Το τελευταίο διάστημα, το ζήτημα της δυνατότητας και των προϋποθέσεων ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων μονοπώλησε το ενδιαφέρον τόσο των νομικών όσο και πολλών μη νομικών. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν είναι το μόνο που πρέπει να απασχολεί τον δημόσιο και επιστημονικό διάλογο. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της δυνατότητας ρύθμισης της ίδρυσης και της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, θα πρέπει, παράλληλα, να επιστήσουμε την προσοχή μας στο ζήτημα της αναγνώρισης των τίτλων σπουδών που θα απονέμουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί σύμφωνα και με τις επιταγές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στον απόηχο της θέσης σε ισχύ του Ν. 5094/2024[1] για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις ορθής λειτουργίας τους. Μεταξύ των ζητημάτων που σχετίζονται με αυτή, θα πρέπει να μας απασχολήσει το ζήτημα της αναγνώρισης των τίτλων σπουδών που θα εκδίδονται από μη κρατικά πανεπιστήμια. Η σημασία του ζητήματος αυτού είναι καίρια, όχι μόνο για τη διαφύλαξη του κύρους των τίτλων σπουδών των αποφοίτων των δημοσίων πανεπιστημίων της χώρας μας, αλλά και για τις συνέπειες που αυτή θα έχει στην αγορά εργασίας.

Ειδικότερα, η ρύθμιση του άρθρου 146 του Ν. 5094/2024 αναφορικά με την αναγνώριση τίτλων σπουδών των μη κρατικών πανεπιστημίων που πρόκειται να ιδρυθούν στη χώρα προβλέπει τα εξής: «1. Κάθε παράρτημα – Ν.Π.Π.Ε., το οποίο παρέχει πρόγραμμα σπουδών αναγνωρισμένο από το μητρικό ίδρυμα και πιστοποιημένο από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος, χορηγεί στους αποφοίτους του τίτλο σπουδών του μητρικού ιδρύματος. Πριν από τη χορήγηση τίτλων σπουδών, το παράρτημα – Ν.Π.Π.Ε. αποστέλλει στο αρμόδιο Τμήμα σχετική ενημέρωση με συνημμένο κατάλογο αποφοίτων, καθώς και το σώμα των τίτλων σπουδών και το αρμόδιο Τμήμα προβαίνει στη σφράγισή τους. 2. Ο τίτλος σπουδών, που απονέμεται υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 1, αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνεται στο Εθνικό Μητρώο Τύπων Τίτλων Σπουδών Αναγνωρισμένων Ιδρυμάτων της Αλλοδαπής, το οποίο τηρεί ο Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) σύμφωνα με το άρθρο 304 του ν. 4957/2022 (Α΄  141). Ο απονεμηθείς τίτλος σπουδών δεν υποβάλλεται στη διαδικασία ακαδημαϊκής αναγνώρισης τίτλου σπουδών στον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.». Με τη ρύθμιση αυτή, κατ’ ουσίαν, εξισώνονται οι τίτλοι σπουδών των παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων που πρόκειται να ιδρυθούν στη χώρα μας με αυτούς που απονέμονται από τα κρατικά πανεπιστήμια. Φαινομενικά, η ρύθμιση του άρθρου 146 του νέου νόμου φαντάζει μάλλον αυτονόητη. Εφόσον τα Ν.Π.Π.Ε. (Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης) δεν φαίνεται, καταρχήν, σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, να διαφοροποιούνται σε σχέση με τα κρατικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, η αυτόματη αναγνώριση των τίτλων σπουδών που αυτά θα απονέμουν είναι μάλλον μια αυτονόητη συνέπεια. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ρύθμιση, εντασσόμενη στο γενικότερο νομοθετικό πλαίσιο αναγνώρισης τίτλων σπουδών, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μάλλον με επιφυλακτικότητα. Προκειμένου δε να καταδειχθούν οι συνέπειες της ρύθμισης αυτής εντός του συνολικού ισχύοντος νομικού πλαισίου αναγνώρισης τίτλων σπουδών στην χώρα μας (II), αξίζει να εξεταστεί το πώς το πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκε εξελικτικά (Ι).

Ι. Η διαμόρφωση του νομικού πλαισίου για την αναγνώριση τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων

Εισαγωγικά, αξίζει να επισημανθεί η, πρακτικά, δυσδιάκριτη, αλλά, συνάμα, δογματικά θεμελιώδης διάκριση μεταξύ αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών και αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η πρώτη, η οποία συνδέεται με τη γενική παιδεία, είναι ζήτημα που, καταρχήν, ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο. Η δεύτερη ρυθμίζεται στο πλαίσιο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεπόμενη από τις θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης και κυκλοφορίας εργαζομένων[2] και παροχής υπηρεσιών[3] μεταξύ των κρατών μελών.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη διάκριση, το ζήτημα της αναγνώρισης τίτλων σπουδών ρυθμίστηκε βάσει των προβλέψεων του ευρωπαϊκού δικαίου για την αναγνώριση επαγγελματικών ποσόντων (Α), στο μέτρο που επέτρεπαν οι περιορισμοί του άρθρου 16 Σ (Β).

Α. Οι προβλέψεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήδη από τις ιδρυτικές συνθήκες της ενέταξε την παιδεία μεταξύ των τομέων δραστηριότητας για τους οποίους «έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών…».[4]

Ειδικότερα, το άρθρο 165 της ΣΛΕΕ αναφορικά με τη γενική ή ακαδημαϊκή εκπαίδευση, αναγνωρίζει ρητώς την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία και τον επικουρικό χαρακτήρα της Ένωσης στον τομέα αυτόν.[5] Αντίθετα, σαφώς πιο παρεμβατικό, το άρθρο 166 της ΣΛΕΕ, αναφορικά με την επαγγελματική εκπαίδευση, προσανατολίζει την αρμοδιότητα της Ένωσης στο «να διευκολύνει την προσαρμογή στις μεταλλαγές της βιομηχανίας, ιδίως μέσω της επαγγελματικής εκπαίδευσης και του επαγγελματικού αναπροσανατολισμού, να βελτιώνει την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και τη συνεχή κατάρτιση, για να διευκολύνεται η επαγγελματική ένταξη και επανένταξη στην αγορά της εργασίας, να διευκολύνει την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και την ενίσχυση της κινητικότητας των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων και ιδίως των νέων, να τονώνει τη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων στον τομέα της κατάρτισης, να αναπτύσσει την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών για τα κοινά προβλήματα των συστημάτων κατάρτισης των κρατών μελών». Kατά τούτο, όπως σαφώς προβλέπει και το άρθρο 53, παρ. 1 της ΣΛΕΕ, «[γ]ια να διευκολύνουν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, εκδίδουν οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων καθώς και τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων».

