε».[64] Οι φυσικές επιστήμες ανέκαθεν είχαν την πρωτοκαθεδρία στον επιστημονικό χώρο.[65] Ήταν οι φυσικές επιστήμες που εργάστηκαν κατά του σκοταδισμού και τη χειραφέτηση του ανθρώπου. Εδώ και μερικές δεκαετίες σταδιακά εγκαταλείπουν την εμπειρία και ό,τι από τις υποθέσεις τους μπορεί να αποδειχθεί με πείραμα, που αποτελεί τη ναυαρχίδα της επιστημονικής μεθόδου. Όπως γίνεται δεκτό στη θεωρία, στην κβαντική φυσική, η οποία εισήγαγε τη στατιστική στη φυσική, όλα συνοψίζονται στο εάν κανείς «πιστεύει ή όχι».[66]

Ο κόσμος της κβαντικής φυσικής είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Και, συνεπώς, εφόσον υπάρχει πέρα από την αντίληψή μας, δεν έχουμε παρά είτε να πιστέψουμε είτε όχι, γιατί εφόσον δεν τον αντιλαμβανόμαστε, δεν μπορούμε και να τον αποδείξουμε, συνεπώς, ούτε να τον αμφισβητήσουμε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προτροπή «Μην κοιτάτε πάνω», «γιατί θα στερηθείτε την ελευθερία σας», όπως λέει η Πρόεδρος των ΗΠΑ στην ταινία, συνοψίζει ακριβώς αυτή τη διαμάχη. Εμπειρία και παρατήρηση ή πίστη; Αν κοιτάξετε πάνω και παρατηρήσετε, θα δεσμευθείτε από τα δεδομένα, τα οποία όσες ερμηνείες κι αν επιδέχονται είναι πάντως λιγότερες από αυτές που υπόσχεται η άρνηση της εμπειρίας που επιτρέπει στη φαντασία να κινηθεί ελεύθερα και χωρίς κανέναν περιορισμό, και στην πράξη, χωρίς απολύτως κανέναν έλεγχο.[67]

Β. Μία «αιωνιότητα» και μία «μέρα»

Ενόψει μιας επιστημονικής πρόβλεψης, μεταξύ της εμπειρικής επαλήθευσης και της διάψευσης μεσολαβεί ο χρόνος.[68] Ο χρόνος στις δύο αυτές ταινίες είναι αρκετά συμπιεσμένος, όχι απλώς περιορισμένος στον κύκλο ζωής της ίδιας γενιάς, αλλά πολύ περισσότερο στον κύκλο ζωής της ίδιας κυβέρνησης. Έμφαση δίνεται λοιπόν επί της ουσίας στη διαχείριση της καταστροφής, η οποία έρχεται εδώ και τώρα. Τι θα γινόταν, όμως, εάν, για την επερχόμενη καταστροφή, μεσολαβούσε χρόνος αρκετός για να περάσουν από τον πλανήτη περισσότερες γενιές ανθρώπων; Και πολύ περισσότερο, στην περίπτωση που οι σύγχρονοι αποφάσιζαν ότι θα έπρεπε να στρατεύσουν όλες τους τις δυνάμεις για τη σωτηρία των επόμενων, αλλάζοντας τις προτεραιότητές τους αναφορικά με τα προβλήματα της κοινωνίας, αλλά η καταστροφή τελικά δεν επέρχονταν ποτέ, η μη έλευσή της, όμως, έβρισκε μια ρημαγμένη κατά τα λοιπά κοινωνία; Σε μια τέτοια περίπτωση, άραγε, ποιοι θα λογοδοτούσαν τελικά και σε ποιους, εφόσον όσοι έλαβαν τις αποφάσεις θα αποτελούσαν, τη στιγμή της εμπειρικής διάψευσης, παρελθόν.

Η δυνατότητα της εμπειρικής διάψευσης ή επαλήθευσης της πρόβλεψης απομακρύνεται όσο αυτή τοποθετείται μακρύτερα στο μέλλον, και μαζί με αυτήν η δυνατότητα της αμφισβήτησής της και άρα, του δημόσιου ελέγχου της. Στον δημόσιο χώρο, λοιπόν, η επιστημονική πρόβλεψη διολισθαίνει, και από αυτήν την άποψη, προς μια νέα μορφή πίστης. Πιστοί και άπιστοι, κατά κόσμον «αρνητές», διχάζονται χωρίς να μπορούν εν τέλει να προβούν σε γόνιμο διάλογο, καθώς ταυτόχρονα, πέρα από αυτή τη δομική αδυναμία, υφίσταται και μια ακόμη, ουσιαστική, η περιχαράκωση της επιστημονικής γνώσης. Έλλειμμα το οποίο δεν θεραπεύεται με την απλώς εκλαϊκευμένη απόδοση θεμελιωδών όρων, εννοιών και αρχών ή την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης, καθώς η επιστημονική αμφισβήτηση έχει ως προϋπόθεση τη βαθιά γνώση, και όχι απλώς την «κατανόηση» ή την «εισαγωγή στις βασικές έννοιες». [69]

1. Από την «αιώνια» … λιακάδα ενός καθαρού μυαλού

Στο μέτρο, λοιπόν, που οι μελλούμενες καταστροφές συνδέονται και με τις μελλοντικές γενιές, συναρτώνται, με άλλα λόγια, με αποτελέσματα και συνέπειες που θα βιωθούν στο μέλλον, πλην όμως η αποδοχή των επιστημονικών ευρημάτων που τις προβλέπουν έχει ως αποτέλεσμα τη λήψη μέτρων που περιορίζουν δικαιώματα και ελευθερίες στο σήμερα, θεωρείται ότι κατάλληλος για να λάβει υπόψη όλες τις πιθανές συνισταμένες και τις συγκρούσεις συμφερόντων είναι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης.[70] Το μέλλον, όμως, ως στοιχείο που αναφέρεται στη διάσταση του χρόνου, δεν είναι  οριοθετημένο στο συνταγματικό κείμενο. Αν ληφθεί, μάλιστα, υπόψη ότι η πρόβλεψη του μη αναθεωρήσιμου πυρήνα του άρθρου 110 του Συντάγματος, η οποία δείχνει προς την κατεύθυνση της «αιωνιότητας», τότε, μάλλον, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να οριοθετηθεί χρονικά και θεσμικά το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις από την πολιτική εξουσία που από τη φύση τους διαφεύγουν κάθε μορφής (κατασταλτικού) ελέγχου και απόδοσης πολιτικών ευθυνών.

Η λήψη μιας πολιτικής απόφασης, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, στη βάση μιας επιστημονικής πρόβλεψης, θα υποστεί τον δημόσιο έλεγχο που μπορεί να υποστεί, δεδομένων των περιορισμών που ήδη αναφέρθηκαν, με κυριότερο, όμως, πρόβλημα ότι το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, το οποίο συνδέεται με την εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση της πρόβλεψης, θα μετατεθεί στο βαθύ μέλλον, στερώντας με τον τρόπο αυτό την πλέον σημαντική για το κοινοβουλευτικό σύστημα μορφή λογοδοσίας και απόδοσης πολιτικών ευθυνών, βάσει των συνεπειών των πολιτικών αποφάσεων που υιοθετήθηκαν με τη μεσολάβηση εκλογών και την ψήφο.[71] Δεν αρκεί, συνεπώς, η μεσολάβηση του Κοινοβουλίου ως εχέγγυου της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και μέσου έκφρασης της λαϊκής βούλησης, όταν πρόκειται για απόφαση που στηρίζεται σε μια επιστημονική πρόβλεψη, αλλά θα πρέπει να μεσολαβεί (μεταγενέστερα) και το εκλογικό σώμα, στη βάση πια της αποτίμησης των συνεπειών της πολιτικής απόφασης που λήφθηκε.[72] Συνεπώς, σε τέτοιες περιπτώσεις, η στοχοθεσία θα πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει τα πρώτα αποτελέσματα να είναι ορατά τουλάχιστον μέσα στην ίδια γενιά, αν όχι από τη μία εκλογική αναμέτρηση στην άλλη. Με άλλα λόγια, το εκλογικό σώμα το οποίο καθόρισε διαμέσου των αντιπροσώπων του τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης, θα πρέπει να ταυτίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο αναφορικά με τη σύνθεσή του[73] με το εκλογικό σώμα που θα αποτιμήσει τα αποτελέσματα της απόφασης αυτής και με βάση αυτά να διαμορφώσει την (επόμενη) ψήφο του. Το απώτατο, συνεπώς, χρονικό όριο που μπορεί να τεθεί μεταξύ επιστημονικής πρόβλεψης και εμπειρικής επαλήθευσής της και, άρα, λήψης πολιτικής απόφασης (που περιορίζει δικαιώματα και ελευθερίες) και συνεπειών της -όπου ως συνέπεια νοείται η εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση- βρίσκεται μέσα στα χρονικά περιθώρια μιας ίδιας γενιάς με ενεργητικό εκλογικό δικαίωμα και στις δύο φάσεις, κατά το άρθρο 51, παρ. 3, του Συντάγματος.[74] Τούτο συνεπάγεται ότι το ένα όριο του ηλικιακού εύρους βρίσκεται στο ηλικιακό όριο απόκτησης δικαιώματος ψήφου και το άλλο σε χρονικό σημείο που αποκλείεται κανείς να έχει εμφανίσει -έστω πρώιμα- ασθένειες που θα τον έθεταν σε δικαστική συμπαράσταση.[75]

Ο περιορισμός αυτός, αναγκαία συνυφασμένος με τη δημοκρατική αρχή, αντανακλά και περιορίζει τον χρόνο στον οποίο μπορεί πολιτικά να τοποθετηθεί η επίκληση μιας σωτηρίας από μια επερχόμενη καταστροφή, περιορίζοντας έτσι και τη βεντάλια των (επιστημονικών) καταστροφών που μπορεί να αξιοποιηθούν από την πολιτική για την επιβολή περιορισμών στην απόλαυση δικαιωμάτων και ελευθεριών στο σήμερα. Έτσι, το εάν είναι ζήτημα (επιστημονικού) «χρόνου» να σβήσει ο ήλιος[76] ή να καταπιεί τον γαλαξία μια μαύρη τρύπα[77], είναι πάντως μια καταστροφή που δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή περιορισμών, ούτε εν είδει οικονομικών επιβαρύνσεων για τον σκοπό της «διάσωσης του είδους».

2. Στη «μέρα» … της μαρμότας

Ο χρόνος, βέβαια, όταν πρόκειται για προβλέψεις, διαστέλλεται και συστέλλεται ταχύτατα. Για παράδειγμα, τα στιγμιαία κραχ των χρηματιστηρίων, που παρατηρούνται την τελευταία δεκαετία, οφείλονται στην αδυναμία των αλγόριθμων να ανταποκριθούν σε καταστάσεις πέραν αυτών οι οποίες έχουν ήδη «προβλεφθεί» από τους κατασκευαστές τους, δηλαδή πέρα από αυτές για τις οποίες ρυθμίστηκαν.[78] Πρόκειται για μία διαφορετική περίπτωση καταστροφής και, συγκεκριμένα, κρίσης, η οποία επέρχεται, όχι από την αδυναμία να επιβεβαιωθεί με βεβαιότητα η επερχόμενη καταστροφή, αλλά από την αδυναμία να προβλεφθούν όλοι οι πιθανοί παράγοντες για τη διενέργεια της πρόβλεψης.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά κανόνα, οι πιθανολογικές προβλέψεις στηρίζονται σε υποθέσεις ceteris paribus.[79] Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι οι προβλέψεις θα επιβεβαιωθούν μόνον εφόσον, στην πράξη -όπως και στην υπόθεση-, όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες παραμείνουν αμετάβλητοι. Τούτο έχει ως συνέπεια η εμπειρική διάψευση της πρόβλεψης να θεωρείται ότι δεν οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή ήταν εξ υπαρχής μη έγκυρη -ούτε καν από τη σκοπιά ότι δεν έλαβε υπόψη όλες τις πιθανές μεταβλητές-, αλλά στο ότι μεσολάβησαν μεταβολές που δεν είχαν προβλεφθεί, οι οποίες αν δεν μεσολαβούσαν, θα επέρχονταν η έκβαση η οποία αρχικά προβλέφθηκε. Ακριβώς, όπως στο παράδειγμα της πρόβλεψης της αιτίας θανάτου του Δρ. Μίντι από τον Ίσεργουελ, η πρόβλεψή του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διαψεύστηκε, καθώς αφορούσε την πρόβλεψη παθολογικών αιτιών θανάτου, ενώ δεν ήταν «υποχρεωμένος» για λόγους επιστημονικής εγκυρότητας και αξιοπιστίας να συμπεριλάβει και παράγοντες που αφορούν σε αιφνίδιες αιτίες θανάτου. Συνεπώς, όσο κι αν συγκρούεται με την κοινή λογική που θέλει τη συγκεκριμένη πρόβλεψη να έχει διαψευστεί, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι, αν ο Δρ. Μίντι δεν είχε πεθάνει λόγω του κομήτη που συγκρούστηκε με τη γη, θα είχε πεθάνει όπως είχε προβλέψει ο Ίσεργουελ (ceteris paribus).

