Ο τίτλος που επέλεξα μοιάζει ενδεχομένως κοινότοπος και, σε κάθε περίπτωση, φιλόδοξος. Άλλωστε, αναδιφώντας τη βιβλιογραφική παράγωγη και τον δημόσιο λόγο, εύλογα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται εκ συστάσεως σε διαρκή κρίση. Οφείλω, λοιπόν, να διευκρινίσω εξ αρχής ότι δεν έχω την πρόθεση και τους πόρους να προτείνω μια ακόμη συνολική ερμηνεία για την πρωτοφανή σε έκταση και πυκνότητα πολιτική κρίση, η οποία προσλαμβάνει ενδημικό πλέον χαρακτήρα, ενώ τα μέχρι τώρα δείγματα διαχείρισης των συνεπειών της προοιωνίζονται εξαιρετικά ανησυχητικές εκβάσεις.

Θα αρκεστώ να σχολιάσω μια σειρά από υποθέσεις εργασίας – άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο επεξεργασμένες – που επιχειρούν να αποκαταστήσουν το παλίμψηστο της κρίσης. Ειδικότερα, θα προσπαθήσω να ανασυνθέσω, σχεδόν συνθηματικά, ένα θεωρητικό πλαίσιο ανάγνωσης της πολιτική κρίσης, αξιοποιώντας προνομιακά τα εργαλεία του κριτικού μαρξισμού, να ιχνηλατήσω τη γενεαλογία, τις αιτιότητες και τα συμπτώματα της κρίσης του πολιτικού μας συστήματος, να διατυπώσω ορισμένες εκτιμήσεις για τις διαθέσιμες στρατηγικές διαχείρισής της και να αποτιμήσω κριτικά τις συνέπειες που επιφέρουν στην αξιακή και θεσμική θεμελίωση του πολιτικού μας συστήματος.

Τρεις ακόμη αναγκαίες διευκρινίσεις: Γιατί κρίσεις και όχι κρίση; Διότι, όπως θα επιχειρήσω να δείξω, τα κρισιακά φαινόμενα εκδηλώνονται σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετικούς ρυθμούς και συμπτώματα σε όλα τα υποσυστήματα που πολιτικού συστήματος: στην ιδεολογία και στην πολιτική κουλτούρα, στο σύστημα πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης και εντέλει στο κράτος. Στη συνάφεια αυτή, για να καταλήξω στη γενική έννοια της κρίσης, οφείλω πρώτα να εστιάσω στα επιμέρους χαρακτηριστικά της. Γιατί κρίσεις και μετασχηματισμοί; Διότι η κρίση δεν πέφτει από τον ουρανό. Η κρισιακή στιγμή αποτελεί συμπύκνωση των αντιφάσεων που σωρεύονται στους θεσμούς του κοινωνικού σχηματισμού. Παράλληλα, όμως, με την εκδήλωσή της, μεθοδεύονται και οι στρατηγικές διαχείρισής της, που εξειδικεύονται μέσα από προγράμματα ριζικών μεταρρυθμίσεων και προετοιμάζουν το έδαφος για νέους μεγάλους μετασχηματισμούς. Γιατί διεθνείς και εσωτερικές διαστάσεις; Διότι, αν και η ανάλυσή μου εστιάζει στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, εντούτοις εκκινώ από μια αυτονόητη ερμηνευτική παραδοχή, μάλλον όμως αιρετική σε σχέση με τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί εξαιρετισμού:[1] το πολιτικό μας σύστημα, όπως όλα τα συστήματα, είναι ανοιχτό και δυναμικό,[2] δηλαδή εντάσσεται σε ένα ορισμένο ιστορικό περιβάλλον, με το οποίο αναπτύσσει ποικίλες αλληλεπιδράσεις και ανταλλαγές. Από την άποψη αυτή, παρά τις όποιες ιδιαιτερότητες και ασυγχρονίες, τα θεσμικά χαρακτηριστικά του, οι λειτουργίες και οι δυσλειτουργίες του καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις συνολικότερες τάσεις στο διεθνές περιβάλλον.

1. Ένα (ετερόδοξο) ερμηνευτικό σκαρίφημα για την κατανόηση της πολιτικής κρίσης. Θα ξεκινήσω από τον πυρήνα του ζητήματος, δηλαδή την ίδια την έννοια της κρίσης, η οποία, ως αναλυτική κατηγορία, παραμένει εξόχως προβληματική.[3] H πληθωριστική και αδιαφοροποίητη χρήση του όρου οδηγεί συνήθως σε ερμηνευτικές αστοχίες και επικίνδυνους πολιτικούς βολονταρισμούς. Εννοιοδοτώ την πολιτική κρίση και σταχυολογώ τα ερμηνευτικά και μεθοδολογικά εργαλεία που προτείνω για την κατανόησή της, προσφεύγοντας στις διεισδυτικές αναλύσεις του Ν. Πουλαντζά. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Πουλαντζά, α) η κρίση συνιστά μια γενική έννοια που δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, β) «είναι μια ενεργή διαδικασία με δικό της ρυθμό, με ισχυρούς και αδύναμους χρόνους (…) που εκτείνεται σε μακρά διάρκεια», γ) «(…) συνίσταται κυρίως σε ουσιώδεις τροποποιήσεις του συσχετισμού των δυνάμεων της ταξικής πάλης, δ) οι τροποποιήσεις αυτές καθορίζουν με ειδικό τρόπο τις αποτυπώσεις της στους πολιτικούς θεσμούς και στους κόλπους των κρατικών μηχανισμών» και ε) «(…) συναρθρώνεται πάντοτε με μια ιδεολογική κρίση, η οποία είναι συστατικό της στοιχείο».[4]

Η ιδεολογική κρίση εκδηλώνεται κατεξοχήν ως κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, η οποία μπορεί να εμφανιστεί με τη μορφή της δραστικής αποδυνάμωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας ή/και με την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων ή/και με την εσωτερική ρηγμάτωση του συνασπισμού εξουσίας. Η ένταση και η επιμονή αυτών των συμπτωμάτων φθείρουν την ικανότητα του κράτους να οργανώνει -σε συνθήκες θεσμικής κανονικότητας- την κοινωνική συναίνεση, γεγονός που μπορεί να πυροδοτήσει μια παρατεταμένη κρίση εξουσίας. Η κρίση εξουσίας συνίσταται στην έκδηλη απειλή για την αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος, η οποία  ενέχει ακόμη και την πιθανότητα του θεμελιακού μετασχηματισμού του,[5] ιδίως αν δεν παρέμβουν ενεργά εσωτερικοί ή διεθνείς μηχανισμοί αναστολής ή καταστολής.

Πάλι σύμφωνα με τον Πουλαντζά, η διαχείριση της κρίσης μεθοδεύεται προνομιακά (όχι αποκλειστικά) μέσω της πολιτικής μορφής του κράτους εκτάκτου ανάγκης. Το κράτος εκτάκτου ανάγκης αποτελεί τύπο καπιταλιστικού κράτους -όχι μόνο ως προς τις λειτουργίες του, αλλά και τις θεσμικές του μορφές- που σε περιόδους κρίσης αναδιοργανώνει σε μια νέα σχέση και σε αυταρχική βάση τους πολιτικοδιοικητικούς, κατασταλτικούς και ιδεολογικούς του μηχανισμούς: συγκεντρωποιεί την πολιτική εξουσία, συρρικνώνει τις πολιτικές ελευθερίες και τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις, θωρακίζοντας παράλληλα το νομικό οπλοστάσιο που διασφαλίζει τις οικονομικές βάσεις του καπιταλισμού.[6] Στη συνθήκη αυτή, περιορίζεται δραστικά η σχετική αυτονομία των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους και κατεξοχήν των κομμάτων και των Μ.Μ.Ε.[7]

Ασφαλώς, οι θεωρητικές επεξεργασίες του Ν. Πουλαντζά αντλούν την πραγματολογική τους ύλη από την εμπειρία των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού, οι οποίες διαφοροποιούνται ως προς το επίπεδο κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και τις μορφές θεσμικής συγκρότησης και λειτουργίας τους από τον εγχώριο κοινωνικό σχηματισμό, ενώ ανατέμνουν κριτικά προγενέστερες κρίσεις του καπιταλισμού και του αστικού κράτους. Πάρα ταύτα, όπως θα επιχειρήσω να δείξω στη συνέχεια, εκτιμώ ότι παρέχουν, με τις ανάγκες προσαρμογές, γόνιμα μεθοδολογικά εργαλεία για την κατανόηση της τρέχουσας κρίσης.

Με τον κίνδυνο των σχηματοποιήσεων και των γενικεύσεων, συντομογραφώ την αλληλουχία των δομικών μετασχηματισμών που εξελίσσονται σταδιακά, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, και, στην αλληλεπίδρασή τους, δημιουργούν τις ιδεολογικές, υλικές και θεσμικές, προϋποθέσεις τόσο της ίδιας της κρίσης όσο και των στρατηγικών διαχείρισής της.

2. Η κρίση «διαρκεί πολύ»: παραγωγικές αναδιαρθρώσεις και κρίση αποτελεσματικότητας. Η κρίση, ως ενεργή διαδικασία μακράς διάρκειας, επωάστηκε σε βάθος χρόνου και είναι απότοκη των αργόσυρτων αναδιαρθρώσεων του ύστερου καπιταλισμού και του αστικού κράτους. Πρόκειται για αναδιαρθρώσεις που πηδαλιουχούνται από το επιθετικό πρόγραμμα του νεοφιλελευθερισμού και εντατικοποιούνται με τη ραγδαία επέκταση της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.

Από την άποψη αυτή, η αφετηρία της εντοπίζεται στη δεκαετία του 1970, όταν αποδιοργανώνεται το μεταπολεμικό αναπτυξιακό πρότυπο που θεμελιώθηκε στην κεϋνσιανή συναίνεση[8] και παγιώνεται η αναποτελεσματικότητα του κράτους να διαχειριστεί τις σωρευμένες αντιφάσεις,[9] γεγονός που ενεργοποιεί ένα σπιράλ κρίσεων.[10] Η κρίση του κεϋνσιανού υποδείγματος σηματοδοτεί, ανάμεσα στα άλλα, την αύξουσα και διαρκή αδυναμία συστημικής ενσωμάτωσης και επισφραγίζει την οριστική εξάντληση των κλασικών σοσιαλδημοκρατικών συμβιβασμών.[11] Παράλληλα, δρομολογούνται ριζικές παραγωγικές αναδιαρθρώσεις με αιχμές την αποβιομηχάνιση των δυτικών κοινωνιών, την υπερδιόγκωση του τριτογενούς τομέα, την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και την εμπορευματοποίηση σχετικά αποεμπορευματοποιημένων τομέων, όπως η αγορά εργασίας, ή περίθαλψη, η εκπαίδευση κ.λπ.[12] Οι αναδιαρθρώσεις αυτές προκαλούν, ανάμεσα στα άλλα, ουσιώδεις τροποποιήσεις στους συσχετισμούς των δυνάμεων της ταξικής πάλης, σε βάρος των εξαρτημένων τάξεων, γεγονός που αποτυπώνεται στη σταθερή έκτοτε μείωση του μεριδίου της εργασίας στο συνολικό παραγόμενο προϊόν και στο εισόδημα.[13]

Σε συνθήκες ήττας και υποχώρησης της εργατικής τάξης, μεταβάλλονται ριζικά οι προτεραιότητες των κρατικών πολιτικών: το πρόταγμα της κοινωνικής συνοχής, που εξυπηρετήθηκε αποτελεσματικά για περισσότερα από είκοσι χρόνια με βασικά εργαλεία τις πολιτικές απασχόλησης και πρόνοιας, υποκαθίσταται από την απαίτηση για οικονομική αποτελεσματικότητα και σταθερότητα που εμπεδώνεται με την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης. Οι νέες στρατηγικές συσσώρευσης διαχέουν τη διακινδύνευση και την επισφάλεια σε όλους τους πόρους των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Ο «παρασιτικός καπιταλισμός»,[14] που, προκειμένου να αναπαραχθεί, «υφαρπάζει» υλικούς και θεσμικούς πόρους από τους άλλους, προκαλεί νέες και βίαιες μορφές αποκλεισμού και αποστέρησης, εφαρμόζοντας ληστρικές πρακτικές καταστροφής του περιβάλλοντος, ιδιοποίησης κοινωνικών πόρων και δημοσίων αγαθών, και βιοπειρατείας.[15]

Η αλλαγή παραδείγματος διατυπώθηκε με κανονιστικές αξιώσεις πλανητικής εμβέλειας  στο λεγόμενο Washington consensus,[16] το πολιτικό εργαλείο διαχείρισης  της κρίσης υπερσυσώρευσης και επιβλήθηκε με το κύρος και την ισχύ της δημόσιας εξουσίας. Η  «νομιμότητα» του  δρεπανηφόρου νεοφιλελευθερισμού θεμελιώθηκε σε ένα κανονιστικό συνεχές που δρομολογήθηκε με τις επεξεργασίες και τις πρακτικές υπερεθνικών οργανισμών (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, Παγκόσμια Τράπεζα, Ευρωπαϊκή Ένωση), επικυρώθηκε με διεθνείς συμφωνίες και διαχύθηκε στο εθνικό και υποεθνικό επίπεδο, όπου κυβερνήσεις και περιφερειακές αρχές εγκαλούνται να υλοποιήσουν τα μεταρρυθμιστικά του παραγγέλματα.[17] Αναμφίβολα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να διαδραματίζει ηγεμονικό ρόλο στην εμπέδωση της κυριαρχίας του νέου παραδείγματος, υπήρξε η ατμομηχανή παραγωγής θεσμών, κανόνων και προτύπων που συνέβαλαν αποφασιστικά στη λειτουργικότητά του.

Μια σειρά από θεσμικά κείμενα και πολιτικές πρωτοβουλίες συνθέτουν τον πυκνό οδικό χάρτη της ευρωπαϊκής εκδοχής της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης. Ενδεικτικά, η συνθήκη του Μάαστριχτ επαναθεμελιώνει το ευρωπαϊκό πρότυπο στην ανταγωνιστική λιτότητα (κριτήρια συμμετοχής στην ΟΝΕ), η στρατηγική της Λισαβόνας και η επικαιροποιημένη έκδοσή της «Ευρώπη 2020» αναγορεύουν σε ύψιστη προτεραιότητα των εθνικών πολιτικών την ανταγωνιστικότητα και την ευελιξία και, τέλος, η μεταρρυθμιστική συνθήκη της Λισαβόνας παρέχει στις επιλογές αυτές μια οιονεί συνταγματική βάση.

Στα καθ’ ημάς, η προσαρμογή στο νέο παράδειγμα δρομολογείται ήδη μετά τις εκλογές του 1985 και αποτυπώνεται στο «Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης». Επισφραγίζεται με τη συμμετοχή της χώρας μας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που αποτέλεσε την αφετηρία για την εφαρμογή των φιλόδοξων προγραμμάτων του εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους.[18]

Η νεοφιλελεύθερη διευθέτηση, παρά τις πρόσκαιρες και φαινομενικές της επιτυχίες, όχι μόνο δεν αντιμετώπισε την κρίση αποτελεσματικότητας, αλλά αντίθετα παγίωσε και κανονικοποίησε τα συμπτώματά της: η ανεργία, οι ανισότητες, οι αποκλεισμοί θεωρούνται πλέον φυσιολογικά και ανεκτά φαινόμενα.[19] Την παρατεταμένη και μη αντιμετωπίσιμη κρίση ορθολογικότητας του οικονομικού συστήματος και του κράτους αποδεικνύουν, άλλωστε, οι περισσότερες από 20 περιφερικές και διεθνείς κρίσεις που εκδηλώθηκαν από τη δεκαετία του 1980.[20]

Η κανονικοποίηση της κρίσης ορθολογικότητας διαψεύδει εμφατικά το νεοφιλελεύθερο αφήγημα της δεκαετίας του 1970 – που εν πολλοίς αναπαράγεται μέχρι και σήμερα – σύμφωνα με το οποίο η αναποτελεσματικότητα του κράτους οφείλεται στην υπερφόρτωση του πολιτικού συστήματος από τις ανεύθυνες διεκδικήσεις ισχυρών μειοψηφιών και την ιδιοτέλεια των κομμάτων, τα οποία, προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την εκλογική τους επιρροή, σπεύδουν να τις ικανοποιήσουν.[21] Αντίθετα, φαίνεται ότι αποτελεί φυσιολογικό σύμπτωμα της θηριώδους αναδιανομής που συντελείται υπό την αιγίδα του κράτους υπέρ των κυρίαρχων μερίδων του κεφαλαίου.[22] Πρόκειται για αναδιανομή που προκαλεί πρωτοφανή ποσοτική και ποιοτική ένταση των αποκλεισμών και ακραία όξυνση των κοινωνικών και περιφερικών ανισοτήτων.[23]

3. Μετασχηματισμοί στην πολιτική κουλτούρα: από την «αποπολιτικοποίηση» στην ανάδυση της «αντιπολιτικής». Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η κοινωνική θεωρία αλλά και οι έρευνες πολιτικής συμπεριφοράς καταγράφουν κρίσιμες μεταβολές στο αξιακό σύστημα και στην πολιτική κουλτούρα που συνίστανται κυρίως στα εξής:

α) Στην υποχώρηση της κουλτούρας της συλλογικότητας, η οποία διαμορφώθηκε στη βάση κοινωνικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών διαχωρισμών και μέσα από ιδεολογικοπολιτικές διαμεσολαβήσεις (κόμματα, συνδικάτα, οργανωμένες εκκλησίες) εντύπωνε στα υποκείμενα ισχυρές και συνεκτικές ταυτότητες και στην άνοδο του νέου ατομικισμού. Σε συνθήκες γενικευμένης ευημερίας αναδύεται ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος, ο ατομιστής νάρκισσος,[24] με απελευθερωμένες και ακόρεστες επιθυμίες, τις οποίες αισθάνεται ότι μπορεί και δικαιούται να ικανοποιεί, χωρίς περιορισμούς, σύμφωνα με τα επιλεγμένα σχέδια ζωής του.

β) Στον θρυμματισμό των συνυφασμένων, συνεκτικών και εσωτερικά συνεπών ταυτοτήτων που διαμορφωθήκαν στο πλαίσιο των παραπάνω διαχωρισμών και στην ανακατασκευή τους στη βάση επιλεγμένων ρόλων.[25] Οι εξατομικευμένες ταυτότητες μπορεί να συγχωνεύουν αρμονικά ετερόκλητα, σύμφωνα με τις νεωτερικές ταξινομήσεις, αξιακά, υλικά και πολιτικά φορτία. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στα υποκείμενα να εκδηλώνουν διαφοροποιημένες προτιμήσεις χωρίς να το βιώνουν ως εσωτερική αντίφαση και ασυνέπεια.

γ) Στην υποχώρηση της ιδέας της προόδου και του κριτικού ορθολογισμού[26] και στην επιστροφή ενός ιδιότυπου ανορθολογικού πεσιμισμού που έχει αφήσει το εμπειρικό του αποτύπωμα στην αναθέρμανση του θρησκευτικού συναισθήματος και στην εντυπωσιακή διάδοση της κουλτούρας του new age.

δ) Στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και των φιλόδοξων πολιτικών σχεδίων και στην ανάδυση της πολιτικής σε πρώτο πρόσωπο,[27] που πολιτικοποιεί το σύνολο σχεδόν των περιοχών  του ιδιωτικού. Τα νέα πολιτικά διακυβεύματα αφορούν τις έμφυλες σχέσεις και ταυτότητες, το σώμα και τη σεξουαλικότητα, το κανονιστικό πλαίσιο των διαπροσωπικών και συλλογικών συμπεριφορών, τους τρόπους ζωής. Στη συνάφεια αυτή, αναδύονται νέες μορφές πολιτικότητας, κατά βάση ατομοκεντρικές και δικαιωματικές, που, σε συνδυασμό με την υποχώρηση της συλλογικότητας και τον κατακερματισμό των ταυτοτήτων, αναδιαμορφώνουν και θεματοποιούν την πολιτική ατζέντα μετατρέποντας την Πολιτική σε υποπολιτικές.[28]

Αυτές οι πολύσημες μεταβολές στην πολιτική κουλτούρα, στις συλλογικές και ατομικές ταυτότητες και στην πολιτική συμπεριφορά εκδηλώνονται με σχετική καθυστέρηση στην ελληνική κοινωνία, κυρίως λόγω του ριζοσπαστισμού και της πολιτικής διαθεσιμότητας που ενεργοποίησε η διαδικασία μετάβασης στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία. Ωστόσο, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν αρχίζουν να κοπάζουν η υπερπολιτικοποίηση και η πολιτική κινητοποίηση που σφράγισαν τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια,[29] η αρτισύστατη κοινωνική έρευνα αποτυπώνει μια εξελισσόμενη αποπολιτικοποίηση που εκδηλώνεται με την απομείωση της συμμετοχής, την κάμψη του ενδιαφέροντος για την πολιτική και τη σταθερή αύξηση της εκλογικής αποχής.[30]

Θα ήταν, ωστόσο, εσφαλμένο να θεωρήσουμε ότι οι αλλαγές στην πολιτική συμπεριφορά σηματοδοτούν μια γενικευμένη τάση αποστράτευσης από τον δημόσιο χώρο που οδηγεί στην ιδιώτευση. Στην πραγματικότητα, αναπροσανατολίζουν τις συλλογικές πολίτικες αναπαραστάσεις και πρακτικές σε νέες κατευθύνσεις. Αφενός, η πολιτικοποίηση του ιδιωτικού και η θεματοποίηση της πολιτικής ατζέντας στρέφουν την πολιτική διαθεσιμότητα σε έναν αστερισμό εθελοντικών οργανώσεων που συγκροτούνται και δρουν σε υπερεθνικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο, ενισχύοντας εντυπωσιακά την πυκνότητα και την ορατότητα της λεγομένης Κοινωνίας Πολιτών.[31] Οι συλλογικότητες αυτές, που αναλαμβάνουν να οργανώσουν και να εκπροσωπήσουν προνομιακά τα νέα πολιτικά διακυβεύματα, συγκεντρώνουν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον και την εμπιστοσύνη των πολίτων και ιδιαίτερα των νέων. Αφετέρου, η επέκταση της εξατομίκευσης, σε συνδυασμό με την αύξουσα διακινδύνευση που προκαλούν οι στρατηγικές συσσώρευσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και τις έκτυπες παθογένειες του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού (διαφθορά, σκάνδαλα), εντείνουν τις αρνητικές προσλήψεις και νοηματοδοτήσεις της «πολιτικής» και εντυπώνουν, στο συλλογικό φαντασιακό, μια νεόφυτη πολιτική (υπο)κουλτούρα, την αντιπολιτική.[32] «Μια υβριδική πολιτική ταυτότητα που συγχωνεύει σε ποικίλες δοσολογίες: α) την κυνικότητα και την απάθεια του ατομικιστή νάρκισσου, που αποξενώνεται από τη δημοκρατική πολιτική οικειοθελώς για να παραδοθεί στη τρυφηλότητα της «δημοκρατίας του λαιφ στάιλ», β) την απαξίωση και την αποδοκιμασία των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών συλλήβδην, η οποία ενίοτε εκτράπηκε ακόμα και σε βίαιες πρακτικές, και γ) την ανασφάλεια και την παθητικότητα που προκαλούν ο φόβος ή/και η εμπειρία της κοινωνικής απόταξης, καθώς και οι διασταυρούμενες πιέσεις αρνητικών παραστάσεων και αναφορών».[33] Σε αυτό το έδαφος, εδραιώθηκαν, με ηγεμονικές αξιώσεις, ο εργαλειακός λόγος, ο ατομικιστικός ευδαιμονισμός και ο κοινωνικός κομφορμισμός, που σηματοδότησαν μια συνολικότερη συντηρητική μετατόπιση, έκδηλη κυρίως στη νεολαία.

4. Οι συνέπειες της συναίνεσης: από τη θεσμοποίηση στην κρίση της πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης. Βασικός πυλώνας του μεταπολεμικού προγράμματος της κοινωνικής και πολιτικής ολοκλήρωσης στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ήταν αναμφίβολα η «θεσμοποίηση της ταξικής πάλης»,[34] υπό την έννοια ότι οι πολιτικοί και κοινωνικοί ανταγωνισμοί μετατοπίζονται σταδιακά από τη σφαίρα της παραγωγής (εργοστάσια και πεζοδρόμια) στους θεσμούς αναδιανομής (Κοινοβούλιο, Κυβέρνηση, συλλογικές διαπραγματεύσεις).[35] Η μετατόπιση αυτή στηρίχθηκε προνομιακά στην «κρατικοποίηση» των κομμάτων[36] και των ομάδων συμφερόντων.[37] Οι θεσμοί αυτοί επιτελούσαν ένα διττό ρόλο: αφενός, ενταγμένοι στις διευρυμένες λειτουργίες του κράτους αποτελούσαν τους κύριους αγωγούς μεταφοράς και νομιμοποίησης των κυρίαρχων κρατικών προταγμάτων στην κοινωνία[38] και, αφετέρου, διατηρώντας σχετικά σταθερούς οργανωτικούς δεσμούς με την κοινωνική τους βάση, συνάρθρωναν και διαμεσολαβούσαν στο πολιτικό πεδίο συμφέροντα και αξίες τάξεων και μερίδων. Εν κατακλείδι, στο πλαίσιο της μεταπολεμικής συνθήκης, κόμματα και οργανωμένα συμφέροντα αποτέλεσαν ένα σύνθετο λειτουργικό μηχανισμό διασύνδεσης του κράτους με την κοινωνία και κατεξοχήν τον υλικό και συμβολικό τόπο οργάνωσης και αναπαραγωγής συναίνεσης.

Στο νέο διεθνοποιημένο σύστημα διακυβέρνησης, που οργανώνεται υπό την αιγίδα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, η δυνατότητα των κομμάτων και των ομάδων συμφερόντων να συναρθρώνουν ανταγωνιστικά συμφέροντα και να συμπράττουν στην εναρμόνισή τους, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση των κρατικών πολιτικών, σχεδόν εκμηδενίζεται.[39] Μετατρέπονται σε θεατές ή/και συνδιαχειριστές προγραμμάτων ανταγωνιστικής λιτότητας και δρουν στα ανελαστικά όρια ενός συρρικνωμένου πολιτικού χώρου. Τα κρατικοποιημένα κόμματα και οι ομάδες συμφερόντων αναπροσανατολίζονται στρατηγικά: χαλαρώνουν τους δεσμούς τους με την κοινωνία και ανασυγκροτούνται στο εσωτερικό του κράτους ως καρτέλ (cartel)·[40] ενδιαφέρονται σχεδόν αποκλειστικά για την ενίσχυση της θέσης τους στον κρατικό μηχανισμό και την προνομιακή τους πρόσβαση στους δημόσιους πόρους.

Στη συνάφεια αυτή, ανεξάρτητα από τις καταστατικές διακηρύξεις τους, τα κόμματα προσαρμόζουν την οργανωτική τους μορφή και τις λειτουργίες τους στις νέες δομές της πολιτικής εξουσίας: αναδιοργανώνονται ως χαλαρά πλέγματα αποδιαρθρωμένων και αυτοαναφορικών δικτύων επαγγελματιών και ειδικών της πολιτικής, επενδύοντας κυρίως στη διαχειριστική τους ικανότητα, και διαγκωνίζονται για τον έλεγχο και τη νομή των πολιτικών πόρων. Οι αμήχανες και αποσπασματικές απόπειρες προσαρμογής των κομμάτων στα νέα διακυβεύματα και στις σύγχρονες μορφές πολιτικής επικοινωνίας, προκειμένου να αποκαταστήσουν τους δεσμούς τους με την κοινωνική ενδοχώρα, αποδείχτηκαν εκ του αποτελέσματος ατελέσφορες.[41] Η πάγια πλέον αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη συστημική ενσωμάτωση, σε συνδυασμό με την προϊούσα διάρρηξη των δεσμών πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης, προκαλεί μια ενδημική κρίση εκπροσώπησης, η οποία, με διαφορετικές εντάσεις και χαρακτηριστικά, απαντάται στο σύνολο των χωρών του αναπτυγμένου καπιταλισμού.[42] Κοντολογίς, η κρίση των κομμάτων και των συνδικάτων είναι η άλλη όψη της κρίσης του κεϋνσιανού κράτους ευημερίας.

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, τα συμπτώματα της κρίσης εκπροσώπησης αποτυπώνονται εμπειρικά στη σταδιακή απευθυγράμμιση των παραδοσιακών κομματικών ακροατηρίων,[43] στη συρρίκνωση του κομματικού πληθυσμού,[44] στην οστεοποίηση των μαζικών κομματικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων,[45] στη ραγδαία αποσυνδικαλιστικοποίηση – ιδιαίτερα έντονη στον ιδιωτικό τομέα – [46] και, κυρίως όμως, στην κατακρήμνιση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης.[47]

Τα συμπτώματα αυτά παροξύνθηκαν την περίοδο της κρίσης, όταν η πρωτοφανούς βιαιότητας αναδιανομή σε βάρος των μεσαίων και χαμηλότερων στρωμάτων προκάλεσε τεκτονικές μετατοπίσεις στην κοινωνική δομή και αποδιάρθρωσε τις κοινωνικές συμμαχίες που εξέφραζαν τα μεγάλα κόμματα της μεταπολίτευσης. Το πλέον έκδηλο όμως σύμπτωμα της κρίσης εκπροσώπησης ήταν η αποσύνθεση του μεταπολιτευτικού δικομματισμού, ο οποίος, ακόμη και στις στιγμές υποχώρησής του, διατηρούσε την ικανότητά του να εντάσσει τα υποκείμενα στο πολιτικό σύστημα κατά τρόπο που εξυπηρετούσε τα κυρίαρχα κάθε φορά προτάγματα του κράτους.

Συμπερασματικά, κόμματα και ομάδες συμφερόντων φαίνεται να εισπράττουν, έστω και με καθυστέρηση, τις συνέπειες  της προϊούσας αποσύνδεσης τους από την κοινωνία και της αναπαραγωγής τους, υπό τη μορφή καρτέλ, στο εσωτερικό του κράτους. Δεν θα ήταν υπερβολικό αν υποστηρίζαμε ότι εξάντλησαν τη δυνατότητά τους να ενορχηστρώνουν τις κρίσιμες μετατοπίσεις συμμετέχοντας στη διευθέτηση των συστημικών αντιφάσεων, όπως έπραξαν με απόλυτη επιτυχία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και σχετική επιτυχία μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας.

5. Οι μετασχηματισμοί του πολιτικού: το μεταδημοκρατικό σύμπτωμα. Οι παραγωγικές αναδιαρθρώσεις, οι τροποποιήσεις στους ιδεολογικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς καθώς και οι μεταβολές στην πολιτική οικονομία των μορφών εκπροσώπησης καθορίζουν με ειδικό τρόπο τις αποτυπώσεις τους στους πολιτικούς θεσμούς και στους κόλπους των κρατικών μηχανισμών.

Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, παγιώνεται σταθερά μια διεθνής τάση που συνίσταται στον δραστικό περιορισμό του πεδίου των πολιτικών διευθετήσεων μέσω των κομματικών και κοινωνικών ανταγωνισμών, στον μετασχηματισμό της πολιτικής σε διαχείριση, στην ιδιοποίηση κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων από ανέλεγκτες τεχνοκρατικές και οικονομικές ελίτ, καθώς και στη φραγή των θεσμικών διαύλων για τη διατύπωση εναλλακτικών πολιτικών που αμφισβητούν την ηγεμονία της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας.[48] Στη συνάφεια αυτή, η διατήρηση της Παγκόσμιας Τάξης και της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, σε ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιο ασταθής, αναγορεύεται σε κυρίαρχο πρόταγμα. Ταυτόχρονα, η δημοκρατία συρρικνώνεται σε τυπική πολιτευματική μορφή, αποξενώνεται από τα εναπομείναντα αξιακά και πολιτικά – δηλαδή συγκρουσιακά της – φορτία και εκφυλίζεται σε μια αγοραία διαδικασία που οφείλει να εξυπηρετεί πρωτίστως την οικονομική αποτελεσματικότητα.[49]

Οι σημαντικότερες όψεις αυτής της μεταπολιτικής και μεταδημοκρατικής συνθήκης είναι, συνοπτικά, οι ακόλουθες:

α) Η υλική, θεσμική και ιδεολογική εγκατάσταση των Αγορών στον πυρήνα του κράτους, οι οποίες εξοπλίζονται με πρωτοφανή φορτία δημόσιας εξουσίας[50] και ιδιοποιούνται ληστρικά τα δημόσια αγαθά, ενώ οι φορείς και τα στελέχη τους αναλαμβάνουν από κοινού με το πολιτικό προσωπικό βασικές δημόσιες λειτουργίες.[51] Η εξέλιξη αυτή εξηγεί και την ένταση της διαπλοκής πολίτικων ελίτ και μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίες υπαγορεύουν πολλές φορές απροκάλυπτα τις κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις.[52] Αυτό το νεόκοπο μοντέλο του κυβερνάν υποδηλώνει, ανάμεσα στα άλλα, μια ιδεολογική και πολιτική στρατηγική που μετακενώνει το ήθος, τα συμφέροντα και τη λογική της αγοράς στη δημόσια σφαίρα και μεθοδεύει την αποικιοποίηση της πολιτικής και της κοινωνίας από την οικονομία.[53]

β) Η μετατόπιση κρίσιμων λειτουργιών του κράτους από θεσμούς που διαθέτουν δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοτούν (κοινοβούλιο και κόμματα) σε ανέλεγκτους μηχανισμούς. Αναφέρω, ενδεικτικά, τα δύο πλέον έκτυπα παραδείγματα: την εκχώρηση αρμοδιοτήτων σχεδιασμού των δημοσίων πολιτικών σε υπερεθνικούς οργανισμούς υπό τη μορφή προγραμμάτων συγκριτικής προτυποποίησης και αξιολόγησης[54] και την ανεξέλικτη επέκταση και αυτονόμηση των Ανεξάρτητων Αρχών.[55]

γ) Η αποπολιτικοποίηση και η τεχνοκρατικοποίηση της πολιτικής.[56] Η πολιτική από διαδικασία σύγκρουσης και εναρμόνισης των κοινωνικών συμφερόντων στο πεδίο των θεσμικών διευθετήσεων τυποποιείται σε προγράμματα δημόσιας δράσης που μονοπωλούνται από τους ειδικούς.[57] Σύμπτωμα αυτής της τάσης είναι και η διόγκωση του νεόφυτου πολιτικού προσωπικού τεχνοκρατικής κοπής που κινείται ευέλικτα μεταξύ κράτους, επιστημονικών φορέων και αγοράς, και διαμορφώνει τις κρατικές πολιτικές ανεξάρτητα ενίοτε από τους δημοκρατικά νομιμοποιημένους θεσμούς.[58]

δ) Η αύξουσα προγραμματική σύγκλιση και συναίνεση στο εσωτερικό του κομματικού συστήματος,[59] η οποία δεν οφείλεται μόνο στην προϊούσα κρατικοποίηση των κομμάτων αλλά και στους δρακόντειους περιορισμούς που τους επιβάλλουν θεσμικά και εξωθεσμικά κέντρα.[60]

ε) Η εξουδετέρωση των δημοκρατικών μέσων πολιτικής επιρροής. Τα αποτελέσματα των εκλογών, των δημοψηφισμάτων, των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της δημόσιας διαβούλευσης αγνοούνται και, ενίοτε, αντιμετωπίζονται ως διατάραξη της οικονομικής αποδοτικότητας και της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος.[61] Οι θεσμοί πολιτικής συμμετοχής εργαλειοποιούνται, αποχυμώνονται και αξιοποιούνται à la carte για να προσδώσουν διαδικαστική νομιμοποίηση σε προειλημμένες αποφάσεις.

στ) H ιδιότυπη επιστροφή της μαχόμενης δημοκρατίας που ταυτοποιεί και στιγματίζει παντοίους ως «εχθρούς» στο πρόσωπο του λαϊκισμού και του εξτρεμισμού. Ο ηθικός στιγματισμός του «εχθρού» του αφαιρεί τη δυνατότητα της νόμιμης ύπαρξης και δράσης και τον απωθεί σε μια γκρίζα περιοχή αβεβαιότητας.[62] Στη συνάφεια αυτή, ο «εχθρός» δεν περιορίζεται, όπως στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, με τα θεσμικά και υλικά μέσα της δημοκρατικής νομιμότητας, αλλά απωθείται και εγκλωβίζεται σε μια «υγειονομική ζώνη», σε «ένα κενό χώρο δικαίου, μια ζώνη ανομίας, που προκύπτει από την ίδια την αναστολή του δικαίου»[63] και, με τον τρόπο αυτόν, απογυμνώνεται ακόμα και από τις στοιχειώδεις φιλελεύθερες εγγυήσεις.

Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν την απουσία ουσιαστικού πλουραλισμού, στο βαθμό που αναστέλλεται η δυνατότητα του νόμιμου ανταγωνισμού για τη μεγιστοποίηση της πολιτικής επιρροής.[64] Μια ειδικότερη, αλλά διόλου ασήμαντη συνέπεια της εξουθένωσης του πολιτικού πλουραλισμού είναι η εντυπωσιακή άνοδος της ακροδεξιάς. Ο βίαιος αποκλεισμός, ακόμα και ήπιων ρεφορμιστικών προγραμμάτων που αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη κανονικότητα,[65] προσφέρει στην ποικιλόμορφη ακροδεξιά τη δυνατότητα να αυτοσυστήνεται ως η μοναδική αντισυστημική και γνήσια εθνική εναλλακτική, εισπράττοντας την ογκούμενη  δυσαρέσκεια. Είναι, όμως, ειρωνικό ότι, παρά τις ρητορικές ανησυχίες και αποδοκιμασίες, η ακροδεξιά όχι μόνο δεν απομονώνεται πολιτικά από τις συστημικές δυνάμεις, αλλά αξιοποιείται ως χρήσιμος διαχειριστής ή συνδιαχειριστής των αυταρχικών προγραμμάτων ανταγωνιστικής λιτότητας.[66]

6. Η πολιτική κρίση και οι συνέπειές της: από την κρίση νομιμοποίησης στην κρίση νομιμότητας. Οι σωρευμένες αντιφάσεις και οι αντινομίες που απορρέουν από τις ριζικές ανακατατάξεις στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πεδίο δεν περιορίζονται, όπως ορισμένοι συμπεραίνουν, σε μια παροδική κρίση εκπροσώπησης, ούτε προκαλούν τις συνήθεις διαταράξεις και κενά στη διαδικασία της νομιμοποίησης. Αντίθετα, μοιάζει να τροχοδρομούν το πολιτικό σύστημα σε μια δομικού χαρακτήρα κρίση νομιμοποίησης, τα συμπτώματα της οποίας πυκνώνουν και οξύνονται ενώ τα ρεπερτόρια διαχείρισης που δοκιμάστηκαν αποδείχτηκαν αλυσιτελή.

Η κρίση των «συστημάτων διαχείρισης της κρίσης» πυροδοτεί πολλαπλές και αντιφατικές εστίες δυσφορίας και διαμαρτυρίας που αμφισβητούν την κυρίαρχη διευθέτηση, στο έδαφος των οποίων καρπίζει η πολυεπίπεδη και πολυεστιακή αντίσταση˙ πολυεπίπεδη, υπό την έννοια ότι αναπτύσσεται παράλληλα στο υπερεθνικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο, και πολυεστιακή, υπό την έννοια ότι εμφωλεύει πλέον ενδημικά σε ποικίλες περιοχές των κοινωνικών σχέσεων, που δεν ανάγονται μονοσήμαντα στην καθοριστική σε τελευταία ανάλυση σχέση κεφαλαίου – εργασίας. Οι νέες μορφές διαμαρτυρίας χαρακτηρίζονται επίσης από τη ρευστότητα στην κοινωνική τους σύνθεση, τον αυθορμητισμό και τον εξωθεσμικό προσανατολισμό των συλλογικών υποκειμένων, την ασάφεια και την αμφισημία του αξιακού προτάγματος και του ιδεολογικού προσήμου της κινητοποίησης[67] και, τέλος, την επινοητικότητα, την ποικιλία και τη βιαιότητα των μέσων κινηματικής δράσης. Αυτές ακριβώς οι στάσεις και πρακτικές στοχοποιούνται ως αντισυστημικές και αποτελούν την προνομιακή ύλη για την κατασκευή του εσωτερικού εχθρού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο εχθρός στην μεταμοντέρνα συνθήκη ρευστοποιείται, χρωματίζεται ηθικά[68] και φιλοτεχνείται ως υβρίδιο που στον γενετικό του κώδικα συγχωνεύονται αδιακρίτως όλες οι μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας και αντίστασης. Το επικαιροποιημένο σενάριο της αντισυστημικότητας συμφύρει αδιακρίτως στη μονοπύθμενη δεξαμενή του εξτρεμισμού τη νόμιμη κοινωνική διαμαρτυρία, την άσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων συλλογικής δράσης, την πολιτική ανυπακοή, τον αιρετικό και παιγνιώδη πολιτικό στοχασμό, την ατομική απόγνωση και τον τυφλό συλλογικό θυμό, τον νηπιώδη πολιτικό βολονταρισμό, αλλά και ποινικά κολάσιμες πράξεις συμμοριών του υποκόσμου.

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, οι στιγμές πύκνωσης των επεισοδίων διαμαρτυρίας διασταυρώνονται και αλληλοεπιδρούν με τις στιγμές όξυνσης του κρισιακού συνεχούς και γονιμοποιούν τα διαθέσιμα σενάρια διαχείρισής τους. Διακρίνω τρία χρονόσημα που συμπυκνώνουν αυτές τις κρισιακές καμπές και τις κρίσιμες μετατοπίσεις. Το πρώτο εντοπίζεται στις εκλογές του Μαρτίου του 2004 και σηματοδοτεί την αφετηρία της πολιτικής κρίσης, όταν, σε κλίμα εθνικής ευφορίας, εν όψει των ολυμπιακών αγώνων, καταρρέει το ιδεολόγημα του εκσυγχρονισμού, αποκαλύπτοντας τις έκτυπες αντινομίες και τα διαχειριστικά του αδιέξοδα. Το τέλος της αδιατάρακτης σχεδόν κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης εκδηλώνεται φαινομενικά αιφνίδια τον Δεκέμβρη του 2008 και πυκνώνει εντυπωσιακά με το κίνημα των πλατειών και την ριζοσπαστικοποίηση ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας. Το δεύτερο είναι η 11η Νοεμβρίου 2011, όπου, στον ορίζοντα της όξυνσης της πολιτικής κρίσης και της κρίσης ηγεμονίας, αναστέλλεται και τυπικά η αυτοτέλεια των συστημικών κομμάτων, καθώς ενοποιούνται σε ένα ιδιότυπο «κόμμα εκτάκτου εθνικής ανάγκης»,[69] το οποίο αποτέλεσε τον κοινοβουλευτικό μανδύα της κυβέρνησης υπό τον «τεχνοκράτη» Λ. Παπαδήμο. Το τρίτο ανατρέχει στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και αντιστοιχεί στη στιγμή της εξουδετέρωσης των διαθέσιμων ρεφορμιστικών εναλλακτικών διαχείρισης εντός του συστήματος και στην ανάδυση μιας ετερόκλητης κοινωνικής συμμαχίας που εκπροσωπήθηκε πολιτικά από τη σκιώδη Παράταξη του «Ναι».

Σε αυτή τη σχετικά σύντομη και πυκνή περίοδο, το πολιτικό σύστημα υπερφορτώνεται με δυσεπίλυτες αντινομίες, οι οποίες προκαλούν σταδιακά μια συρροή κρίσεων που τροποποιούν ουσιωδώς τους όρους άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας και της ιδεολογικής ηγεμονίας.

Συγκεκριμένα, οι παραγωγικές αναδιαρθρώσεις που προωθούν τα προγράμματα του εκσυγχρονισμού, ενισχύοντας τις πλέον παρασιτικές και επιθετικές μερίδες του κεφαλαίου, οξύνουν τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος. Οι πολιτικές διαχείρισης της κρίσης καθιστούν φανερό ότι οι ηγεμονικές τάξεις του κυρίαρχου συνασπισμού εμφανίζονται απρόθυμες να ενσωματώσουν τα συμφέροντα των μη ηγεμονικών ταξικών υποσυνόλων (αστικών, μικροαστικών και εργατικών), γεγονός που επιταχύνει την αποσύνθεσή του.[70] Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί και το κενό ηγεμονίας που αποτυπώνεται παραδειγματικά στην εμφανή αδυναμία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.) να ενοποιεί, υπό το πρόγραμμά του, τους λεγόμενους κοινωνικούς εταίρους και στη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων για κρίσιμες πτυχές της μνημονιακής πολιτικής, όπως η εισοδηματική πολιτική, οι εργασιακές σχέσεις, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, η ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας κλπ.[71]

Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν η  ενίσχυση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία, με πολιτικό φορέα τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., συνάθροισε τις υποτελείς τάξεις και διεμβόλισε τον συνασπισμό εξουσίας, προτείνοντας ένα ρεφορμιστικό σχέδιο κοινωνικής συμπερίληψης που το περαίωσε στην κυβέρνηση. Ένα σχέδιο εξαρχής υπονομευμένο, στον βαθμό που υποτίμησε τους αρνητικούς συσχετισμούς σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο και αδιαφόρησε για τις υλικές και συμβολικές προϋποθέσεις των αντιηγεμονικών κοινωνικών συμμαχιών. Οι επιλογές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επισφράγισαν την πολιτική ήττα της Αριστεράς, η οποία ήταν, τελικά, «αποτέλεσμα μιας μάχης που δεν δόθηκε την κατάλληλη στιγμή».

Είναι προφανές ότι η πολιτική ήττα της Αριστεράς, η υποχώρηση των κοινωνικών συγκρούσεων, η έξοδος από τα μνημόνια, η εξουδετέρωση των «αντισυστημικών» απειλών, δεν συνιστούν επιστροφή στην κοινοβουλευτική κανονικότητα. Σηματοδοτούν, ωστόσο, μια νέα φάση που κεντρικό της διακύβευμα είναι η κανονικοποίηση της κρίσης[72]. Στη συνάφεια αυτή, αναδιοργανώνεται ο συνασπισμός εξουσίας, μορφοποιείται το πρόγραμμα ηγεμονίας του και ανασυγκροτείται ο φορέας της πολιτικής του εκπροσώπησης υπό τη σκέπη της Νέας Δημοκρατίας.[73]

Η ποιοτική διαφορά της κυβερνώσας παράταξης, σε σχέση με προηγούμενες στιγμές της ιστορικής της διαδρομής, έγκειται στο ότι η στρατηγική της δεν αποβλέπει στην κατίσχυσή της στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις που θα διασφαλίσουν μακροπρόθεσμα την πολιτική κυριαρχία και την ιδεολογική ηγεμονία του άρχοντος συγκροτήματος επιβάλλοντας ένα καθεστώς «διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης».[74]

Πρόκειται για μια σύνθετη στρατηγική που συγχωνεύει λειτουργικά τον αξιακό συντηρητισμό, τον πολιτικοθεσμικό αυταρχισμό και τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό˙ μια στρατηγική, η οποία συνδυάζει αρμονικά ιδεολογικές εγκλίσεις, θεσμικές τομές και υλικές πρακτικές που τροποποιούν ουσιωδώς τους συσχετισμούς ισχύος σε βάρος των υποτελών τάξεων. Μπορούμε να διακρίνουμε ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό μοτίβο που συνέχει όλες τις κρίσιμες πρωτοβουλίες της Νέας Δημοκρατίας στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην ενέργεια, στο περιβάλλον: κατασκευή ενός καταστροφολογικού αφηγήματος γενικευμένης «ανομίας» και διάχυτων απειλών που ερεθίζει τα συντηρητικά και φοβικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Πρόκληση απροσχημάτιστων συμβολικών και πραγματικών συγκρούσεων (πανεπιστήμια, Εξάρχεια, καταλήψεις) που νομιμοποιούν και εμπεδώνουν στο συλλογικό φαντασιακό το δόγμα του νόμου και της τάξης, την ποινικοποίηση και καταστολή της κοινωνικής διαμαρτυρίας, την απαξίωση των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, γεγονός που διευκολύνει την ιδιωτικοποίησή τους και την επέκταση της εμπορευματοποίησης.

Στον βαθμό, μάλιστα, που οι παράγοντες που προκάλεσαν την κρίση παραμένουν ενεργοί και η νέα κοινωνική επιμαχία – συστατικά ετερογενής και ρευστή – εξακολουθεί να κυριαρχείται από τις ίδιες επιθετικές μερίδες, το ιδεολογικό της πρόγραμμα δεν μπορεί παρά είναι ταξικά μεροληπτικό και πολιτικά αυταρχικό. Στη συνάφεια αυτή, οι λειτουργίες του κράτους μετατοπίζονται από το πεδίο της δημοκρατικής συμπερίληψης και της προνοιακής ενσωμάτωσης στο έδαφος του πολυεπίπεδου και πολυσθενούς αυταρχισμού. Η κρίση νομιμοποίησης μετακυλά σε κρίση νομιμότητας. Η παρέκκλιση από τη νομιμότητα γίνεται έξη προαιρετική: διαποτίζει όλες τις συντεταγμένες εξουσίες και διαβρώνει τα θεμέλια της συνταγματικής τάξης.[75]

7. Η διαχείριση της κρίσης μετά την κρίση. Αρμόζει ένα τελευταίο – κατά βάση πολιτικό και μεταθεωρητικό – σχόλιο για τη διαχείριση της κρίσης μετά την κρίση, η οποία κατά την εκτίμησή μου θεσμοποιεί και εντατικοποιεί την κατάσταση της εξαίρεσης. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι παρακολουθούμε την εκδίπλωση μιας εξτρεμιστικής βιοπολιτικής στρατηγικής που συνδυάζει την οικονομική και ιδεολογική βία με τον υπέρμετρο φυσικό καταναγκασμό.

Η επιλογή αυτή αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος πειθαρχίας με βασικά εργαλεία την περίφραξη των κοινωνικών χώρων, την πανοπτική τους επιτήρηση, ώστε όλες οι δραστηριότητες να ελέγχονται και όλα τα γεγονότα να καταγράφονται, την εξατομίκευση της αστυνόμευσης και την εσωτερίκευση του βλέμματος της επιτήρησης, προκειμένου να αποτρέπονται οι μη παραγωγικές δραστηριότητες, οι άσκοπες περιπλανήσεις και οι θορυβώδεις συναθροίσεις, και επίσης στην επιβολή ειδικού «ποινικού υποσυστήματος», που θα τυποποιεί και θα τιμωρεί  συμπεριφορές οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν αν μη τι άλλο ανεκτές.

Αν οι μεθοδεύσεις αυτές παγιωθούν, είναι πιθανόν στο εγγύς μέλλον ο κοινωνικός χώρος να μετασχηματισθεί σε διάσπαρτα και απομονωμένα δυστοπικά camps εργασίας, όπου, σε καθεστώς επιτήρησης, θα εκπαιδεύονται συστηματικά πειθαρχημένα υποκείμενα και θα παράγονται υπερεντατικά πόροι για την αδηφάγο αγορά.

Αποτόλμησα να ψηλαφίσω, ενδεχομένως με κάποια υπερβολή, τις στρατηγικές και την τεχνολογία της σύγχρονης βιοπολιτικής, ανθολογώντας και επικαιροποιώντας τις δυσοίωνα ούτως ή άλλως επίκαιρες αναλύσεις που διατυπώνει ο Μ. Φουκώ στο τρίτο μέρος του κλασικού του έργου Επιτήρηση και Τιμωρία.[76] Φοβάμαι, ωστόσο, ότι η «κανονιστική δύναμη του πραγματικού» απεργάζεται σενάρια δυστοπίας που ξεπερνούν ακόμη και την ενδιάθετη απαισιοδοξία μου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, στα απόνερα της ριζικής μετάλλαξης του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου, είναι όσο ποτέ άλλοτε ορατός ο κίνδυνος διολίσθησης από το δημοκρατικό  κράτος δικαίου σε ένα ιδιότυπο αστυνομικό κράτος.[77]

Ένα καταληκτικό σχόλιο αντί συμπεράσματος. Οι ιδεολογικοπολιτικοί μεταμορφισμοί και οι θεσμικές αλλοιώσεις που συνεπάγονται η εφαρμογή των προγραμμάτων διευθέτησης της κρίσης δεν υπαγορεύονται από τις ανάγκες της συγκυρίας. Αντίθετα, εγγράφονται σε ένα συνολικότερο σχέδιο το οποίο θέτει εν αμφιβόλω τις κοινωνικές, πολιτικές και θεσμικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης. Οι κατακτήσεις αυτές, με πυρήνα το δημοκρατικό κεκτημένο, διεύρυναν τις πολιτικές ελευθερίες και τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των κυριαρχούμενων τάξεων. Από την άποψη αυτή, για τις ηγεμονικές μερίδες του άρχοντος συγκροτήματος, τους οργανικούς διανοούμενους του συστήματος και μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, η κρίση αποτέλεσε μια χρυσή ευκαιρία να εκκαθαρίσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους με την ενοχλητική Μεταπολίτευση.

 

[1] Για μια συνοπτική παρουσίαση των εκδοχών του εξαιρετισμού, σε όλο το φάσμα των κοινωνικών επιστήμων, με αφορμή τις ερμηνείες που διατυπώθηκαν σχετικά με τις αιτιότητες, τα συμπτώματα και την αντιμετώπιση της κρίσης του 2009, βλ. Μπαλαμπανίδη Γ., «Αναγνώσεις της ελληνικής κρίσης», Σύγχρονα Θέματα, τευχ. 110, 2010, σ. 5-11.

[2] Αναφέρομαι στις κλασσικές αναλύσεις του T. Parsons αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες των κοινωνικών συστημάτων. Χαρακτήρισα το πολιτικό σύστημα ανοιχτό, υπό την έννοια ότι διατηρεί ένα σταθερό δίκτυο ανταλλαγών με τα άλλα κοινωνιακά υποσυστήματα, και δυναμικό, στον βαθμό που, για να διατηρήσει τη συνοχή και την ισορροπία του, προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός του. Για μια συνοπτική παρουσίαση της παρσονικής θεωρίας, βλ. Lechner J. F., «System Theory and Functionalism» στο Turner B., The Blackwell Companion to Social Theory, Blackwell, 2004, σ. 115-123. Είναι, ωστόσο, παράδοξο ότι οι πολυπληθείς υποστηρικτές του «ελληνικού εξαιρετισμού», παρόλο που εγκαλούν το πολιτικό μας σύστημα να προσαρμοστεί στις διεθνείς εξελίξεις, μοιάζει να το αντιμετωπίζουν ως αυτοαναφορικό και αυτοποιητικό, καταδικασμένο να αναπαράγει τις εγγενείς δυσλειτουργίες και παθογένειές του. Από την άποψη αυτή, ακόμη και αν δεν το δηλώνουν ρητά, φαίνεται ότι συμμερίζονται τις πλέον συντηρητικές και παρωχημένες παραδοχές της συστημικής θεωρίας, όπως αυτές αναπτύχθηκαν κατεξοχήν από τον N. Luhmann, για τις οποίες βλ. Lechner J. F., ό.π, σ. 125- 129.

[3] Για τα ερμηνευτικά προβλήματα που προκαλεί η γενικευμένη χρήση του όρου, καθώς και για τους δυο τρόπους άρθρωσης του Λόγου περί κρίσης (δημόσιου και επιστημονικού), βλ. την εμπεριστατωμένη ανάλυση του Δεδουσόπουλου Α., «Για την κρίση: απόσπασμα ενός βιβλίου εν τω γίγνεσθαι», στο https://adedous.blogspot.com/2017/01/ (πρόσβαση: 11.3.2024).

[4] Πουλαντζάς, Ν., «Οι σημερινοί μετασχηματισμοί του κράτους, η πολιτική κρίση και η κρίση του κράτους» στο Πουλαντζάς Ν. (επιμ.), Η κρίση του κράτους, Παπαζήσης, Αθήνα, (χ.χ), σ. 27 -28.

[5] Η ενδεχομενικότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού, είτε με επαναστατικές διαδικασίες είτε μέσω ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του συστήματος να διαχειριστεί την κρίση, αποτελούσε κοινό τόπο για τις αισιόδοξες νεομαρξιστικές αναλύσεις της δεκαετίας του 1970. Βλ. σχ. Χελντ, Ντ., Μοντέλα δημοκρατίας, Στάχυ, Αθήνα, 1995, σ. 234.

[6] Βλ. Πουλαντζά, Ν., Φασισμός και Δικτατορία, Ολκός, Αθήνα, (χ.χ), σ. 429 επ.

[7] Βλ. Πουλαντζά Ν., ό, π. σ. 452.

[8] Για τη μετάβαση από τον οργανωμένο στον αποδιοργανωμένο καπιταλισμό και τις συνακόλουθες κοινωνικοοικονομικές αναδιαρθρώσεις, βλ., αντί άλλων, Offe C., Disorganized Capitalism: Contemporary Transformations of Work and Politics, MIT Press, Cambridge, 1985.

[9] Πρόκειται για τη δομική δυσλειτουργία που πρώιμα ο C. Offe όρισε και ανάλυσε ως «κρίση διαχείρισης κρίσεων» (“crisis of crisis management”). Βλ., σχ., Offe, C, «Crisis of crisis management: Elements of a political crisis theory», International Journal of Politics, Vol. 6, No. 3, 1976, ιδίως σ. 51 επ.

[10] Σύμφωνα με τον Jessop, η κρίση του κεϋνσιανού εθνικού κράτους ευημερίας είναι συνυφασμένη με την κρίση του φορδισμού και εκδηλώνεται ως οικονομική, δημοσιονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση. Βλ., αναλυτικά, Jessop B., The Future of the Capitalist State, Polity Press, Cambridge, 2005, σ. 80-90.

[11] Βλ. Panitch L., Working Class Politics in Crisis: Essays on Labour and the State, Verso, 1984.

[12] Πρόκειται για μια διαδικασία βίαιης μετάβασης από τον «ενσωματωμένο φιλελευθερισμό» στον νεοφιλελευθερισμό. Βλ. σχ. Χάρβεϊ Ντ., Ο νεοφιλελευθερισμός και η παλινόρθωση της ταξικής κυριαρχίας, εκδ. Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα, 2005, σ. 11-12.

[13] Δεδουσόπουλος Α., «Οι μετασχηματισμοί του κράτους και η κρίση» στο Αγγελίδης Μ.- Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.), Πρακτικά συνεδρίου Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα., Τομέας Εκδόσεων του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2018, σ. 307-308.

[14] Τη μεταφορά αυτή χρησιμοποίησε ο Z. Bauman σε άρθρο του στον Guardian (18 Οκτωβρίου 2011), στο https://www.theguardian.com/commentisfree/2011/oct/18/capitalism-parasite-hosts (πρόσβαση: 11.3.2024).

[15] Βλ. Χάρβεϊ Ντ., Ο νέος ιμπεριαλισμός, Καστανιώτης Αθήνα, 2006 σ. 70 επ.

[16] Σύμφωνα με τον εμπνευστή του όρου -Τζον Ουίλιαμσον- πρόκειται για μια τεχνοκρατική διευθέτηση την οποία επεξεργάστηκαν διεθνείς οργανισμοί που εδρεύουν στην Ουάσιγκτον και σηματοδότησε τη μετάβαση από την κρατικά σχεδιασμένη οικονομία σε ένα οικονομικό σύστημα βασισμένο στην αγορά και στην «οικονομική κοινή λογική». Η συναίνεση της Ουάσιγκτον κωδικοποιεί τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή της οικονομικής πολιτικής που όφειλαν να εφαρμόσουν οι χώρες που αντιμετώπιζαν διαρθρωτικά προβλήματα με βασικές προτεραιότητες τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη χρηματοπιστωτική φιλελευθεροποίηση, την  απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και τις ιδιωτικοποιήσεις. Βλ., συνοπτικά, McMichael, Ph., «Globalization» στο Janoski Th. – Alford R. – Hicks A. – Swartz M., The Handbook of Political Sociology, Cambridge University Press, New York, 2005, σ. 590.

[17] Ο Δ. Γράβαρης ορθά υποστηρίζει ότι η θεσμική μορφή και η πολιτική λογική του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος εννοιολογούνται με τον όρο governance (διακυβέρνηση). Διακρίνει δε δύο γενεαλογικές γραμμές στη διαδικασία κατασκευής του, οι οποίες αποτελούν και τη νομιμοποιητική του βάση: η πρώτη ανατρέχει σε κείμενα που έχουν παραχθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η δεύτερη σε κείμενα πολιτικής διεθνών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (Δ.Ν.Τ.). Και οι δύο συνεκβάλλουν στις εθνικές επικράτειες και παρέχουν τα υλικά για τη διαμόρφωση του νεοφιλελεύθερου κράτους. Βλ. Γράβαρη Δ., «Θεωρία και πράξη του πολιτικού νεοφιλελευθερισμού» σε Αγγελίδης Μ. – Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.), Πρακτικά συνεδρίου Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα., Τομέας Εκδόσεων του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2018 σ. 257 επ. Όσον αφορά τη διακυβέρνηση στις ποικίλες εκδοχές της –πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, χρηστή διακυβέρνηση, δίκτυα πολιτικής, μεταδιακυβέρνηση …– η βιβλιογραφία είναι αχανής. Η ενοιολόγηση και η στοιχειοθέτησή της, όμως, παραμένουν ασαφείς και αντιφατικές, ενώ η αξιολόγησή της από το κυρίαρχο θεωρητικό ρεύμα έχει υπερθετικό πρόσημο. Προτείνω, λοιπόν, σύμφωνα με τη δική μου κριτική οπτική τις τεκμηριωμένες και διεισδυτικές προσεγγίσεις του Jessop B., ό.π., σ. 55-53 και 217 επ.

[18] Για το μεταρρυθμιστικό συνεχές που εκκινεί από τα προγράμματα του εκσυγχρονισμού και των μεταρρυθμίσεων και εκβάλλει στη διαχείριση της κρίσης, καθώς και για την οργανική τους σύνδεση με τη διαδικασία του εξευρωπαϊσμού, βλ., αναλυτικά, Αρανίτου Β. – Παπαβλασόπουλο Ε.- Σπουρδαλάκη Μ., «Από την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση…στο Μνημόνιο: Το «χρονικό» μιας προαναγγελθείσας κρίσης», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τευχ. 134-135, ειδικό τεύχος η Ελλάδα σε κρίση, Α’ – Β’, 2011, passim.

[19] Ο Α. Δεδουσόπουλος σχολιάζοντας τον βαθμό αφομοίωσης της κανονικοποίησης της κρίσης από την δημόσια σφαίρα και το συλλογικό πολιτικό φαντασιακό γράφει χαρακτηριστικά: «Οι κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής έχουν αποδεχθεί να ζουν με ποσοστά ανεργίας αδιανόητα και απαράδεκτα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά στις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα επίπεδο ανεργίας κοντά στο 8% δεν αποτελεί είδηση, παρά το γεγονός ότι στη δεκαετία του 60 θα οδηγούσε σε άμεση παραίτηση της κυβέρνησης, θα ήταν μια αναμφισβήτητη απόδειξη τεράστιας αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής. Σήμερα υπάρχουν χώρες που ένα ποσοστό ανεργίας γύρω στο 10%, όχι μόνο θα ήταν καλοδεχούμενο, θα οδηγούσε σε λόγους και κείμενα θριαμβικά», βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 3).

[20] Βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 13) σ. 297.

[21] Για τις θεωρίες της υπερφορτωμένης κυβέρνησης που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1970 από εκπροσώπους του «αναθεωρητικού πλουραλισμού», όπως οι Brittan, Huntington Nordhaus κ.ά., βλ. Χελντ Ντ., ό.π., σ. 230-232. Αυτές οι ερμηνείες χρησιμοποιούνται κατά κόρον και από την εγχώρια ορθόδοξη κοινωνική ανάλυση -χωρίς βεβαίως τις αναγκαίες βιβλιογραφικές αναφορές και τα αποδεικτικά εμπειρικά τεκμήρια-, η οποία χρεώνει συλλήβδην τις παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος στην ασυδοσία των «συντεχνιών», καθώς και στις πελατειακές σχέσεις και τον λαϊκισμό που συστηματικά καλλιεργούν τα πολιτικά κόμματα.

[22] Για τις ποσοτικές διαστάσεις και τις συνέπιες της διπλής αναδιανομής εισοδημάτων και περιουσίας υπέρ του χρηματιστικού κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας και του κεφαλαίου στην παραγωγή, μετά το 1995 στην Ελλάδα, βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 13) σ. 307-310.

[23] Τα φαινόμενα αυτά αναγνωρίζονται πλέον ως μείζονα προβλήματα ακόμη και από τους διεθνείς οργανισμούς που πρωτοστάτησαν στην επεξεργασία και τη διάδοση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος. Βλ., ενδεικτικά, τις ανησυχητικές διαπιστώσεις που διατυπώνονται σε κοινή έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, του Δ.Ν.Τ., του Ο.Ο.Σ.Α. και της Παγκόσμιας Τράπεζας, αναφορικά με τη διεύρυνση των ανισοτήτων (ILO- OECD, The Labour Share in G20 Economies, 2015).

[24] Για τη διαδικασία κοινωνικής κατασκευής και τα χαρακτηριστικά της ναρκισσιστικής προσωπικότητας, βλ. Λας Κρ., Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, Νησίδες, Σκόπελος, 2008, σ. 42 επ.

[25] Πρόκειται για μια διαδικασία εξατομίκευσης που, σύμφωνα με τον Beck, «(…) τα μεμονωμένα άτομα πρέπει να κατασκευάσουν, να σκηνοθετήσουν, να συρράψουν τη βιογραφία τους». Βλ. Beck Ul., Η επινόηση του πολιτικού. Για μια θεωρία του εκσυγχρονισμού, Αθήνα, «Νέα Σύνορα» – Α. Α Λιβάνη, 1996, σ. 190.

[26] Από τις πολλές μελέτες σχετικά με τις περιπέτειες της προόδου στην ύστερη νεωτερικότητα, βλ. Salvadori Μ., Η ιδέα της προόδου. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτήν;, Σαββάλας, Αθήνα, 2011.

[27] Habermas J., «New Social Movements», Telos, τευχ. 49, 1981, σ. 35.

[28] Βλ., σχ., Beck, Ul., ό. π., σ. 194 επ.

[29] Η υπερπολιτικοποίηση αποτέλεσε έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς μύθους της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Για τις διαστάσεις της, βλ. Κυπριανό Π., Δημόσιο Ενδιαφέρον και Κοινωνική Αξία, Πλέθρον, Αθήνα, 1997 σ. 39 επ.. Χρησιμοποιώ τον όρο «μύθος», επειδή συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό τη θέση του Μ. Σπουρδαλάκη ότι η υπερπολιτικοποίηση λειτουργικά ήταν α-πολίτικη στον βαθμό που ο πολιτικός λόγος και οι πρακτικές των υποκειμένων δεν διέθεταν υλική υπόσταση, δηλαδή δεν συναρθρώνονταν με και δεν αναπαράγονταν από τους οργανωμένους αντικειμενικά κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Βλ. Σπουρδαλάκη Μ., «Ελληνικός λαϊκισμός και αυταρχικός κρατισμός», στο Ν. Μουζέλης κ.ά. Λαϊκισμός και πολιτική, Γνώση, Αθήνα,1989, σ. 70-71.

[30] Πρωτοποριακή στην εμπειρική ταυτοποίηση της πολιτικής απάθειας και των κυνικών στάσεων υπήρξε η έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε. Έκτοτε, το σύνολο των ερευνών και των σχετικών αναλύσεων επιβεβαίωναν την παγίωση και την επέκταση αυτών των τάσεων. Βλ., ενδεικτικά, Δώδο Δ., κ.α., «Η πολιτική κουλτούρα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης: Συγκριτικοί πίνακες», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τευχ. (75Α), 1990, Καφετζή Π., «Πολιτική κρίση και πολιτική κουλτούρα. Πολιτική αποξένωση και ανάμιξη στην πολιτική» στο  Δεμερτζής Ν. (επιμ.), Η ελληνική πολιτική κουλτούρα σήμερα, Οδυσσέας, Αθήνα, 1994, σ. 217-252, Δεμερτζή Ν. – Καφετζή Π., «Πολιτικός κυνισμός, πολιτική αλλοτρίωση και ΜΜΕ: Η περίπτωση της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας» στο Λυριντζής Χ. κ.ά. (επιμ.), Κοινωνία και Πολιτική: Όψεις της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, Θεμέλιο, Αθήνα, 1996, σ. 174-218, Δεμερτζή Ν. – Παπλιάκου Β., «Πολιτικός κυνισμός, πολιτική συμμετοχή και ΜΜΕ: Μια συγκριτική ανάλυση» στο Καφετζής Π. κ.ά. (επιμ.), Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες. Ανάλυση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, εκδ. ΕΚΚΕ, Αθήνα, 2007, Βερναρδάκη, Χ., Πολιτικά Κόμματα, Εκλογές και Κομματικό Σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 2011, σ. 170-173.

[31] Για την εντυπωσιακή πύκνωση και ενδυνάμωση των οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών, στην Ελλάδα, πριν και κυρίως μετά την εκδήλωση της κρίσης, βλ. την συστηματική καταγραφή σε Σωτηρόπουλο Δ. , «Η Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα: Ατροφική ή Αφανής;» στο Σωτηρόπουλος Δ. (επιμ.), Η άγνωστη κοινωνία πολιτών, εκδ. Ποταμός, Αθήνα, 2004 σ.117-162 και Σωτηρόπουλο Δ., Η ελληνική κοινωνία πολιτών και η οικονομική κρίση, Ποταμός, Αθήνα, 2017. Μάλιστα, η εξέλιξη αυτή υποχρέωσε τον Ν. Μουζελή να αναθεωρήσει την πολύ επιδραστική ερμηνευτική του προσέγγιση περί αδύναμης Κοινωνίας Πολιτών και ισχυρού κράτους. Βλ., σχ., Μουζέλη Ν.- Παγουλάτο Γ., «Κοινωνία Πολιτών και ιδιότητα του πολίτη στην μεταπολεμική Ελλάδα», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τευχ. 22, 2003, σ. 5-29.

[32] Αν και ο όρος αντιπολιτική χρησιμοποιείται ευρέως τόσο στο δημόσιο λόγο όσο και στην επιστημονική ανάλυση, παραμένει πολύσημος και αχαρτογράφητος Στη συνάφεια αυτή η εννοιολόγησή του διαφοροποιείται ανάλογα με το πραγματολογικό και θεωρητικό του συγκείμενο. Για τις πολλαπλές και αντιφατικές νοηματοδοτήσεις του, βλ., ενδεικτικά, Metea V., «Four types of anti-politics: Insights from the Italian case», Modern Italy, τευχ. 15, is. 1/2010, 2010 σ. 37-61, Mastropaolo A., Antipolitica. Alle origini della crisi italiana, L’Ancora, Napoli, 2000, Crosti, M., «Per una definizione del populismo come antipolitical», Ricerche di storia politica, τευχ. 3, 2004, σ. 425 επ.

[33] Παπαβλασόπουλος Ε., «Μετατοπίσεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα: Από το ενιαίο μαζικό κόμμα του κράτους στο κόμμα “εκτάκτου εθνικής ανάγκης”;» στο Γεωργαράκης Ν. – Δεμερτζής Ν. (επιμ.), Το πολιτικό πορτραίτο της Ελλάδας: κρίση και αποδόμηση του πολιτικού, Εκδόσεις Gutenberg και Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 2015, σ. 154.

[34] Dahrendorf, R., Class and Class Conflict in Industrial Society, Stanford University Press, Stanford, 1959, σ.308.

[35] Για τη γενεαλογία και τις συνέπειες αυτής της κρίσιμης μετατόπισης, βλ. Agnioli J., Ο μετασχηματισμός της Δημοκρατίας και παρεμφερή κείμενα (1967-1998), εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, 2013, σ. 193 επ.

[36] Η κρατικοποίηση των κομμάτων τεκμηριώνεται υποδειγματικά στις επεξεργασίες του ύστερου Πουλαντζά για το κυρίαρχο μαζικό κόμμα του κράτους. Ένα πλέγμα διακομματικών δικτύων «(…) ριζωμένο στην υλικότητα των οργάνων των κυρίαρχων κομμάτων εξουσίας, σπονδυλομένο με τη νέα υλικότητα του κρατικού μηχανισμού (…) (που) εκπληρώνει το ρόλο του γενικού ελεγκτή (…) έναντι οποιουδήποτε άλλου, που όταν και ελάχιστα ακόμα ξεφεύγει από τούτη την εστία, χαρακτηρίζεται ipso facto επικίνδυνος επαναστάτης», αποτρέποντας κάθε πιθανότητα σχηματισμού «(…) μιας πραγματικής πολιτικής εναλλακτικής ρύθμισης (…)». Βλ. Πουλαντζά Ν., Το Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα, 1991 σ. 339-340.

[37] Η θεσμική μορφή κρατικοποίησης των ομάδων συμφερόντων μεταπολεμικά ήταν ο κοινωνικός κορπορατισμός, ένα σύστημα διαμεσολάβησης των κοινωνικών συμφερόντων που αποσκοπούσε πρωτίστως στην ομαλή ενσωμάτωση των εξαρτημένων τάξεων στο πολιτικό σύστημα. Βλ., σχ., Schmitter Ph., «Still the Century of Corporatism ?» στο Schmitter Ph. – G. Lehmbruch (επιμ.), Trends Corporatist Intermediation, Sage, London 1979, σ. 25 και 39.

[38] Ειδικότερα όσον αφορά τον ρόλο των κομμάτων, ο Ν. Πουλαντζάς σημειώνει ότι μετατρέπονται «(…) σε απλά κανάλια εκλαΐκευσης και προπαγάνδας μιας πολιτικής του Κράτους που αποφασίζεται σε μεγάλο βαθμό έξω από αυτά». Βλ. Πουλαντζά Ν., ό.π. σ. 330.

[39] Σχετικά με τη συζήτηση για τους δρακόντειους περιορισμούς που υφίστανται τα κόμματα κατά την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής,  βλ. Mair P., The Challenge to Party Government , EUI Working Paper SPS No. 2007/09, 2007, σ. 910.

[40] Αναφέρομαι στον κυρίαρχο από την δεκαετία του 1980  τύπο του κόμματος καρτέλ. Για μια συνοπτική παρουσίαση της εκτεταμένης θεωρητικής συζήτησης και εμπειρικής έρευνας για το κόμμα καρτέλ, βλ. Ελευθερίου Κ. -Παπαβλασόπουλο Ε., «Λανθάνουσες προσεγγίσεις και σύγχρονες τάσεις στη θεωρία των κομμάτων», Επιστήμη και Κοινωνία, τευχ. 25, 2010 σ. 222- 226. Για την καρτελοποίηση του ελληνικού κομματικού συστήματος, βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., σ. 333-337. Η καρτελοποίηση δεν περιορίζεται στο πεδίο του κομματικού συστήματος αλλά φαίνεται να επεκτείνεται και στο σύστημα κοινωνικής εκπροσώπησης. Βλ., σχ., Αρανίτου Β., «Εργοδοτικές οργανώσεις και συνδικάτα στην Ελλάδα της κρίσης: προς μια «καρτέλ» διευθέτηση;» σε Αγγελίδης Μ. -Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.), Πρακτικά συνεδρίου Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα., Τομέας Εκδόσεων του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2018, σ. 289 επ.

[41] Οι απόπειρες αυτές προσπόρισαν στη θεωρία των κομμάτων νεοφυείς και θνησιγενείς κομματικούς τύπους, όπως το κόμμα δίκτυο, το ψηφιακό κόμμα και τα κόμματα νέας πολιτικής. Βλ., σχ., Ελευθερίου Κ. – Παπαβλασόπουλο Ε., ό.π., σ. 236-237.

[42] Η ενδημική κρίση εκπροσώπησης φαίνεται να επιταχύνεται και να οξύνεται, ιδιαίτερα στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου,  κατά την περίοδο της κρίσης. Για τις διαστάσεις του φαινόμενου, βλ. μια συνοπτική παρουσίαση στο Conti N. – Hutter S. – Nanou K., «Party competition and political representation in crisis: An introductory note» σε Party Politics, Special issue: Party Competition and Political Representation in Crisis: A Comparative Perspective, τευχ. 24, 1/2018 σ. 3-9.

[43] Βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., σ. 74.

[44] Βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., σ. 74-78.

[45] Ο Panebianco χρησιμοποιεί τον όρο «οστεοποίηση» για να περιγράψει τον ακραίο κατακερματισμό, την ετερογένεια, τη γραφειοκρατικοποίηση και, τελικά, τη λειτουργική ακαμψία που προκαλείται από την ανεξέλεγκτη αύξηση των οργανωτικών μεγεθών στις μαζικές οργανώσεις και κατεξοχήν στα πολιτικά κόμματα. Βλ. Panebianco A., Political Parties: Organization and Power, Cambridge University Press, Cambridge, 1988, σ.194-196.

[46] Βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., σ. 81-82  και Κουζή Γ., Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αποκλείσεις και συγκλίσεις με τον ευρωπαϊκό χώρο, Gutenberg, Αθήνα, 2007, σ. 54-57.

[47] Βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., 71-72.

[48] Όλα τα παραπάνω αποτελούν συμπτώματα της λεγόμενης μεταπολιτικής και μεταδημοκρατικής συνθήκης. Για τις  δομικές αλλοιώσεις που προκαλεί στους θεσμούς, στις αξίες και στις λειτουργίες των πλουραλιστικών/δημοκρατικών συστημάτων, βλ., ενδεικτικά, Crouch, C., Μεταδημοκρατία, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006, passim, Μουφ Σ., Επί του πολιτικού, Αθήνα, Εκκρεμές, 2010 σ. 60 επ. και Χάρβεϊ Ντ., ό.π., (υποσ. 15), σ. 180.

[49] Η φαλκίδευση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της νομιμότητας στο όνομα της οικονομικής σταθερότητας είναι ιδιαίτερα έντονη στο ευρωπαϊκό σύστημα διακυβέρνησης, γεγονός που προκαλεί, σύμφωνα με τον Αιμ. Χριστοδουλίδη, ένα ιδιότυπο ευρωπαϊκό παρασυνταγματισμό, ο οποίος απορρυθμίζει τον κανονιστικό και αξιακό  πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού και υπονομεύει τα εθνικά συστήματα κοινωνικής προστασίας. Βλ., αναλυτικά, Χριστοδουλίδη Αιμ., Ευρωπαϊκός παρασυνταγματισμός, 2018, στο https://dialogos.com.cy/evropaikos-parasintagmatismos/ (πρόσβαση: 11.3.2024).

[50] Σύμφωνα με τον Κ. Γιαννακόπουλο, η τάση αυτή ακουμπά τον πυρήνα του κράτους, δηλαδή την έννομη τάξη, στο βαθμό που ιδιωτικοποιούνται ακόμα και συντεταγμένες δημόσιες εξουσίες. Βλ., αναλυτικά, Γιαννακόπουλος, Κ,. Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σ. 124 επ.

[51] Η σύμφυση κράτους και αγοράς εξουδετερώνει χωρίς να καταργεί τυπικά δύο από τις θεμελιακές διευθετήσεις της νεωτερικότητας, δηλαδή την εθνοκρατική θέσμιση της πολιτικής εξουσίας και τη λειτουργική διαφοροποίηση δημόσιου και ιδιωτικού. Για την υβριδοποίηση των μορφών δημόσιας και ιδιωτικής εξουσίας και τη συνακόλουθη ιδιωτικοποίηση συνταγματικών, οικονομικών και κοινωνικών προτύπων, βλ. τις πυκνές και επίκαιρες επισημάνσεις του Κ. Γιαννακόπουλου στο Γιαννακόπουλος Κ., Ας πάρουμε στα σοβαρά καθετί δημόσιο, Εισήγηση στο συνέδριο  του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ με θέμα «Για μια προοδευτική ατζέντα της επόμενης δεκαετίας: Στόχοι – Προτεραιότητες – Πολιτικές», 2023, στο https://cyannakopoulos.gr/wp-content/uploads/2023/03/CY_105.pdf (πρόσβαση: 11.3.2024).

[52] Δεν είναι τυχαίο ότι, σε διεθνές επίπεδο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η διαφθορά και η διαπλοκή αποτελούσαν για τη δημόσια σφαίρα απλά ένα ζήτημα χαμηλού ενδιαφέροντος, ενώ ελάχιστα είχαν απασχολήσει εθνικές αρχές και υπερεθνικούς οργανισμούς. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναβιβάζονται σε μείζον πρόβλημα που κινητοποιεί δημόσιους φορείς και ενεργοποιεί το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας. Για την επιρροή των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην όξυνση των φαινομένων διαφθοράς και διαπλοκής, βλ. Παπαβλασόπουλο Ε., «Διαπλοκή, διαφθορά και σκάνδαλα. Αναζητώντας μια θεωρητική βάση για την τρέχουσα συζήτηση», Εφημερίδα «Εποχή», 06.07.2008.

[53] Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούμε -νομίζω- να κατανοήσουμε τη σκοπιμότητα και τις συνέπειες της άμεσης εμπλοκής του Ιδρύματος Μποδοσάκη στην εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια, του ΕΛΙΑΜΕΠ στον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής έρευνας, του Κέντρου Πολιτισμού «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος» στη διαχείριση των πολιτιστικών θεσμών και του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Ωνάσης» στον επανασχεδιασμό του δημόσιου χώρου.

[54] Βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 13), σ. 315-316.

[55] Για το έλλειμα λογοδοσίας και την τεχνοκρατική νομιμοποίηση των Ανεξάρτητων Αρχών, βλ., αντί άλλων, Καμτσίδου, Ι., «Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και οι Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές», Το Σ, 1999, σ. 543 επ.

[56] Η ιδιοποίηση της πολιτικής από την τεχνοκρατία δεν αποτελεί μια διαχειριστική επιλογή που εξυπηρετεί την νέα εργαλειακή ορθολογικότητα, αλλά εντάσσεται σε μια σύνθετη ιδεολογική στρατηγική που επιδιώκει να εξουδετερώσει τον πολιτικό ανταγωνισμό στη βάση εναλλακτικών προγραμμάτων. Για την ιδεολογική διάσταση του τεχνοκρατισμού στο αφήγημα του «σημιτικού» εκσυγχρονισμού, βλ. Γράβαρη Δ., «Το αίτημα του πολιτικού εκσυγχρονισμού – Στοιχεία από τη λειτουργία μιας πολιτικής ιδεολογίας στην Ελλάδα» σε Ιδεολογικά ρεύματα και τάσεις της διανόησης στην σημερινή Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα, 2002, σ. 87-114.

[57] Η λογική αυτή εκπορεύεται κατεξοχήν από τους υπερεθνικούς οργανισμούς. Είναι ενδεικτικό ότι ένας βασικός στόχος που θέτει η Λευκή Βίβλος για τη διακυβέρνηση, την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η «ανάκτηση της εμπιστοσύνης στη γνώμη των ειδικών». Βλ. «Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση – Μια Λευκή Βίβλος» [COM(2001) 428 τελικό – Επίσημη Εφημερίδα C 287 της 12.10.2001, στο https://eur-lex.europa.eu/EL/legal-content/summary/white-paper-on-governance.html (πρόσβαση: 11.3.2024).

[58] Βλ., σχ., Panebianco Α., ό.π., σ. 234, και Crouch C., ό.π., σ. 140.

[59] Για τη νεοφιλελεύθερη σύγκλιση των κομμάτων εξουσίας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, βλ. Βερναρδάκη Χ., ό.π., σ. 10 επ.

[60] Σύμφωνα με τον A. McGrew, οι ασφυκτικοί περιορισμοί που υφίστανται τα κόμματα ως προς τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν το πολιτικό τους πρόγραμμα είναι δευτερογενής συνέπεια της κρίσης αυτονομίας που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση στο σύγχρονο κράτος. Βλ., σχ., McGrew A. «Μια παγκόσμια κοινωνία» στο S. Hall, D. Held, A. McGrew, Η νεωτερικότητα σήμερα, Σαββάλας, Αθήνα, 2002, σ. 134 επ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης ήταν η απαίτηση των δανειστών να δεσμευτούν όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις εγγράφως ότι θα υιοθετήσουν τα μνημονικά προγράμματα.

[61] Η Ελλάδα της κρίσης αποτέλεσε κυριολεκτικά εργαστήρι παραγωγής αντιδημοκρατικής τεχνογνωσίας. Σταχυολογώ ενδεικτικά: Ο εκλεγμένος πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου εκβιάζεται να μην προχωρήσει στην προκήρυξη δημοψηφίσματος για το πρώτο Μνημόνιο, ενώ, στη συνέχεια, εξαναγκάζεται ουσιαστικά σε παραίτηση. Σε συνθήκες ασφυξίας οι αρχηγοί των δυο μεγάλων κομμάτων συμφωνούν στο πολιτικό πρόσωπο (Φ. Πετσάλνικος) που θα ηγηθεί της κυβέρνησης συνεργασίας για να επιβληθεί, τελικά, άγνωστο ακόμη πώς έως σήμερα, ως πρωθυπουργός ο τεχνοκράτης τραπεζίτης Λ. Παπαδήμος, η επιλογή του οποίου είχε προαναγγελθεί σε τηλεοπτικό χρόνο από τον τρίτο εταίρο της κυβέρνησης, Γ. Καρατζαφέρη, αρχηγό του ακροδεξιού ΛΑΟΣ. Θεσμικοί και εξωθεσμικοί παράγοντες παρεμβαίνουν απροκάλυπτα και εκβιαστικά στο δημοψήφισμα του 2015, εκφοβίζοντας το εκλογικό σώμα, ενώ το αποτέλεσμά του αντιμετωπίζεται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους δανειστές με κυνισμό και ωμότητα. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις  ακρωτηριάζονται και οι συλλογικές ελευθερίες περιστέλλονται δραστικά. Αλλά και στην γειτονική Ιταλία η δημοκρατία δοκιμάστηκε οριακά: Η κυβέρνηση του Σ. Μπερλουσκόνι ανατρέπεται με πρωτοφανείς μεθοδεύσεις και διορίζεται πρωθυπουργός ο επίσης τραπεζίτης Μ. Μόντι. Λίγα χρόνια αργότερα, ο «ανεύθυνος πολιτικά» πρόεδρος της ιταλικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας Σ. Ματαρέλα αρνήθηκε να διορίσει υπουργό Οικονομικών το πρόσωπο που του υπέδειξε ο πολιτικά  υπεύθυνος πρωθυπουργός Τζ. Κόντε, με το επιχείρημα ότι «ο ορισμός του υπουργού Οικονομίας συνιστά πάντοτε ένα άμεσο μήνυμα εμπιστοσύνης ή συναγερμού προς τους οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς παράγοντες». Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός εξαναγκάζεται σε παραίτηση και σχηματίζεται μεταβατική «κυβέρνηση του προέδρου» με πρωθυπουργό το πρώην διευθυντή του Δ.Ν.Τ και θιασώτη της δημοσιονομικής πειθαρχίας Κ. Κοταρέλι. Ασφαλώς η καταγραφή των παραδειγμάτων είναι ενδεικτική.

[62] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας αυταρχικής νομιμότητας που εκπορεύεται από εθνικά και υπερεθνικά κέντρα αποτελούν η «πατριωτική νομοθεσία» στις Η.Π.Α. (2001), η απόφαση πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (2002) για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και, κυρίως, το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης (2010) για την καταπολέμηση του εξτρεμισμού.

[63] Αgamben G., Κατάσταση Εξαίρεσης. Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, Πατάκης, Αθήνα, 2007 σ. 87.

[64] Βλ. Μουφ Σ, ό.π., σ. 99.

[65] Αναφέρομαι κυρίως στην ακραία υπονόμευση και, εν τέλει, στην εξουδετέρωση των εγχειρημάτων του Μπ. Σάντερς, του Τζ. Κόρμπιν και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

[66] Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τα ακροδεξιά κόμματα είναι ισχυρά και αποδεκτά κόμματα εξουσίας. Ενδεικτικά: Στην Ουγγαρία (Βίκτορ Όρμπαν), στην Πολωνία μέχρι πρόσφατα (Ματέους Μοραβιέτσκι), στην Ιταλία (Τζόρτζια Μελόνι) οι κυβερνήσεις ελέγχονται από τη ακροδεξιά. Στη Φινλανδία, το υπερεθνικιστικό κόμμα των «Αληθινών Φινλανδών» συμμετέχει στην κυβέρνηση, ενώ, στη Σουηδία, το ακροδεξιών καταβολών κόμμα «Σουηδοί Δημοκράτες» είναι εταίρος στον κυβερνητικό συνασπισμό των Συντηρητικών, Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελευθέρων. Η Δράση των Δυσαρεστημένων Πολιτών στην Τσεχία συμμετείχε σε κυβέρνηση συνεργασίας με τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλδημοκράτες. Στην Αυστρία, το Κόμμα των Ελευθέρων (FPO) από το 2000 συμπράττει κυβερνητικά με το Λαϊκό Κόμμα. Και, ασφαλώς, στην Ελλάδα, το ΛΑΟΣ όχι μόνο συμμετείχε, αλλά και προοικονόμησε την Κυβέρνηση του Λ. Παπαδήμου. Πρόκειται για μια στρατηγική σύγκλιση στο έδαφος του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού. Άλλωστε, όπως είχε δηλώσει και ο διαμορφωτής της «νικηφόρας ακροδεξιάς φόρμουλας», Ζ. Μ. Λεπέν, « Υπήρξα ρεϊγκανιστής πριν τον Ρέιγκαν».

[67] Είναι, λ.χ., ενδεικτικό ότι ο Ν. Σερντεδάκης και η Μ. Κουφίδη, αναλύοντας την ετερογένεια της κοινωνικής σύνθεσης, των πολιτισμικών χαρακτηριστικών, των αιτημάτων και των συνθημάτων του κινήματος των πλατειών με βάση τα ευρήματα εμπειρικής έρευνας, κάνουν λόγο για «τέσσερεις πλατείες». Βλ. Σερντεδάκις Ν. –  Κουφίδη Μ., «Συγκρουσιακός και εκλογικός κύκλος στην Ελλάδα της κρίσης», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τομ. 44, 2018, σ. 13 επ.

[68] Για τη διάβρωση της πολιτικής από την ηθική καταγγελία, βλ. Μουφ Σ, ό.π., σ. 88 επ.

[69] Σύμφωνα με τον εισηγητή του, το «κόμμα εκτάκτου εθνικής ανάγκης» είναι ένα κόμμα που «(…) θα αυτοεκτεθ(εί) στις ανατροπές των στερεότυπων που η εθνική κρίση έχει προκαλέσει ήδη, θα μεταδώσ(ει) τη δυναμική της νέας κατάστασης (…) (και) θα να είναι ταυτόχρονα και ένα παράδοξο είδος «μη κόμματος», δηλαδή θα πρέπει να απεμπολήσει τα γνώριμα χαρακτηριστικά με τα οποία οι πολίτες έχουν ταυτίσει τα κόμματα. Ένα κόμμα «έκτακτης ανάγκης» μπορεί ακόμα να αποδεχθεί την ενδεχόμενη προσωρινότητά του, καθιστώντας την στοιχείο της «εικόνας» του και πλεονέκτημα για την απελευθέρωση του λόγου του». Βλ. Βούλγαρη Γ., «Σηματοδότης του κενού στα αριστερά», Τα Νέα, 12/06/2010.

[70] Για τις ανακατατάξεις στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος ως συνέπεια των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων και των κυρίαρχων στρατηγικών συσσώρευσης, βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 13), σ. 317.

[71] Για την άνοδο και την πτώση της ηγεμονίας του Σ.Ε.Β. στο καρτελοποιημένο σύστημα κοινωνικής εκπροσώπησης, βλ. Αρανίτου, Β., «Εργοδοτικές οργανώσεις, συνδικάτα και κοινωνικός διάλογος την εποχή των μνημονίων» στο Γεωργαράκης Ν. – Δεμερτζής Ν. (επιμ.), Το πολιτικό πορτραίτο της Ελλάδας: κρίση και αποδόμηση του πολιτικού, Εκδόσεις Gutenberg και Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 2015, σ. 294 επ.

[72] Κανονικοποίηση της κρίσης σημαίνει παγίωση των συμπτωμάτων της και εξουδετέρωση οποιασδήποτε δυνατότητας εφαρμογής εναλλακτικών σχεδίων διαχείρισής της. Όπως με κυνική ωμότητα το διατύπωσε η Μ. Θάτσερ, «There is no alternative». Βλ. Δεδουσόπουλο Α., ό.π. (υποσ. 12), σ. 312.

[73] Για την κοινωνική μορφολογία και τους ιδεολογικούς αναπροσανατολισμούς της Δεξιάς κατά την περίοδο της κρίσης, βλ. Παπαβλασόπουλο Ε., «Οι μεταμορφώσεις της ελληνικής (Κεντρο)δεξιάς στην “εποχή των ραγδαίων αλλαγών”» στο Αγγελίδης Μ. – Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.), Πρακτικά συνεδρίου Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα., Τομέας Εκδόσεων του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2018, σ. 270 επ.

[74] Για το ζήτημα αυτό, βλ., αναλυτικά, Παπαβλασόπουλο Ε., ό.π. (υποσ. 73), σ. 270 επ.

[75] Ο Κ. Γιαννακόπουλος, στην εξαιρετικά πρωτότυπη και τολμηρή νομικοπολιτική του ανάλυση, ερμηνεύει την εξέλιξη αυτή ως αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των συνταγματικών προτύπων, η οποία αποδυναμώνει την επιτελεστικότητα του Συντάγματος και εργαλειοποιεί τους συνταγματικούς κανόνες. Βλ. Γιαννακόπουλο, Κ, ό.π. (υποσ. 50), σ. 101 επ.

[76] Foucault, M., Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, εκδ. Ράππα, Αθήνα, 1989, σ. 188 επ.

[77] Για τη διάκριση μεταξύ κράτους δικαίου και αστυνομικού κράτους, βλ. Μανιτάκη Α., Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994, σ. 92-94.

Ο Ευθύμης Παπαβλασόπουλος σπούδασε Νομικά και Πολιτική Επιστήμη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει διδάξει σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη θεωρία των πολιτικών κομμάτων και στους θεσμούς του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται οι ακόλουθες μελέτες: «Πολιτικοί μετασχηματισμοί και πολιτική θεωρία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ένα επεισόδιο από την αρχαιολογία του εκσυγχρονισμού», Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2016, «Οι μεταμορφώσεις της ελληνικής (Κεντρο)δεξιάς στην “εποχή των ραγδαίων αλλαγών”» στο Μ. Αγγελίδης – Μ. Σπουρδαλάκης (επιμ.), Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα., Πρακτικά συνεδρίου Αθήνα, 15-17 Δεκεμβρίου 2016, Τομέας Εκδόσεων του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σ. 259, «Μετατοπίσεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα: από το ενιαίο μαζικό κόμμα του κράτους στο κόμμα “εκτάκτου εθνικής ανάγκης”», στο Ν.Γ. Γεωργαράκης – Ν. Δεμερτζής (επιμ.), Το Πολιτικό Πορτραίτο της Ελλάδας. Κρίση και η Αποδόμηση του Πολιτικού, Αθήνα, Gutenberg - Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 2015, σ. 141.

Μετάβαση στο περιεχόμενο