Από την πλευρά του, το Δικαστήριο της Ένωσης υιοθέτησε από νωρίς μια διασταλτική ερμηνεία της επαγγελματικής εκπαίδευσης, εντάσσοντας σε αυτή «κάθε μορφή εκπαίδευσης που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως».[6] Με τον τρόπο αυτό, μάλλον προμηνυόταν από νωρίς η προοδευτική άμβλυνση της διάκρισης μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης και ο συνακόλουθος παρεμβατισμός της Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Οδηγία 89/48/ΕΟΚ[7] ήταν η πρώτη που καθιέρωσε γενικό σύστημα αναγνώρισης διπλωμάτων για όλα τα επαγγέλματα που προϋποθέτουν τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία συμπληρώθηκε από τις Οδηγίες 92/51/ΕΟΚ[8] και 1999/42/ΕΚ.[9] Ωστόσο, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο της Ένωσης στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας «η οδηγία 89/48 δεν αφορά την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, αλλά μόνον τα επαγγελματικά προσόντα τα οποία παρέχουν πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα»,[10] επιβεβαιώνοντας τη διάκριση μεταξύ αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών και αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων. Η θέση ότι η πολιτική της ένωσης περιορίζεται στην επαγγελματική εκπαίδευση επιβεβαιώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Παναγιωτοπούλου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «εφόσον η οργάνωση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης παρέχεται στο έδαφός τους εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών- μελών, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να σέβονται τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη- μέλη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους».[11]

Τομή στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την αναγνώριση τίτλων σπουδών αποτέλεσε η γνωστή υπόθεση Valentina Neri,[12] η οποία, κατ’ ουσίαν, έδωσε το «πράσινο φως» για τη λειτουργία παραρτημάτων πανεπιστημίων των κρατών μελών σε άλλα κράτη μέλη. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι η αυτόματη απόρριψη από την Ιταλία βρετανικού πτυχίου υπηκόου της ο οποίος  είχε πραγματοποιήσει τις σπουδές του σε μη αναγνωρισμένο παράρτημα βρετανικού πανεπιστημίου που λειτουργούσε στη Γένοβα αντίκειται στο άρθρο 43 ΣΕΚ και στην αρχή της ελευθερίας εγκατάστασης των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους που αυτό προβλέπει. Συνέπεια της παραπάνω μεταστροφής της νομολογίας ήταν η εισαγωγή της ρύθμισης του άρθρου 50 παρ. 3 στην Οδηγία 2005/36/EK[13], η οποία αντικατέστησε τις παραπάνω Οδηγίες. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, στην περίπτωση διπλώματος το οποίο πιστοποιεί εκπαίδευση η οποία έχει αποκτηθεί εν όλω ή εν μέρει σε παράρτημα πανεπιστημίου κράτους μέλους το οποίο λειτουργεί σε άλλο κράτος μέλος, το τελευταίο δεν μπορεί να απορρίπτει άνευ ετέρου τον τίτλο αυτόν, αλλά υποχρεούται να τον αναγνωρίσει, εφόσον, κατόπιν ελέγχου επαληθεύσει ότι συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.[14]

Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό, το ερώτημα που αναπόδραστα ανακύπτει στην περίπτωση της Ελλάδας είναι το πώς οι παραπάνω ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού δικαίου αναφορικά με την αναγνώριση τίτλων σπουδών και επαγγελματικών προσόντων εναρμονίζονται με τις εθνικές όταν το εθνικό Σύνταγμα προβλέπει μόνο την ίδρυση και λειτουργία κρατικών πανεπιστημίων. Η απάντηση, καταρχήν, θα μπορούσε να είναι απλή, αφού, σε μεγάλο βαθμό, εθνικό δίκαιο και ευρωπαϊκό ρυθμίζουν διαφορετικά πράγματα: το μεν εθνικό την ακαδημαϊκή αναγνώριση των τίτλων σπουδών, το δε ευρωπαϊκό την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, προκειμένου μη μισθωτοί να μπορούν ελεύθερα να εξασκούν το επάγγελμά τους εντός της Ένωσης. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι στην πραγματικότητα πιο περίπλοκο, καθώς, στην πράξη, πολλές φορές η άρνηση ακαδημαϊκής αναγνώρισης από ένα κράτος μέλος οδηγεί αναπόδραστα σε περιορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς αυτή, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, μπορεί να ερμηνευθεί ως μέτρο το οποίο απαγορεύει, παρακωλύει ή, σε κάθε περίπτωση, καθιστά λιγότερο ελκυστική την ελευθερία εγκατάστασης και κυκλοφορίας εργαζομένων και παροχής υπηρεσιών.[15]

Σε μια τέτοια, λοιπόν, περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου, καταρχήν, η νομολογία του ΔΕΕ δεν μπορεί να οδηγήσει σε contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου.[16] Με άλλα λόγια, όπως αποδέχεται και το ίδιο το Δικαστήριο της Ένωσης, η υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας παύει να υφίσταται όταν το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καταλήγει σε αποτέλεσμα σύμφωνο προς το επιδιωκόμενο με τη ρύθμιση του δικαίου της Ένωσης.[17] Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ του ενωσιακού δικαίου και εθνικής ρύθμισης που θέτει περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες, η αναγνώριση της απόλυτης υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού[18] επιβάλλει τη μη εφαρμογή ενός καταρχήν θεμιτού περιορισμού ως προς την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων. Όπως, όμως αποδεικνύει και η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, μια τέτοια ερμηνεία έχει γίνει δεκτή, τουλάχιστον προς το παρόν, μόνο για κράτη μέλη στα οποία το σύστημα εκπαίδευσης δεν απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων (λ.χ. Ιταλία, Ουγγαρία),[19] οπότε η εθνική ρύθμιση που θέτει περιορισμούς ως προς την αναγνώριση σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων υποχωρεί μπροστά στο δίκαιο της Ένωσης. Αντίθετα, στην περίπτωση της Ελλάδας, τουλάχιστον για όσο δεν αναθεωρούνται οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 Σ, μια τέτοια ερμηνεία δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, καθώς οι περιορισμοί που θέτουν οι συνταγματικές διατάξεις αυτές εξακολουθούν να θέτουν φραγμούς στο άνοιγμα της αγοράς για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Εξάλλου, ούτε οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις του Ν. 5094/2024 θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ένα τέτοιο «άνοιγμα» του ισχύοντος εθνικού συστήματος, λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη, ότι ακόμη δεν έχει κριθεί καν η συνταγματικότητά τους.