Με βάση αυτή τη συλλογιστική «μηχανή», ούτε η αντίθετη εμπειρία μπορεί να μειώσει το κύρος και την αξιοπιστία μιας οποιασδήποτε πρόβλεψης, η οποία παραμένει ακλόνητη, παρά την εμπειρική διάψευσή της, από τη στιγμή που θα κατορθώσει να προσηλυτίσει αρκετούς πιστούς. Όλα τα παραπάνω δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση στην κοινωνία, λόγω της αδυναμίας αμφισβήτησης, έκφρασης, συμμετοχής στις πολιτικές αποφάσεις[80] που σπρώχνει τελικά, πέρα από τα όρια της λογικής και επιστημονικής αμφισβήτησης, στη συνωμοσιολογία.[81] Ταυτόχρονα, στερούν στην πράξη κάθε δυνατότητα άσκησης δημοσίου ελέγχου και λογοδοσίας, επιτρέποντας στην πολιτική εξουσία να λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις βάσει τέτοιου είδους προβλέψεων, ξανά και ξανά, χωρίς να ανησυχεί για την απόδοση σε αυτήν ευθυνών από τυχόν διάψευσή τους στο μέλλον.

Οι υποθέσεις ceteris paribus δεν δημιουργούν μόνο μία comfort zone προς τους επιστήμονες. Θέτουν ταυτόχρονα και πολύ ασφυκτικά πλαίσια προς την πολιτεία. Η εξαίρεση από την επίτευξη του στόχου, δηλαδή η μεταβολή μιας μεταβλητής που αρχικώς θεωρήθηκε ότι θα πρέπει να μείνει ίδια προκειμένου για την επίτευξη του στόχου, επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.[82] Ασχέτως που η Μέριλ Στριπ ρίχνει μια δυνατή γροθιά στο στομάχι των επιστημόνων τη στιγμή που τους ειρωνεύεται για τη σειρά των επικαλούμενων καταστροφών, δε θα πρέπει να παραβλέπεται ότι και οι πολιτικές ηγεσίες σταδιακά αρέσκονται να κινούνται όλο και περισσότερο σε καταστάσεις κρίσεων, δηλαδή σε καταστάσεις που επιτρέπουν την απόκλιση από τους στόχους που προβλέφθηκαν και που, πάντως, δικαιολογούν τις αποκλίσεις αυτές. Το τελευταίο, όταν οι κρίσεις δεν αποτελούν τη συνέπεια της αδυναμίας να διενεργηθούν προβλέψεις που θα λαμβάνουν πλήρως υπόψη όλες τις συνιστάμενες και έγκαιρα,[83] ή ακόμη χειρότερα, όταν δεν αποτελούν το προϊόν προβλέψεων, όπου εκεί το ερώτημα είναι εάν η κρίση θα επέρχονταν εάν δεν είχε προβλεφθεί ότι θα επέλθει.[84]

Δεν είναι τυχαίο ότι η εποχή (της επικράτησης) των (στατιστικών) προβλέψεων στις επιστήμες[85] πηγαίνει χέρι με χέρι με την περίοδο των κρίσεων στην πολιτική. Η παρατήρηση αυτή γίνεται χωρίς να συνεκτιμάται επιπλέον ότι κάθε κρίση τις τελευταίες δεκαετίες συνδέεται και με μια επιστημονική εξειδίκευση, πράγμα που θα αποτελούσε αντικείμενο άλλης ανάλυσης. Το παράδοξο είναι δε ότι, παρά το γεγονός ότι αμφότερες (επιστήμη και πολιτική) επιδιώκουν να δαμάσουν το μέλλον, η προσπάθεια αυτή τις καθιστά περισσότερο αδύναμες απ’ ό,τι προηγουμένως στο να το διαχειριστούν όταν γίνει παρόν, καθώς το «απρόβλεπτο» καταλήγει να θεωρείται μη διαχειρίσμο, καθότι εκφεύγει του (προηγούμενου-προληπτικού) εξαντλητικού σχεδιασμού, και η αναγωγή στο σενάριο καταστροφής το όχημα για την «εξαιρετική κατάσταση», η οποία στην ουσία συνιστά τη δίοδο διαφυγής από τον προβλεπόμενο σχεδιασμό, με τρόπο που δεν θα νομιμοποιούνταν εάν δεν μεσολαβούσε η έκτακτη περίσταση.

Γ. Η έκτακτη «πλανητική» ανάγκη

Από την ταινία λείπει, βεβαίως, η αποτύπωση της λεγόμενης δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής. Αν και οι κουλτούρες διαφέρουν, ένα πλάνο από το Supreme Court θα συμπλήρωνε την εικόνα όλων των συντελεστών που καλούνται να διαχειριστούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μια επερχόμενη καταστροφή. Από την άλλη, μια τέτοια μεσολάβηση είναι πολύ πιθανό να μην άλλαζε ούτε την πορεία του κομήτη, ούτε την πορεία της ταινίας. Μια απόφαση της πολιτικής ηγεσίας να μην αναχαιτίσει τον κομήτη, αλλά να τον προσγειώσει συντεταγμένα στο κεφάλι της ανθρωπότητας, προκειμένου να εκμεταλλευτεί στη συνέχεια τους πολύτιμους λίθους που έχει πάνω του, για λόγους ανάπτυξης, πιθανότατα θα αποτελούσε ένα μέτρο που δε θα παρίστατο, κατ’ αρχήν απρόσφορο, και, μάλιστα, προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτό σκοπών.[86]

Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να προεξοφληθεί ότι η δικαστική λειτουργία δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ επιστήμης και πολιτικής, στη βάση των προβλέψεων, στη σύγχρονη εποχή. Πράγματι, ενίοτε παρατηρείται η δικαστική λειτουργία να αυτο-περιορίζεται απέναντι στην επιστήμη, με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που το κάνει όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με την πολιτική. Η επιστήμη, βέβαια, κάθε άλλο παρά δημοκρατικά νομιμοποιημένη θα μπορούσε να θεωρηθεί. Στην περίπτωση της επιστήμης, μεταξύ άλλων, είναι η κατοχή της «ειδικής γνώσης» που εμποδίζει το δικαστήριο να εισέλθει στο πεδίο της.

Το ζήτημα αυτό κάποτε προτείνεται να αντιμετωπιστεί με τη συμμετοχή «ειδικών» στις συνθέσεις των δικαστηρίων.[87] Η διάκριση αυτή μεταξύ του «ειδικού» (επιστήμονα) από τον «γενικό» (νομικό;) δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που θέτει το κράτος δικαίου αναφορικά με την ανεξαρτησία και αμεροληψία κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, «γενικοί» και «ειδικοί» δεν μπορεί να μην καλύπτονται από τα εχέγγυα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεν μπορεί να μην είναι ισόβιοι και, κυρίως, δεν μπορεί να μην έχουν γνώσεις του δικαίου. Στην εποχή της διά βίου μάθησης και, κυρίως, στην εποχή της μετάβασης από την υπερ-εξειδίκευση στη μεταμοντέρνα εκδοχή της διεπιστημονικής προσέγγισης,[88] δηλαδή της σύνθεσης των γνώσεων, η λύση δεν είναι η παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων ή η εισαγωγή οιονεί «τεχνικών συμβούλων» και η δημιουργία δικαιοδοτικών σωμάτων που δεν μιλούν όλα τα μέλη τους την ίδια (επιστημονική) «γλώσσα». Με άλλα λόγια, η λύση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται στην κατασκευή Πύργων της Βαβέλ, αλλά, αντίθετα, στην οικοδόμηση γεφυρών επικοινωνίας με επιστημονικές εξειδικεύσεις με τις οποίες η δικαιοσύνη πράγματι απαιτείται να συνδιαλλαγεί. Τούτο μπορεί να επιτευχθεί με την απόκτηση δεύτερου πτυχίου, καθώς μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός διενεργείται με βάση την κατανόηση των ειδικών εννοιών.

Εξάλλου, το δικαστήριο, το οποίο μπορεί ενίοτε να βρίσκεται αντιμέτωπο με την ειδική γνώση, δεν παύει θεσμικά να συνδιαλέγεται με τον νομοθέτη και όχι με την επιστήμη. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς νομοθέτης και επιστήμη απολαμβάνουν δύο ποιοτικά διαφορετικές ελευθερίες. Η διατύπωση ενός μαθηματικού τύπου στο πλαίσιο ενός επιστημονικού περιβάλλοντος, για παράδειγμα, καθόλου δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνει υπόψη τις συνταγματικές διατάξεις, τους κανόνες και τις αρχές. Η εισαγωγή του όμως στο κείμενο του νόμου καθιστά τούτο επιβεβλημένο. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο μαθηματικός κανόνας θα πρέπει να είναι κατάλληλα διατυπωμένος ώστε να επιτρέπει τον έλεγχο του περιεχομένου του ως προς τη συμφωνία του με το Σύνταγμα. Για παράδειγμα, μπορεί ένας οικονομολόγος να επιχειρηματολογήσει ότι το πλέον αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα θα ήταν αυτό που θα επέβαλλε όμοιο φόρο εισοδήματος σε όλους, αδιακρίτως των οικονομικών τους δυνάμεων, στο πλαίσιο της άσκησης της επιστημονικής και ακαδημαϊκής ελευθερίας.[89] Εάν η πρόταση αυτή, όμως, εισερχόταν στην έννομη τάξη θα ήταν ευθέως αντίθετη προς το άρθρο 4, παρ. 5, του Συντάγματος, η οποία επιβάλλει καθένας να επιβαρύνεται ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Η παραβίαση θα είχε συντελεστεί από τον νομοθέτη, όχι τον οικονομολόγο, κύριο ζητούμενο, όμως, σε κάθε περίπτωση θα ήταν το να μπορεί να διαγνωστεί, πράγμα το οποίο έχει ως προϋπόθεση την κατάλληλη διατύπωση που θα επέτρεπε την άσκηση δικαστικού ελέγχου προς εξυπηρέτηση του σκοπού τούτου.[90]

Από τα παραπάνω, όμως, μεγαλύτερη πρόκληση συνιστά η στατιστική πιθανολόγηση. Η πιθανολόγηση δεν διέπεται από τις σχέσεις αιτίου-αιτιατού (causation), με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπο το κράτος δικαίου την εποχή της επικράτησης του ντετερμινισμού,[91] αλλά από τη συσχέτιση (correlation) περισσότερων μεταβλητών μεταξύ τους.[92] Τούτο σημαίνει ότι τα εργαλεία που υιοθετήθηκαν, προκειμένου να οχυρώσουν το άτομο απέναντι στις ντετερμινιστικές αντιλήψεις,[93] θα πρέπει να προσαρμοστούν προς τις νέες προκλήσεις της εποχής.

