Με την απόφαση Achmea της 6ης Μαρτίου 2018, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΔΕΕ), αποφαινόμενο επί προδικαστικών ερωτημάτων που τέθηκαν ενώπιόν του από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας, διευκρίνισε ότι ρήτρα διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε ενδοενωσιακή διμερή επενδυτική συμφωνία (εφεξής: ΔΕΣ) και αναθέτει την επίλυση διαφορών σχετικών με επενδύσεις σε διαιτητικό δικαστήριο, που κείται εκτός του επίσημου δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, θίγει την αυτονομία του ενωσιακού δικαίου στον βαθμό που επιτρέπει την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου αυτού από όργανο που δεν έχει τον χαρακτήρα «δικαστηρίου κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.[1] Η υπαγωγή τέτοιων διαφορών σε όργανο που δεν συνιστά τμήμα του δικαιοδοτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής: ΕΕ) – και άρα δεν μετέχει στον διάλογο μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών που καθιερώνεται μέσω του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής – κρίθηκε ικανή να θέσει σε κίνδυνο τόσο την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και τη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του δικαίου που θεσπίζουν οι Συνθήκες. Τον Ιανουάριο του 2019, στον απόηχο της Achmea, τα κράτη μέλη, με πολιτική δήλωσή τους, ανέλαβαν τη δέσμευση να μεριμνήσουν για την καταγγελία των μεταξύ τους ΔΕΣ.[2] Πράγματι, στις 5 Μαΐου 2020, 23 κράτη μέλη υπέγραψαν συμφωνία για τη λήξη ισχύος των ενδοενωσιακών ΔΕΣ στις οποίες εξακολουθούσαν να είναι συμβαλλόμενα μέρη.[3] Με την πολυμερή αυτή συμφωνία, που τέθηκε σε ισχύ στις 29 Αυγούστου 2020, τερματίστηκαν περίπου 130 ενδοενωσιακές ΔΕΣ, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών λήξης ισχύος τους.[4]

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η Achmea αποτελεί, ομολογουμένως, μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις των τελευταίων δεκαετιών με ευρύτατες επιπτώσεις για την επενδυτική κοινότητα και το μέλλον της επενδυτικής διαιτησίας εντός της ΕΕ.[5] Ωστόσο, τα επιχειρήματα όσων καταλογίζουν στο ΔΕΕ τάσεις απομονωτισμού που αποβαίνουν σε βάρος της προστασίας των ενδοενωσιακών επενδυτών, υπαινισσόμενοι ότι η ενωσιακή νομοθεσία δεν προβλέπει επαρκείς ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις για τις ενδοενωσιακές επενδύσεις, φαίνεται ότι έχουν ισχυρό νομικό και πραγματικό έρεισμα και πρέπει να αξιολογηθούν με προσοχή. Η αποτελεσματικότητα της προστασίας που το δίκαιο της Ένωσης επιφυλάσσει στους ενδοενωσιακούς επενδυτές θα πρέπει ειδικότερα να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της οπισθοδρόμησης («backsliding») στον τομέα του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας που παρατηρείται σε ολόκληρη την Ένωση, ιδίως στην Πολωνία και την Ουγγαρία.[6] Η πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης στα δύο αυτά κράτη μέλη, η διατήρηση εμποδίων στην αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων και η παρακώλυση της εφαρμογής, από τους εθνικούς δικαστές, αποφάσεων του ΔΕΕ[7] οπωσδήποτε έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στα εθνικά συστήματα απονομής δικαιοσύνης. Οι τελευταίοι δεν μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το εθνικό δικαστήριο που θα κληθεί να αποφανθεί επί διαφοράς τους με το κράτος υποδοχής της επένδυσης ανταποκρίνεται στις εγγυήσεις για το κράτος δικαίου και τη δικαστική ανεξαρτησία που το ίδιο το ΔΕΕ έχει καθιερώσει στη νομολογία του. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης, έρχεται ολοένα και συχνότερα στο προσκήνιο το ερώτημα αν, αντί της απόλυτης και ανεπιφύλακτης απαγόρευσης της επενδυτικής διαιτησίας σε ενδοενωσιακές διαφορές, προτιμότερο θα ήταν να υιοθετηθεί μια προσέγγιση που θα λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες της συνεχιζόμενης κρίσης του κράτους δικαίου στα δικαιώματα των επενδυτών. Παρακάτω αναπτύσσονται ορισμένες σκέψεις ως προς το ζήτημα αυτό.

Αρχικά, σκιαγραφείται η εν εξελίξει κρίση στον τομέα του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας σε ορισμένα κράτη μέλη και ο αντίκτυπος αυτής της οπισθοδρόμησης στο επίπεδο της προστασίας που επιφυλάσσεται στους ενδοενωσιακούς επενδυτές βάσει του δικαίου της ΕΕ (υπό ΙΙ). Έπειτα, εξετάζεται αν ο θεσμός της επενδυτικής διαιτησίας μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προάσπιση και ενίσχυση του κράτους δικαίου – με τη διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των ενδοενωσιακών επενδύσεων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών ότι οι διαφορές τους θα επιλύονται αποτελεσματικά από ανεξάρτητα όργανα – χωρίς παράλληλα να θίγεται η αυτονομία της ενωσιακής έννομης τάξης (υπό III). Κατά την άποψή μας, ο μόνος τρόπος για τη διάσωση της συμβατότητας της ενδοενωσιακής επενδυτικής διαιτησίας με το δίκαιο της ΕΕ θα ήταν να καταστούν, υπό προϋποθέσεις, τα διαιτητικά δικαστήρια μέρος του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης και, κατά συνέπεια, να έχουν την εξουσία να υποβάλλουν στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα (υπό ΙV). Η μελέτη ολοκληρώνεται με ορισμένες συμπερασματικές σκέψεις σχετικά με την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα που οφείλει να επιδείξει το ΔΕΕ εν μέσω της κρίσης του κράτους δικαίου, ώστε να μην υποβιβαστεί το επίπεδο προστασίας των επενδύσεων εντός της ενιαίας αγοράς και ταυτόχρονα να ενισχυθεί η προστασία των θεμελιωδών αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ εντός της Ένωσης (υπό V).

ΙΙ. Κλονισμός της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και υποβάθμιση των προτύπων προστασίας των ενδοενωσιακών επενδύσεων

Στη νομολογία Achmea ακολουθείται πιστά η συλλογιστική που έχει αναπτύξει το ΔΕΕ σε όλες τις πρόσφατες αποφάσεις του σχετικά με το κράτος δικαίου. Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, η καθιερωμένη πλέον συνδυαστική ανάγνωση των άρθρων 2 ΣΕΕ και 19 παρ. 1 εδάφιο β’ ΣΕΕ και επισφραγίζεται με την επίκληση των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών (άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ),[8] οι οποίες από κοινού διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στη «συνταγματοποίηση» του ενωσιακού δικαίου.[9] Υπενθυμίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδάφιο β’ ΣΕΕ αξιοποιήθηκε για πρώτη φορά από το ΔΕΕ προς τον σκοπό της διασφάλισης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης σε κράτος μέλος στην απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, που αφορούσε τη συμβατότητα με την αρχή της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας των γενικών μέτρων μείωσης των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών στην Πορτογαλία, ενόψει της ανάγκης περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας.[10] Με την απόφαση αυτή αναβαθμίστηκε ποιοτικά η έννοια της δικαστικής ανεξαρτησίας με την ρητή παραδοχή ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 2 ΣΕΕ, αναθέτοντας το καθήκον άσκησης του δικαστικού ελέγχου εντός της έννομης τάξης της Ένωσης όχι μόνο στο ΔΕΕ, αλλά και στα εθνικά δικαστήρια.[11] Μέσω αυτής της νομολογιακής κατασκευής κατέστη πλέον δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, από το ίδιο το ΔΕΕ, των κανόνων που διέπουν την οργάνωση της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών. Η ενεργοποίηση μιας τέτοιας δυνατότητας ήρθε να ενισχύσει το θεσμικό οπλοστάσιο της Ένωσης για την αντιμετώπιση της κρίσης του κράτους δικαίου, σε μια χρονική συγκυρία όπου στοχευμένες επιθέσεις κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης σε συγκεκριμένα κράτη μέλη διαρκώς πληθαίνουν.

Στην κατηγορία εκείνη των αποφάσεων, με τις οποίες το ΔΕΕ επιχειρεί, ενόσω τα φαινόμενα οπισθοδρόμησης στην Ευρώπη εξακολουθούν να επιδεινώνονται, να ενισχύσει τον ρόλο του, ανήκει και η Achmea. Εδώ το ΔΕΕ υπερασπίζεται με σθένος το προνόμιό του να έχει την τελευταία λέξη σε ζητήματα εφαρμογής και ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης,[12] επικαλούμενο ορισμένες από τις πιο θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματισμού.[13] Δεν είναι η πρώτη φορά, εξάλλου, που το ΔΕΕ καταφεύγει σε θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου προκειμένου να θωρακίσει το ερμηνευτικό μονοπώλιο που επιφυλάσσει για τον εαυτό του από κάθε επιρροή του δημοσίου διεθνούς δικαίου.[14] Είναι, ωστόσο, πράγματι δικαιολογημένο το καθεστώς μόνιμης σύγκρουσης μεταξύ διεθνούς επενδυτικού δικαίου και δικαίου της ΕΕ που αναπαράγει το ΔΕΕ;

Για τους σκοπούς της παρούσας μελέτης θα αρκεστούμε στη διαπίστωση ότι οι επικρίσεις που δέχεται παραδοσιακά ο θεσμός της επενδυτικής διαιτησίας,[15] και οι οποίες αφορούν ιδίως την έλλειψη εγγυήσεων ανεξαρτησίας των διαιτητών και την αδυναμία αναθεώρησης των διαιτητικών αποφάσεων, δικαιολογούν – τουλάχιστον ως έναν βαθμό – την καχυποψία, με την οποία αντιμετωπίζει το ΔΕΕ τη διευθέτηση ενδοενωσιακών επενδυτικών διαφορών από διαιτητικά δικαστήρια. Επιπλέον, και ανεξάρτητα από τις όποιες ελλείψεις του θεσμού της επενδυτικής διαιτησίας, το κρίσιμο είναι ότι οι αρχές της αυτονομίας, της συνοχής, της ομοιόμορφης ερμηνείας, της πλήρους εφαρμογής και της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης δεν ανέχονται καμία απόκλιση από τον ρόλο του ΔΕΕ ως τελικού κριτή σε θέματα ενωσιακού δικαίου. Στη σχετική νομολογία υποστηρίζεται ότι για τη διαπίστωση της ασυμβατότητας των ΔΕΣ με το ενωσιακό δίκαιο δεν απαιτείται ευθεία ή διακριβωμένη σύγκρουση μεταξύ των διατάξεων των δύο νομικών συστημάτων, αλλά αρκεί το ενδεχόμενο και μόνο σύγκρουσης ή απόκλισης που δύναται να προκληθεί από την μερική μεταξύ τους επικάλυψη ή από τη διαφορετική παράλληλη ρύθμιση δυνάμει ΔΕΣ, θεμάτων που ρυθμίζονται και από το ενωσιακό δίκαιο (ακόμα και αν η παρεχόμενη από την ΔΕΣ προστασία είναι ευρύτερη).[16] Το παράλληλο καθεστώς προστασίας που παρέχεται στον ενδοενωσιακό επενδυτή βάσει μιας ΔΕΣ θεωρείται ότι αντίκειται, πέραν όλων των άλλων, και στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών,[17] εφόσον η ρήτρα επίλυσης διαφορών της ΔΕΣ γίνεται αντιληπτή ως αντιστάθμιση της έλλειψης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ δύο κρατών μελών.

Από την άλλη πλευρά, όμως, και προκειμένου να μην κατηγορηθεί για «στρουθοκαμηλισμό», το ΔΕΕ οφείλει να εξηγήσει με πειστικά επιχειρήματα πώς, ενόψει της συστηματικής υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ενδοενωσιακοί επενδυτές μπορούν να είναι βέβαιοι ότι το δικαιοδοτικό σύστημα που έχουν καθιερώσει οι Συνθήκες είναι ικανό να εγγυηθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων τους. Η Επιτροπή μπορεί να διατείνεται ότι το νομικό σύστημα της ΕΕ (ιδίως μέσω των θεμελιωδών ελευθεριών και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) προστατεύει επαρκώς και αποτελεσματικά τους διασυνοριακούς επενδυτές στην ενιαία αγορά, καθώς και ότι τα συστήματα απονομής δικαιοσύνης των κρατών μελών υπόκεινται σε αυστηρά πρότυπα ανεξαρτησίας, ποιότητας και αποτελεσματικότητας,[18] ωστόσο, η ίδια η πραγματικότητα θέτει εν αμφιβόλω το έρεισμα αυτής της διαβεβαίωσης.[19] Πρώτον, ο μεγάλος αριθμός υποθέσεων διαιτησίας εντός της Ένωσης φαίνεται να υποδηλώνει ότι οι ενδοενωσιακοί επενδυτές θεωρούν το πλαίσιο προστασίας των ΔΕΣ πιο ολοκληρωμένο και πιο αποτελεσματικό από εκείνο που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο. Πράγματι, η προστασία που παρέχουν οι ενδοενωσιακές ΔΕΣ είναι, αποδεδειγμένα, πολλές φορές ευρύτερη από εκείνη των κανόνων της εσωτερικής αγοράς στο δίκαιο της ΕΕ.[20] Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υφίσταται απόλυτη αλληλεπικάλυψη μεταξύ τους, στον βαθμό που δεν εξυπηρετούν τους ίδιους σκοπούς ούτε προβλέπουν ισοδύναμα ένδικα βοηθήματα και μέσα για την προστασία των επενδύσεων.[21] Δεύτερον, η κρίση του κράτους δικαίου σε ολόκληρη την ΕΕ και η συνεπακόλουθη έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δικαστικών αρχών των διαφόρων κρατών μελών έχουν επηρεάσει και τον τομέα της προστασίας των επενδύσεων εντός της Ένωσης. Ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, βρίσκεται σε εξέλιξη μια κατάσταση συστηματικής απόκλισης συγκεκριμένων κρατών μελών από τις θεμελιώδεις αξίες του άρθρου 2 ΣΕΕ.[22] Ιδίως στην Πολωνία και την Ουγγαρία εξακολουθούν να παρατηρούνται φαινόμενα σοβαρής και διαρκούς υποβάθμισης του κράτους δικαίου, με συνειδητές επιθέσεις κατά της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, παρά την ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 7 παρ. 1 ΣΕΕ.[23] Οι ανεξέλεγκτες παρεμβάσεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης των δύο αυτών κρατών μελών οπωσδήποτε δεν συνάδουν με ένα δημοκρατικό κράτος, διεπόμενο από την αρχή του κράτους δικαίου. Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική, όταν λαμβάνονται επενδυτικές αποφάσεις και διακυβεύονται τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικό της «αμοιβαίας καχυποψίας» που επικρατεί μεταξύ των κρατών μελών είναι ότι υπάρχουν παραδείγματα εθνικών δικαστηρίων (της Ιρλανδίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Ολλανδίας και της Σλοβακίας) που έχουν εκφράσει ανοικτά την έλλειψη εμπιστοσύνης τους στο δικαστικό σύστημα της Πολωνίας και έχουν αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εκδοθέντων από πολωνικά δικαστήρια.[24] Σε όλα αυτά, θα πρέπει κανείς να συνεκτιμήσει τις υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης που αποτελούν συστημικό πρόβλημα πολλών κρατών μελών, όπως συχνά επιβεβαιώνεται από αποφάσεις του ΕΔΔΑ.[25] Για όλους αυτούς τους λόγους, οι επενδυτές θεωρούν τη δυνατότητα προσφυγής σε διαιτησία ιδιαιτέρως σημαντική, όταν αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν ξένες επενδύσεις.[26]

IΙΙ. Αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων

Σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της κρίσης του κράτους δικαίου, το ΔΕΕ, πράγματι, έσπευσε να ενισχύσει την ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών (η οποία, εξάλλου, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής) καθιστώντας, μέσω της νομολογίας του, τους κανόνες οργάνωσης της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών αντικείμενο ελέγχου από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους.[27] Η αξιοποίηση του άρθρου 19 παρ. 1 ΣΕΕ στο πλαίσιο αυτό έχει, ομολογουμένως, ενισχύσει σημαντικά τον ρόλο του ΔΕΕ και ήρθε για να αντισταθμίσει, ως έναν βαθμό, τις ελλείψεις της διαδικασίας του άρθρου 7 παρ. 1 ΣΕΕ.[28] Οι θετικές αυτές εξελίξεις, ωστόσο, δεν μεταφράζονται σε απτές βελτιώσεις στην πράξη. Αξιοσημείωτη πρόοδος ως προς τον σεβασμό των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ και την αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών δεν έχει υπάρξει,[29] με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε Ψήφισμά του να επισημαίνει ότι «η κατάσταση τόσο στην Πολωνία όσο και στην Ουγγαρία έχει επιδεινωθεί από την έναρξη ισχύος του άρθρου 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ».[30] Ακόμα, όμως, κι αν η κρίση του κράτους δικαίου δεν υφίστατο ως πρόβλημα, γεγονός παραμένει ότι η παρεχόμενη από τις ΔΕΣ προστασία είναι συνήθως ευρύτερη από εκείνη, δυνάμει του δικαίου της Ένωσης. Συνεπώς, η προσφυγή στη διαιτησία αποτελεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, το μοναδικό μέσο για την πλήρη και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των θιγόμενων επενδυτών, ιδίως στα κράτη μέλη, όπου συντελούνται συστηματικές παραβιάσεις αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ.[31]

Υπό το φως της κρίσης του κράτους δικαίου σε ολόκληρη την ΕΕ, θεωρούμε ότι εναλλακτικές λύσεις για την επιβολή του κράτους δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των επενδυτών θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο εντός του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, αλλά και πέραν αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, χρήσιμοι σύμμαχοι της ΕΕ μπορούν να αποδειχθούν τα διαιτητικά δικαστήρια που συγκροτούνται δυνάμει διεθνών επενδυτικών συμφωνιών, τα οποία, λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών τους, είναι πιο ανθεκτικά απέναντι σε αυταρχικές κυβερνήσεις.[32] Όσοι μελετητές υποστηρίζουν αυτή την άποψη σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι ο θεσμός της επενδυτικής διαιτησίας δεν είναι τέλειος, έχει επικριθεί δικαίως σε πολλά επίπεδα και αντιμετωπίζει αρκετές προκλήσεις.[33] Παρόλα αυτά, οι ελλείψεις του δεν είναι τέτοιας φύσης ή βαρύτητας, ώστε να απορρίπτεται στο σύνολό του. Σε περιόδους κρίσης και αστάθειας, η ΕΕ θα πρέπει να επιστρέφει σε θεσμούς που έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους και την αντοχή τους στον χρόνο και αποπνέουν εμπιστοσύνη στους πολίτες. Όπως έχει υποστηριχθεί, η προώθηση ενός μοντέλου δικαστικού μονοπωλίου σε μια περίοδο όπου η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, σε ορισμένα κράτη μέλη, δέχεται επιθέσεις από ανελεύθερες κυβερνήσεις δεν είναι η καλύτερη λύση.[34] Δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη την ευάλωτη θέση όσων επενδυτών θα έρθουν αντιμέτωποι με δικαστικά συστήματα κρατών μελών που πλέον δεν πληρούν τις απαιτούμενες εγγυήσεις ανεξαρτησίας,[35] ιδίως όταν διακυβεύονται δικαιώματα από επενδύσεις που αγγίζουν ζωτικά οικονομικά συμφέροντα του κράτους. Η εξάλειψη της επενδυτικής διαιτησίας εντός της ΕΕ ευνοεί προφανώς αυταρχικές κυβερνήσεις κρατών μελών που ασκούν έλεγχο στα εθνικά συστήματα απονομής δικαιοσύνης.[36] Δεν είναι τυχαίο ότι τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στην υπόθεση Achmea και υποστήριξαν την έλλειψη συμβατότητας των ενδοενωσιακών ΔΕΣ με το δίκαιο της Ένωσης είναι κράτη που παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις στον τομέα του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας (π.χ. Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Τσεχία) και εναντίον τους έχουν κινηθεί πλείονες διαιτητικές διαδικασίες στο πλαίσιο ΔΕΣ.[37] Συνεπώς, όπως πολύ εύστοχα έχει διατυπωθεί, πραγματική απειλή για την αυτονομία του ενωσιακού δικαίου δεν αποτελούν οι ενδοενωσιακές διαιτητικές διαδικασίες, αλλά οι ανελεύθερες κυβερνήσεις ορισμένων κρατών μελών.[38]

Η διστακτικότητα των επενδυτών να εμπιστευθούν τα εθνικά δικαστικά συστήματα αποδεικνύεται από την κίνηση νέων διαιτητικών διαδικασιών βάσει ενδοενωσιακών ΔΕΣ ακόμα και μετά την Achmea.[39] Στο πλαίσιο αυτό, και προτού οι επενδυτές αναγκαστούν να αναζητήσουν διεξόδους εκτός ΕΕ (π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στην Ελβετία), το ΔΕΕ θα μπορούσε να αναζητήσει τρόπους γόνιμης συνύπαρξης του διεθνούς επενδυτικού δικαίου με το δίκαιο της ΕΕ,[40] χωρίς παράλληλα να θίγονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ενωσιακής έννομης τάξης. Κατά την άποψή μας, το να επιτραπεί (ή ακόμα και να απαιτηθεί), υπό προϋποθέσεις, τα διαιτητικά δικαστήρια να «συνομιλούν» με το ΔΕΕ κάθε φορά που ανακύπτουν ενώπιόν τους ζητήματα του δικαίου της Ένωσης[41] θα ήταν μια λύση προς τη σωστή κατεύθυνση. Για τον σκοπό αυτό, το ΔΕΕ θα μπορούσε, επί τη βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, να αναγνωρίσει ως «δικαστήρια κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, όσα διαιτητικά δικαστήρια πληρούν τα κριτήρια που έχει καθιερώσει με τη νομολογία του.[42] Αυτό ακριβώς πρότεινε και ο Γενικός Εισαγγελέας  (εφεξής: ΓΕ) Wathelet με τις Προτάσεις του στην υπόθεση Achmea.

IV. Η δυνατότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων από διαιτητικά δικαστήρια των ενδοενωσιακών ΔΕΣ

Προκαταρκτικά, υπενθυμίζουμε ότι προδικαστικά ερωτήματα μπορεί να απευθύνει στο ΔΕΕ μόνον όργανο που εντάσσεται στο δικαιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, αποτελεί δηλαδή «δικαστήριο κράτους μέλους» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Σε ό,τι αφορά στην εμπορική διαιτησία, το ΔΕΕ παγίως αποκλείει τη δυνατότητα των διαιτητικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, μολονότι έχει αναγνωρίσει ότι η λειτουργία των δικαστηρίων αυτών παρουσιάζει μια ορισμένη ομοιότητα με τη λειτουργία των τακτικών δικαστηρίων.[43] Ο βασικός λόγος είναι ότι μια διαδικασία εμπορικής διαιτησίας θεμελιώνεται στην αυτονομία της βούλησης των εμπλεκομένων μερών και η νομική βάση της δικαιοδοσίας του διαιτητικού δικαστηρίου που συστήνεται στο πλαίσιο αυτό είναι συμβατική ρήτρα ιδιωτικού δικαίου. Άρα, δεν πληρούνται δύο από τα κριτήρια[44] της ενωσιακής νομολογίας για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως «δικαστηρίου» υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ: το κριτήριο της ίδρυσης του οργάνου με νόμο και το κριτήριο της υποχρεωτικότητας της δικαιοδοσίας του. Στην περίπτωση της επενδυτικής διαιτησίας, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς η αρμοδιότητα του διαιτητικού δικαστηρίου θεμελιώνεται σε διεθνή συνθήκη και στον κυρωτικό αυτής νόμο.[45] Συνεπώς, η παρέμβαση των δημοσίων αρχών στην επιλογή της οδού της διαιτησίας, αλλά και στην ίδια τη διαιτητική διαδικασία είναι φανερή.[46] Επιπλέον, το γεγονός ότι ο επενδυτής μπορεί να επιλέξει να προσφύγει είτε ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους είτε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τη δεσμευτικότητα της δικαιοδοσίας του διαιτητικού δικαστηρίου.[47] Ως προς την απαίτηση περί μονιμότητας του οργάνου, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι αυτή πληρούται, εφόσον το διαιτητικό δικαστήριο λειτουργεί στο πλαίσιο ενός σταθερού θεσμού διαιτησίας, ανεξάρτητα από το εάν η δράση του εκδηλώνεται μέσω προσωρινών σχηματισμών διαιτητικών οργάνων, που παύουν να υφίστανται με την περάτωση της υπόθεσης, για την επίλυση της οποίας διορίστηκαν.[48] Ενόψει αυτής της διαπίστωσης, εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι διαιτητικά δικαστήρια που λειτουργούν στο πλαίσιο σταθερών θεσμών διαιτησίας (π.χ. ICSID, UNCITRAL) είναι μόνιμα όργανα, συνεπώς, εφόσον ικανοποιούν και τα λοιπά κριτήρια, αποτελούν δικαστήρια υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ και, άρα, έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Τούτο θα σήμαινε αυτομάτως ότι δεν υφίσταται ασυμβατότητα με τα άρθρα 267 και 344 ΣΛΕΕ.

Το συμπέρασμα αυτό δεν θα πρέπει να αναιρεθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι το διαιτητικό δικαστήριο στο πλαίσιο της Achmea, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο ΓΕ Wathelet στις Προτάσεις του,[49] δεν χαρακτηρίστηκε ως «δικαστήριο κράτους μέλους» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Στην περίπτωση του δικαστηρίου αυτού, το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι δεν συνιστούσε στοιχείο του δικαιοδοτικού συστήματος κάποιου «κράτους μέλους».[50] Αν όμως έχουμε ενώπιόν μας ένα διαιτητικό όργανο που εντάσσεται στο δικαιοδοτικό σύστημα κράτους μέλους, γιατί να θεωρηθεί εξ ορισμού αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης η αρμοδιότητά του να επιλύει ενδοενωσιακές επενδυτικές διαφορές;

Ενόψει της ευρείας ερμηνείας από το ΔΕΕ των απαιτήσεων της ίδρυσης του οργάνου με νόμο, του δεσμευτικού χαρακτήρα της δικαιοδοσίας του και της μονιμότητάς του, διαιτητικό δικαστήριο που έχει συσταθεί δυνάμει ενδοενωσιακής ΔΕΣ και λειτουργεί στο πλαίσιο σταθερών θεσμών διαιτησίας[51] πληροί πολύ εύκολα και τα υπόλοιπα 3 κριτήρια που έχει καθιερώσει το ΔΕΕ στη νομολογία του για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως «δικαστηρίου κράτους μέλους»: 1) τηρεί την αρχή της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας, 2) εφαρμόζει κανόνες δικαίου κατά την επίλυση των διαφορών που του υποβάλλονται, και 3) οι διαιτητές που το συγκροτούν πρέπει να είναι αμερόληπτοι και ανεξάρτητοι. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΓΕ Wathelet πρότεινε, αντί της απόλυτης και ανεπιφύλακτης απαγόρευσης της επενδυτικής διαιτησίας εντός της ΕΕ, να εξετάζεται ad hoc αν ένα διαιτητικό δικαστήριο που συστήνεται δυνάμει ενδοενωσιακής ΔΕΣ μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση θετικής απάντησης, σύμφωνα με τον ΓΕ, τα διαιτητικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα, επί ποινή ακυρότητας λόγω παράβασης της δημόσιας τάξης, να σέβονται το δίκαιο της Ένωσης, ενώ σε περίπτωση μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής του δικαίου αυτού, ο ΓΕ πρότεινε τη θεμελίωση αποζημιωτικής ευθύνης του κράτους μέλους καθώς και, ενδεχομένως, την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων των άρθρων 258-259 ΣΛΕΕ.[52]

Συνεπώς, το να θεωρηθεί – υπό προϋποθέσεις και κατόπιν ad hoc αξιολόγησης – διαιτητικό δικαστήριο μέρος του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης και, ως εκ τούτου, να του επιτραπεί να απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ για ζητήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου μόνο προς όφελος των επενδυτών θα μπορούσε να αποβεί, χωρίς παράλληλα να θίγεται η αυτονομία της ενωσιακής έννομης τάξης. Μάλιστα, ο P. Paschalidis φθάνει ένα βήμα παραπέρα και προτείνει μια αναλογική, ενδεχομένως, εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 267 ΣΛΕΕ στα διαιτητικά δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου και τα οποία καλούνται να ερμηνεύσουν ή να εφαρμόσουν δίκαιο της Ένωσης.[53] Ένας συντονισμός αυτού του επιπέδου μεταξύ των δύο νομικών συστημάτων θα συνέβαλε, κατά την άποψή μας, στην ενίσχυση της προστασίας του κράτους δικαίου εντός της ΕΕ και όχι στην αποδυνάμωσή του.

V. Συμπερασματικές σκέψεις

Η Achmea συνιστά σημαντική προσθήκη στη σχετική νομολογία του ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου στο μέτρο που υπενθυμίζει τον θεμελιώδη ρόλο που επιτελεί η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής για τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ενωσιακής έννομης τάξης και αναγνωρίζει στο ακέραιο ότι το ΔΕΕ είναι ο μόνος αυθεντικός ερμηνευτής του ενωσιακού δικαίου. Παράλληλα, αποτελεί το νομολογιακό επιστέγασμα της συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ διεθνούς επενδυτικού δικαίου και δικαίου της Ένωσης. Στέλνεται, έτσι, ένα ηχηρό μήνυμα στους ενδοενωσιακούς επενδυτές ότι εναλλακτικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών που βρίσκονται εκτός του ενωσιακού δικαιοδοτικού οικοδομήματος και επιφορτίζονται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, δυνάμει διάταξης διεθνούς συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ κρατών μελών, υπονομεύουν το σύστημα ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπεται στις Συνθήκες και, ως εκ τούτου, πρέπει να αποκλείονται.[54] Υπό αυτήν την έννοια, η νομολογία Achmea αποτελεί περίπτωση επιθετικής διεκδίκησης από το ΔΕΕ της πρωτοκαθεδρίας του σε ζητήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου, σε μια εποχή, όπου η συνοχή και η πλήρης εφαρμογή του τίθενται υπό διακύβευση από ανελεύθερες κυβερνήσεις. Παράλληλα, και παρά τις έντονες επικρίσεις που έχει δεχθεί κατά καιρούς από τους θιασώτες της επενδυτικής διαιτησίας, θέτει τέλος σε μια σειρά από αλληλένδετους προβληματισμούς που διείπαν για χρόνια τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ του διεθνούς επενδυτικού δικαίου και του δικαίου της ΕΕ.[55]

Ωστόσο, η άποψη που συμμερίζεται το ΔΕΕ από κοινού με την Επιτροπή, ότι, εξ ορισμού, η ίδια η ύπαρξη εναλλακτικού μηχανισμού επίλυσης επενδυτικών διαφορών μεταξύ των κρατών μελών, που ενδέχεται να κληθεί να ερμηνεύσει ή να εφαρμόσει ενωσιακό δίκαιο, μπορεί να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο και να θέσει εν αμφιβόλω την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, είναι προβληματική.[56] Στην ουσία, αυτό που επιδιώκουν είναι να αποκλείσουν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ δικαίου της ΕΕ και διεθνούς (επενδυτικού) δικαίου στο όνομα μιας ενδεχόμενης ασυμβατότητας μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων.[57] Αν και μπορούν να κατανοηθούν οι λόγοι, για τους οποίους έχει υιοθετηθεί μια τέτοια προσέγγιση, από τη σύντομη ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι η διακηρυγμένη εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών έχει κλονιστεί βαθιά «εκ των έσω», λόγω της επιδείνωσης γενικευμένων πλημμελειών στα νομικά συστήματα διαφόρων κρατών μελών, ιδίως στην πολωνική και ουγγρική δικαιοσύνη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την καθολική απαγόρευση σύναψης ή διατήρησης σε ισχύ ενδοενωσιακών ΔΕΣ, συνεπάγεται σημαντική υποβάθμιση των προτύπων προστασίας των ενδοενωσιακών επενδυτών βάσει του δικαίου της ΕΕ, ιδίως στα αποκλίνοντα κράτη μέλη,[58] περιάγοντάς τους σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους εξωενωσιακούς ανταγωνιστές τους και υπονομεύοντας τις επενδύσεις στην εσωτερική αγορά.

Η Επιτροπή, αναγνωρίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης του επιπέδου προστασίας των ενδοενωσιακών επενδυτών, έχει προτείνει διάφορους εναλλακτικούς μηχανισμούς για την ενθάρρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας εντός της εσωτερικής αγοράς, π.χ. τον μηχανισμό Solvit-Invest, που αποτελεί εξελιγμένη μορφή του μηχανισμού συνεργασίας Solvit, ειδικά για τον τομέα των επενδύσεων. Προφανώς, ένας αναβαθμισμένος μηχανισμός τύπου Solvit δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσει επαρκώς τον μηχανισμό της επενδυτικής διαιτησίας. Αυτό σημαίνει ότι η προστασία των δικαιωμάτων των ενδοενωσιακών επενδυτών επαφίεται στα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών, τη στιγμή που τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, διεθνείς οργανισμοί και ΜΚΟ έχουν διαπιστώσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου του κράτους δικαίου και της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Για τους λόγους αυτούς, θεωρούμε ότι, εν μέσω μιας εν εξελίξει κρίσης του κράτους δικαίου, δεν ήταν σοφή η απόφαση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να απαγορεύσουν, κατά τρόπο απόλυτο και ανεπιφύλακτο, την πρόσβαση των ενδοενωσιακών επενδυτών στη διαιτησία,[59] έναν θεσμό που έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προώθηση των επενδύσεων και στην ενίσχυση του διεθνούς κράτους δικαίου,[60] εξασφαλίζοντας, παρά τις όποιες ελλείψεις του, ένα κατά βάση δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα επίλυσης επενδυτικών διαφορών.[61] Αν το ΔΕΕ δεν επιδείξει προσαρμοστικότητα στα νέα δεδομένα και δεν εκμεταλλευτεί τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν, για τους ενδοενωσιακούς επενδυτές, από την αρμονική συνύπαρξη του δικαίου της ΕΕ με το διεθνές (επενδυτικό) δίκαιο, το επίπεδο της προστασίας των επενδύσεων εντός της ΕΕ θα μειωθεί δραματικά. Το γεγονός αυτό θα ωθήσει τους επενδυτές να εξεύρουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις εκτός ΕΕ, π.χ. επιδιώκοντας να αναδιαρθρώσουν τις επενδύσεις τους μέσω τρίτων κρατών.[62] Για να μην συμβεί αυτό, η ΕΕ θα πρέπει να υποστηρίξει εναλλακτικούς μηχανισμούς επιβολής του κράτους δικαίου στα απείθαρχα κράτη μέλη. Σε ό,τι αφορά τον τομέα των επενδύσεων, το αποκεντρωμένο σύστημα της επενδυτικής διαιτησίας, που είναι πιο ανθεκτικό σε επιθέσεις από ανελεύθερες κυβερνήσεις, στις οποίες είναι εκτεθειμένα τα εθνικά δικαστήρια,[63] μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των ενδοενωσιακών επενδύσεων εν μέσω κρίσης του κράτους δικαίου.

 

[1] ΔΕΕ, 6.3.2018, C-284/16, Achmea, σκέψεις 43-49, 56, 58-59.

[2] Declaration of the Representatives of the Governments of the Member States on the legal consequences of the Achmea judgment on investment protection in the EU (15 January 2019), https://finance.ec.europa.eu/document/download/901c4f5e-9c4e-4559-92a1-dc946e174ac5_en?filename=190117-bilateral-investment-treaties_en.pdf (πρόσβαση: 3.3.2024). Ξεχωριστή δήλωση υιοθέτησαν 5 κράτη μέλη (Λουξεμβούργο, Μάλτα, Σλοβενία, Σουηδία, Φινλανδία), ενώ μια τρίτη δήλωση υιοθέτησε αυτοτελώς η Ουγγαρία. Ο λόγος ήταν ότι και τα 6 αυτά κράτη μέλη διαφώνησαν με την άποψη της πλειοψηφίας ότι οι νομικές συνέπειες της Achmea επεκτείνονται και στις ενδοενωσιακές διαδικασίες στο πλαίσιο της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας (εφεξής: ΣΧΕ).

[3] Τη συμφωνία δεν υπέγραψαν η Αυστρία και η Σουηδία (οι οποίες προτίμησαν τις διμερείς καταγγελίες), η Ιρλανδία (η οποία όμως είχε τερματίσει ήδη από το 2011 τη μοναδική ενδοενωσιακή ΔΕΣ που διατηρούσε σε ισχύ), η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

[4] Συμφωνία για τη λήξη ισχύος των διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 29.5.2020, OJ L 169/1. Για μια συνολική παρουσίαση της συμφωνίας, βλ. Tropper J./Reinisch A., «The 2020 Termination Agreement of Intra-EU BITs and Its Effect on Investment Arbitration in the EU – A Public International Law analysis of the termination agreement», The Austrian Yearbook on International Arbitration 16/2022, σ. 301-340. Για λόγους πληρότητας, επισημαίνεται ότι, όπως διευκρινίζεται ρητώς στο Προοίμιο της συμφωνίας, αυτή δεν καλύπτει τις ενδοενωσιακές διαδικασίες βάσει του άρθρου 26 ΣΧΕ. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε σχετικά πρόσφατα το ΔΕΕ στο πλαίσιο αίτησης προδικαστικής απόφασης από γαλλικό δικαστήριο. Με την απόφασή του, της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, στην υπόθεση C-741/19, République de Moldavie, έκανε δεκτό ότι το άρθρο 26 ΣΧΕ δεν έχει εφαρμογή σε ενδοενωσιακές διαφορές (σκέψη 66). Έτσι και ο Γενικός Εισαγγελέας (εφεξής: ΓΕ) Szpunar στις Προτάσεις του, βλ. σημείο 98. Είχε προηγηθεί, με τη μορφή obiter dictum, αντίστοιχη εκτίμηση του ΓΕ Saugmandsgaard Øe στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑798/18 και C‑799/18, Federazione nazionale delle imprese elettrotecniche ed elettroniche (Anie) κ.λπ., υποσημ. 55.

[5] Lavranos N./Singla T., «Achmea: Groundbreaking or Overrated?», SchiedsVZ 6/2018, σ. 348-357.

[6] Για μια αναλυτική περιγραφή του φαινομένου βλ. Pech L./Scheppele K.L., «Illiberalism Within: Rule of Law Backsliding in the EU», CYELS 19/2017, σ. 3-47. Ανησυχητικές εξελίξεις, αλλά πάντως μικρότερης έντασης, έκτασης και σοβαρότητας, παρατηρούνται επίσης στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Βλ., συναφώς, Von Bogdandy Α./Ioannidis Μ., «Das systemische Defizit», ZaöRV 74/2014, σ. 283 (309 επ.)ꞏ Tzortzi V. [et al.], Mutual trust in times of crisis of EU values: State of play and possible next steps, Sakkoulas Publications, 2020, σ. 66-82.

[7] Aρκεί π.χ. να υπενθυμιστεί ότι, τον Φεβρουάριο του 2020, η Πολωνία έθεσε σε ισχύ έναν νέο νόμο («the muzzle law»), ο οποίος θίγει τόσο τη λειτουργία του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής όσο και την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης [βλ. συναφώς ΔΕΕ, 5.6.2023, C-204/21, Επιτροπή κ. Πολωνίας (Indépendance et vie privée des juges)].

[8] ΔΕΕ, 6.3.2018, C-284/16, ό.π., σκέψεις 34-37.

[9] Klamert M., The Principle of Loyalty in EU Law, OUP, 2014, σ. 63 επ.

[10] ΔΕΕ, 27.2.2018, C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses. Ενδεικτικά, βλ. Pech L./Platon S., «A. Court of Justice Judicial independence under threat: The Court of Justice to the rescue in the ASJP case», CMLRev. 55/2018, σ. 1827-1854‧ Bonelli M./Claes M., «Judicial serendipity: how Portuguese judges came to the rescue of the Polish judiciary: ECJ 27 February 2018, Case C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses», EuConst 14/2018, σ. 622-643‧ Menzione S., «Case Note: Anything New under the Sun? An Exercise in Defence of the Reasoning of the CJEU in the ASJP Case», RΕΑLaw 12/2019, σ. 219-236‧ Πρεβεδούρου Ε., «Η έννοια του «δικαστηρίου κράτους μέλους» κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου: judicial passivism, ορθολογική νομολογιακή εξέλιξη ή δογματική συνέπεια;», στο https://www.constitutionalism.gr/2020-09-22_prevedourou-ennoia-ethnikou-dikastiriou/ (πρόσβαση: 5.3.2024).

[11] ΔΕΕ, 27.2.2018, C-64/16, ό.π., σκέψη 32.

[12] Η «αρχή της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ως προς την οριστική ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης» εξαγγέλθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της Γνωμοδότησης 2/13 για την Προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ, σκέψη 246.

[13] ΔΕΕ, 6.3.2018, C-284/16, ό.π., σκέψεις 34-35, 37, 58. Έτσι και μεταγενέστερα στις ΔΕΕ, 2.9.2021, C-741/19, ό.π., σκέψεις 45-46 και ΔΕΕ, 26.10.2021, C-109/20, PL Holdings, σκέψεις 46, 52.

[14] Lavranos N., «Regime Interaction in Investment Arbitration: EU Law; From Peaceful Co-Existence to Permanent Conflict», 13.1.2022, Kluwer Arbitration Blog (πρόσβαση: 5.3.2024).

[15] Συναφώς, βλ. Van Harten G./Vastardis A.Y., «Special Issue: Critiques of Investment Arbitration Reform: An Introduction», JWIT 24/2023, σ. 363-371‧ Marceddu Μ.L./Ortolani P., «What Is Wrong with Investment Arbitration? Evidence from a Set of Behavioural Experiments», EJIL 31/2020, σ. 405-428‧ Uzelac A., «Why Europe should reconsider its anti-arbitration policy in investment disputes», Αccess to justice in Εastern Europe 1/2019, σ. 17-18.

[16] Καρύδης Γ., Διαιτητική επίλυση διεθνών επενδυτικών διαφορών και ενωσιακή έννομη τάξη, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σ. 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[17] Αυτ., σ. 40.

[18] ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Προστασία των ενδοενωσιακών επενδύσεων, 19.7.2018, COM(2018) 547 final, σ. 20 επ.

[19] Έτσι και Uzelac A., «Why Europe should reconsider its anti-arbitration policy in investment disputes», ό.π., σ. 21-22‧ Kochenov D.V./Lavranos N., «Achmea versus the Rule of Law: CJEU’s Dogmatic Dismissal of Investors’ Rights in Backsliding Member States of the European Union», HJRL 14/2022, σ. 198-199.

[20] Βλ. Sattorova M., «Investor Rights under EU Law and International Investment Law», JWIT 17/2016, σ. 897 επ. Συναφώς, βλ. και Eureko B.V. v. Slovak Republic, PCA Case No. 2008-13, Award on Jurisdiction, 26.10.2010, παρ. 245 επ. (ιδίως παρ. 262).

[21] Πρόκειται για άποψη που συνήθως εκφράζεται από την Επιτροπή. Βλ., για παράδειγμα, Eureko B.V. v. Slovak Republic, PCA Case No. 2008-13, ό.π., παρ. 177.

[22] Von Bogdandy Α. [et al.], «A potential constitutional moment for the European rule of law – The importance of red lines», CMLRev. 55/2018, σ. 983-996.

[23] Βλ. COM(2017) 835 final και Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 1ης Μαρτίου 2018 σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να ενεργοποιήσει το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ όσον αφορά την κατάσταση στην Πολωνία (2018/2541(RSP)), καθώς και Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση (2017/2131(INL)).

[24] Βλ. ΔΕΕ, 25.7.2018, C-216/18 PPU, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος)‧ ΔΕΕ, 17.12.2020, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-354/20 PPU και C-412/20 PPU, Openbaar Ministerie (Indépendance de lautorité judiciaire d’émission). Πρβλ. και Λέντζη Δ., Η αμοιβαία εμπιστοσύνη ως θεμέλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Μια νομική θεώρηση, εκδ. Ευρασία, 2023, σ. 219 επ.‧ Steinbeis M., «So this is what the European Way of Life looks like, huh?», VerfBlog, 6.3.2020 (πρόσβαση: 5.3.2024)‧ https://tvn24.pl/tvn24-news-in-english/a-spanish-courtis-questioning-independence-of-polish-judicial-systemra873141-2582920 (πρόσβαση: 5.3.2024).

[25] Ενδεικτικά, ΕΔΔΑ, 21.12.2010, Προσφυγή Νο 50973/08, Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κ. Ελλάδας.

[26] Brower C./Blanchard S., «What’s in a Meme? The Truth about Investor-State Arbitration: Why it Need Not, and Must Not, Be Repossessed by States», CJTL 52/2014, σ. 704.

[27] ΔΕΕ, 27.2.2018, C-64/16, ό.π., καθώς και μετέπειτα, όλως ενδεικτικά, στις ΔΕΕ, 25.7.2018, C-216/18 PPU, ό.π., ΔΕΕ, 24.6.2019, C‑619/18, Επιτροπή κ. Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου), ΔΕΕ, 5.11.2019, C-192/18, Επιτροπή κ. Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων), ΔΕΕ, 2.3.2021, C-824/18, A.B. κ.λπ. (Nomination des juges à la Cour suprême – Recours), ΔΕΕ, 16.11.2021, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑748/19 έως C‑754/19, Prokuratura Rejonowa w Mińsku Mazowieckim. Πρβλ. και την ΔΕΕ, 21.1.2020, C-274/14, Banco de Santander. Στο πλαίσιο αυτό, βλ. Van Elsuwege P./Gremmelprez F., «Protecting the Rule of Law in the EU Legal Order: A Constitutional Role for the Court of Justice», EuConst 16/2020, σ. 8-32‧ Scheppele K. L./Pech L., «Is the Organisation of National Judiciaries a Purely Internal Competence?», VerfBlog, 4.3.2018 (πρόσβαση: 5.3.2024).

[28] Torres Pérez A., «From Portugal to Poland: The Court of Justice of the European Union as watchdog of judicial independence», MJ 27/2020, σ. 105-119.

[29] Σε προσφυγή της η οποία επί του παρόντος εκκρεμεί ενώπιον του ΔΕΕ, η Επιτροπή κάνει λόγο για παράβαση εκ μέρους της Πολωνίας των αρχών της αυτοτέλειας, της υπεροχής, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της αρχής της δεσμευτικής ισχύος των αποφάσεων του ΔΕΕ. Βλ. C-448/23, Επιτροπή κ. Πολωνίας (υπόθεση εν εξελίξει).

[30] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Ιανουαρίου 2020 σχετικά με τις εν εξελίξει ακροάσεις σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ σχετικά με την Πολωνία και την Ουγγαρία (2020/2513(RSP)), παρ. 3. Πρβλ. και το Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Φεβρουαρίου 2024 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής του 2023 για το κράτος δικαίου (2023/2113(INI)), παρ. 3.).

[31] Βλ. τα παραδείγματα που παρατίθενται από τους Kochenov D.V./Lavranos N., «Achmea versus the Rule of Law: CJEUs Dogmatic Dismissal of InvestorsRights in Backsliding Member States of the European Union», ό.π., σ. 205-210, και αφορούν την Ουγγαρία.

[32] Sadowski W., «Protection of the rule of law in the European Union through investment treaty arbitration: Is judicial monopolism the right response to illiberal tendencies in Europe?», CMLRev. 55/2018, σ. 1037.

[33] Αυτ., σ. 1031 με περαιτέρω παραπομπές.

[34] Sadowski W., «The Rule of Law and the Roll of the Dice. The Uncertain Future of Investor-State Arbitration in the EU», στο Bogdandy A. [et al.] (eds), Defending Checks and Balances in EU Member States, Beiträge zum ausländischen öffentlichen Recht und Völkerrecht (vol 298), 2021, Springer, Berlin, Heidelberg, σ. 353.

[35] Sadowski W., «Protection of the rule of law in the European Union through investment treaty arbitration: Is judicial monopolism the right response to illiberal tendencies in Europe?», ό.π., σ. 1039-1044.

[36] Αυτ., σ. 1028.

[37] Βλ. σημείο 35 των Προτάσεων του ΓΕ Wathelet στην υπόθεση Achmea.

[38] Sadowski W., «Protection of the rule of law in the European Union through investment treaty arbitration: Is judicial monopolism the right response to illiberal tendencies in Europe?», ό.π., σ. 1058.

[39] Βλ. ICSID Case No. ARB/22/9, Addiko Bank AG v. Republic of Slovenia (κινήθηκε τον Φεβρουάριο του 2022) και ICSID Case No. ARB/20/33, JCDecaux SA v. Czech Republic (κινήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020).

[40] Βλ., για παράδειγμα, Sipiorski Ε., «Conflicting Conceptions of Constitutionalism: Investment Protection from the European Union and International Perspectives», Netherlands Int’t L Rev 66/2019, σ. 219.

[41] Η δυνατότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων από διαιτητικά δικαστήρια έχει απασχολήσει εκτενώς τη βιβλιογραφία. Βλ., μεταξύ άλλων, Broberg Μ./Fenger Ν., «Preliminary References to the European Court of Justice by Arbitration Tribunals», 38/2021 J.Int’l Arb., σ. 629-644‧ Broberg Μ./Fenger Ν., «Arbitration cases and preliminary references to the European Court of Justice – an assessment of “the Danish Solution”», Arbitr. Int. 36/2020, σ. 147-155‧ Paschalidis Ρ., «Arbitral tribunals and preliminary references to the EU Court of Justice», Arbitr. Int. 0/2016, σ. 1-23. Πρβλ. και Fanou M., «Intra-European Union investor-State arbitration post-Achmea: RIP?», MJ 26/2019, σ. 325 επ.‧ Contartese C./Andenas M., «EU autonomy and investor-state dispute settlement under inter se

agreements between EU Member States: Achmea», 56/2019 CMLRev., σ. 171 επ.

[42] Έτσι και Sadowski W., «The Rule of Law and the Roll of the Dice. The Uncertain Future of Investor-State Arbitration in the EU», ό.π., σ. 341.

[43] Βλ. ΔΕΚ, 23.3.1982, C-102/81, Nordsee κ. Reederei Mond, σκέψη 10‧ ΔΕΚ, 27.1.2005, C-125/04, Denuit και Cordenier, σκέψη 13.

[44] Κατά πάγια νομολογία, για να χαρακτηριστεί ένα όργανο ως «δικαστήριο», υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, πρέπει να συγκεντρώνει μια σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου καθώς και η ανεξαρτησία του (βλ. ΔΕΕ, 31.1.2013, C-394/11, Belov, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

[45] Βλ. Basedow J., «EU Law in International Arbitration: Referrals to the European Court of Justice», J.Int’l Arb. 32/2015, σ. 367.

[46] Βλ. σημείο 96 των Προτάσεων του ΓΕ Wathelet στην υπόθεση Achmea.

[47] Αυτ., σκέψη 117.

[48] ΔΕΕ, 12.6.2014, C-377/13, Ascendi Beiras Litoral e Alta, Auto Estradas das Beiras Litoral e Alta, σκέψη 26‧ ΔΕΕ (διάταξη), 13.2.2014, C-555/13, Merck Canada, σκέψη 24.

[49] Σημεία 84-131.

[50] ΔΕΕ, 27.2.2018, C-64/16, ό.π., σκέψη 45.

[51] Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το κριτήριο της μονιμότητας μπορεί να ικανοποιηθεί ακόμα και σε περιπτώσεις όπου τα μέρη προσφεύγουν σε ad hoc διαιτησία (βλ. ΔΕΕ (διάταξη), 13.2.2014, C-555/13, ό.π., σκέψεις 18-19).

[52] Βλ. σημεία 134-135 των Προτάσεων του ΓΕ Wathelet στην υπόθεση Achmea.

[53] Paschalidis Ρ., «Arbitral tribunals and preliminary references to the EU Court of Justice», ό.π., σ. 22-23.

[54] Επισημαίνεται ότι με τις ΣτΕ (Τμ. Β΄) 246-253/2022 έγινε δεκτό ότι το σκεπτικό της Achmea εφαρμόζεται και επί της ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται στην κυρωθείσα με νόμο «Σύμβαση Ανάπτυξης Αεροδρομίου» (ΣΑΑ) της 31ης Ιουλίου 1995 μεταξύ, αφενός, του Ελληνικού Δημοσίου και, αφετέρου, της εταιρείας «Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.». Πρόκειται για διευρυμένη ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της Achmea από το ΣτΕ, το οποίο, υπό το φως όσων έγιναν δεκτά από το ΔΕΕ επί διαιτητικής ρήτρας που εμπεριέχεται σε διεθνή επενδυτική συμφωνία, ερμηνεύει τη ρήτρα εμπορικής διαιτησίας του άρθρου 44.3 της ΣΑΑ δυνάμει της οποίας διαιτητικό όργανο επιλαμβάνεται διαφορών που ενδέχεται να αφορούν την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο πεδίο του ΦΠΑ. Πρβλ. Μπαμπινιώτη Δ., «Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 251/2022 (7μ) (Υπαγωγή διαφορών σε διαιτησία – Σύμβαση παραχώρησης κυρωθείσα με νόμο)», ΔιΔ 1/2022, σσ. 54-63.

[55] Βλ., όλως ενδεικτικά, Burgstaller Μ., «The Future of Bilateral Investment Treaties of EU Member States», στο Bungenberg M. [et al.] (eds), Internationaler Investitionsschutz und Europarecht, Nomos, Baden-Baden, 2010, σ. 113-138‧ Titi C., «International Investment Law and the European Union: Towards a New Generation of International Investment Agreements», EJIL 26/2015, σ. 639-661‧ Bungenberg Μ./Hobe S., «The Relationship of International Investment Law and European Union Law», στο Bungenberg M. [et al.] (eds), International Investment Law: A Handbook, Baden-Baden, Nomos, 2015, σ. 1602-1628‧ Miron S., «The Last Bite of the BITs – Supremacy of EU Law versus Investment Treaty Arbitration», ELJ 20/2014, σ. 332-345.

[56] Ο ΓΕ Wathelet την χαρακτήρισε «υπερβολική». Βλ. σημεία 44-45 των Προτάσεών του στην υπόθεση Achmea.

[57] Lavranos Ν., «Protecting EU Law from International Law», EFARev. 15/2010, σ. 265-282.

[58] Kochenov D.V./Lavranos N., «Achmea versus the Rule of Law: CJEU’s Dogmatic Dismissal of Investors’ Rights in Backsliding Member States of the European Union», ό.π., σ. 198-199.

[59] Sadowski W., «The Rule of Law and the Roll of the Dice. The Uncertain Future of Investor-State Arbitration in the EU», ό.π., σ. 357.

[60] Βλ. Schultz Th./Dupont C., «Investment Arbitration: Promoting the Rule of Law or Over-empowering Investors? A Quantitative Empirical Study», EJIL 25/2015, σ. 1163 επ.

[61] Uzelac A., «Why Europe should reconsider its anti-arbitration policy in investment disputes», ό.π., σ. 28.

[62] Βλ., συναφώς, Lavranos N., «The Impact of EU Law on ISDS, Intra-EU BITs and the ECT», στο Pasipanodya Τ./Tomas Μ. (eds), Investor-State Arbitration, International Comparative Legal Guides, 5th ed., 2023, σ. 7.

[63] Sadowski W., «The Rule of Law and the Roll of the Dice. The Uncertain Future of Investor-State Arbitration in the EU», ό.π., σ. 354‧ Sadowski W., «Protection of the rule of law in the European Union through investment treaty arbitration: Is judicial monopolism the right response to illiberal tendencies in Europe?», ό.π., σ. 1036.

Η Μαρία Σαπαρδάνη είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην οποία συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στον Τομέα Διεθνών Σπουδών. Σήμερα είναι δικηγόρος και Υποψήφια Διδάκτωρ του ίδιου Πανεπιστημίου, με αντικείμενο το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Επενδυτικό Δίκαιο. Για την εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής έχει λάβει υποτροφία από το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ) και από τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών DAAD με πόρους από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας. Από το 2019 εργάζεται ως επιστημονική συνεργάτιδα του ΚΔΕΟΔ, υπό την προεδρία του Ομ. Καθηγητή Βασίλειου Σκουρή. Αποτελεί μία εκ των συγγραφέων του έργου «Mutual trust in times of crisis of EU values: State of play and possible next steps» (Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020), το οποίο εκδόθηκε με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Fritz Thyssen Stiftung, ενώ συμβολές της έχουν φιλοξενηθεί σε συλλογικούς τόμους και νομικά περιοδικά. Οι δημοσιεύσεις της στην ελληνική και αγγλική γλώσσα αφορούν ζητήματα Ευρωπαϊκού Δικαίου, Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Διεθνούς Εμπορικού/Επενδυτικού Δικαίου και Δικαίου της Ενέργειας.

Μετάβαση στο περιεχόμενο