Β. Οι περιορισμοί του ελληνικού Συντάγματος για την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών

Το άρθρο 16 Σ προβλέπει ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αναγνωρίζει ως ανώτατη εκπαίδευση μόνο αυτή που παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, η δε σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.[20] Σεβόμενο δε την συνταγματική αυτή πρόβλεψη, το ΔΕΕ, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας έκρινε ότι «καθόσον χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών αποκλειστικά βάσει των κανόνων που διέπουν τα αντίστοιχα συστήματά τους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, τα διπλώματα που πιστοποιούν σπουδές που πραγματοποιήθηκαν βάσει συμφωνίας δικαιοχρήσεως δεν εντάσσονται, από απόψεως της οδηγίας 89/48, στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα».[21]

Υπό το πρίσμα, λοιπόν, αυτό, τα εθνικά δικαστήρια διατηρούν, κατά πάγια νομολογία τους[22], τη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης τίτλων σπουδών. Στο μέτρο δε που η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και Ένωσης δεσμεύει τον εθνικό δικαστή να ακολουθήσει τη σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές επιταγές ερμηνεία μόνο στην περίπτωση που είτε δεν υφίσταται αντίθετη κανονιστική ρύθμιση του εθνικού δικαίου είτε αυτή δεν είναι σαφής,[23] η θέση αυτή της νομολογίας φαίνεται να διαφυλάσσει τη «χρυσή τομή» ανάμεσα στις ευρωπαϊκές επιταγές και τον ρητό συνταγματικό περιορισμό του άρθρου 16 Σ,[24] υπενθυμίζοντας ότι μη κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης βρίσκονται εκτός της ρύθμισης του ελληνικού Συντάγματος, και καταλήγοντας σε αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων των πτυχιούχων τους. Τηρώντας απαρέγκλιτα αυτή τη δέσμευση, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει ότι, «εκείνο στο οποίο υποχρεούνται οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής είναι να προβαίνουν εν πάση περιπτώσει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τους τίτλους αυτούς και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται για το συγκεκριμένο επάγγελμα από τις εθνικές διατάξεις. Και αν μεν η συγκριτική αυτή εξέταση οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι γνώσεις και τα προσόντα που πιστοποιούνται με τους τίτλους του κράτους προέλευσης αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις του, το κράτος υποδοχής υποχρεούται να δεχθεί ότι οι εν λόγω τίτλοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Αν, αντιθέτως, προκύπτει από τη σύγκριση μερική μόνον αντιστοιχία, δικαιούται να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει με άλλο τρόπο (όπως με γνώσεις που αποκτήθηκαν στο κράτος υποδοχής, πρακτική εξάσκηση και συνακόλουθη επαγγελματική πείρα κ.λπ) τις γνώσεις και τα προσόντα που του έλειπαν».[25] Υπογραμμίζεται δε ότι «[ο] λόγος, πράγματι, για τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή δεν είναι η εγγενής, από ακαδημαϊκή άποψη, αξία των πιο πάνω τίτλων αλλά το γεγονός ότι επιτρέπουν στο κράτος προέλευσης την πρόσβαση στο οικείο επάγγελμα (Πρβλ. ΔΕΚ., 19.1.2006, C-330/03, Colegio de Ingenieros de Caminos, Canales y Puertos, σκ. 19 και 23, καθώς και 23.10.2008, C-274/05, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, σκ.29-31)».[26]

Στο πλαίσιο αυτό, πέραν των τίτλων σπουδών που απονέμονται από τα ελληνικά πανεπιστημιακά εκπαιδευτικά ιδρύματα, για την ακαδημαϊκή αναγνώριση (ή ισοτιμία όπως αλλιώς είθισται να λέγεται) των τίτλων σπουδών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής, απαιτείται η προβλεπόμενη ενώπιον του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) διαδικασία, ενώ για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, σχετική απόφαση σύμφωνα με το Π.Δ. 38/2010,[27] το οποίο μετέφερε στην ελληνική έννομη τάξη τη σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία 2005/36.

Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι το παραπάνω μέχρι πρόσφατα ισχύον σχήμα υπό τους περιορισμούς του άρθρου 16 του Συντάγματος φαίνεται να είναι σύμφωνο και με τις δεσμεύσεις της χώρας μας ως προς τη Γενική Συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (General Agreement on Trade in Services- GATS). Συγκεκριμένα, ενόψει του παραπάνω συνταγματικού περιορισμού, η Ελλάδα έχει ρητώς επιφυλαχθεί ως προς την παραπάνω συμφωνία του δικαιώματός της για επιβολή κάθε είδους περιορισμών, χωρίς δεσμεύσεις, ως προς τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που χορηγούν κρατικώς αναγνωρισμένα διπλώματα.[28]

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, είναι αλήθεια ότι από καιρό η διάκριση ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης τίτλων σπουδών ολοένα και αμβλύνεται στο όνομα των επιταγών του ευρωπαϊκού δικαίου.[29] Προς αυτήν την κατεύθυνση και με αφορμή την ψήφιση του νομοσχεδίου για την ίδρυση και λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων διατυπώθηκαν επανειλημμένα απόψεις περί δήθεν ανάγκης εκσυγχρονισμού της ερμηνείας του άρθρου 16.[30] Σύμφωνα, ωστόσο, με την άποψη της πλειονότητας των συνταγματολόγων,[31] οι θέσεις αυτές οδηγούν σε contra legem ερμηνείες του Συντάγματος απομειώνοντας, τελικά, την κανονιστική του αξία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κράτος δικαίου,[32] τη στιγμή, μάλιστα, που, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, επιχειρήματα περί δήθεν ανάγκης εναρμόνισης με το ενωσιακό δίκαιο δύσκολα μπορούν να υποστηριχθούν.[33]

ΙΙ. Το νομικό πλαίσιο για την αναγνώριση τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων

Αν το ζήτημα της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας και μάλιστα χωρίς αναθεώρηση του άρθρου 16 Σ ανέκυψε το τελευταίο διάστημα, η προσπάθεια αναγνώρισης πτυχίων μη κρατικών πανεπιστημίων δεν είναι καινοφανής. Αντιθέτως, συνιστά ένα εγχείρημα που μεθοδεύεται εδώ και καιρό. Παρότι, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ουδέποτε έθεσε ζήτημα παράβασης του ενωσιακού δικαίου εκ μέρους της Ελλάδας ως προς την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων, το ελληνικό σύστημα τείνει ολοένα στη διεύρυνση της αναγνώρισης τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων (Α), με αποκορύφωμα τη ρύθμιση του νέου νόμου για τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια που πρόκειται να ιδρυθούν στη χώρα (Β).

Α. Η μέχρι τώρα ρύθμιση της αναγνώρισης τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων

Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η μεθόδευση της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων, αξίζει να γίνει μια ιστορική αναδρομή στις εθνικές διαδικασίες αναγνώρισης τίτλων σπουδών μέχρι σήμερα.

Καταρχάς, μέχρι το 1977, την αρμοδιότητα της αναγνώρισης τίτλων σπουδών πανεπιστημιακής εκπαίδευσης την είχαν αποκλειστικά τα ίδια τα ελληνικά πανεπιστήμια. Τότε, με τον Ν. 741/1977[34] ιδρύθηκε το Διεπιστημονικό Κέντρο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής (ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α), με αρμοδιότητα την αναγνώριση των πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών αλλοδαπών πανεπιστημίων. Παράλληλα, με τον Ν. 576/1977[35] ιδρύθηκε το Συμβούλιο Ισοτιμιών, με σκοπό την αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλων σπουδών και σχολών ή τμημάτων της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης της ημεδαπής ή αλλοδαπής, καθώς και την κατάταξη σπουδαστών ή πτυχιούχων σε σπουδαστικά εξάμηνα διαφόρων Σχολών. Λίγο αργότερα, με τον Ν. 1404/1983,[36] ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Ι.Τ.Ε.), με αντίστοιχες αρμοδιότητες αναφορικά με τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και των αλλοδαπών σχολών τριτοβάθμιας μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.[37]. Τον Απρίλιο του 2005 καταργήθηκαν ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. και Ι.Τ.Ε. και οι αρμοδιότητες τους περιήλθαν στον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών & Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), ο οποίος ιδρύθηκε με τον Ν. 3328/2005,[38] σκοπός του οποίου είναι « α) η ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλων σπουδών που απονέμονται από αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής, β) η παροχή πληροφοριών σχετικά με τις σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση στην ημεδαπή και αλλοδαπή».[39] Παράλληλα, το Π.Δ. 38/2010, όπως ισχύει, το οποίο διέπει την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προβλέψεις της Οδηγίας 2005/36, προβλέπει τη διαδικασία αναγνώρισης ενώπιον του Αυτοτελούς Τμήματος Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας (Α.Τ.Ε.Ε.Ν.) του Υπουργείου Παιδείας.[40]

Παρότι, θεσμικά, οι παραπάνω αρμοδιότητες αναγνώρισης τίτλων σπουδών φαίνεται να διακρίνονται σαφώς, στην πράξη η διάκριση ακαδημαϊκής αναγνώρισης και αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων τείνει να εξαλειφθεί. Ας μη λησμονείται η ρύθμιση του άρθρου 50 του Ν. 4653/2020, η οποία επιτρέπει σε κατόχους πτυχίων αλλοδαπής (ακόμα και από ιδρύματα που λειτουργούν στη χώρα μας ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων με τη μέθοδο του franchise), εφόσον υπάρχει απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με συναφή τίτλο σπουδών για κλάδο εκπαιδευτικού, να συμμετέχουν στους διαγωνισμούς πρόσληψης εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.[41] Με τη διάταξη αυτή τροποποιήθηκε η παρ. 5 του άρθρου 54 του Ν. 4586/2019, η οποία, έως τότε προέβλεπε για τη συμμετοχή στους παραπάνω διαγωνισμούς ότι τα πτυχία που χορηγούνται από εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής γίνονται δεκτά αποκλειστικά, εφόσον έχουν αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας και αντιστοιχίας από τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), άρα γίνονταν δεκτοί μόνο οι τίτλοι σπουδών που ήταν ακαδημαϊκά ισότιμοι με αυτούς των ελληνικών πανεπιστημίων και όχι λ.χ. των κολλεγίων, οι κάτοχοι των οποίων διέθεταν μόνο αντίστοιχα αναγνωρισμένα επαγγελματικά προσόντα. Με άλλα λόγια, με τον τρόπο αυτόν, κατ’ ουσίαν, εξισώθηκαν οι τίτλοι σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων και των ακαδημαϊκά ισότιμων με αυτά, με τους τίτλους σπουδών κολλεγίων που λειτουργούν ως παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων στη χώρα μας, αφού τόσο οι μεν όσο και οι δε μπορούν πλέον εξίσου να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς πρόσληψης εκπαιδευτικών. Αντίθετα, προς το παρόν, λ.χ. στην περίπτωση της συμμετοχής νομικών στις εξετάσεις για τον Διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστών, ρητώς προβλέπεται ότι γίνονται δεκτοί μόνο οι τίτλοι σπουδών που ήταν ακαδημαϊκά ισότιμοι με αυτούς των ελληνικών πανεπιστημίων.

Αν, όμως, το παράδειγμα των εκπαιδευτικών φαντάζει μεμονωμένο, στην πραγματικότητα δεν είναι, καθώς η ίδια πρόβλεψη υφίσταται πλέον σε πολυάριθμους διαγωνισμούς που προκηρύσσονται μέσω ΑΣΕΠ. Επιπλέον, όμως, σήμερα αποδεικνύεται ότι μάλλον προοικονομούσε τις εκ βάθρων αλλαγές που επρόκειτο να δρομολογηθούν στον τομέα αυτόν.

Β. Προς μια συνταγματική απορρύθμιση της αναγνώρισης τίτλων σπουδών μη κρατικών πανεπιστημίων;

Όπως προαναφέρθηκε, η νέα ρύθμιση του άρθρου 146 του Ν. 5094/2024 αναφορικά με την αναγνώριση των τίτλων σπουδών των Ν.Π.Π.Ε. ή άλλως μη κρατικών πανεπιστημίων εξισώνει τους απονεμόμενους από αυτά τίτλους σπουδών με αυτούς των κρατικών πανεπιστημίων.

Ειδικότερα, η παραπάνω ρύθμιση, καταρχάς, αναγνωρίζει ότι οι τίτλοι σπουδών που θα απονέμονται από τα Ν.Π.Π.Ε. είναι τίτλοι σπουδών του μητρικού ιδρύματος. Με άλλα λόγια, τα Ν.Π.Π.Ε. τα οποία θα συνιστούν παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων θα χορηγούν τίτλους σπουδών αναγνωρισμένους στη χώρα εγκατάστασης του μητρικού ιδρύματος, άρα, καταρχήν, τίτλους σύμφωνα με τις εκεί εκάστοτε προϋποθέσεις, χωρίς, ωστόσο, αυτό να επαληθεύεται σε κάθε περίπτωση, όπως συμβαίνει μέχρι τώρα. Ως μόνη δε προϋπόθεση για την -πλέον- αυτόματη αναγνώριση των τίτλων αυτών από το ελληνικό κράτος προβλέπεται η συμπερίληψη στο Εθνικό Μητρώο Τύπων Τίτλων Σπουδών Αναγνωρισμένων Ιδρυμάτων της Αλλοδαπής, το οποίο τηρεί ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π..

Καταρχήν, η παραπάνω ρύθμιση, ιδωμένη στο πλαίσιο του νέου νόμου, φαντάζει, από συστηματικής τουλάχιστον άποψης μάλλον αυτονόητη. Οι δε σκοπιμότητές της είναι μάλλον εμφανείς, αν ληφθεί, μάλιστα, υπόψη επιπλέον το γεγονός ότι με το άρθρο 124 του παραπάνω νόμου τροποποιήθηκε ο τίτλος του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Β΄ του Ν. 4957/2022, προκειμένου να δίνεται, πλέον, η δυνατότητα ακαδημαϊκής αναγνώρισης περιόδων σπουδών που διανύθηκαν σε αναγνωρισμένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, άρα και τίτλων σπουδών κολλεγίων που λειτουργούν ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων στη χώρα μας, υπό την προϋπόθεση ότι ένα μέρος των σπουδών διανύθηκε στο μητρικό ίδρυμα.[42]

Ωστόσο, όσο και αν επισφραγίζει μια χρόνια μεθόδευση εξίσωσης των πτυχίων των ελληνικών πανεπιστημίων με αυτών που χορηγούνται από ξένα πανεπιστήμια, ανεξαρτήτως ακαδημαϊκού κύρους, δεν μπορεί παρά να προβληματίσει, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη το γεγονός ότι θα ήταν μάλλον ουτοπικό να πιστεύει κανείς πως τα αλλοδαπά πανεπιστήμια τα οποία πρόκειται να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την ίδρυση παραρτημάτων τους στη χώρα μας, τουλάχιστον εν πρώτοις, θα είναι της κλάσης των πλέον επιφανών πανεπιστημίων της αλλοδαπής. Λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη ότι τα κολλέγια τα οποία λειτουργούν ήδη στη χώρα μας ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με τη μέθοδο του franchise φαίνεται να είναι τα μάλλον επικρατέστερα για την «πανεπιστημιοποίησή» τους στο προσεχές μέλλον,[43] μέσω της ρύθμισης αυτής, τα κολλέγια αυτά καταφέρνουν την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων σπουδών που θα απονέμουν, παρακάμπτοντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες ενώπιον του ΔΟΑΤΑΠ, πολλώ δε μάλλον του Α.Τ.Ε.Ε.Ν.. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια οριζόντια ρύθμιση ακαδημαϊκής -πλέον- αναγνώρισης της ισοτιμίας των τίτλων σπουδών των κολλεγίων με αυτή των δημόσιων πανεπιστημίων.

Με τον τρόπο αυτόν, η ήδη εύθραυστη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης τίτλων σπουδών διαρρηγνύεται μάλλον οριστικά, καθώς, στο πλαίσιο της λειτουργίας των Ν.Π.Π.Ε., θα αναγνωρίζονται πλέον όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και ακαδημαϊκά οι χορηγούμενοι από τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων τίτλοι σπουδών, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι τα πανεπιστήμια – παραρτήματα αυτά θα έχουν εγκριθεί από την ΕΘ.Α.Α.Ε.. Η δε προϋπόθεση εγγραφής στο Εθνικό Μητρώο Τύπων Τίτλων Σπουδών Αναγνωρισμένων Ιδρυμάτων της Αλλοδαπής, είναι μάλλον προσχηματική, καθώς από μια απλή επισκόπηση του σχετικού μητρώου προκύπτει αβίαστα αφενός, ότι ο κατάλογος τύπων τίτλων σπουδών είναι ήδη εκτενής, και, αφετέρου, ότι η συμπλήρωσή του με νέους τύπους τίτλων σπουδών είναι πάντα εφικτή[44]. Και ναι μεν θα έλεγε κανείς ότι κάτι τέτοιο, καταρχήν, φαίνεται ορθό και συνεπές αν για όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας ισχύουν και επαληθεύονται οι ίδιες προϋποθέσεις, ωστόσο γεννάται η εξής απορία: Θα μπορούμε πράγματι να μιλάμε και για ουσιαστική ακαδημαϊκή ισοτιμία, όταν το βασικό κριτήριο εισαγωγής και, συνεπακόλουθα, απόκτησης των τίτλων σπουδών των φοιτητών θα είναι η πληρωμή διδάκτρων και όχι οι γνωστικές τους ικανότητες; Θα μπορούμε άραγε και τότε να μιλάμε για διασφάλιση παροχής ανώτατης εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας;[45]

Στον απόηχο, λοιπόν, της ψήφισης του νέου νόμου και εν αναμονή του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου αυτού στο πλαίσιο αιτήσεων ακύρωσης κατά των πρώτων αδειών ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, οι νέες ρυθμίσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα. Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι οι ρυθμίσεις αυτές θεσπίστηκαν χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, αψηφώντας τους συνταγματικούς περιορισμούς των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 16 Σ, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, καθώς φαίνεται ότι μάλλον, με το πρόσχημα της ευαισθητοποίησης για την τήρηση του ευρωπαϊκού δικαίου, οδηγούν, κατ’ ουσίαν, σε μια συνταγματική απορρύθμιση.[46] Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ας διατηρούμε την ελπίδα ότι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, υπό οποιοδήποτε, πλέον, καθεστώς λειτουργίας και παρά τις χρόνιες παθογένειές τους, θα καταφέρουν να διαφυλάξουν το εγνωσμένο κύρος τους[47] ανάμεσα στα πανεπιστήμια του δυτικού κόσμου. Αρκεί τα εκάστοτε εξυπηρετούμενα συμφέροντα να μην κατορθώσουν να φαλκιδεύσουν το κεκτημένο αυτό.

 

[1] Ν. 5094/2024, «Ενίσχυση του Δημόσιου Πανεπιστημίου – Πλαίσιο λειτουργίας μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α΄ 39/13.03.2024.

[2] Βλ. άρθρο 52 ΣΛΕΕ.

[3] Βλ. άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

[4] Βλ. άρθρο 6 ΣΛΕΕ.

[5] Συγκεκριμένα, το άρθρο 165 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής: « 1. Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. [… ] 2. Η δράση της Ένωσης έχει ως στόχο: […] να ευνοεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων και μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης διπλωμάτων και περιόδων σπουδών, να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».

[6] Αναφορικά με τη διασταλτική ερμηνεία της εκπαίδευσης, η οποία έχει υιοθετηθεί από το Δικαστήριο της Ένωσης, βλ. ΔΕΚ, 13.02.1983, Gravier κατά Ville de Liège, C- 293/1983, σκέψη 30.

[7] Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16 έως 23.

[8] Οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, ΕΕ L 209 της 24.7.1992, σ. 25 έως 45.

[9] Οδηγία 1999/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 1999 για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης των προσόντων σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες που καλύπτονται από τις οδηγίες ελευθέρωσης, καθώς και μεταβατικών μέτρων, και για τη συμπλήρωση του γενικού συστήματος αναγνώρισης των διπλωμάτων, ΕΕ L 201 της 31.7.1999, σ. 77 έως 93.

[10] ΔΕΚ, 23.10.2008, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, C-274/05, σκέψη 37. Συναφώς, βλ. και ΔΕΚ, 04.12.2008, Χατζηθανάσης, C- 151/07, με την οποία κρίθηκαν τα εξής: «Τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, 3 και 4 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001, έχουν την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής υποχρεούνται, κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, να αναγνωρίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 της ίδιας αυτής οδηγίας, το δίπλωμα που έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους και πιστοποιεί την ολοκλήρωση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε φορέα εγκατεστημένο στο κράτος μέλος υποδοχής ο οποίος, δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα».

[11] ΠΕΚ, 11.02.1992, Παναγιωτοπούλου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Τ-16/90, σκέψη 51. Πρβλ. ΔΕΕ, 10.12.2009, Peśla; C-345/08, σκέψη 36, ΔΕΚ, 13.11.2003, Morgenbesser, σκέψεις 61 και 62, C-313/01 και ΔΕΚ, 07.05.1991 Βλασσοπούλου κατά Ministerium für Justiz, Bundes– und Europaangelegenheiten Baden-Württemberg, C-340/89, σκέψη 9.

[12] ΔΕΚ 13.11.2003, Valentina Neri, C- 153/02, σκέψη 51.

[13] Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, ΕΕ L 255 της 30.09.2005, σ. 22 έως 142.

[14] Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 50, παρ. 3, το κράτος μέλος θα πρέπει να επαληθεύσει τα εξής: «α)

κατά πόσον η εκπαίδευση στο ίδρυμα που παρέσχε την κατάρτιση έχει πιστοποιηθεί επισήμως από το εκπαιδευτικό ίδρυμα που βρίσκεται στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου· β) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης που έχουν εκδοθεί είναι οι ίδιοι με εκείνους που θα είχαν χορηγηθεί εάν η εκπαίδευση είχε πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου στο κράτος μέλος καταγωγής του τίτλου και γ) κατά πόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης προσδίδουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορήγησε τον τίτλο».

[15] Βλ. ΔΕΚ, 07.03.2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-145/99, σκέψη 22.

[16] Βλ. ΔΕΕ, 01.08.2022, Sea Watch, C-14/21 και C-15/21, σκέψεις 83 και 84, ΔΕΕ, 24.06.2019, Popławski, C-573/17, σκέψη 76, ΔΕΕ, 29.06.2017, Popławski, C-579/15, σκέψη 33. Βλ, επίσης, Σκουρής Β. – Βενιζέλος Ευ., Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος και τα περιθώρια ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών στο πεδίο της μη κρατικής ανώτατης εκπαίδευσης, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2024, σ. 74, υποσημ. 134 και εκεί παρατιθέμενη πάγια νομολογία του ΔΕΕ.

[17] ΔΕΕ, 08.11.2016, Ognyanov, C‑554/14, σκέψη 66.

[18] Ως προς την απόλυτη υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού βλ. ΔΕΚ, 15.07.1964, Flaminio Costa κατά ENEL, C-6/64. Ιδίως δε για την αναγνώριση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι συνταγματικών διατάξεων, βλ. ΔΕΚ, 17.12.1970, Internationale Handelsgeschellscaft mbH κατά Einfûhr- für Getreide und Futtermittel.

[19] Βλ. συναφώς, ΔΕΚ 13.11.2003, Valentina Neri, ό.π., ΔΕΕ, 05.03.2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C‑66/18.

[20] Βλ. άρθρο 16 Σ, παρ. 5 και 8.

[21] Αυτ., σκέψη 40.

[22] Βλ, μεταξύ άλλων, ΣτΕ 727/2022, σκέψεις 9-10, και ΣτΕ Ολ. 178/2023, σκέψη 151.

[23] Μεταξάς Α., «Μη κρατικά ΑΕΙ και ενωσιακό δίκαιο: Μεταξύ πραγματικότητας και προσχήματος» στο https://www.constitutionalism.gr/mi-kratuka-aei-kai-enosiako-dikaio/#_ftn10 (πρόσβαση 04.03.2024).

[24] Βλ. ΣτΕ 922/2023, σκέψη 7: «[η] ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, απαγορεύεται δε απολύτως η σύσταση σχολών ανώτατης εκπαίδευσης από ιδιώτες, ασχέτως του προορισμού ή του χαρακτήρα των σχολών αυτών». Βλ. και ΣτΕ 1789/2023, σκέψη 6. Συναφώς, βλ. ΣτΕ 7μ. 3451/2011, σκέψη 11, 567/2010, σκέψη 10, ΣτΕ 1698/2013, σκέψη 9.

[25] Βλ. ΣτΕ Ολ 2770/2011, σκέψη 11, 2771/2011, σκέψη 7. Συναφώς, ως προς την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και τη διάκριση από την ακαδημαϊκή αναγνώριση βλ. ΣτΕ Ολ 180/2023, σκέψη 10,ΣτΕ 7μ. 3100/2017, σκέψη 13. Ως προς τη συνακόλουθη πρόβλεψη περιορισμών, βλ., λ.χ., ΣτΕ 7μ. 3099-3104/2017, με την οποία, αναφορικά με το πρόσφορο των περιορισμών του συστήματος συγκριτικής αξιολόγησης για την πρόσβαση των πτυχιούχων νομικής των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρακτική άσκηση δικηγορίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κρίθηκε ότι αυτοί έχουν τεθεί κατ’ ορθή εφαρμογή των κριτηρίων που επιτάσσονται από τη νομολογία του ΔΕΕ αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 45 και 49 της ΣΛΕΕ.

[26] Βλ. ΣτΕ Ολ 2770-1/2011, ό.π..

[27] Π.Δ. 38/2010, ΦΕΚ Α΄ 78/25.05.2010.

[28] Βλ. τη ρητή επιφύλαξη της Ελλάδας στη στήλη του πίνακα των συγκεκριμένων υποχρεώσεων (Schedule of Specific Commitments) της GATS που αναφέρεται στους «περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά» («Unbound for education institutions granting recognized State diplomas» / «Non consolidé pour les établissements d’ enseignement qui délivrent des diplômes reconnus par l’ État»), Βλ. World Trade Organisation, European Union Schedule of Specific Commitments, GATS/SC/157, 07.05.2019, [https://docs.wto.org/dol2fe/Pages/SS/directdoc.aspx?filename=q:/SCHD/GATS- SC/SC157.pdf&Open=True], σ. 108-109.

[29] Αλιβιζάτος Ν., Πέρα από το 16, Τα πριν και τα Μετά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, βλ, ιδίως, σελ. 157.