Το δικαιοπολιτικά κρίσιμο στις περιπτώσεις της υιοθέτησης των προβλέψεων από την πολιτική εξουσία είναι ότι αυτές είναι συνυφασμένες με τη στατιστική αβεβαιότητα, όπου ως εγγύτερη νομική έννοια που αντιστοιχεί σε αυτήν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η αμφιβολία (in dubio pro libertate). Μια αμφιβολία, βεβαίως, η οποία δεν μπορεί να οδηγήσει στο να τεθεί εκποδών η πολιτική απόφαση, όπως αναλόγως στην ποινική διαδικασία η αμφιβολία θα οδηγούσε στην αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε όμως και στη διάπλαση μιας υποχρέωσης του νομοθέτη να μετατρέψει την αμφιβολία σε βεβαιότητα. Η διαπίστωση της αμφιβολίας συνιστά τον λόγο ο οποίος δικαιολογεί, αν όχι επιβάλλει -ως αντιστάθμισμα- την άσκηση μιας μορφής εντατικότερου δικαστικού ελέγχου, ο οποίος καθόλου δεν χρειάζεται να παρασυρθεί από το ρεύμα της εποχής και να τοποθετηθεί ρητά ή σιωπηρά ως προς το εάν «πιστεύει» ή όχι τη συγκεκριμένη πρόβλεψη.

Το σημαντικό είναι να εμπεδωθεί ότι, για κάθε πρόβλεψη, υπάρχουν πάντα τουλάχιστον δύο πιθανά σενάρια: το πρώτο είναι να επαληθευτεί, το δεύτερο είναι να διαψευσθεί –εμπειρικά. Η στάθμιση, συνεπώς, θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην εκτίμηση του κινδύνου (risk assessment), πρακτική που είναι ήδη διαδεδομένη σε περισσότερους επιστημονικούς κλάδους -ακόμη και στην έννομη τάξη[94]– που διατρέχουν τα δικαιώματα τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση.[95] Στην περίπτωση της δεύτερης ταινίας, για παράδειγμα, ένα σενάριο ήταν πράγματι ο κομήτης να προσγειωθεί στη γη με ασφάλεια και ένα άλλο ήταν η πρόβλεψη, δηλαδή οι υπολογισμοί που έγιναν, να αποδειχθούν εσφαλμένοι, με αποτέλεσμα η σύγκρουση να έχει καταστροφικές συνέπειες. Αυτό, λοιπόν, που θα έπρεπε να σταθμιστεί είναι το αποτέλεσμα στη μία και την άλλη περίπτωση αναφορικά με τις επιπτώσεις στα δικαιώματα και τις ελευθερίες. Πιο συγκεκριμένα, το κρίσιμο ήταν εάν δικαιολογείται ο βαθμός στον οποίο πλήττονται τα δικαιώματα και οι ελευθερίες στην περίπτωση που τελικά αποδειχθεί εμπειρικά ότι τα λαμβανόμενα μέτρα δεν επιτέλεσαν αποτελεσματικά τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος για τον οποίο ετέθησαν, δηλαδή στην περίπτωση που, τελικά, η επιστημονική πρόβλεψη διαψευσθεί.

Η προσφορότητα και η αναγκαιότητα των περιοριστικών των δικαιωμάτων μέτρων αποτελούν συλλογιστικές που δομήθηκαν σε ένα σύστημα που διέπονταν από τις αρχές του αιτίου–αιτιατού. Είναι αμφίβολο εάν μπορούν να υπηρετήσουν το ίδιο αποτελεσματικά τον σκοπό τους και, περαιτέρω, να διασφαλίσουν την απόλαυση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας σε ένα πλαίσιο που δομείται με βάση τις «δυνάμεις» της συσχέτισης.

V. Αντί συμπεράσματος. Ατενίζοντας το μέλλον επιστημονικά

Και, τελικά, ποιος ευθύνεται για την καταστροφή; Μια καταστροφή που ευφυώς στην ταινία τελικά ήρθε από τον άνθρωπο και τον τρόπον με τον οποίο διαχειρίστηκε την επερχόμενη καταστροφή και όχι από την ίδια τη φύση και την τυχαιότητά της.

Το «Don’t look up» δεν αφήνει κανέναν παράγοντα που ασκεί επιρροή στον δημόσιο χώρο χωρίς να τον περάσει από το μικροσκόπιό του. Ίσως οι πλέον τραγικές φιγούρες σε αυτή την ιστορία να είναι οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι στήριξαν ένα καθεστώς που οδήγησε και τους ίδιους στην καταστροφή. Ίσως και οι ψυχολόγοι, οι οποίοι, στρατευμένοι στο πλάι της κερδοσκοπικής επιστήμης, κλήθηκαν να κάμψουν τις αντιδράσεις και τα υγιή ένστικτα της επιβίωσης των πολιτών και να τους βοηθήσουν να διαχειριστούν κατάλληλα το γεγονός ότι ένας κομήτης έρχεται κατά πάνω τους, αλλά είναι για το καλό τους.

Ίσως, όμως, και όσοι βρίσκονται ακόμα στην αθέατη πλευρά του φεγγαριού. Οι επιστήμονες-ιδιωτικοί υπάλληλοι του Ίσεργουελ που τον πληροφόρησαν για τους πολύτιμους λίθους του κομήτη και που κράτησαν τα σχέδιά του μυστικά στο πλαίσιο των συμβάσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.[96] Η (συμβατικά συμφωνημένη) σιωπή των επιστημόνων και η στράτευσή τους προς τον σκοπό του εργοδότη τους ίσως είναι τελικά αυτή που σφράγισε το ολέθριο αποτέλεσμα.

 

[1] Βλ. αναλυτικά για το πρόβλημα της «επιστημοποίησης» της πολιτικής ζωής την εποχή της παγκοσμιοποίησης, Moore K., Kleinman D. L., Hess D., Frickel S., «Science and neoliberal globalization: A political sociological approach», Theory and Society, 2011, 40(5), σελ. 505-532, σελ. 514 επ. και, ιδίως, σελ. 515, όπου εύστοχα παρατηρείται ότι τη λεγόμενη «απορρύθμιση» από τη ρύθμιση με κανόνες δικαίου (ενν. προερχόμενους από το κράτος) διαδέχτηκε η ρύθμιση με βάση τους επιστημονικούς κανόνες. Βλ., σχετικά με την απορρύθμιση, και Γιαννακόπουλος Κ., Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022.

[2] Βλ. χαρακτηριστικά για την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, όπου με δεδομένο ότι η ηλιακή δραστηριότητα θα εισέλθει τα επόμενα χρόνια σε φάση ύφεσης υποστηρίζεται ότι η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα μειωθεί [Zharkova V., «Modern Grand Solar Minimum will lead to terrestrial cooling», Temperature (Austin), 2020, 4;7(3):217-222], ενώ, με δεδομένo τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που οφείλονται σε ανθρώπινη δραστηριότητα, υποστηρίζεται ότι αυτή θα αυξηθεί [βλ. και What Is the Sun’s Role in Climate Change? (6.9.2019) στο: https://climate.nasa.gov/ask-nasa-climate/2910/what-is-the-suns-role-in-climate-change/ (πρόσβαση 12.04.2024). Για άλλα θέματα, τα οποία στηρίζονται σε διάφορα μοντέλα προβλέψεων, βλ. π.χ. το θέμα του υπερπληθυσμού του πλανήτη, όπου, επίσης, αναλόγως του μοντέλου πρόβλεψης, υποστηρίζεται είτε ότι ο πληθυσμός θα αυξηθεί είτε ότι θα μειωθεί (π.χ. https://www.lifo.gr/now/world/ereyna-o-pagkosmios-plithysmos-isos-katarreysei-sta-6-dis-mehri-2100 ). Επίσης, εκτός από την «απλή» πρόβλεψη, τα ειδησεογραφικά blogs μας ενημερώνουν ότι «ανακαλύφθηκε» και η «έξυπνη» πρόβλεψη, όπου στην πραγματικότητα πρόκειται για μοντέλο πρόβλεψης το οποίο επιχειρεί να στηριχτεί και σε ποιοτική ανάλυση, εκτός από ποσοτική στην οποία κατά κανόνα στηρίζονται οι προβλέψεις [βλ. στο: https://www.newsbeast.gr/environment/arthro/9259577/ellines-erevnites-stis-ipa-vrikan-mia-nea-exypni-methodo-provlepsis-spanion-katastrofikon-gegonoton (πρόσβαση: 15.4.2024)].

[3] Scott Μ., Δελφοί, Το κέντρο του αρχαίου κόσμου, εκδ. Ψυχογιός, 2014, σελ. 33 επ.

[4] Βλ. μερικά παραδείγματα από τις σύγχρονες «Πυθίες»: Υπερ-υπολογιστής προβλέπει μαζική εξαφάνιση ειδών: στο: https://www.gazzetta.gr/plus/2180698/yperypologistis-problepei-oti-i-gi-tha-mporoyse-na-antimetopisei-fainomeno-mazikis , https://www.naftemporiki.gr/green/1420876/maziki-exafanisi-eidon-ston-planiti-mechri-to-telos-toy-aiona/ , https://www.pentapostagma.gr/epistimi/tehnologia/7138993_yperypologistis-problepei-mellon-tis-gis-kai-mila-gia-fainomeno-mazikis. (πρόσβαση : 10.04.2024). Επίσης, τι «απάντησε»  ο αλγόριθμος όταν ρωτήθηκε πώς μπορεί να λυθεί το κυπριακό: στο :https://www.in.gr/2023/02/03/b-science/technology/texniti-noimosyni-ti-apantise-otan-rotithike-pos-mporei-na-lythei-kypriako/ Βλ. επίσης, σε ένα άλλο πλαίσιο, την «αποκάλυψη» του προσώπου του Ιησού από την «τεχνητή νοημοσύνη», στο: https://www.in.gr/2022/12/20/life/moments/systima-texnitis-noimosynis-eftiakse-portreto-tou-iisou-den-exei-kamia-sxesi-ayto-pou-theorousame/ (πρόσβαση: 1.04.2024).

[5] Η τεχνική του να κρύβεται ένα δηκτικό μήνυμα σε ένα πλαίσιο που κατά τα λοιπά πρέπει να είναι ευχάριστο και προσφιλές, και πάντως political correct, δεν είναι καινούρια στην τέχνη. Η μεταφορά ή η αλληγορία πολλές φορές έχουν χρησιμοποιηθεί στην τέχνη απέναντι σε καθεστώτα λογοκρισίας. Η διάσταση, ωστόσο, μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου (βλ. σχετικά το κλασικό, de Saussure F., Course in general linguistics. Πρβλ. Louise Ph., Marianne J. W., Θεωρία και μέθοδος, 2009, σελ. 237 επ.), που επιτρέπει περισσότερες ερμηνείες σχετικά με το νόημα του λόγου που εκφέρεται, ανεξαρτήτως εάν το πλαίσιο υποδεικνύει μια συγκεκριμένη ερμηνεία έναντι των υπολοίπων (Rendi M.J., Censoring allegorical texts: interpreting Orwell and Miller, 2016, σελ. 23 επ.), μπορεί να υπάρξει σχεδόν σε κάθε μορφή λόγου και όχι μόνο στην τέχνη. Βάσει αυτού, είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο η ποινικοποίηση ενός λόγου, επειδή μπορεί να διεγείρει αρνητικά συναισθήματα, μπορεί πράγματι να θέσει φραγμό τόσο στη διάδοση του μηνύματος, όσο και στην ίδια την πρόκληση συναισθημάτων, πράγμα άλλωστε που μπορεί να γίνει ακόμη και με μη λεκτικά μέσα (Για την προβληματική γενικά περί του μισαλλόδοξου ή ρατσιστικού λόγου ως περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης, βλ. Χρυσόγονος Κ., Βλαχόπουλος Σ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 340 επ. Για την ελευθερία του λόγου και τη ρητορική μίσους, βλ. Liang L., «Free Speech and Expression», σε: S. Choudhry, M. Khosla, et al., The Oxford Handbook of the Indian Constitution, OCW, 2016, σελ. 846 επ.). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η μεταφορά αποτελεί μια μορφή εκφοράς λόγου την οποία, κατά κανόνα, δεν χρησιμοποιούν οι επιστήμες οι οποίες χρησιμοποιούν, κατά βάση, την κυριολεξία. Επίσης, κατά βάση, δεν μπορούν να περικλείσουν το μήνυμά τους σε μορφή εικόνας ή άλλου τρόπου έκφρασης πέραν του γραπτού λόγου. Εξ ου και η διασφάλιση της επιστημονικής πολυφωνίας και της επικοινωνίας και διάδοσης της πολλαπλότητας των απόψεων αποτελεί ακόμα ουσιώδες στοιχείο και εχέγγυο της επιστημονικής ελευθερίας. Ο αυτοέλεγχος των επιστημών, οι οποίες με δικά τους μέσα ελέγχουν την επιστημονική εγκυρότητα των προς δημοσίευση μελετών, σε συνδυασμό με το παραπάνω, μπορεί δυνητικά να αποτελέσει κίνδυνο στη διατύπωση διαφορετικών επιστημονικών απόψεων, ή ακόμη και πριν από αυτό το στάδιο, λόγο αυτό-περιορισμού του επιστήμονα. Βλ. λ.χ. μια περίπτωση λογοκρισίας στον επιστημονικό χώρο: στο: https://www.lppfusion.com/scientists-protest-censorship-in-cosmology/  (πρόσβαση 20.4.2024)

[6] Για το πρόβλημα της τεχνοκρατίας και των ειδημόνων και τις επιπτώσεις στη δημοκρατία, Taguieff P.-A., Παγκοσμιοποίηση και δημοκρατία, 2002, σελ. 66 επ.

[7] Για την «ιδιωτική» επιστήμη, βλ. Jones M. P., «Entrepreneurial Science: The Rules of the Game», Social Studies of Science, 2009, 39(6), σελ. 821–851.

[8] Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που ο Ίσεργουελ συστήνει στην Πρόεδρο των ΗΠΑ διάφορους βραβευμένους επιστήμονες που θα συμπράξουν στο εγχείρημά του.

[9] Βλ. και Stephan P., «The Economics of Science», Journal of Economic Literature, 1996, vol. 34, no. 3, σελ. 1199-235.

[10] Για την εποχή της καταστροφής και τους (πολιτικοποιημένους) επιστήμονες, βλ. Hobsbawm Ε., Η Εποχή των Άκρων, 1999, σελ. 688 επ. Επιπλέον βλ. λ.χ. μια προειδοποίηση σχετικά με την έκρηξη ηφαιστείων, στο: https://www.skai.gr/news/environment/ifaisteia-gia-giganties-ekrikseis-ta-epomena-100-xronia-proeidopoioun-oi-epistimones , γενικά για την παγκόσμια κατάρρευση των πολιτισμών, στο: https://www.mikrometoxos.gr/pagkosmia-katarreysi-den-eimaste-o-protos-politismos-poy/, για την εξαφάνιση των παραλιών στην Ελλάδα, στο: https://www.ethnos.gr/greece/article/239166/oiepisthmonesproeidopoioyngiathnklimatikhallaghhelladathaypofereimiastisdekaparaliesthaexafanistei (πρόσβαση 20.4.2024)

Βλ. επίσης, ενδεικτικά τα πρώτα τυχαία αποτελέσματα με μια απλή αναζήτηση στο google με λέξη-κλειδί «επιστήμονες+καταστροφή+προειδοποίηση» στο: https://www.proionta-tis-fisis.com/epistimones-proeidopoioun-epontai-kai-alles-epidimies-exaitias-tis-periballontikis-katastrofis/ https://www.avgi.gr/diethni/422293_epistimones-proeidopoioyn-gia-giganties-ekrixeis-ifaisteion-ta-epomena-100-hronia https://www.ertnews.gr/eidiseis/epistimi/apotrepste-tin-exafanisi-ton-dentron-i-etoimasteite-gia-pagkosmia-oikologiki-katastrofi-proeidopoioyn-oi-epistimones/ https://www.ethnos.gr/World/article/89637/oiepisthmonesproeidopoioynhmoirathsanthropothtasexartataiapotaentoma https://www.kathimerini.gr/life/environment/934385/gia-tin-katastrofi-toy-planiti-proeidopoioyn-15-000-epistimones/ https://www.kathimerini.gr/world/562244464/roloi-tis-apokalypsis-apechoyme-molis-90-deyterolepta-apo-tin-katastrofi/ https://hellasjournal.com/2023/09/epistimones-ipologisan-pote-ke-pos-tha-epelthi-i-exafanisi-tou-anthropou-apo-ti-gi/  (πρόσβαση: 20.4.2024). Βλ. επίσης και Τσάτσος Δ., Πολιτικός και επιστημονικός λόγος, 2022, σελ. 60 για την πολιτική ευθύνη της επιστήμης.

[11] Με βάση τις διεθνείς συνθήκες, συνολικά η επιστήμη οφείλει να υπηρετεί τον σκοπό του να απαλλάξει την ανθρωπότητα από τα προβλήματά της και να έχει γενικότερα αναφορά στην κοινωνία. Βλ. Recommendation on Science and Scientific Researchers 2017 (UNESCO), σελ. 74. Βλ. επίσης και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τους Επιστήμονες: «Researchers should focus their research for the good of mankind», «Researchers should make every effort to ensure that their research is relevant to society», διαθέσιμο στο: https://euraxess.ec.europa.eu/jobs/charter/european-charter  (πρόσβαση: 22.4.2024). Ο σκοπός που, πάντως, μεταβάλλει το πλαίσιο της επιστημονικής ελευθερίας, στο οποίο επί της αρχής θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται και η ελευθερία να θέτει τους δικούς της σκοπούς -υπό τους περιορισμούς να μην επιφέρει βλάβη στα προστατευόμενα αγαθά στο πλαίσιο του γενικότερου καθήκοντος που έχει για υπακοή στο Σύνταγμα-, τη δεσμεύει προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση πράγμα που έχει και ως περαιτέρω συνέπεια το πέρασμα σε μια «δυστοπική» υπερβολή, στην οποία επικεντρώνεται το παρόν κείμενο.

[12] Βλ. λ.χ, μερικές από τις «καινοτόμες» υποσχέσεις για σωτηρία της ανθρωπότητας, για την «καλλιέργεια» κρέατος και μάλιστα, από προϊστορικό ζώο, στο: https://www.dikaiologitika.gr/eidhseis/science/423769/epistimones-kalliergisan-kreas-me-dna-proistorikoy-zoou, ή για το ανθεκτικό στη ζέστη σιτάρι, στο: https://www.theguardian.com/environment/2023/jan/07/holy-grail-wheat-gene-discovery-could-feed-our-overheated-world (πρόσβαση: 12.4.2024). Βλ. επίσης και για μια ακόμη «ελευθερία» που υπόσχεται νέα έρευνα: «Νέα έρευνα “ανοίγει το δρόμο” για μωρά με δύο βιολογικούς πατέρες στο μέλλον», στο: https://www.capital.gr/health/3703000/nea-ereuna-anoigei-to-dromo-gia-mora-me-duo-biologikous-pateres-sto-mellon/ (πρόσβαση: 17.3.2024).

[13] Αντίθετα με τον Καθηγητή της, η υποψήφια διδακτοράς του δεν έχει κανέναν ενδοιασμό στο να θέσει ενώπιον αυτών την ωμή πραγματικότητα ως έχει. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτήν, είναι γυναίκα. Το κοινό αναγνωρίζει το κύρος του «Καθηγητή», όχι όμως και μιας γυναίκας, η οποία μάλιστα στο έργο φαίνεται να παθαίνει «υστερία», καθώς παρακολουθεί τα εμπλεκόμενα μέρη να αστειεύονται ενόσω ο κίνδυνος βρίσκεται προ των πυλών. Για την κατάρριψη του μύθου ότι μόνον οι γυναίκες παθαίνουν «υστερία»,βλ.  Herhman J., Trauma and Recovery, 1992. αξίζει να υπογραμμιστεί ότι, κάποτε, σύμφωνα με τη γνώμη των «ειδικών», η υστερία αποτελούσε ασθένεια των γυναικών που εμφάνιζαν το σύμπτωμα του να έχουν δική τους γνώμη και να την εκφράζουν, η οποία θεραπευόταν με την αφαίρεση των γυναικείων γεννητικών οργάνων και συγκεκριμένα, της μήτρας, εξ ου και ο όρος «υστερεκτομή»).

[14] ΕΔΔΑ E.S. v. Austria, 2018, § 53.

[15] ΕΔΔΑ Aksu v. Turkey [GC], 2012, §§ 58-61 και 81.

[16] Κoncewicz Τ., Strother L., «The Role of citizen emotions in constitutional backsliding – mapping out frontiers of new research», VerfBlog, 21.3.2019, https://verfassungsblog.de/the-role-of-citizen-emotions-in-constitutional-backsliding-mapping-out-frontiers-of-new-research/ Βλ. και Sajó Α., «Emotions in constitutional design», International Journal of Constitutional Law, 2010, Volume 8, Issue 3, σελ. 354–384.

[17] Βλ., σχετικά, Έ. Ντούρου, «Σβήνοντας από τη λογοτεχνία λέξεις που μας ενοχλούν – Ο Ρόαλντ Νταλ, ο Ίαν Φλέμινγκ και η Άγκαθα Κρίστι», Documento, 30.03.2023, διαθέσιμο σε: https://www.documentonews.gr/article/svinontas-apo-ti-logotexnia-lexeis-poy-mas-enoxloyn-o-roalnt-ntal-o-ian-flemingk-kai-i-agkatha-kristi/

[18] Βλ. π.χ. για τον νευρογλωσσικό προγραμματισμό (NLP), Hejase Η., «Neuro-Linguistic Programming (NLP): awareness and practice in UAE», European Journal of Business and Social Sciences, 2015, Volume 3, σελ. 135-157.

[19] Π.χ. η σχέση ουσιοεξάρτησης – ψυχικής νόσου στον ποινικό-εγκληματολογικό χώρο.

[20] Πρβλ. Rossi P., The birth of modern science, 2000, σελ. 184 επ.

[21] Με αφορμή το πολύ γνωστό και πολύ περισσότερο αμφιλεγόμενο πείραμα του Milgram, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς εάν τέτοιου είδους επιστημονικά «ευρήματα» πράγματι «ανακαλύπτουν» ή «αποδεικνύουν» μοντέλα συμπεριφοράς ή εάν, κατ’ ουσία, η διάδοσή τους στο ευρύτερο κοινό είναι αυτή που εισάγει νέους κανόνες ηθικής ή κουλτούρας στην κοινωνία, απενοχοποιώντας ή ακόμη και ενθαρρύνοντας εν προκειμένω συμπεριφορές. Αυτό που έγινε ευρέως γνωστό από το εν λόγω πείραμα ήταν το μήνυμα ότι «καθένας μπορεί να φτάσει να πατήσει το κουμπί αν βρεθεί σε τέτοιες συνθήκες». Η καλλιέργεια της κουλτούρας της υπακοής στηρίχτηκε, με άλλα λόγια, σε ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο «πείραμα», για το οποίο ελάχιστα είναι ακόμη και σήμερα γνωστό ότι οι συμμετέχοντες, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες τους, είχαν κατά βάση αντιληφθεί ότι στην πραγματικότητα το άτομο που είχαν απέναντί τους δεν δεχόταν στην πραγματικότητα ηλεκτροσόκ. Βλ., για τις μαρτυρίες αυτές, Brannigan A., «Stanley Milgram’s Obedience Experiments: A Report Card 50 Years Later», Soc 2013, 50, σελ. 623-628.

[22] Πρβλ. για την έννοια της επιστήμης, Spigno I., «Freedom of Scientific Research», MPECCOL, 2018, σελ. 1-8.

[23] Η ρύθμιση περιορίζεται κυρίως στη μεταχείριση του ψυχιατρικώς ασθενούς. Βλ. το άρθρο 28 του ν. 3418/2005.

[24] Αν και πρόκειται για ζήτημα που δεν απασχολεί το δικαστήριο και εμπεριέχεται αποκλειστικά στο ιστορικό της υπόθεσης, αξίζει να αναφερθεί η υπόθεση του ΕΔΔΑ, Landi κατά Ιταλίας (στο: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-216854 ), η οποία αφορά σε ενδοοικογενειακή βία. Όπως προκύπτει από το ιστορικό, το θύμα κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να προστατέψει τα παιδιά και τον εαυτό της από τον θύτη. Μάλιστα, χωρίς καμία ουσιώδη βοήθεια από τις ιταλικές αρχές, και κυρίως με δική της πρωτοβουλία, μερίμνησε ώστε ο θύτης να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική και η ίδια μαζί με τα παιδιά της μετακόμισε ώστε να είναι όλοι ασφαλείς. Τελικά, η οικογένεια επανενώθηκε κατόπιν πρότασης του ψυχοθεραπευτή του θύτη(!), καθότι θεωρήθηκε ότι η επανένωση με την οικογένειά του θα του έκανε καλό στη θεραπεία του(!). Με βάση τη «γνώμη» αυτή του «ειδικού», η γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι με τα παιδιά της, όπου και, τελικά, έπεσαν θύματα ενδοοικογενειακής βίας, η ίδια και ένα από τα τέκνα της, το οποίο τελικώς δολοφονήθηκε. Το γεγονός ότι η επανένωση με προτροπή ενός ψυχοθεραπευτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε κανένα στάδιο της δίκης αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα που δικαιολογεί κάθε μορφή ανησυχίας απέναντι στην απόλαυση της πραγματικής προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών και τη διασφάλιση της δικαιοκρατικής αρχής. Ο ίδιος, μάλιστα, ψυχοθεραπευτής, παρότι πυροδότησε εν τέλει και, πάντως, δημιούργησε τις συνθήκες για την οριστική ακραία πράξη βίας, δεν θεωρήθηκε ότι συνιστά «μέρος των αρχών» για τα οποία φέρει ευθύνη το διάδικο κράτος -για την ακρίβεια δεν τέθηκε καν τέτοιο θέμα. Ούτε τέθηκε θέμα ευθύνης του ίδιου, παρότι στην πράξη επενέβη σε μία δημοσίου ενδιαφέροντος διαδικασία ανατρέποντας την προτεραιότητα που είναι η προστασία της γυναίκας και των παιδιών και όχι η οικογενειακή «επανένωση», πολύ περισσότερο η «θεραπεία» του θύτη με «μέσα» θεραπείας τη σύζυγο και τα τέκνα.

[25] Γενικότερα, η αναγνώριση του ρόλου της επιστήμης στη διαμόρφωση και λήψη πολιτικών αποφάσεων (όπως προβλέπεται, μεταξύ άλλων, σε: Recommendation on Science and Scientific Researchers, 2017 της UNESCO), σημαίνει ότι αναλαμβάνει μια θεσμική θέση, ποιοτικά διαφορετική από αυτή τουλάχιστον που περιγράφεται στο άρθρο 16 του Συντάγματος (βλ. Χρυσόγονος, Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 367 επ.) για την εξυπηρέτηση της οποίας καθίστανται αναγκαίες ρυθμίσεις που θα δομούν με σαφή και διαφανή τρόπο τη σχέση επιστημόνων – πολιτικής, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η πολιτική εξουσία δεν θα καταλήξει να κάνει έμμεση χρήση της επιστημονικής ελευθερίας και δη έρευνας προκειμένου να διεισδύσει σε πεδία που η ίδια βάσει της δικαιοκρατικής αρχής δε θα μπορούσε και, κυρίως, ότι από την ανάπτυξη τέτοιων δεσμών δεν θα διασαλευτεί το κράτος δικαίου και η δημοκρατική αρχή (πρβλ., για τη «δημοκρατικοποίηση» της επιστήμης, Jasanoff S., Designs on nature: Science and democracy in Europe and the United States, Princeton University Press, 2004, σελ.287 επ.). Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Δ. Τσάτσος, το ζήτημα σε κάθε περίπτωση είναι η διαφάνεια, δηλαδή η συντεταγμένη κοινωνική ένταξη του επιστήμονα κατά την άρθρωση του πολιτικού λόγου (Πολιτεία, 2010, σελ. 387). Περαιτέρω, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η (νέα) αυτή θεσμική θέση συνεπάγεται μια αυξημένη υποχρέωση γνώσης των θεμάτων που αφορούν στην οργάνωση του κράτους, την προστασία των δικαιωμάτων, όπως και γνώσης πολιτικής ιστορίας και φιλοσοφίας. Με άλλα λόγια, η υπακοή στο Σύνταγμα του άρθρου 16 του Συντάγματος με βάση τις νέες εξελίξεις ίσως θα πρέπει να νοηθεί υπό μια καινούρια «γνωστική» λειτουργία, εκείνη της υποχρέωσης διδασκαλίας γνωστικών αντικειμένων συναφών με τον κλάδο της συνταγματικής επιστήμης και των γειτονικών συναφών κλάδων σε όλα τα επιστημονικά πεδία, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι υπάρχει μια ελάχιστη (γενική) κοινή βάση που θα πρέπει να θεωρηθεί προαπαιτούμενο για την ανάληψη ρόλων ευρισκομένων εγγύτερα στην πολιτική από ειδικούς επιστήμονες.

[26] Νόμος της φυσικής. Πρβλ. Siegfried T., «Murray Gell-Mann’s ‘totalitarian principle’ is the modern version of Plato’s plenitude», 2019, στο: https://www.sciencenews.org/blog/context/murray-gell-mann-totalitarian-principle-modern-plato-plenitude (πρόσβαση: 20.4.2024).

[27] Για τη δίκη του Γαλιλαίου, βλ. Rossi P., The birth of modern science, ό.π., σελ. 3 επ. και 93 επ.

[28] Για τη δήλωσή του, βλ. Rossi, The birth of modern science, ό.π., σελ. 93-94.

[29] The Anthropocene: IUGS-ICS Statement, 20.3.2024, στο: /https://www.iugs.org/_files/ugd/f1fc07_ebe2e2b94c35491c8efe570cd2c5a1bf.pdf (πρόσβαση: 22.4.2024).

[30] Επρόκειτο για ένα διχαστικό ζήτημα, καθώς πίεζε τον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο να υπερβεί τους περιορισμούς της μεθόδου του και να πιθανολογήσει για το μέλλον, με βάση κάποιες ενδείξεις, ότι θα είναι δυνατό στα πετρώματα που θα σχηματιστούν να εντοπιστεί ο παράγοντας της ανθρώπινης δραστηριότητας (πρβλ. McKie R., «There’s been a fundamental change in our planet’: hunt on for spot to mark the start of the Anthropocene epoch», 1.1.2023, The Guardian, στο: https://www.theguardian.com/science/2023/jan/01/theres-been-a-fundamental-change-in-our-planet-hunt-on-for-spot-to-mark-the-start-of-the-anthropocene-epoch πρόσβαση:15.4.2024), διαδικασία η οποία διαφέρει από τη λογική της παρατήρησης και συλλογής δεδομένων και της εκ των υστέρων συστηματοποίησής τους με βάση κάποια κριτήρια ή την μεταβολή των κριτηρίων συστηματοποίησης όταν πια αυτά δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν την απορρόφηση των ευρημάτων κατά την Κούνια αλλαγή παραδείγματος (βλ. Kuhn Τ., The structure of scientific revolutions, University of Chicago Press, 1970). Σημειώνεται ότι, μέχρι στιγμής, οι γεωλογικές εποχές έχουν χαρακτηριστεί εκ των υστέρων και, πάντως, διαιρούνται στον βαθύ χρόνο της γης, χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να συγκριθεί με την περίοδο από τη βιομηχανική επανάσταση έως και σήμερα [για μια ψύχραιμη και αναλυτική προσέγγιση,  βλ. Adams Μ., «Anthropocene doesn’t exist and species of the future will not recognise it», The Conversation, 2019, στο: https://theconversation.com/anthropocene-doesnt-exist-and-species-of-the-future-will-not-recognise-it-111762 (πρόσβαση: 16.3.2024)]. Εντός του πλαισίου αυτού, όμως, περισσότερη σημασία έχει γιατί θα έπρεπε εξ αρχής μια επιστημονική ειδίκευση να πιεστεί κοινωνικοπολιτικά, και μάλιστα, ουκ ολίγο, προκειμένου να προσφέρει επιστημονικό υπόβαθρο σε ένα ζήτημα το οποίο είναι βαθιά πολιτικό και έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος εκμεταλλεύεται τη φύση. Μια τέτοιου είδους επιδίωξη, να προβλεφθεί ή, πάντως, να πιθανολογηθεί με βάση κάποιες σημερινές ενδείξεις ότι στο βαθύ γεωλογικό μέλλον η ανθρώπινη δραστηριότητα θα μπορεί να εντοπιστεί από την ανάλυση των τότε σχηματισμένων πετρωμάτων, δεν είναι λιγότερο εγωιστική απλά και μόνο επειδή δείχνει μέριμνα για τη φύση, σε σχέση με τη σύγχρονη εγωιστική συμπεριφορά του ανθρώπου από την οποία όχι απλώς απουσιάζει κάθε ίχνος σεβασμού σε αυτήν, αλλά ενίοτε, η επέμβαση σε αυτήν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με ηπιότερο όρο από την κακοποίηση. Πρόκειται για την ακρίβεια για εκδηλώσεις της ίδιας αφήγησης, ότι ο άνθρωπος δάμασε το περιβάλλον, είτε αυτό σημαίνει ότι μπορεί απεριόριστα να υψώνει φουγάρα που μολύνουν την ατμόσφαιρα, είτε αυτό σημαίνει ότι πιστεύει ότι εκατομμύρια χρόνια μετά θα μπορεί να ανευρεθεί έστω και ένα ελάχιστο ίχνος της ύπαρξής του στη γη, είτε αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διασπείρει το είδος του και σε άλλους πλανήτες, ξεκινώντας από τον Άρη, είτε ότι μπορεί να ελέγξει τα καιρικά φαινόμενα και να προκαλέσει ο ίδιος βροχή ακόμη και στην έρημο.

[31] Moore, et al., «Science and neoliberal globalization: A political sociological approach», Theory and Society, 2011, 40(5), σελ. 505-532, ιδίως σελ. 516 επ. με τις εκεί παραπομπές.

[32] Halfon S., «Confronting the WTO: Intervention Strategies in GMO Adjudication», Science, Technology, & Human Values 35, no. 3 (2010), σελ. 307–29.

[33] Κάποιες από τις επιστημονικές αρετές, μας υπενθυμίζει ο Κ. Χρυσόγονος με αναφορά στην επιστήμη του συνταγματικού δικαίου, σε: Κριτικές σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος και τα όρια της συνταγματικής επιστήμης, στο: https://www.constitutionalism.gr/kritikes-skepseis-gia-tin-erminia-tousintagmatos/?hilite=%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82 (πρόσβαση: 18.4.2024).

[34] Βλ. λ.χ. για τις σχέσεις Μπορ – Αϊνστάιν, Kumar Μ., Quantum, 2018, 300 επ. Για μια άλλη ιστορική περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των επιστημόνων, βλ. Merton R., «Priorities in scientific discovery: A chapter in the sociology of science», American Sociological Review, 1957, 22(6), σελ. 635-659.

[35] Για το σύστημα διακρίσεων και για το σύστημα αξιολόγησης στον χώρο των επιστημών, βλ. Merton R., The sociology of science: Theoretical and empirical investigations, University of Chicago, 1973, σελ. 219 επ. και, ιδίως, σελ. 415 επ. Βλ. και Amsterdamska O., Leydesdorff L., «Citations: Indicators of significance?» Scientometrics, 1989, 15, σελ.449–471.

[36] Βλ. το πολύ εύστοχο παράδειγμα με τη δήλωση ενός ψυχιάτρου ότι όλοι είμαστε νευρωτικοί, Huff D., How to Lie with Statistics, 1993, σελ. 20. Δεν είναι μόνον ότι η γνώμη που σχηματίζουμε για τον κόσμο έχει να κάνει με τον κύκλο τον οποίο συναναστρεφόμαστε, ή ότι η επιστημονική εξειδίκευση του καθενός τον οδηγεί με αυτόν τον τρόπο να εξετάζει προκατειλημμένα το αντικείμενο που εξετάζει, αλλά ότι μπορεί να παρασυρθεί και να το εφαρμόσει (γενικεύσει) και πέρα από εκεί που είναι πια «αρμόδιος». Έτσι, σύμφωνα με το βιβλίο, μπορεί όλοι οι πελάτες του ψυχιάτρου που έκανε τη δήλωση να είναι νευρωτικοί, αλλά η γενίκευση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι σταματάει στο σημείο αυτό, γιατί, διαφορετικά, μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε να είναι ότι είναι πιθανό να είναι ο ίδιος και κανένας άλλος.

[37] Ανακύπτει σημαντικό ζήτημα κατά την αναπαραγωγή ευρημάτων επιστημονικών μελετών από τα μέσα ενημέρωσης και, ενδεχομένως, σημαντικό ρυθμιστικό κενό τόσο από την πλευρά της αυτοδέσμευσης (για τη δημοσιογραφική δεοντολογία, βλ. Παυλίδης Γ., Περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, 2021), όσο και από την πλευρά της νομικής υποχρέωσης και ευθύνης [ποινικής, αστικής κλπ], λαμβανομένου υπόψη ότι η εσφαλμένη ή μερική αναπαραγωγή επιστημονικής έρευνας ή η αναπαραγωγή επιστημονικής έρευνας που δεν καλύπτει τα εχέγγυα εγκυρότητας (ζήτημα διάφορο από την κάλυψη των επιστημονικών standards για τη δημοσίευση, το οποίο εξετάζεται από την επιστημονική κοινότητα στο πέρασμα του χρόνου μέσω του επιστημονικού διαλόγου, ο οποίος είναι συνήθως συγγραφικός και άρα, χρονοβόρος), όταν αναπαράγεται ως «επιστημονική πληροφορία», δεν μπορεί να θεωρηθεί «ψευδής είδηση» (fake news), καίτοι μπορεί να λειτουργεί εξίσου παραπλανητικά προς το κοινό. Έτσι, καταλήγουμε η μόνη υποχρέωση που να μπορούμε να αναγνωρίσουμε να είναι η σημείωση επακριβώς της πηγής της επιστημονικής πληροφορίας με χρήση υπερσυνδέσμου -και όχι όπως συνηθίζεται απλώς η αναγραφή στο τέλος, π.χ. «Πηγή:Nasa»-, ώστε να μπορεί ο δέκτης της δημοσιογραφικής πλέον πληροφορίας να ανατρέξει στην πηγή και να την εκτιμήσει ο ίδιος, πλην όμως επιστημονικά, χωρίς να είναι βέβαιο ότι μπορεί, αναγνωρίζοντάς του έτσι ένα υπέρμετρο βάρος «ατομικής ευθύνης», να αξιολογήσει την «είδηση». Έτσι, ασφαλέστερη είναι η αναγνώριση της υποχρέωσης όχι μόνο να τίθεται η πηγή της πληροφορίας, εν προκειμένω το σημείο δημοσίευσης της επιστημονικής μελέτης, αλλά και η παρουσίαση και των αντίθετων επιστημονικών απόψεων ή κριτικής που έχει ασκηθεί επ’ αυτής, καθώς, όπως είναι γνωστό, δεν υπάρχει ποτέ ομοφωνία στην επιστημονική κοινότητα. Με άλλα λόγια, αποτελεσματικότερο και ασφαλέστερο για την ενημέρωση του κοινού θα ήταν όχι απλώς η μεταφορά της «επιστημονικής είδησης» από ένα forum που απευθύνεται σε ειδικούς προς ένα μέσο μαζικής ενημέρωσης, αλλά η διενέργεια «επιστημονικού ρεπορτάζ» στο οποίο θα παρουσιάζεται μαζί και πιθανός αντίλογος ή κριτική, έτσι ώστε ο δέκτης της επιστημονικής πληροφορίας να είναι σε θέση να την εκτιμήσει συνολικά. Ο επιστημονικός διάλογος διεξάγεται (για τα δεδομένα του δημόσιου – πολιτικού χώρου) κατακερματισμένα. Μία έρευνα που δημοσιεύεται σε ένα επιστημονικό περιοδικό μπορεί να καταρριφθεί από επιχειρηματολογία άλλης έρευνας που θα δημοσιευτεί αργότερα και ούτε καν, πιθανότατα, στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό. Τη στιγμή, συνεπώς, που ο δημοσιογράφος επιλέγει να μεταφέρει ως είδηση τη μία πλευρά ή την άλλη, κάνει de facto μία πολιτική επιλογή. Προκειμένου να διατηρήσει την υποχρέωση που έχει για ανεξαρτησία και αμεροληψία, θα πρέπει προηγουμένως να έχει φροντίσει να συμπεριλάβει στη δημοσιογραφική του έρευνα όλες τις διαστάσεις ενός ζητήματος, προτού το καταστήσει από αντικείμενο επιστημονικού ενδιαφέροντος, σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Για παράδειγμα, στα όρια του δημοσιογραφικού λαϊκισμού έφτασε το θέμα της πυρηνικής σύντηξης [βλ., σχετικά, στο: https://www.newsweek.com/nuclear-fusion-energy-milestone-ignition-confirmed-california-1733238 (πρόσβαση: 20.4.2024), και μια ισορροπημένη παρουσίαση του θέματος, Λένης Δ., «Περί Πυρηνικής Σύντηξης, πυρηνικών όπλων και πυρηνικών πράσινων αλόγων», Κοσμοδρόμιο, 27.12.2022, στο: https://kosmodromio.gr/2022/12/18/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BE%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD/ (πρόσβαση: 22.4.2024)]. Πρόκειται, μάλιστα, για «επιτεύγματα» που ανήκουν στο πεδίο της βιο-τεχνολογίας, επιτείνουν την υποχρέωση των δημοσιογράφων να παρουσιάζουν ταυτόχρονα και το νομοθετικό πλαίσιο, προκειμένου να μη δημιουργείται εσφαλμένα η πεποίθηση στο κοινό ότι οι επιστημο-τεχνολογικές εξελίξεις θα του προσφέρουν ελευθερίες που ήδη έχει απαγορεύσει η περί βιοηθικής νομοθεσία. Για παράδειγμα, το εάν θα μπορούν ή όχι οι γονείς να επιλέγουν το ύψος ή τη σωματική δύναμη του παιδιού, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στο θέμα της ευγονικής, είναι ζήτημα των κανόνων της βιοηθικής, όπως προβλέπονται και στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, και εν προκειμένω απαγορεύεται. Δεν είναι ζήτημα της «τεχνητής μήτρας» και των δυνατοτήτων που αυτή παρέχει. Βλ. στο: https://www.iatropedia.gr/paidi/salos-me-plano-gia-tin-proti-techniti-mitra-tha-epitrepei-stous-goneis-na-parangelnoun-to-ypsos-ti-dynami-kai-tin-effy%CE%90a-tou-paidiou/161446/ (πρόσβαση: 15.3.2024). Ιδίως σε ό,τι αφορά ευρήματα από στατιστικές πιθανολογήσεις, οι δημοσιογράφοι, όταν τα αναπαράγουν καθιστώντας τα δημοσιογραφική πληροφορία, θα πρέπει να εκθέτουν στο κείμενο όχι μόνο την πηγή, αλλά και όλα τα δεδομένα τα οποία επιτρέπουν έναν πρώτο έστω έλεγχο της εγκυρότητας μίας στατιστικής μελέτης και της εκτίμησης των αποτελεσμάτων, όπως είναι λ.χ. ο βαθμός συσχέτισης. Βλ., αναλυτικά, Huff, How to Lie with Statistics, ό.π., σελ. 47. Η αποσιώπηση των δεδομένων, όπως είναι λ.χ. η απόκλιση ή το εύρος των μεταβλητών, ή ακόμη και ο τρόπος συγκέντρωσης του δείγματος, ονομάζεται statisticulation, δηλαδή statistical manipulation (βλ. επίσης Huff, How to Lie with Statistics, ό.π., σελ. 103). Χαρακτηριστικό πρόβλημα σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει στην αναμετάδοση αποτελεσμάτων πρόθεσης ή εκτίμησης ψήφου.

[38] Εξάλλου, η επιστήμη οφείλει να υπόκειται σε δημόσια λογοδοσία, βλ. Recommendation on Science and Scientific Researchers, 2017 (UNESCO), σελ. 74.

[39] Βλ. Rossi P., The birth of modern science, ό.π., σελ. 18 επ.

[40] Βλ. λ.χ., για το πώς μπορεί μέσω της παρουσίασης της (επιστημονικής) «είδησης» να καλλιεργηθεί η παραπλάνηση του κοινού, «Νέα μελέτη επιβεβαιώνει τη διαστημική καταγωγή της ζωής στη Γη» (στο: https://www.naftemporiki.gr/techscience/1433085/nea-meleti-epivevaionei-ti-diastimiki-katagogi-tis-zois-sti-gi/) (πρόσβαση: 10.3.2024), όπου όμως η επιστημονική έρευνα δεν αφορούσε την «καταγωγή» της ζωής, αλλά την προέλευση των υλικών, των στοιχείων εκείνων που βοήθησαν στη δημιουργία ζωής στη γη. Το κείμενο, συνεπώς, μιλάει κατ’ ουσίαν για κάτι τελείως διαφορετικό σε σχέση με τον «τίτλο» και την εσφαλμένη εντύπωση που μπορεί να δημιουργήσει η ανάγνωση του τίτλου και μόνο στον αναγνώστη.

[41] Το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί ότι συμπίπτει στη βάση του με το φινάλε του «2012», στο μέτρο που και οι δύο ταινίες συγκλίνουν επί της αρχής ότι από την επερχόμενη καταστροφή όσοι θα διασωθούν θα είναι με οικονομικά κριτήρια.

[42] Βλ. όμως και Τσάτσος Δ., Πολιτικός και επιστημονικός λόγος, 2022, σελ. 44 επ., όπου παρατηρείται το ακριβώς αντίστροφο, δηλαδή ότι ο πολιτικός λόγος δεν μπορεί να αρθρωθεί πλέον χωρίς την υποστήριξη της ειδικής γνώσης που τον νομιμοποιεί.

[43] Πρβλ. Hobsbawm Ε., Η Εποχή των Άκρων, 1999, σελ. 664 επ.

[44] Το ανθρώπινο δικαίωμα στην επιστήμη, όπως αναγνωρίζεται και από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται μόνο υπό τον φακό της απόλαυσης των ερευνητικών πορισμάτων και ερευνητικών προϊόντων, που αφορά κυρίως τα τεχνολογικά μέσα (βλ., σχετικά, Chapman A., Wyndham J., «A human right to science», Science 2013, 340, 1291) αλλά ως δικαίωμα στην πρόσβαση στη γνώση στον καθένα, ατομικά και ανεξαρτήτως επιστημονικής ιδιότητας. Τούτο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται και την υποχρέωση κάθε ακαδημαϊκή αίθουσα και διδασκαλία, ακόμη και εργαστηριακή, να είναι ανοιχτή στον καθένα, όπως και οι βιβλιοθήκες και οι βάσεις δεδομένων των πανεπιστημίων. Τα MOOC’s και γενικότερα οι βιντεοσκοπημένες διαλέξεις δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στην απαίτηση αυτή. Πρώτον, διότι ήδη ο διδάσκων γνωρίζει ότι βιντεοσκοπείται με αποτέλεσμα να δομεί με διαφορετικό τρόπο την εισήγησή του σε σχέση με τον τρόπο που θα τη δομούσε σε μια ζωντανή-μη βιντεοσκοπούμενη ομιλία και, δεύτερον, σε σύνδεση με το πρώτο, η βιντεοσκοπημένη αυτή εισήγηση δεν παρακολουθεί την εξέλιξη του ίδιου του διδάσκοντα και της επικαιρότητας η οποία μπορεί για το ίδιο ζήτημα να οδηγήσει σε διαφορετική δόμηση μιας εισήγησης καίτοι από το ίδιο πρόσωπο. Στην πράξη, δύο εισηγήσεις επί του ίδιου αντικειμένου του ίδιου ανθρώπου δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιες, τουλάχιστον με τον τρόπο ενός «replay».

[45] Για την επιστημονική γνώση ως επιστημονικό πεδίο, βλ. Knorr Κ., «Producing and reproducing knowledge: Descriptive or constructive?», Social Science Information, 1977, 16(6), σελ. 669-698, 671. Βλ. και Merton R., «Priorities in scientific discovery: A chapter in the sociology of science», American Sociological Review, 1957, 22(6), σελ. 635-659, 643. Βλ., επίσης, το παράδειγμα της προστασίας των μελισσών, όπου υποστηρίζεται ότι αυτές προστατεύτηκαν πιο αποτελεσματικά στη Γαλλία σε σχέση με τις ΗΠΑ, όχι μόνο γιατί οι πολίτες ήταν περισσότερο ευαισθητοποιημένοι και η πολιτική εξουσία έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, αλλά επειδή ο επιστημονικός κλάδος της βιολογίας δομείται με διαφορετικό τρόπο στη Γαλλία σε σχέση με τις ΗΠΑ, Suryanarayanan S., D. Lee Kleinman, «Beekeepers’ Collective Resistance and the Politics of Pesticide Regulation in France and the United States», Fields of Knowledge: Science, Politics and Publics in the Neoliberal Age (Political Power and Social Theory, Vol. 27), Emerald Group Publishing Limited, Bingley, 2014, σελ. 89-122.

[46] Rossi P., The birth of modern science, ό.π., σελ. 24 επ. Βλ. και Lyle K., «Shaping the Future of Sociology: The Challenge of Interdisciplinarity beyond the Social Sciences», Sociology 2017, Vol. 51(6) 1169–1185.

[47] Για τη διάκριση «μυημένων» (insiders) και «ξένων» (outsiders), Merton, The sociology of science, 99 επ. Για το πρόβλημα αυτό γενικότερα, Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, σελ. 664 επ.

[48] Πρβλ. για το πρόβλημα της σχέσης των μαθηματικών με τις υπόλοιπες επιστήμες και Williams M. et al, «Can’t Count or Won’t Count? Embedding Quantitative Methods in Substantive Sociology Curricula: A Quasi-Experiment», Sociology 2016, Vol. 50(3) 435–452. Επίσης, και Lemieux P., «Sociology as Useless as “Naturology”», στο: https://www.econlib.org/sociology-as-useless-as-naturology/ , καθώς και Siegel Ε., «Science won’t ever make philosophy or religion obsolete», 2023, Big Think, στο: https://bigthink.com/starts-with-a-bang/science-philosophy-religion-obsolete/ (πρόσβαση: 10.3.2024).

[49] Εξ ου και προκάλεσε αίσθηση η φράση «οι επιστήμονες είναι άνθρωποι», όταν διατυπώθηκε, διότι επιχειρούσε να αναδείξει όλες τις σχετικές αδυναμίες. Βλ., αναλυτικά, Merton, The Sociology of Science, σελ. 312 επ. Για τα politics εντός των επιστημών, bl. Gilbert N., Mulkay Μ., Opening Pandora’s box: A sociological analysis of scientists’ discourse, Cambridge University Press, 1984. Βλ., επίσης, πάνω σε άλλη βάση, Mulkay Μ., «Norms and ideology in science», Social Science Information, 1976, 15(4/5), σελ. 637-656.

[50] Βλ. λ.χ. για μια περίπτωση μεσσιανισμού, Μιχάλης Μ., Τυφλοί… θα δουν και παράλυτοι θα περπατήσουν, ΕφΣυν, 7.3.2023, στο: https://www.efsyn.gr/epistimi/epistimonika-nea/381003_tyfloi-tha-doyn-kai-paralytoi-tha-perpatisoyn (πρόσβαση: 11.3.2024).

[51] Βλ., ενδεικτικά, για διάφορες συνήθειες, ιδίως διατροφικές, στο: https://www.ow.gr/ygeia/stamatiste-na-stereiste-simvoulevei-o-gallos-ogkologos-ntavint-kagiat/ (πρόσβαση: 10.3.2024).

[52] Χρυσόγονος, Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2017, σελ. 40 επ.

[53] Στην πραγματικότητα, στο μέτρο που η (επιστημονική) αμφισβήτηση δίνει τη θέση της στην αυθεντία και την κατοχή της απόλυτης αλήθειας, θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ότι η διαδοχή συντελείται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης και όχι πολιτικής και επιστήμης, Ε. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, 1999, σελ. 674 επ. Για μια άλλη οπτική, σύμφωνα με την οποία η ίδια η εννοιολόγηση της θρησκείας συνιστά προϊόν της πρώιμης επιστημολογικής σκέψης, Stroumsa G., A New Science. The Discovery of Religion in the Age of Reason, HUP, 2010. Μάλιστα, η επιστήμη πολλάκις δεν έχει αντισταθεί από το να προσεταιριστεί θρησκευτικές αφηγήσεις, ενίοτε περνώντας ακόμα και στο πεδίο της μεταφυσικής, την στιγμή λχ που κάνει λόγο για παράλληλα σύμπαντα (multi-verse), αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί στο σύμπαν αυτό να βιώνει κανείς δυσκολίες, αλλά μπορεί, ταυτόχρονα, σε ένα άλλο, να είναι επιτυχημένος και ευτυχισμένος. Επίσης, δεν απέχει ιδιαίτερα από τη λογική της «κατ’ εικόνα και καθ΄ομοίωση» δημιουργίας του κόσμου η αναζήτηση μιας άλλης «γης», με τα χαρακτηριστικά αυτού εδώ του πλανήτη, που θα μπορούσε να υποστηρίξει μορφές ζωής, όπως τις γνωρίζουμε και μπορούμε να τις αντιληφθούμε (βλ. για τις «κατοικήσιμες ζώνες» άλλων πλανητών, Catling D., «The Habitable Zone Hypothesis: A Critical Look», 3.3.2022, στο: https://www.issibern.ch/game-changers-the-habitable-zone-hypothesis/ (πρόσβαση: 10.4.2024). Την ίδια στιγμή, βέβαια, και η αποθρησκειοποιημένη κοινωνία δεν χάνει ευκαιρία να βρει αποκούμπι στα επιστημο-τεχνολογικά προϊόντα, οδηγούμενη σε μια μορφή «ανιμισμού» των διάφορων αλγόριθμων, βλ. λχ για την αναγνώριση των δικαιωμάτων της ελευθερίας του λόγου στο ChatGPT, Wittes Β., «A Machine With First Amendment Rights», Lawfare, 31.3.2023, σε: https://www.lawfareblog.com/machine-first-amendment-rights Βλ. και σχετικά με «σενάρια καταστροφής» στο: https://www.pentapostagma.gr/epistimi/tehnologia/7172819_efialtiko-senario-anthropoeides-rompot-proeidopoiise-pos-i-tehniti (πρόσβαση: 11.4.2024).

[54] Για την πιθανολόγηση και την κριτική σε αυτή, βλ. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, σελ. 681 επ.

[55] Για τη διάκριση κλασικής και κβαντικής φυσικής, βλ. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 679 επ.

[56] Πρβλ. International Declaration on Human Genetic Data, ιδίως το άρθρο 10 για το δικαίωμα του καθένα να μην γνωρίζει τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την επεξεργασία των γενετικών του δεδομένων.

[57] Moore, et al., Science and neoliberal globalization, ό.π., σελ. 521 επ. Πρβλ. Sapir Α., Oliver Α., «From academic laboratory to the market: Disclosed and undisclosed narratives of commercialization», Social Studies of Science, 2017, 47(1), σελ. 33–52.

[58] Rossi, The birth of modern science, ό.π., σελ. 108 επ.

[59] Για την κβαντική επανάσταση και τον κόσμο πέρα από τις αισθήσεις, καθώς και τη σχέση της με τη στατιστική, βλ. Leonard, Μικρή Ιστορία της Γνώσης, ό.π., σελ. 349 επ., Kumar, Quantum, ό.π., σελ. 296 επ.

[60]  Βλ. L. Billings, «6 Times Quantum Physics Blew Our Minds in 2022», Scientific American, 19.12.2022, στο: https://www.scientificamerican.com/article/6-times-quantum-physics-blew-our-minds-in-2022/ (πρόσβαση: 20.4.2024) «our modern human brain struggles to comprehend things outside our familiar naturalistic context. Understanding a predator chasing prey across a grassy plain is easy; understanding most anything occurring at subatomic scales may require years of intense scholarship and oodles of gnarly math». Η φράση αυτή συνοψίζει ακριβώς την αντίφαση που επιχειρείται να υπογραμμιστεί εδώ. Δηλαδή, πρώτον, εφόσον ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να αντιληφθεί τον κόσμο των υπο-ατομικών σωματιδίων, πώς κάποιοι επιστήμονες (με ανθρώπινο εγκέφαλο) αρχικά τον συνέλαβαν; Και τελικά, πώς διαμεσολαβούν τα μαθηματικά -όπου για την ακρίβεια, συγκεκριμένα στην κβαντική φυσική, η αναφορά γίνεται για τη στατιστική- για την αντίληψη ενός κόσμου που πάντως, θεωρητικά, συνεχίζει να ανήκει στον φυσικό κόσμο (: «κβαντική φυσική»). Δεύτερον, η παραδοχή ότι πρόκειται για τη «μαθηματικοποίηση της φυσικής» (η οποία είχε ήδη συντελεστεί από αιώνες, βλ. Rossi P.,  The birth of modern science, ο.π., σελ. 102επ.) με τρόπο μάλιστα που τραβάει διαχωριστική γραμμή ως προς το να μπορούν να την ελέγξουν αναφορικά με την εγκυρότητά της μόνο όσοι αφιερώσουν σημαντικό χρόνο στη μελέτη των μαθηματικών, και συγκεκριμένα της στατιστικής. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα με την κβαντική φυσική δεν είναι ότι εισήγαγε τα μαθηματικά στη φυσική, κάτι που ήδη είχε γίνει, αλλά συγκεκριμένα τη στατιστική, η δομή της οποίας είναι τέτοια που στην πράξη αποκλείει την «ανεύρεση» απόλυτου κανόνα – ανεξαρτήτως των σχέσεων που δομούνται από τα ίδια τα φαινόμενα που εξετάζονται.

[61] Για το νοητικό πείραμα, βλ. Leonard, Μικρή Ιστορία της Γνώσης, ό.π., σελ. 336 επ.

[62] Για τα ιεροδικεία, την πυρά των μαγισσών και τη διεκδίκηση της μίας και μοναδικής αλήθειας που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (ούτε να αποδειχτεί) κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, βλ. Rossi, The birth of modern science, ό.π., σελ. 3 επ.

[63] Πρβλ. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 682 επ.

[64] Για τον κόσμο μέσα από τους φακούς, βλ. Rossi, The birth of modern science, ό.π., σελ. 52 επ.

[65]  Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 662 επ.

[66]  Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 683 επ.

[67] Βλ. λ.χ. «Οι όμορφες ανακαλύψεις της κβαντικής φυσικής αποκαλύπτουν έναν κόσμο που συνεχίζει να αψηφά και να εμπνέει τη φαντασία μας», σε: Τα “παράξενα” της Κβαντικής Μηχανικής οδηγούν τους επιστήμονες… στη Φιλοσοφία, 11.2.2023, στο: https://www.sofokleousin.gr/ta-paraksena-tis-kvantikis-mixanikis-odigoun-tous-epistimones-sti (πρόσβαση: 10.4.2024).

[68] Για τη διάκριση της εσωτερικής/τυπικής και εξωτερικής/εμπειρικής επαλήθευσης, βλ. Sayer Α., Method in Social Science, A realist approach, 1992, σελ. 175 επ.

[69] Σημειώνεται ότι στο έργο του Τσάτσου, Αμφισβήτηση, φαίνεται αυτή να συνδέεται με πράγματα που προσλαμβάνονται ήδη ως δεδομένα, δηλαδή κατεστημένα, σελ. 18 επ., εξορισμού λοιπόν η πρόβλεψη, η οποία μεταθέτει τα «δεδομένα» στο μέλλον, αποτελεί κίνδυνο για την αμφισβήτηση ως μορφή ελευθερίας.

[70] Βλ. έτσι ΓΟΣΔ απόφαση της 24.3.2021. Βλ. επίσης και Καραβοκύρης Γ., Το Σύνταγμα και η κρίση, εκδ. Κριτική, 2014, σελ. 218 επ.

[71] Πρβλ. Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο, 3η έκδ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σελ. 627 επ. και σελ. 667 επ.

[72] Πρβλ. περίπου και Καραβοκύρης, Το Σύνταγμα και η κρίση, ό.π., σελ.132 επ., ιδίως, σελ.134.

[73] Ως το σύνολο των γεννημένων με δικαίωμα ψήφου, βλ. και Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 495 επ.

[74] Γενικά, για την ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 51, παρ. 3, του Συντάγματος, βλ. Καραβοκύρης Γ., Άρθρο 51, ΕρμΣυντ, 2017.

[75] Στην ίδια λογική και η πρόταση η διαγενεακή αλληλεγγύη να νοηθεί ως μορφή μελλοντικών δικαιωμάτων των σύγχρονων γενεών, βλ. Gallarati Fr., «The Future Rights of Present Generations: A New Paradigm of Intergenerational Justice?» IACL-AIDC Blog, 19.1.2023 στο: https://blog-iacl-aidc.org/2023-posts/2023/1/19/the-future-rights-of-present-generations-a-new-paradigm-of-intergenerational-justice (πρόσβαση: 12.4.2024).

[76] Βλ. λ.χ. https://www.lifo.gr/now/tech-science/stamatis-krimizis-i-gi-ehei-imerominia-lixis-o-elon-mask-den-einai-sobaros-sto (πρόσβαση: 11.4.2024).

[77] Βλ. και για άλλα μοντέλα «τέλους» για την γη, τον ήλιο ή και τα δύο: https://www.sciencealert.com/discovery-of-a-planet-spiraling-into-its-star-could-foreshadow-earths-final-fate (πρόσβαση: 20.4.2024).

[78] Συνοπτικά για την έννοια και το ιστορικό των flash crach (στιγμιαίο Κραχ): στο: https://www.investopedia.com/terms/f/flash-crash.asp (πρόσβαση: 20.4.2024).

[79] Βλ., σχετικά, Spohn W., «Ceteris Paribus Conditions and Dispositions», The Laws of Belief: Ranking Theory and Its Philosophical Applications, Oxford, 2012.

[80] Paterson Ε., McNeil-Walsh G., «Catching up with the Debate: Artificial Intelligence & the Rule of Law», στο: https://reconnect-europe.eu/blog/aiandrol-patersonmcneilwalsh/ (πρόσβαση: 20.4.2024)

[81] Βλ. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 671 επ. Πρβλ. Ου. Έκο, Στους ώμους των γιγάντων, 2018, σελ. 358 επ.

[82] Το άρθρο 14 του ν. 4270/2014 προβλέπει ότι ως «εξαιρετικές περιστάσεις», στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), νοούνται: αα. ένα ασυνήθιστο συμβάν, το οποίο: ααα. είναι εκτός του ελέγχου της Κυβέρνησης, και βββ. έχει σημαντική επίπτωση στην οικονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης. Το άρθρο 233 του ν. 4389/2016,, για τον αυτόματο μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, προβλέπει ότι: «9. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν ανάγονται σε ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, η εφαρμογή του μηχανισμού δημοσιονομικής προσαρμογής δύναται να επανεξετασθεί ως εξής: α) Σε περίπτωση φυσικών καταστροφών ή ανωτέρας βίας κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους με δημοσιονομική επίπτωση που ξεπερνάει το 0,5% του ΑΕΠ δύναται να λάβει χώρα, «κατόπιν συμφωνίας με τους Θεσμούς» που εμπλέκονται στην υλοποίηση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής κατά την έννοια του ν. 4336/2015, αναστολή επιβολής ή μείωση του ύψους των μέτρων του μηχανισμού.».

[83] Για τα συστήματα της έγκαιρης προειδοποίησης και προληπτικής προστασίας στο πεδίο της πολιτικής προστασίας, βλ. Verchick R. M., Facing Catastrophe Environmental Action for a Post-Katrina World, HUP, 2012.

[84] Βλ., π.χ., την πρόβλεψη του ChatGPT για την χρηματοοικονομική κρίση: στο: https://www.moneyreview.gr/business-and-finance/markets/105482/to-chrimatistirio-tha-katarreysei-stis-15-martioy-proevlepse-to-chatgpt-tin-krisi/ (πρόσβαση 20.4.2024)

[85] Βλ., αρχικά για τις φυσικές επιστήμες, Rescher Ν., «The Stochastic Revolution and the Nature of Scientific Explanation», Synthese, 1962, Vol. 14, No. 2/3, σελ. 200-215, και ακολούθως στις κοινωνικές.

[86] Πρβλ., γενικά για την αρχή της αναλογικότητας, Ξ. Κοντιάδης/Α. Φωτιάδου, Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, 2016, σελ. 143 επ. και, ιδίως, σελ. 167-170.

[87] Βλ., αναλυτικά, Χριστοφορίδου Στ., «Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και εθνική συνταγματική ταυτότητα. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΓΟΣΔ της 23.6.2021», ΕυΔικ 2022, σελ. 124-131, με τις εκεί παραπομπές.

[88] Για μια άλλη οπτική, βλ. Latour Β., «Postmodern? No, simply amodern! Steps toward an anthropology of science», Studies in the History and Philosophy of Science, 1990, 21(1), σελ. 145-171.

[89] Για την έννοια της υπακοής στο Σύνταγμα κατά το άρθρο 16 του Συντάγματος, βλ. Χρυσόγονο, Βλαχόπουλο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ό.π., σελ. 367 επ., έτσι και Σ. Βλαχόπουλος, άρθρο 16, Σύνταγμα. Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2023, σελ. 24.

[90] Βλ., περαιτέρω, για τον «επιστημονισμό» (scientism) ως μορφή άσκησης πολιτικής, βλ. Moore, et al., Science and neoliberal globalization, ό.π., σελ. 517 επ.

[91] Βλ., και για τον ντετερμινισμό, Maris C., et al., Law, Order and Freedom, A Historical Introduction to Legal Philosophy, Springer 2011, σελ. 106.

[92] Barrowman N., «Correlation, Causation, and Confusion», The New Atlantis, 2014, no. 43, σελ. 23–44. Πρβλ. Hobsbawm, Η Εποχή των Άκρων, ό.π., σελ. 679 επ.

[93] Στη θεωρία υποστηρίζεται ότι στη συνταγματική ερμηνευτική δεν υφίσταται τέτοιο τεκμήριο παρά μόνο στο πεδίο του ποινικού δικαίου υπό τη μορφή του τεκμηρίου αθωότητας (λ.χ. Χρυσόγονο, Βλαχόπουλο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, ό.π., σελ. 31 επ., Σπυρόπουλος Φ., «In dubio pro libertate», στο: https://www.constitutionalism.gr/2101-in-dubio-pro-libertate/ (πρόσβαση 20.4.2024), βλ. όμως και Ακριβοπούλου Χ., Ανθόπουλος Χ., Εισαγωγή στο Δίκαιο και στους Συνταγματικούς Θεσμούς, Κάλλιπος, 2015, 24 επ.). Παρόλα αυτά, ακόμη και αν για την εποχή που διατυπώθηκαν οι απόψεις αυτές ήταν ορθές, ενόψει της διακινδύνευσης για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που παράγει η ίδια η πιθανολόγηση, θα πρέπει τουλάχιστον στις περιπτώσεις αυτές να γίνει δεκτό ότι η δικαστική εκτίμηση θα πρέπει να προσιδιάζει στο μοντέλο που ακολουθεί η ποινική δικαιοσύνη η οποία στηρίζεται κατ’ εξοχήν σε αποδείξεις και είναι εξοικειωμένη με τις «αβεβαιότητες» (βλ. αναλυτικά και παρακάτω). Για τους κινδύνους των δικαιωμάτων και ελευθεριών, βλ. Καμτσίδου Ι., «Η πανδημία και η αναχώρηση του δικαίου», διαθέσιμο σε: https://www.constitutionalism.gr/2020-03-04_kamtsidou_pandimia/ (πρόσβαση 20.4.2024). Για την ελευθερία βούλησης στο ποινικό δίκαιο, βλ. Γέμτος Π., Ελευθερία της βούλησης και κοινωνικές επιστήμες. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 2015, 25, 125–133, 130 επ. Επίσης, πρβλ. Πανούσης Γ., «In dubio pro libertate (εν αμφιβολία υπέρ της ελευθερίας)», στο: https://theartofcrime.gr/dubio-pro-libertate-%CE%B5%CE%BD-%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%85%CF%80%CE%AD%CF%81-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82/ (πρόσβαση 20.4.2024).

[94] Για την εκτίμηση της επικινδυνότητας ενός δράστη, και τα σχετικά προβλήματα, βλ. Αλεξιάδης Σ., Εγκληματολογία, 2004, σελ. 179 επ.

[95] Στο δικό μας σύστημα δικαστικού ελέγχου της (αντι)συνταγματικότητας δε, ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να γίνεται in concreto, χωρίς να παραβλέπεται ότι το άτομο, ακόμη και στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας πρόσληψης της αναγνώρισης καθηκόντων στη βάση της αλληλεγγύης, η οποία υπερβαίνει τα ρητά προβλεπόμενα στο Σύνταγμα καθήκοντα (φορολογία, στράτευση), δεν μπορεί να μεταπέσει από υποκείμενο σε αντικείμενο προορισμένο για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε σκοπού. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι σταθμίσεις κόστους-οφέλους σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο (π.χ. ποσοστιαία πιθανότητα παρενέργειας σε αναλογία επί του γενικού πληθυσμού) επί της αρχής δεν είναι κατάλληλες και επαρκείς να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματα, όταν πρόκειται να μετασχηματιστούν σε νομοθετικές ρυθμίσεις που προβλέπουν υποχρεώσεις η εκπλήρωση των οποίων δεν αποκλείεται σε μία συγκεκριμένη ατομική περίπτωση να έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ατομική βλάβη από αυτήν που επιχειρείται να προληφθεί, αλλά απαιτείται εξατομίκευση και στενή στάθμιση του κινδύνου που διατρέχει το κάθε συγκεκριμένο άτομο κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των ιδιαίτερων και μεμονωμένων χαρακτηριστικών του στη μία και στην άλλη περίπτωση. Όταν τέτοιου είδους σταθμίσεις υπό τη μορφή προβλέψεων υιοθετούνται από την πολιτική ηγεσία και γίνονται αποδεκτές από τον νομοθέτη μαζί με την πιθανολογούμενη αρνητική συνέπειά τους για μια έστω ελάχιστη μερίδα του πληθυσμού, δηλαδή μαζί με την αποδοχή της δυνητικής διακινδύνευσης επί ενός αγνώστου και μη προσδιορισμένου εκ των προτέρων πλήθους ατόμων, αντλούμενες από τον επιστημονικό χώρο [π.χ (βιο)στατιστική], τότε εντείνεται η υποχρέωση του νομοθέτη να μεριμνήσει ειδικά για τα πρόσωπα αυτά τουλάχιστον μεταγενέστερα, όπως θα έπραττε π.χ. με τα θύματα πολέμου, εάν δεν είναι δυνατή η προηγούμενη εξατομικευμένη κρίση. Για μια διαφορετική οπτική, βλ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή Φ., Περί της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού σε περίοδο πανδημίας, 2021, σελ. 41 επ., με τις εκεί παραπομπές σχετικά με τη συζήτηση αυτή γενικότερα.

[96] Για την επιστήμη ως δημόσιο αγαθό και για την ανοιχτή σε όλους πρόσβαση στην πληροφορία, βλ., μεταξύ άλλων, Recommendation on Science and Scientific Researchers, 2017 (UNESCO). Σημειώνεται ότι στον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τους Επιστήμονες προβλέπεται η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων και η υποχρέωση τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων των ερευνητών με τους χρηματοδότες, μέρος των οποίων αποτελούν οι ρήτρες εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας: «This includes Intellectual Property Rights regulations, and the requirements and conditions of any sponsor or funders, independently of the nature of their contract. Researchers should adhere to such regulations by delivering the required results (e.g. thesis, publications, patents, reports, new products development, etc) as set out in the terms and conditions of the contract or equivalent document.», επίσης, «All researchers should ensure, in compliance with their contractual arrangements, that the results of their research are disseminated and exploited». Η ιδιωτική χρηματοδότηση της έρευνας σε συνδυασμό με την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας έχουν μετατρέψει την επιστήμη από δημόσιο αγαθό σε εμπορικό αγαθό, πράγμα που έχει ως συνέπεια και τη γενικότερη πτώση της ποιότητας της έρευνας (η τελευταία παρατήρηση για τον αμερικανικό επιστημονικό χώρο, σύμφωνα με: Mirowski Ph., Science-Mart Privatizing American Science, HUP, 2011). Βλ. σχετικά και Sapir, Oliver, From academic laboratory to the market, ό.π., σελ. 37 επ.

 

Η Στέλλα Χριστοφορίδου είναι δικηγόρος, Διδάκτoρας της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στο Δημόσιο Δίκαιο. Είναι υπεύθυνη ύλης του περιοδικού «Περιβάλλον και Δίκαιο», μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εντεταλμένη διδάσκουσα του Τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο