Πώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η σχέση του Ελληνικού Συντάγματος με την ηθική; Δεδομένου ότι η ηθική, ως κλάδος της φιλοσοφίας, ασχολείται κυρίως με το ερώτημα ποιες ανθρώπινες πράξεις είναι  αποδεκτές και ορθές και ποιες ανάρμοστες και λανθασμένες, η σχέση αυτή φαίνεται να είναι μάλλον ευαίσθητη.

Κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 2, παρ. 1, του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», ο άνθρωπος τίθεται στο επίκεντρο του ρυθμιστικού του πεδίου και καθιερώνεται ο εν γένει ανθρωποκεντρικός του χαρακτήρας. Ενόψει, λοιπόν, αυτού ακριβώς του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα ανακύπτει το ερώτημα αν το Σύνταγμα μας ανέχεται την ατομική ηθική ή επιχειρεί να επιβάλει ηθικά πρότυπα˙ αν, δηλαδή, το Σύνταγμα χαρακτηρίζεται από ηθική ουδετερότητα και, επιπλέον, ποια μπορεί να είναι η θέση της νομολογίας απέναντι σε αυτήν την ηθική ουδετερότητα.

Πότε, όμως, θεωρείται ότι ένα Σύνταγμα έχει αποκτήσει ηθική ουδετερότητα; Αρχικά, όταν σέβεται την ηθική αυτονομία του ατόμου, δηλαδή το δικαίωμα του, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του, να επιλέγει, να διαμορφώνει και να εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες, είτε αυτοί είναι ηθικοί είτε όχι, να τους διατηρεί, να τους αλλάζει ή να τους αποσιωπά. Στη συνέχεια, όταν αποφεύγει σταθμίσεις και αξιολογήσεις και τηρεί μια διακριτική στάση αποχής. Στο σημείο αυτό, ίσως, διερωτηθεί κάποιος: ηθική ουδετερότητα σημαίνει ότι το Σύνταγμα αδιαφορεί για τα θέματα ηθικής; Όχι, δεν αδιαφορεί, απλώς καθιερώνει ως υπέρτατη ηθική αξία την ανοχή της ατομικής ηθικής.

Είναι γεγονός ότι πολλές διατάξεις του Συντάγματος έχουν ηθική καταγωγή. Στο πλαίσιο, βέβαια, μιας σύντομης ανάλυσης, μόνο ενδεικτικά μπορούμε να αναφερθούμε σε κάποιες από τις διατάξεις αυτές. Στο Κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων το Σύνταγμα πλησιάζει αρκετά την ηθική ουδετερότητα. Τα άρθρα 2, παρ. 1, 5, παρ. 1, 14, παρ. 1, 16, παρ. 1, και 25, παρ. 1, θεωρούνται, πλέον, ότι έχουν αποκτήσει σαφές και αυτόνομο περιεχόμενο και δεν εξαρτώνται από τρέχουσες ηθικές αντιλήψεις. Οι εν λόγω διατάξεις είναι, ως προς την καταγωγή, ηθικές αξίες που έχουν πλέον ενσωματωθεί στο θετικό δίκαιο.[1] Καθιερώνουν την ηθική αυτονομία του ατόμου με την αποτροπή της ανάμιξης ή της επέμβασης της κρατικής εξουσίας στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της ηθικής προσωπικότητας του.

Κατ’ αρχάς, δεν αποτελεί τυχαία, αλλά συνειδητή επιλογή του νομοθέτη η εμφατική θέση του άρθρου 2, παρ. 1, στην αρχή του Συντάγματος, ακόμη και προ των διατάξεων περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Καθιερώνει την επιταγή του σεβασμού και της αξίας του ανθρώπου, δεν επιβάλλει μόνο την αμυντική υπεράσπιση της αξίας του ανθρώπου, αλλά και τον ενεργό σεβασμό της στη πράξη. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος, οπότε και το δικαίωμα του να διαμορφώνει τη δική του ηθική, αποδίδει την ηθική την οποία ασπάζεται το Σύνταγμα.

Η ανωτέρω συνταγματική προστασία της αξίας του ανθρώπου ασκεί επιρροή σε κρίσιμα ζητήματα, στα οποία ιχνηλατείται και, τελικώς, εντοπίζεται η ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εντοπίζονται στο πεδίο της βιοηθικής, δηλαδή του συνδυασμού βιολογικών γνώσεων και ανθρώπινων αξιών. Ενδεικτικά, αναφέρεται η περίπτωση των μεταμοσχεύσεων και η πρόσφατη ψήφιση του ν. 5034/2023, με τις ρυθμίσεις του οποίου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα μεταμόσχευσης οργάνων μετά τον καρδιακό θάνατο και η αφαίρεση οργάνου ή μοσχεύματος, όταν δεν υπάρχει εκφρασμένη δήλωση του αποβιώσαντος και υπό την προϋπόθεση να μην τον έχουν αναζητήσει οι συγγενείς του. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν τύπο εικαζόμενης συναίνεσης, που δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης,  όπως συμβαίνει στο ρυθμιστικό πεδίο του ποινικού δικαίου, αλλά που στα πλαίσια της ηθικής ουδετερότητας του Συντάγματος επιδιώκει να μην πληγεί η αυτονομία του δότη. Βέβαια, οι διατάξεις του νόμου αυτού, λόγω και του πρόσφατου της θέσπισης τους, έχουν απασχολήσει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Θα είναι, όμως, πολύ σημαντικό και ενδιαφέρον να δούμε πως θα διαμορφωθεί η νομολογία των Δικαστηρίων επί αυτών των διατάξεων. Επιπρόσθετο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ν. 3305/2005) μέσω της παρένθετης μητρότητας ή της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού, όπου και εκεί, πρέπει να εξεταστεί το θέμα της συναίνεσης, ώστε, ενόψει και των πειραματισμών της γενετικής τεχνολογίας, να διασφαλίζεται η αυτονομία των εμπλεκομένων προσώπων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, κρίθηκε, για παράδειγμα, από τα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ότι δεν προσβάλλονται τα χρηστά ήθη από την ύπαρξη της έγγραφης συναίνεσης του αποβιώσαντος συζύγου της αιτούσας για μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση.[2]

Το Σύνταγμα δεν αξιολογεί συμπεριφορές ως ηθικώς μεμπτές. Δεν επιβραβεύει μία και μοναδική ηθική, αλλά, το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου, δεν στιγματίζει την απουσία της ηθικής. Τι κάνει λοιπόν; Μέσω του άρθρου 5, παρ. 1, του Συντάγματος (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου), αναγορεύει σε υπέρτατη ηθική αξία την ανοχή της προσωπικής ηθικής κάθε ατόμου, αρκεί να μην προσβάλλονται τα δικαιώματα των άλλων και να μην παραβιάζεται το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη,[3] να μην φτάνουμε δηλαδή στο σημείο να μιλάμε για άναρχη εφαρμογή του κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ό,τι δεν απαγορεύεται επιτρέπεται. Με αφετηρία την ανωτέρω συνταγματική διάταξη καθιερώνεται η ευθύνη της προσωπικής επιλογής. Εδώ, προκύπτει χαρακτηριστικά η ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος. Ο ελεύθερος άνθρωπος αποφασίζει για τον εαυτό του, φέροντας ακέραια την ευθύνη των επιλογών του χωρίς ηθική βαθμολογία και ηθικές απαξίες.[4] Δεν νοείται μια κοινωνία τιμωρός, μια κοινωνία που θα περιθωριοποιεί τα μέλη, όταν αυτά, ενδεχομένως, προκαλούν βλάβη στον εαυτό τους (κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, υπερβάλλον βάρος, σεξουαλική συμπεριφορά κ.ά.). Σε αντίθετη περίπτωση θα μιλούσαμε για κοινωνικό στιγματισμό και για δυσμενείς έννομες συνέπειες. Στο σημείο αυτό αξίζει μία αναφορά στη χαρακτηριστική απόφαση 4171/2012 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι η απόλυτη απαγόρευση του καπνίσματος σε όλα τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, συνιστά σημαντικό περιορισμό, αφενός της ελευθερίας των ανθρώπων που επιλέγουν να καπνίζουν, παρ’ ότι το δικαίωμα στο κάπνισμα δεν περιλαμβάνεται στις εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας, αφετέρου του επαγγέλματος των ιδιοκτητών των εν λόγω καταστημάτων. Ωστόσο, όπως κρίθηκε, δεν αντίκειται στο άρθρο 5, παρ. 1, του Συντάγματος, διότι τελεί σε συνάφεια με τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος (προστασία της υγείας τόσο των καπνιζόντων όσο και εκείνων που υφίστανται τις συνέπειες του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους), ενώ η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη δικαιολογείται και από την ανάγκη της προστασίας και της μη περαιτέρω επιβάρυνσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης των πολιτών από τις δαπάνες που θα υποβληθεί για την αντιμετώπιση των ασθενειών που προκαλούνται από το κάπνισμα. Μπορούμε, όμως, να αντιμετωπίσουμε την ελευθερία με λογιστικές έννοιες; Αναφορά, όμως, αξίζει να γίνει και στη γνώμη της μειοψηφίας που διατυπώθηκε στην ανωτέρω απόφαση. Ειδικότερα, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, υποστηρίχθηκε ότι οι συνταγματικές διατάξεις περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρα 2, παρ. 1, και 5, παρ. 1, του Συντάγματος) επιβάλλουν στην Πολιτεία να αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος, ο οποίος δεν στερείται της δυνατότητας χρήσεως του λογικού λόγω ανηλικότητας ή νοητικής ανεπάρκειας, δικαιούται να ζει υπό ιδίαν ευθύνη. Σε διαφορετική περίπτωση, με την αναγωγή της Πολιτείας σε υπέρτατο λογικό προστάτη, η ελευθερία των ανθρώπων αναιρείται με συνέπεια την απώλεια της αξιοπρέπειας και της ζωτικότητας τους. Σύμφωνα δε με τη γνώμη της μειοψηφίας, υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να εξετάζονται και τα μέτρα που λαμβάνονται από το νομοθέτη χάριν της προστασίας της υγείας από τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, δηλαδή είναι επιβεβλημένα μέτρα ενημέρωσης του κοινού για τα σχετικά πορίσματα της επιστήμης, καθώς και απαγορεύσεις για την προστασία του κοινού από τις βλαβερές συνέπειες του παθητικού καπνίσματος. Άλλες, όμως, απαγορεύσεις, κατά τη γνώμη αυτή, χάριν της προστασίας της υγείας των καπνιστών ή εκείνων ή εκείνων που επιλέγουν να έχουν συνειδητά κοινωνικές σχέσεις με καπνιστές, αναδεχόμενοι τους κινδύνους του παθητικού καπνίσματος, αναιρούν το δικαίωμα των ανθρώπων να ζουν υπό ιδίαν ευθύνη και δεν δικαιολογούνται με την επίκληση της ανάγκης περιορισμού των δαπανών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Συνεπώς, οι δικαστές που μειοψήφησαν διαμόρφωσαν την εν λόγω γνώμη αναλογιζόμενοι ότι ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν μπορεί να παρίσταται επιλεκτικό, αλλά υπάρχει ακόμη και για τους αυτοκαταστροφικούς ανθρώπους, καθώς και ότι γνώμονα πρέπει να αποτελεί η λυσιτέλεια των απαγορεύσεων.

Υπό το πρίσμα όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με την ευθύνη της προσωπικής επιλογής, πρέπει να γίνει μια αναφορά και στο ζήτημα της συνταγματικής αντιμετώπισης της αυτοχειρίας. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η ελληνική έννομη τάξη επιλέγει να μην τιμωρεί την πλέον ακραία προσβολή της ατομικής σωματικής ακεραιότητας, ήτοι την απόπειρα αυτοκτονίας.  Βέβαια, η αυτοκτονία δεν αποτελεί δικαίωμα κατοχυρωμένο στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 5, παρ. 1, του Συντάγματος, δεδομένου ότι η ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας δεν μπορεί λογικά να περιέχει και την αυτοκαταστροφή της. Σε αντίθεση, μάλιστα, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου κατοχυρώνει την προστασία της ζωής. Ωστόσο, πρόκειται για ένα πιο σύνθετο ζήτημα, καθώς η προστασία της ζωής συνιστά δικαίωμα και όχι συνταγματική υποχρέωση του ατόμου. Εξάλλου, η καθιέρωση μιας τέτοιας προστασίας δεν είναι ρεαλιστική, δεδομένου ότι όταν κάποιο πρόσωπο έχει αποφασίσει να τερματίσει τη ζωή του, κατά κανόνα θα βρει τρόπο. Συνεπώς, η συμπεριφορά του υποψήφιου αυτόχειρα μπορεί να καταστεί αντικείμενο, μάλλον, ηθικής, θρησκευτικής ή φιλοσοφικής, παρά νομικής αξιολόγησης.[5]

Περαιτέρω, η κλασσική ελευθερία της γνώμης προσφέρει πρόσθετα επιχειρήματα για την εδραίωση της ηθικής αυτονομίας, ως γενικής συνταγματικής αρχής, ενώ οι ειδικότερες μορφές της μάλλον ευνοούν την αντίληψη για την ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος. Το άρθρο 14, παρ. 1, αυτού αναφέρεται στην ελευθερία έκφρασης και διάδοσης της γνώμης, οπότε η ηθική αυτονομία ερείδεται στο δικαίωμα του ανθρώπου να διαμορφώνει ιδέες και αντιλήψεις, να τις εκφράζει και να τις διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, ή να τις κρατά για τον εαυτό του.[6] Σχετικό νομολογιακό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση 4413/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι η περιγραφή διαφήμισης ενεργειακού ποτού με τη μορφή κινούμενων σχεδίων και χιουμοριστικό περιεχόμενο δεν δύναται, κατά την κοινή πείρα, να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα όρια πέραν των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των ανηλίκων.

Με πειστικότερο, βέβαια, τρόπο προβάλλεται το στοιχείο της ηθικής ουδετερότητας του Συντάγματος στο άρθρο 16, παρ. 1. Η τέχνη, η επιστήμη, η έρευνα, η διδασκαλία και η ακαδημαϊκή ελευθερία, ως εκδηλώσεις ελεύθερης έκφρασης, στηρίζουν την ουδετερότητα του Συντάγματος σε θέματα ηθικής, καθώς δεν επιτρέπονται διακρίσεις και διαβαθμίσεις των μέσων έκφρασης της τέχνης, των πορισμάτων της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας. Δεν μπορεί να είναι ανεκτός ένας γενικός και δεσμευτικός ορισμός του περιεχομένου των ανωτέρω μορφών έκφρασης, διότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα κάποιες μορφές έκφρασης να τίθενται εκτός συνταγματικής προστασίας.[7] Συνεπώς, στο άρθρο 16, παρ. 1, του Συντάγματος δημιουργείται υποχρέωση στο κράτος να απέχει από δεσμευτικούς ορισμούς και αξιολογήσεις που στηρίζονται σε ηθικά κριτήρια και να επιδεικνύει ανοχή και ουδετερότητα. Στο σημείο αυτό, ενδιαφέρουσα παρίσταται  η μειοψηφία στην απόφαση 1402/2022 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά της υπουργικής απόφασης για τον διορισμό μελών διοίκησης του ΚΕ.ΘΕ.Α. Σύμφωνα με την εν λόγω μειοψηφία, η, μέσω της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, μεταβολή του τρόπου ανάδειξης της Διοίκησης του ΚΕ.ΘΕ.Α., ως φορέα επιφορτισμένου με την εφαρμογή συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου, επιφέρει ουσιώδη αλλοίωση των διεθνώς αναγνωρισμένων προδιαγραφών που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία του συστήματος των αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων και συνδέονται άρρηκτα με την αποτελεσματικότητα τους. Μια τέτοια νόθευση των επιστημονικών προδιαγραφών επί των οποίων ερείδεται η θεραπευτική διαδικασία, συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση του νομοθέτη σε αμιγώς επιστημονικά ζητήματα και αντίκειται στα άρθρα 21, παρ. 3, και 16, παρ. 1, του Συντάγματος, τα οποία, συνδυαστικώς ερμηνευόμενα, επιβάλλουν στον νομοθέτη τον σεβασμό των πορισμάτων της επιστήμης κατά το σχεδιασμό της δημόσιας υγείας.

Επιπλέον, η ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος τείνει να δοκιμάζεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τη θρησκεία και τη θρησκευτική ελευθερία. Στις περιπτώσεις αυτές μιλάμε μεν για ηθική ουδετερότητα, όχι όμως και θρησκευτική. Με το άρθρο 3 του Συντάγματος καθιερώνεται η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα. Συνεπώς, στο σημείο αυτό εμφιλοχωρεί, κυρίως υπό το βάρος της παράδοσης, μεταχείριση της επικρατούσας ορθόδοξης θρησκείας με τρόπο προνομιακό, δηλαδή με αντάλλαγμα τη στέρηση της δογματικής ελευθερίας και την υπαγωγή των αποφάσεων της σε κρατικό έλεγχο.[8] Χαρακτηριστικές είναι οι αποφάσεις 1749-1750/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι μέσω του προγράμματος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών για τους αποτελούντες την πλειοψηφία του ελληνικού λαού μαθητές, πρέπει να υπηρετείται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως, που, ως αποστολή της παιδείας, αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους και επιτελείται κυρίως με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.

Περαιτέρω, η κατ’ άρθρο 13, παρ. 1, του Συντάγματος θρησκευτική ελευθερία, ήτοι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και η πλήρης ανεξιθρησκεία, αποκλείουν την παρέμβαση της κρατικής εξουσίας στη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης και στις μορφές εκδήλωσης της θρησκευτικής λατρείας. Η γενική αντιμετώπιση της θρησκευτικής ελευθερίας συμβαδίζει με την αντίληψη για ουδέτερη στάση του Συντάγματος σε ζητήματα ηθικής,[9] αν εξαιρέσουμε, βέβαια, την καθολική απαγόρευση του προσηλυτισμού, την αδυναμία επίκλησης θρησκευτικών πεποιθήσεων για την απαλλαγή από υποχρεώσεις έναντι του κράτους[10] και τη δυνατότητα επιβολής όρκου με νόμο.

Τέλος, το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος μάλλον εμφανίζει μια αυτοσυγκράτηση σε θέματα πολιτικής ηθικής. Δεν μπορούμε, όμως να μιλήσουμε και για παντελή απουσία ηθικών σταθμίσεων και αξιολογήσεων. Οπότε, επιβάλλεται να αναφερθούμε, κατ’ αρχάς, στην πολιτική ουδετερότητα των δημοσίων υπαλλήλων, που βρίσκει έρεισμα στα άρθρα 29, παρ. 3, 56, παρ. 1, 57, παρ. 3, και 103, παρ. 1, του Συντάγματος.[11] Με τη διασφάλιση της πολιτικής ουδετερότητας, διασφαλίζεται ταυτόχρονα και η αμεροληψία από μέρους των επιφορτισμένων με την άσκηση κρατικής εξουσίας προσώπων (δικαστικοί λειτουργοί), όπως και από μέρους των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο λαμβάνουν χώρα οι εκδηλώσεις αυτές. Η απαγόρευση τους είναι απόλυτη. Για τις λοιπές κατηγορίες προσώπων, που είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων, η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη, η απόλυτη απαγόρευση αφορά τις εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των ανωτέρω αναφερθεισών αρχών της πολιτικής ουδετερότητας και της αμεροληψίας˙ όταν, συνεπώς, οι εκδηλώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα κατά την άσκηση δημόσιας διοίκησης.[12] Περαιτέρω, χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί και η υποχρέωση δημοσιοποίησης των εκλογικών δαπανών των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών, η οποία αποτελεί μία προϋπόθεση ουσιαστικής πολυφωνίας, ως κύριου χαρακτηριστικού του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επιπλέον, αξίζει μία αναφορά και στην κατοχύρωση του δικαιώματος των βουλευτών να ασκούν τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα κατά συνείδηση και όχι κατ’ εντολή του κόμματος.

Ενόψει της ανωτέρω σύντομης ανάλυσης, ως συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί ότι η μελέτη των σχέσεων Συντάγματος και ηθικής παραμένει επίκαιρη και μας ωθεί να αναλογιστούμε τις αλήθειες μας. Η ηθική αυτονομία του ατόμου αποτελεί κορυφαία επιδίωξη του συνταγματικού νομοθέτη, η οποία δεν θυσιάζεται υπό το πρόσχημα της απόδοσης ευσήμων για καλή διαγωγή, καθώς το Σύνταγμα ανέχεται και την κακή διαγωγή. Πρέπει να υπάρξει αποδοχή της ηθικής αυτονομίας και κρατική υποχρέωση προώθησης της. Το Σύνταγμα τηρεί μια συνεπή στάση ανοχής σε θέματα ηθικής, ενώ η ηθική αυτονομία ευδοκιμεί κυρίως όπου επικρατεί αυτοσυγκράτηση στην επίσημη αναγνώριση ηθικών αξιών. Η απουσία κανόνων ηθικής πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ηθελημένη στάση του συνταγματικού νομοθέτη που δεσμεύει όλες τις συντεταγμένες εξουσίες.[13]

 

[1] Σκουρής Β., Σύνταγμα και Ηθική, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2024, σ. 34 – 35.

[2] Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 15344/2017. Για την περίπτωση της παρένθετης μητρότητας, βλ. Πολυμελές Πρωτοδικείο Πάτρας 387/2019

[3] Παυλόπουλος Π., «Η αξία του ανθρώπου ως θεμέλιο του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του Συντάγματος», ΕφημΔΔ 2019, σ. 122 επ.

[4] Σκουρής Β., Σύνταγμα και Ηθική, ό.π.., σ. 53.

[5] Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 5η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2023, σ. 277.

[6] Μαρκόπουλος Ν., «Άρθρο 14 του Συντάγματος», στο Σπυρόπουλος Φ./Κοντιάδης Ξ./Ανθόπουλος Χ./Γεραπετρίτης Γ. (επιμ.), Σύνταγμα: κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017, σ. 9 επ.

[7] Σαραφιανός Δ., «Άρθρο 16 του Συντάγματος», στο Σπυρόπουλος Φ./Κοντιάδης Ξ./Ανθόπουλος Χ./Γεραπετρίτης Γ. (επιμ.), ό.π., σ. 46 επ.

[8] Δημούλης Δ., «Η θρησκευτική ελευθερία ως κανόνας διαφοροποίησης και έννοια αποκλεισμού» στο Χριστόπουλος Δ.(επιμ.), Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1999, σ. 127.

[9]  Σκουρής Β., Σύνταγμα και Ηθική, ό.π., σ. 75.

[10] Χαρακτηριστική ως προς αυτό η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ): α) για τους «αντιρρησίες συνείδησης», όπου ανακύπτει η υποχρέωση της Πολιτείας να σεβαστεί τη διαμορφωμένη θρησκευτική συνείδηση ορισμένων προσώπων και να μην την υποβάλει στην ακραία γι’ αυτήν δοκιμασία της υποχρέωσης σε στρατιωτική θητεία και β) για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό στις περιπτώσεις επιδημιών.

[11] Βλ. ΣτΕ Ολ. 1849/2008 και, βάσει αυτής, σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας

[12] Μαυριάς Κ., Συνταγματικό Δίκαιο, 6η έκδοση, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2022, σ. 372 επ.

[13] Σπυρόπουλος Φ., «Η ηθική ουδετερότητα του Συντάγματος», Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 2024, 4.4.2024.

Η Σταυρούλα Χατζοπούλου είναι Εφέτης στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος «Δημοσίου Δικαίου» της Νομικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου. Από τον Δεκέμβριο του έτους 2023 έχει τοποθετηθεί ως υπεύθυνη Δικαστική Λειτουργός του Γραφείου Νομολογίας και Έρευνας του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων διετέλεσε Υπεύθυνη Πρακτικής Άσκησης (εκπαιδευτής) των υποψηφίων Παρέδρων εκπαιδευτικών σειρών της Εθνικής Σχολής Δικαστών.

Μετάβαση στο περιεχόμενο