[30] Βλ., ιδίως, Αλιβιζάτος Ν., «Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα», ΝοΒ 2/2024· του ίδιου, «Όταν η πολιτική ατολμία κρύβεται πίσω από τον νομικό σχολαστικισμό», στο https://www.constitutionalism.gr/otan-i-politiki-atolmia-krivetai-piso-apo-ton-nomiko-sxolastixismo (πρόσβαση 04.03.2024)· Βενιζέλου – Σκουρή, Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία, ό.π.· Μανιτάκης Α. «Η συνταγματική απαγόρευση της ίδρυσης από ιδιώτες σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό το φως των οικονομικών και ακαδημαϊκών ελευθεριών του Δικαίου της Ένωσης», στο https://www.constitutionalism.gr/i-sintagmatiki-apagorefsi-tis-idrisis-sxolon-apo-idiotes/ (πρόσβαση: 11.07.2023)· του ίδιου, «H κρυφή γοητεία του άρθρου 28 του Συντάγματος», στο https://www.tanea.gr/2023/07/16/opinions/h-kryfi-goiteia-tou-arthrou-28-tou-syntagmatos/ (πρόσβαση 16.07.2023)· του ίδιου, «Η διάτρητη, συνταγµατικά, απαγόρευση του άρθρου 16», στο https://www.constitutionalism.gr/i-diatriti-sintagmatika-apagorefsi-tou-arthrou-16/ (πρόσβαση 24.08.2023)· του ίδιου, «Η συνταγματικότητα της εγκατάστασης παραρτημάτων αλλοδαπών μη κρατικών πανεπιστημίων. Μια οφειλόμενη απάντηση», στο https://www.constitutionalism.gr/i-sintagmatikotita-tis-egkatastasis-parathmaton-alodapon-mi-kratikon-panepistimion/ (πρόσβαση 28.08.2023)· του ίδιου, «Η ερμηνεία της διάταξης (Οι διακρατικές συμφωνίες αντιμέτωπες με το άρθρο 16Σ)», στο https://www.constitutionalism.gr/i-ermineia-tis-diataxis-arthro-16s/ (πρόσβαση: 03.09.2023)· του ίδιου, «Αναχρονιστική και αντίθετη στην ακαδημαϊκή ελευθερία», στο https://www.constitutionalism.gr/anaxronistiki-kai-antitheti-stin-akadimaiki-eleftheria/ (πρόσβαση: 05.02.2024).

[31] Βλ., ιδίως, τις απόψεις Γιαννακόπουλος Κ., «Η απαξίωση του Συντάγματος. Σχόλια στο σχέδιο νόμου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια», στο https://nomarchia.gr/i-apaksiosi-tou-syntagmatos/ (πρόσβαση: 12.02.2024)· του ίδιου, «Το άρθρο 16 του Συντάγματος στη δίνη του νεοφεουδαρχικού συνταγματισμού», συμβολή στον Τιμητικό Τόμο για τον τ. Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκό και Επίτιμο Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Π. Παυλόπουλο, στο https://cyannakopoulos.gr/wp-content/uploads/2023/10/CY_117.pdf (πρόσβαση: 30.10.2023)· Δρόσος Ι., «Ιδιωτικά Πανεπιστήμια και η κακομεταχείριση του συνταγματικού λόγου», στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/idiwtika-panepistimia-kai-h-kakometaxeirish-tou-syntagmatikou-logou/ (πρόσβαση: 04.03.2024)· Καμτσίδου Ιφ., «Η παραβίαση του άρθρου 16 Συντ. δεν είναι ένας απλός ερμηνευτικός νεωτερισμός», στο https://www.constitutionalism.gr/i-paraviasi-tou-arthrou-16-sintagmatos-den-einai-aplos-ermineftikos-neoterismos/ (πρόσβαση: 03.01.2024)· της ίδιας, «Το Πανεπιστήμιο ανάμεσα στο κράτος και την αγορά», στο https://www.constitutionalism.gr/to-panepistimio-anamesa-sto-kratos-kai-tin-agora/ (πρόσβαση: 23.07.2023)· Καραμανώφ Μ., «“Βόμβα” της πρώην αντιπροέδρου του ΣτΕ για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια – “Μόνο με συνταγματική αναθεώρηση”», σε Εφημερίδα Τα Νέα, 12.02.2024· Κατρούγκαλος Γ., «Ο Αββάς Σιεγιές και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», στο https://www.constitutionalism.gr/o-avvas-segies-gia-ta-idiotika-panepistimia/ (πρόσβαση: 02.01.2024)· Κοντιάδης Ξ., «Αντισυνταγματική η λειτουργία ιδιωτικών Πανεπιστημίων», στο https://www.constitutionalism.gr/antisintagmatiki-i-leitourgia-idiotikon-panepistimion/, (πρόσβαση: 14.02.2024)· Λαζαράτος Π., «Λίγα θεμελιώδη για το άρθρο 16 Συντάγματος», στο https://www.dikastiko.gr/articles/panos-lazaratos-liga-themeliodi-gia-to-arthro-16-syntagmatos/ (πρόσβαση: 17.07.2023)· του ίδιου, «Η γνωμοδότηση Σκουρή- Βενιζέλου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, στο  https://www.dikastiko.gr/articles/panos-lazaratos-i-gnomodotisi-skoyri-venizeloy-gia-ta-idiotika-panepistimia/, (πρόσβαση: 31.01.2024)· «Πάνος Λαζαράτος: Και πάλι – Μη Κρατικά ΑΕΙ και Σύνταγμα», στο https://www.dikastiko.gr/articles/panos-lazaratos-kai-pali-mi-kratika-aei-kai-syntagma/ (πρόσβαση: 31.01.2024)· Μεταξά, Μη κρατικά ΑΕΙ και ενωσιακό δίκαιο, αυτ.· Μποτόπουλος Κ. «Διάλογος με το Δάσκαλο Αντώνη Μανιτάκη. Επί του άρθρου του “Η συνταγματική απαγόρευση της ίδρυσης από ιδιώτες σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό το φως των οικονομικών και ακαδημαϊκών ελευθεριών του Δικαίου της Ένωσης”», στο https://www.constitutionalism.gr/dialogos-me-ton-daskalo-antoni-manitaki/ (πρόσβαση: 20.07.2023)· Σωτηρέλης Γ., «Αναπάντητα ερωτήματα για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Γιατί η κυβέρνηση επέλεξε την κατάλυση αντί της αναθεώρησης του Συντάγματος;», στο https://www.constitutionalism.gr/giati-i-kivernisi-epelexe-tin-katalisi-anti-tis-anatheorisis-tou-simtagmatos/#_ftn22 (πρόσβαση: 06.03.2024)· Χρήστου Β., «Το αίτημα «Πανεπιστήμιο»», στο https://www.constitutionalism.gr/to-aitima-panepistimio/ (πρόσβαση: 21.02.2024).

[32] Βλ. Γιαννακόπουλος, Το άρθρο 16 του Συντάγματος στη δίνη του νεοφεουδαρχικού συνταγματισμού, αυτ..

[33] Βλ. συναφώς, Μαντζούφας Π., «Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ανάμεσα στη συνταγματική απαγόρευση και τις ενωσιακές επιταγές», στο https://www.constitutionalism.gr/ta-paneistimia-anamesa-sti-sintagmatiki-apagorefsi-kai-tis-enosiakes-epitages/ (πρόσβαση: 09.02.2024), σύμφωνα με τον οποίο «[η] θεμελίωση της δυνατότητας ίδρυσης στο δικαίωμα εγκατάστασης δύσκολα θα βρει έρεισμα στο ενωσιακό δίκαιο στο βαθμό που τα ιδιωτικά ιδρύματα θα παρέχουν ακαδημαϊκούς τίτλους και όχι μόνο επαγγελματικούς για τους οποίους υπάρχει σχετική οδηγία και νομολογιακά διαπιστωμένη δέσμευση αναγνώρισης».

[34] Ν. 741/1977, «Περί συστάσεως Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής και ρυθμίσεως θεμάτων τινών αφορώντων εις τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα», ΦΕΚ Α’ 314/14.10.1977.

[35] Ν. 576/1977, «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Μέσης και Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως», ΦΕΚ Α’ 102/13.04.1977.

[36] Ν. 1404/1983, «Δομή και λειτουργία των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», ΦΕΚ Α’ 173/24.11.1983.

[37] Συγκεκριμένα, το Ι.Τ.Ε. είχε την αρμοδιότητα: α) να αποφαίνεται για το ομοταγές με τα ΤΕΙ των σχολών ή τμημάτων της τριτοβάθμιας μη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης του εξωτερικού, την ισοτιμία των τίτλων σπουδών που χορηγούσαν και την αντιστοιχία τους, εφόσον υπήρχε, με τους τίτλους που απονέμονταν από τα ΤΕΙ, β) να παραπέμπει για κατάταξη σε εξάμηνο σπουδών ή για συμπληρωματική εξέταση συγκεκριμένων μαθημάτων σε τμήμα ΤΕΙ των κατόχων τίτλων της αλλοδαπής ομοταγών προς τα ΤΕΙ που δεν ήταν αντίστοιχοι ή δεν ήταν δυνατό να αναγνωριστούν ως ισότιμοι με τους τίτλους που χορηγούσαν τα ΤΕΙ. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Ισοτιμιών περιήλθαν τότε στο Ι.Τ.Ε.

[38] Ν. 3328/2005, «Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α’ 80/01.04.2005. Σημειώνεται ότι, πλέον, η λειτουργία του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. και η διαδικασία αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοδυναμίας τίτλων διέπονται από τα Άρθρα 297-316, 442-444 και 479-481 του Ν.4957/2022 Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των Α.Ε.Ι. με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις, ΦΕΚ Α’ 141/21.07.2022.

[39] Βλ. άρθρο 298 Ν. 4957/2022.

[40] Όπως η σχετική διαδικασία τροποποιήθηκε και ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 168 του Ν. 4635/2019, «Επενδύω στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α΄167/30.10.2019 και περιλαμβάνει και γραπτή δοκιμασία. Υπενθυμίζεται ότι το Α.Τ.Ε.Ε.Ν. αντικατέστησε το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.).

[41] Βλαχογιάννης Απ. «Η ανάγνωση των πτυχίων των κολλεγίων υπό το φως του (αφανούς) άρθρου 16 του Συντάγματος, στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/i-anagnorisi-ton-ptyxion-ton-kollegion-ypo-to-fos-tou-afanousarthrou-16-tou-syntagmatos/ (πρόσβαση: 28.01.2020).

[42] Βλ. αναφορικά με την απουσία τέτοιας δυνατότητας έως τώρα ΣτΕ 1689/2013, σκέψη 6.

[43] Βλ., ενδεικτικά, Λακασάς Απ., «Κούρσα κολεγίων για μια άδεια ΑΕΙ», Η Καθημερινή, στο https://www.kathimerini.gr/society/562912474/koyrsa-kolegion-gia-mia-adeia-aei/ (πρόσβαση: 04.03.2024). Βλ. επίσης Πιερρακάκης Κ. «Και τα κολέγια μπορούν να ιδρύσουν μη κρατικό πανεπιστήμιο», Εφημερίδα των Συντακτών, στο https://www.efsyn.gr/politiki/kybernisi/416475_kyr-pierrakakis-kai-ta-kolegia-mporoyn-na-idrysoyn-mi-kratiko (πρόσβαση: 24.12.2023).

[44] Βλ. ιστοσελίδα Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. https://www.doatap.gr/anagnorish/ethniko-mitroo-typon-titlon-spoudon-anagnorismenon-idrymaton/

[45] Συναφώς, σημειώνεται ότι σχετικές αντιρρήσεις και προτάσεις προβλήθηκαν κατά το στάδιο διαβούλευσης του νομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, διατυπώθηκαν προτάσεις αναφορικά με το ζήτημα της ελάχιστης βάσης εισαγωγής, της προϋπόθεσης απολυτηρίου λυκείου και όχι ΕΠΑΛ, ωστόσο δεν υιοθετήθηκαν «είτε επειδή δεν κρίθηκαν αναγκαίες αντίστοιχες με τα υποβληθέντα σχόλια τροποποιήσεις, είτε επειδή οι υποβληθείσες προτάσεις στη διαβούλευση καλύπτονται ήδη από την κανονιστική εμβέλεια των προτεινόμενων διατάξεων» (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 5094/2024, σελ. 244).

[46] Ως προς την έννοια της συνταγματικής απορρύθμισης βλ. συναφώς Yannakopoulos C., La déreglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas, Athènes-Thessalonique 2019.

[47] Βλ. σχετικές επιφυλάξεις που εξέφρασε ο Γιαννακόπουλος Κ., «Μεθόδευση διάσπασης του κρατικού μονοπωλίου», σε Το Βήμα της Κυριακής, 03.03.2024, διαθέσιμο και στο https://cyannakopoulos.gr/wp-content/uploads/2024/03/CY_122.pdf (πρόσβαση 09.04.2024).

Η Μαριάνθη Σταθάκη, απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Δημοσίου Συγκριτικού και Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Paris 1 Panthéon – Sorbonne και Διδάκτορας Δημοσίου Συγκριτικού Δικαίου του ίδιου Πανεπιστημίου. Η διδακτορική της διατριβής, με θέμα «Η αμοιβή του αντισυμβαλλομένου της Διοίκησης στις Δημόσιες Συμβάσεις- Συγκριτική Μελέτη ανάμεσα στο γαλλικό, το ελληνικό και το γερμανικό δίκαιο», τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης διατριβής στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο του Γαλλογερμανικού Πανεπιστημίου (Université franco-allemande). Κατά τη διάρκεια εκπόνησης της διατριβής της, παρέδωσε προπτυχιακά φροντιστηριακά μαθήματα Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Paris 1 Panthéon – Sorbonne και επισκέφθηκε ως ερευνήτρια το Ινστιτούτο Ευρωπαϊκού και Γερμανικού Διοικητικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, με υποτροφίες του Ιδρύματος HESAM Université (υποτροφία διεθνούς κινητικότητας «Claude Lévi- Strauss») και του Γαλλογερμανικού Πανεπιστημίου. Διδάσκει ως μέλος ΣΕΠ στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Αρθρογραφεί για ζητήματα διοικητικού δικαίου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο