Σε ομιλία του το 2017 για την κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο τέως Πρόεδρος της Επιτροπής Jan-Claude Juncker τόνισε ότι «[τ]ο κράτος δικαίου δεν αποτελεί προαιρετική επιλογή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αναγκαία συνθήκη».[1] Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν, ενεργοποιήθηκαν για πρώτη φορά διαδικασίες –με αποκορύφωμα αυτή του άρθρου 7, παρ. 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)– σε βάρος της Πολωνίας[2] και της Ουγγαρίας,[3] που είχαν συμπεριληφθεί στις Συνθήκες μόνο ως εξαιρετικές δικλείδες ασφαλείας.[4] Το καταδικαστικό ψήφισμα της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Φεβρουαρίου 2024 σχετικά με το κράτος δικαίου και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα[5] αποτελεί άλλη μια απόδειξη της νέας αντίληψης σχετικά με την θέση αξιών στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.[6] Προμηνύει δε την (επαν)αξιολόγηση όλων των κρατών μελών της Ένωσης βάσει των θεμελιωδών αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου ένταξής τους στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και της διαδρομής τους μέσα σε αυτό.

Στο πλαίσιο αυτό, εγείρονται κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την ένταση μεταξύ της αρμοδιότητας της Ένωσης να υπερασπίζεται τις αξίες της και της κυριαρχικής εξουσίας των κρατών μελών να ορίζουν πρωτογενώς τις δικές τους (συνταγματικές) αξίες (Ι), τη σημασία του καταδικαστικού ψηφίσματος για την πιθανή ενεργοποίηση εργαλείων του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου σε βάρος της Ελλάδας (ΙΙ) και το ενδεχόμενο επιβολής χρηματικών κυρώσεων του δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου ως μοχλού πίεσης για την άρση παραβιάσεων του κράτους δικαίου στη χώρα μας (ΙΙΙ).

Ι. Η υποχρέωση προστασίας των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ήδη από την πρώτη σειρά του προοιμίου του ψηφίσματος οριοθετείται το νομικό πλαίσιο για την προστασία του κράτους δικαίου στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που περιλαμβάνει τα άρθρα 2, 4 παρ. 3 και 7, παρ. 1, της ΣΕΕ, καθένα από τα οποία φέρει το δικό του ειδικό βάρος. Ειδικότερα, το άρθρο 2, εδάφιο α΄, της ΣΕΕ ορίζει ότι «[η] Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες». Στα τελευταία πολυτάραχα[7] χρόνια της ζωής της Ένωσης κατέστη σαφές ότι το άρθρο αυτό δεν κατονομάζει απλώς τις αξίες στις οποίες βασίζεται η Ένωση εν είδει προγραμματικών δηλώσεων, αλλά θεμελιώνει την υποχρέωση τήρησης ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας αυτών τόσο από τα όργανα της Ένωσης,[8] όσο και από τα κράτη μέλη[9] της.[10] Ως προς τα τελευταία, το παραπάνω άρθρο δεν προδιαγράφει την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου συνταγματικού «μοντέλου»[11] –κάτι που θα ήταν, άλλωστε, αντίθετο στις αρχές της δοτής αρμοδιότητας των ενωσιακών οργάνων και της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών– αλλά θέτει υπό τη μορφή «κόκκινων γραμμών»[12] τα κατώτατα όρια προστασίας των εν λόγω αξιών.[13] Στο πλαίσιο αυτό, ανάγεται σε διακύβευμα η διεκδίκηση της αρμοδιότητας καθορισμού του περιεχομένου των ενωσιακών αξιών μεταξύ ενωσιακής και εθνικής έννομης τάξης.[14]

Ελλείψει σαφούς ορισμού στις Συνθήκες, σημείο αφετηρίας για την εννοιολογική προσέγγιση των αξιών της Ένωσης αποτελούν καταρχήν οι αντίστοιχες εθνικές αξίες των κρατών μελών, οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, έχουν διαμορφωθεί σε συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον.[15] Ως εκ τούτου, οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών χρωματίζουν κατ’ αναγκαιότητα τις ενωσιακές αξίες του άρθρου 2 της ΣΕΕ.[16] Ωστόσο, οι τελευταίες αποτελούν αυτόνομες έννοιες του ενωσιακού δικαίου, ο ορισμός των οποίων εναπόκειται εντέλει στα ενωσιακά όργανα. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να ερμηνεύουν τις αξίες της Ένωσης κατά το δοκούν, επικαλούμενα την εθνική τους ταυτότητα και τις συνταγματικές τους δομές[17] (άρθρο 4, παρ. 2, της ΣΕΕ), με απώτερο κίνδυνο την (συγκεκαλυμμένη) παρέκκλιση από αυτές. Μια τέτοια ερμηνεία, δηλαδή, θα νομιμοποιούσε την πρακτική που καταλογίζεται στην Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, τις αποκαλούμενες και ως «ανελεύθερες δημοκρατίες»,[18] στις οποίες η δημοκρατική νομιμοποίηση καταλήγει να λειτουργεί ως πρόσχημα για την καταστρατήγηση του ενωσιακού κεκτημένου.[19] Με τα δεδομένα αυτά, το άρθρο 2 της ΣΕΕ αποκρυσταλλώνει τον πυρήνα της ταυτότητας της Ένωσης ως «κοινής έννομης τάξης»[20] και ανάγεται σε «ρήτρα αιωνιότητας» του πρωτογενούς δικαίου.[21] Σ’ αυτή τη διαπίστωση συνηγορεί, εξάλλου, και το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, το οποίο, σε αντιδιαστολή προς το άρθρο 51, παρ. 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ),[22] δεν περιορίζεται στους τομείς που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο, αλλά δεσμεύει, εν είδει οριζόντιας αιρεσιμότητας, τα κράτη μέλη σε όλους τους τομείς δράσεις τους.[23] Συνεπώς, ακόμα και εθνικά μέτρα, που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη κατά την ενάσκηση των αποκλειστικών τους αρμοδιοτήτων, μπορούν να ελεγχθούν ως προς τη συμβατότητά τους με το άρθρο 2 της ΣΕΕ.

Ως προς την αξία του κράτους δικαίου,[24] το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 2 της ΣΕΕ διευκρινίστηκε για πρώτη φορά από το ΔΕΕ στην πρόσφατη, πρωτοποριακή του απόφαση Repubblika,[25] η οποία αφορούσε τη διαδικασία διορισμού δικαστών στη Μάλτα. Το Δικαστήριο συνήγαγε από την συστηματική ερμηνεία των άρθρων 2 και 49 της ΣΕΕ ότι «τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε να αποτρέπεται οποιασδήποτε μορφής αποδυνάμωση, υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης αξίας [σ.σ. του κράτους δικαίου], της νομοθεσίας τους στον τομέα της οργανώσεως της δικαιοσύνης, απέχοντας από τη θέσπιση κανόνων δυνάμενων να θίξουν την ανεξαρτησία των δικαστών».[26] Με την ιστορική αυτή απόφαση θεσπίστηκε νομολογιακά μια ιδιότυπη υποχρέωση των κρατών μελών να παραλείπουν ενέργειες που υποσκάπτουν τις αξίες της Ένωσης.[27] Πρόκειται για τη λεγόμενη «αρχή της μη οπισθοδρόμησης» (“non-regression principle”[28]), η οποία διασφαλίζει ότι το επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης στις εθνικές έννομες τάξεις δεν θα υπολείπεται αυτού που επιτάσσει το άρθρο 2 της ΣΕΕ. Υπό αυτή την έννοια, ο σεβασμός των αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ δεν συνίσταται απλώς σε μια (στιγμιαία) υποχρέωση που πρέπει να τηρεί ένα υποψήφιο κράτος προκειμένου να προσχωρήσει στην Ένωση και από την οποία θα μπορούσε να απαλλαγεί μετά την προσχώρησή του.[29] Αυτή η νομολογιακή εξέλιξη ήρθε να επιλύσει, σε επίπεδο αρχής, το γνωστό «δίλημμα της Κοπεγχάγης», το θεσμικό δηλαδή κενό που θα μπορούσε να προκύψει από την τυχόν έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών στις Συνθήκες για τον έλεγχο τήρησης των κριτηρίων ένταξης αμέσως μετά την προσχώρηση ενός κράτους μέλους στην Ένωση.[30] Σύμφωνα, πλέον, με την «αρχή της μη οπισθοδρόμησης», η συμμόρφωση με τις βασικές αξίες του άρθρου 2 της της ΣΕΕ μπορεί να επιβάλλεται όχι μόνο στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, αλλά και στα υφιστάμενη κράτη μέλη.

ΙΙ. Τα εργαλεία του πρωτογενούς δικαίου

Στο σχολιαζόμενο ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 2024, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προχώρησε στην καταγραφή μιας σειράς εθνικών μέτρων και πρακτικών, που αποτυπώνουν συνολικά μια εξαιρετικά προβληματική κατάσταση του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του, αναφέρεται μεταξύ άλλων: α) στην ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την ελλιπή διασφάλιση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του τύπου, λόγω περιστατικών παρακολούθησης δημοσιογράφων και, πολύ περισσότερο, της ατιμωρισίας σε περιπτώσεις δολοφονίας τους,[31] β) στην εργαλειοποίηση του όρου «απειλή για την εθνική ασφάλεια» ως δικαιολογία για υποκλοπές και παρακολουθήσεις εθνικών βουλευτών και βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δημοσιογράφων και κυβερνητικών αξιωματούχων, καθώς και τη θέση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού,[32] γ) στον εκφοβισμό και την παρενόχληση λειτουργών που ελέγχουν την κυβέρνηση, όπως της πρώην Εισαγγελέως Διαφθοράς και του επικεφαλής της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών,[33] δ) στην ελλιπή διασφάλιση της λειτουργικής και οικονομικής αυτονομίας των εθνικών ανεξάρτητων αρχών, όπως της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και του Συνηγόρου του Πολίτη,[34] ε) στη μη συμμετοχή του δικαστικού σώματος στη διαδικασία διορισμού των ανώτατων δικαστικών λειτουργών,[35] στ) στις πολυάριθμες περιπτώσεις υπερβολικής χρήσης βίας από τις αστυνομικές υπηρεσίες κατά μειονοτικών ομάδων και ειρηνικών διαδηλωτών εν γένει,[36] ζ) στο πλήθος περιστατικών έμφυλης, οικογενειακής βίας και γυναικοκτονιών σε συνδυασμό με την έλλειψη κέντρων υποστήριξης θυμάτων βιασμού και κέντρα παραπομπής θυμάτων σεξουαλικής βίας,[37] η) στη μη συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[38] και θ) στις τραγικές απώλειες ανθρώπινων ζωών στη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη και το ναυάγιο της Πύλου, σε συνδυασμό με την έλλειψη προόδου στις δικαστικές έρευνες σχετικά με τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτές.[39]

Το συγκεκριμένο ψήφισμα εντυπωσιάζει για τη λεπτομερή ανάλυση των θιγόμενων σε αυτό γεγονότων και αποτελεί μια σαφή και ηχηρή υπενθύμιση στην Ελλάδα της διαρκούς υποχρέωσής της για τήρηση του άρθρου 2 της ΣΕΕ. Αποκορύφωμα, δε, του ψηφίσματος αυτού αποτελεί το σημείο 27, στο οποίο το Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει πλήρως τα εργαλεία που διαθέτει για να αντιμετωπίσει τις παραβιάσεις των ενωσιακών αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ στην Ελλάδα. Ποια μπορεί να είναι άραγε τα σχετικά εργαλεία του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, με τα οποία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη η χώρα;

Καταρχήν, η προαναφερθείσα αναγνώριση της κανονιστικής εμβέλειας του άρθρου 2 της ΣΕΕ σε συνδυασμό με το ευρύ πεδίο εφαρμογής του -πέραν από το ειδικό του βάρος για τον χαρακτηρισμό της Ένωσης ως ένωσης αξιών- συνεπάγεται και την αρμοδιότητα του ΔΕΕ να ελέγξει την τυχόν παραβίασή του, δυνάμει του άρθρου 263 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό, είναι νοητή η προσφυγή κατ’ άρθρο 258 της ΣΛΕΕ κατά κράτους μέλους, λόγω παραβίασης εκ μέρους του των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2 της ΣΕΕ.[40] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μάλιστα η δυνατότητα της Επιτροπής να σωρεύσει στην προσφυγή της επιμέρους εθνικά μέτρα, που, ακόμη κι αν το καθένα δεν ενέχει από μόνο του κάποια παράβαση, ιδωμένα στο σύνολό τους, υποδηλώνουν μια γενικευμένη και συνεχιζόμενη εθνική πρακτική αντιβαίνουσα στο ενωσιακό δίκαιο.[41] Αυτή η πρακτική αποτέλεσε τη βάση για τον χαρακτηρισμό τέτοιων προσφυγών ως «συστημικών διαδικασιών επί παραβάσει»,[42] με στόχο την ανάδειξη της πραγματικής έκτασης της παραβίασης του ενωσιακού δικαίου εκ μέρους του κράτους μέλους εξαιτίας της σώρευσης επιμέρους πλημμελειών του. Μια τέτοια σωρευτική θεώρηση των εθνικών πλημμελειών είναι, ωστόσο, εφικτή μόνο στο μέτρο που διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ των επιμέρους μέτρων αφενός και των παραβιαζόμενων ενωσιακών διατάξεων αφετέρου.[43] Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα το σχολιαζόμενο ψήφισμα, η πληθώρα αιτιάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτό θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν αντικείμενο μιας τέτοιας σώρευσης σε ενδεχόμενη προσφυγή του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της αρχής της δοτής αρμοδιότητας (άρθρο 5, παρ. 2, της ΣΕΕ) και της απορρέουσας υποχρέωσης από το άρθρο 2 της ΣΕΕ για την εξασφάλιση μόνο ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης, ο δικαστικός έλεγχος του ΔΕΕ θα εκτείνεται αναγκαστικά σε εξαιρετικές και πρόδηλες περιπτώσεις οπισθοδρόμησης/παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ.[44]

Ανεξάρτητα από την ενεργοποίηση του δικαστικού ελέγχου, η υπονόμευση των ενωσιακών αξιών από ένα κράτος μέλος σηματοδοτεί τη διάβρωση του θεμελίου στο οποίο εδράζεται η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης[45] κατά τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών.[46] Αυτή η εμπιστοσύνη ερείδεται στην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 4, παρ. 3, της ΣΕΕ) και θεμελιώνει το (μαχητό) τεκμήριο της νόμιμης εφαρμογής και εκτέλεσης του ενωσιακού δικαίου στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους. Απηχεί, δε, την παραδοχή ότι όλα τα κράτη μέλη δεσμεύονται και σέβονται τις κατονομαζόμενες στο άρθρο 2 της ΣΕΕ αξίες, με αποτέλεσμα οι επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις να θεωρούνται ισότιμες και οι κανονιστικές τους ρυθμίσεις ισοδύναμες. Σε περιπτώσεις, όμως, διασυνοριακής συνεργασίας, στις οποίες υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι ένα κράτος μέλος παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο, το προαναφερθέν τεκμήριο ανατρέπεται και τα συνεργαζόμενα κράτη μέλη δύνανται ή, ενίοτε, υποχρεούνται να αρνούνται την αναγνώριση και εκτέλεση των διοικητικών πράξεων ή/και δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν στο έδαφος αυτού. Συνεπώς, τυχόν παραβιάσεις του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος μπορούν να αποτελέσουν βάσιμο λόγο για τη μη περάτωση της (οριζόντιας) συνεργασίας τους με τα λοιπά κράτη μέλη και την αδρανοποίηση της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.[47] Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποκλείεται το σχολιαζόμενο ψήφισμα του Κοινοβουλίου να αποτελέσει το έναυσμα για την αμφισβήτηση της συμβατότητας των πράξεων ή/και δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στην Ελλάδα με το ενωσιακό δίκαιο από τα λοιπά κράτη μέλη και την άρνηση αναγνώρισης αυτών στη δική τους επικράτεια.

Τέλος, αποκορύφωμα της συστηματικής και διαρκούς παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ και της διάβρωσης του θεμελίου της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, σε βαθμό που να εκλείπει πλέον η βάση για την παραδοχή της ισοτιμίας των εθνικών έννομων τάξεων, αποτελεί η ενεργοποίηση από τα αρμόδια ενωσιακά όργανα των μηχανισμών του άρθρου 7 της ΣΕΕ. Στην περίπτωση αυτή η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου παύει, λόγω της βαρύτητάς της, να αφορά τις οριζόντιες, διασυνοριακές σχέσεις των κρατών μελών και ανάγεται σε δομικό πρόβλημα του ενωσιακού οικοδομήματος, για το οποίο απαιτείται πλέον (κάθετη) κεντρική αντίδραση από την ίδια την Ένωση. Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη μπορούν να καταθέσουν βάσει της ειδικής διαδικασίας της παρ. 1 του άρθρου 7 της ΣΕΕ, αιτιολογημένη πρόταση για την εκκίνηση του προβλεπόμενου μηχανισμού πρόληψης. Η έκδοση διαπιστωτικής απόφασης από το Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 7, παρ. 1, της ΣΕΕ, ως προς την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ, μπορεί να σηματοδοτήσει την αναστολή επ’ αόριστον της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, έως ότου αρθούν οι συστημικές πλημμέλειες στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.[48] Ας σημειωθεί δε ότι το άρθρο 7 της ΣΕΕ –όπως αντίστοιχα και το άρθρο 2 της ΣΕΕ– παρουσιάζει ευρύ πεδίο εφαρμογής και εκτείνεται σε όλους τους τομείς δράσης των κρατών μελών,[49] προσδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ουσιώδεις εποπτικές αρμοδιότητες στα ενωσιακά όργανα ακόμη και σε αμιγώς εθνικά θέματα. Ενόψει όλων αυτών, η ρητή αναφορά στο προοίμιο του σχολιαζόμενου ψηφίσματος (υπό «Β.») στη δυνατότητα ενεργοποίησης της εν λόγω διαδικασίας σε βάρος της Ελλάδας δεν μπορεί παρά να προκαλεί ανησυχία, καθώς, εκτός των άλλων, συνειρμικά παραπέμπει στα παραδείγματα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 2, 7 και 49 της ΣΕΕ συνάγονται, λοιπόν, δύο βασικά συμπεράσματα: Πρώτον, ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης στην επικράτεια των κρατών μελών συνιστά μια διαρκή υποχρέωση, υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο σε εξαιρετικές περιπτώσεις· δεύτερον, ότι, σύμφωνα με τη θεωρία των σιωπηρών αρμοδιοτήτων (“implied powers“[50]), αναγνωρίζονται στα ενωσιακά όργανα εποπτικές εξουσίες στο βαθμό που αυτές είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων. Υπενθυμίζεται, βέβαια, ότι, από τα παραπάνω, στην αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εμπίπτει μόνο η υποβολή αιτιολογημένης πρότασης για την ενεργοποίηση του μηχανισμού του άρθρου 7, παρ. 1, της ΣΕΕ, ενώ η ενεργοποίηση των λοιπών μηχανισμών εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής.

ΙΙΙ. Οι χρηματικές κυρώσεις του δευτερογενούς δικαίου

Πέραν της ενδεχόμενης ενεργοποίησης των προβλεπόμενων, στο πρωτογενές δίκαιο, μηχανισμών προστασίας των αξιών του άρθρου 2 της ΣΕΕ, το σχολιαζόμενο ψήφισμα του Κοινοβουλίου αναφέρεται και στη δυνητική εφαρμογή αντίστοιχων προστατευτικών διατάξεων του δευτερογενούς δικαίου. Συγκεκριμένα, στο σημείο 27 του ψηφίσματος, το Κοινοβούλιο καλεί την Επιτροπή, αφενός, να ελέγχει τη συμμόρφωση της Ελλάδας με τον ΧΘΔΕΕ κατά την αξιοποίηση των ενωσιακών κονδυλίων και, αφετέρου, να αξιολογήσει την τυχόν πλήρωση των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του λεγόμενου Κανονισμού αιρεσιμότητας.[51] Ειδικότερα, ως προς την υποχρέωση σεβασμού του ΧΘΔΕΕ κατά την αξιοποίηση ενωσιακών κονδυλίων, σημειώνεται ότι ο λεγόμενος Κανονισμός περί κοινών διατάξεων για τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ),[52] που υπόκεινται σε καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης[53] από κοινού με τα κράτη μέλη, ορίζει στο άρθρο 9, παρ. 1 («Οριζόντιες αρχές»), ότι «[τ]α κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη συμμόρφωση με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την υλοποίηση των Ταμείων». Περαιτέρω, το άρθρο 97, παρ. 1, του Κανονισμού αυτού προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών στα κράτη μέλη –μεταξύ άλλων– σε περίπτωση είτε διαπίστωσης σοβαρής ανεπάρκειας όσον αφορά την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σε εθνικό επίπεδο [υπό β)] είτε ύπαρξης αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ που άπτεται ζητήματος το οποίο θέτει σε κίνδυνο τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών [υπό δ)]. Συνεπώς, η αναστολή πληρωμών είναι νοητή σε περιπτώσεις που οι συστημικές πλημμέλειες στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου ενός κράτους μέλους έχουν ως συνέπεια την κακοδιαχείριση των ενωσιακών κονδυλίων που χρηματοδοτούνται από τα ΕΔΕΤ, διακινδυνεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Περαιτέρω, ως προς την πιθανή εφαρμογή του Κανονισμού αιρεσιμότητας, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός αφορά συνολικά στην εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης.[54] Αντικείμενό του είναι η επιβολή χρηματικών κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος που επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της.[55] Ο εν λόγω Κανονισμός εισήχθη ακριβώς για την εντατικοποίηση των πιέσεων στα κράτη μέλη, σε βάρος των οποίων είχε προηγηθεί η εκκίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7, παρ. 1 της ΣΕΕ.[56] Ως ενδεικτική περίπτωση παραβίασης του κράτους δικαίου αναφέρεται, μάλιστα, στο άρθρο 3 περ. γ) του Κανονισμού,[57] η μη εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων (είτε εθνικών είτε ευρωπαϊκών), η οποία, εν προκειμένω, επισημαίνεται, για την Ελλάδα, σε σχέση με ευρωπαϊκές αποφάσεις, στο σημείο 15 του σχολιαζόμενου ψηφίσματος.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η παραβίαση της αξίας του κράτους δικαίου συνιστά αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη για την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων των προαναφερθέντων Κανονισμών προϋποθέτει επιπροσθέτως την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της σχετικής παράβασης και της διακινδύνευσης των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Το ψήφισμα του Κοινοβουλίου αποτελεί, πάντως, μία (μη δεσμευτική)[58] προτροπή προς την Επιτροπή να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια και να εκτιμήσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης των Κανονισμών αυτών στην περίπτωση της Ελλάδας.

IV. Επίλογος

Το ψήφισμα του Κοινοβουλίου οφείλει να αποτελέσει την αφετηρία για την επαναξιολόγηση των εθνικών μέτρων και πρακτικών που υποδαυλίζουν το άρθρο 2 της ΣΕΕ. Διαφορετικά, η κεντρική αντίδραση της Ένωσης, με πρωταγωνιστές την Επιτροπή και το ΔΕΕ,[59] αποτελεί πλέον βάσιμο ενδεχόμενο. Όπως μαρτυρούν τα παραδείγματα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, η κατάκτηση της «αξιακής βαθμίδας» δεν μπορεί να επιβληθεί έξωθεν, αλλά αποτελεί τελικά αποκλειστικό καθήκον κάθε κράτους μέλους.

 

[1] Jan-Claude Juncker, «Ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης 2017», στο https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/SPEECH_17_3165 (πρόσβαση: 15.2.2024).

[2] COM(2017) 835 τελικό· Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 1ης Μαρτίου 2018 σχετικά με την απόφαση της Επιτροπής να ενεργοποιήσει το άρθρο 7 παράγραφος 1 ΣΕΕ όσον αφορά την κατάσταση στην Πολωνία (2018/2541(RSP)).

[3] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Σεπτεμβρίου 2018 σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση (2017/2131(INL)). Η Ουγγαρία προσέφυγε κατά του εν λόγω ψηφίσματος με αίτηση ακυρώσεως, την οποία, ωστόσο, απέρριψε το ΔΕΕ στο σύνολό της. Βλ. ΔΕΕ, 3.6.2021, C-650/18, Ουγγαρία κ. Κοινοβουλίου.

[4] COM(2010) 573 τελικό, σ. 12: «Πρόκειται για πολιτικό µηχανισµό έσχατης ανάγκης (…)».

[5] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Φεβρουαρίου 2024 σχετικά με το κράτος δικαίου και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα (2024/2502(RSP)).

[6] Τη μετεξέλιξη αυτή σημειώνει και η Πρεβεδούρου Ε., «Άρθρο 2. [Οι αξίες της Ένωσης]», στο Σκουρής Β. (επιμ.), Συνθήκη της Λισσαβώνας, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, σ. 23. Σχετικά με τον χαρακτηρισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «Werteunion» και «Werteverbund», πρβλ. Calliess C., «Europa als Wertegemeinschaft – Integration und Identität durch europäisches Verfassungsrecht?», JuristenZeitung 59/2004, σ. 1041 επ.· Voßkuhle Α., Die Idee der Europäischen Wertegemeinschaft, Thyssen Lectures, Κολωνία 2018, σ. 38.

[7] Για την «πολυκρίση» στην οποία βρίσκεται η Ένωση, βλ. Ludwigs M./Schmahl S., «Einführung in die Themen» στο Ludwigs M./Schmahl S. (επιμ.), Die EU zwischen Niedergang und Neugründung, Νomos, Μπάντεν-Μπάντεν 2020, σ. 19.

[8] Άρθρα 3, παρ. 1, και 21 της ΣΕΕ.

[9] Άρθρα 7 και 49, παρ. 1, της ΣΕΕ.

[10] von Bogdandy Α., «Tyrannei der Werte? Herausforderungen und Grundlagen einer europäischen Dogmatik systemischer Defizite», Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht 79/2019, σ. 522 επ.· Πρεβεδούρου, «Άρθρο 2. [Οι αξίες της Ένωσης]», ό.π., σ. 23.

[11] ΔΕΕ, 21.12.2021, συνεκδ. υπ. C-357/19, C-379/19, C-547/19, C-811/19 και C-840/19, Euro Box Promotion κ.λπ., σκέψη 229· ΔΕΕ, C-430/21, 22.2.2022, RS, σκέψη 43.

[12] Βλ. von Bogdandy Α., «Principles of a systemic deficiencies doctrine: How to protect checks and balances in the Member States», Common Market Law Review 57/2020, σ. 732 επ.·  von Bogdandy Α./Spieker L.D., Europarecht 2020, σ. 328· Πρεβεδούρου, «Άρθρο 2. [Οι αξίες της Ένωσης]», ό.π., σ. 23.

[13] Ομοίως Παπαδοπούλου Ρ. Ε./Χριστιανός Β., Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021, σ. 29 επ.

[14] Για τη σχέση μεταξύ των άρθρων 2 και 4, παρ. 2, της ΣΕΕ, βλ. Giegerich T., «Verfassungshomogenitat, Verfassungsautonomie und Verfassungsaufsicht in der EU: Zum neuen „Rechtsstaatsmechanismus“ der Europaischen Kommission», στο Calliess C. (επιμ.), Herausforderungen an Staat und Verfassung. Völkerrecht – Europarecht – Menschenrechte; Liber Amicorum für Torsten Stein zum 70. Geburtstag, Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν 2015, σ. 511 επ.

[15] Calliess C., «Art. 2 EUV», στο Calliess C./Ruffert M. (επιμ.), EUV/AEUV, C.H. Beck, Μόναχο 2022, σκέψη 13.

[16] Πρβλ. Γεράσιμο Ι., Η σχέση της εθνικής και της ευρωπαϊκής συνταγματικής ταυτότητας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 405 επ.· Mlynarski M., Zur Integration staatlicher und europäischer Verfassungsidentität, Mohr Siebeck, Tübingen 2021, σ. 101 επ. Πρβλ., όμως, και τις κριτικές παρατηρήσεις ως προς την παραδοχή αυτή από Γιαννακόπουλο Κ., Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 176 επ.

[17] Βλ. ΔΕΕ, 22.2.2022, C-430/21, RS, σκέψη 68. Ευρύτερα στο θέμα Γιαννακόπουλος Κ., Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2013, σ. 360 επ.· Πρεβεδούρου E., «Ο σεβασμός της ενωσιακής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου», στο Παπαδοπούλου Λ./Πρεβεδούρου Ε./Γώγου Κ. (επιμ.), Το Δικαστήριο της ΕΕ, Συνέδριο προς τιμήν του Καθηγητή κ. Βασίλειου Σκουρή, Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2016, σ. 45 επ.

[18] Βλ. Pech L./Scheppele K.L., «Illiberalism Within: Rule of Law Backsliding in the EU», Cambridge Yearbook of European Legal Studies 2017, σ. 3 επ.

[19] Βλ. Παπαδοπούλου Τ. (Λ.), «Το κράτος δικαίου στην Ευρώπη και ο αυταρχικός λαϊκισμός ως «δούρειος ίππος» για την άλωσή του», στο Ελληνική Εταιρία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο Κράτος, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 61 επ.

[20] ΔΕΕ, 16.2.2022, C-156/21,  Ουγγαρία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 127· ΔΕΕ, 16.2.2022, C-157/21,  Πολωνία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 145· Πρεβεδούρου, «Άρθρο 2. [Οι αξίες της Ένωσης, ό.π., σ. 30.

[21] Schorkopf F., «Der Wertekonstitutionalismus der Europäischen Union», JuristenZeitung 75/2020, σ. 482 («Ewigkeitsklausel»).

[22] «1. Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες».

[23] ΔΕΕ, 16.2.2022, C-156/21,  Ουγγαρία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 232· ΔΕΕ, 16.2.2022, C-157/21,  Πολωνία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 264.

[24] Για τον ορισμό του, βλ. Σκουρή Β., «Κυρώσεις για παραβιάσεις του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη της ΕΕ», στο Ελληνική Εταιρία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο Κράτος, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 809 επ.

[25] ΔΕΕ, 20.4.2021, C-896/19, Repubblika.

[26] Aυτ., σκέψη 61.

[27] Εδώ εύλογα ανακύπτει το ερώτημα καθορισμού του χρονικού σημείου βάσει του οποίου θα αξιολογηθεί τυχόν οπισθοδρόμηση (π.χ. από την προσχώρηση του κράτους μέλους στην ΕΕ ή από μεταγενέστερο στάδιο). Βλ. και Scholtes J., «Constitutionalising the end of history? Pitfalls of a non-regression principle for Article 2 TEU», European Constitutional Law Review 19/2023, σ. 65 επ.

[28] Leloup M./Kochenov D./Aleksejs D., «Opening the door to solving the „Copenhagen dilemma“? All eyes on Repubblika v Il-Prim Ministru», European Law Review 46/2021, σ. 697· Poulou K., Vertrauensgrundsatz und Rechtsstaatlichkeitskrise in der EU, Mohr Siebeck, Τύμπιγκεν 2023, σ. 236 επ.

[29] ΔΕΕ, 16.2.2022, C-156/21,  Ουγγαρία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 126· ΔΕΕ, 16.2.2022, C-157/21,  Πολωνία κ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 144.

[30] Viviane Reding, «Safeguarding the rule of law and solving the „Copenhagen dilemma“: Towards a new EU-mechanism», στο https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/SPEECH_13_348 (πρόσβαση: 15.2.2024.

[31] Σημεία Γ έως Θ και ΙΔ του ψηφίσματος.

[32] Σημεία ΙΕ Και 7 ζ) του ψηφίσματος.

[33] Σημείο 12 του ψηφίσματος.

[34] Σημεία Ι, 6, 8 και 10 του ψηφίσματος.

[35] Σημείο 16 του ψηφίσματος.

[36] Σημείο 4 του ψηφίσματος.

[37] Σημεία ΚΒ, 21 και 22 του ψηφίσματος.

[38] Σημείο 15 του ψηφίσματος.

[39] Σημεία 6, 17 και 19 του ψηφίσματος.

[40] Poulou K., Vertrauensgrundsatz und Rechtsstaatlichkeitskrise in der EU, ό.π., σ. 304 επ. Βλ. και την από 19.12.2022 προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Ουγγαρίας δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (C-769/22): «Θεσπίζοντας τους κανόνες οι οποίοι παρατίθενται στην παράγραφο 1, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση».

[41] ΔΕΕ, 5.9.2019, C-443/18, Επιτροπή κ. Ιταλίας, σκέψη 71· ΔΕΕ, 17.12.2020, C-808/18, Επιτροπή κ. Ουγγαρίας, σκέψη 111.

[42] Scheppele K. L., «Enforcing the basic principles of EU law through systemic infringement actions», στο Closa C./Kochenov D. (επιμ.), Reinforcing Rule of Law Oversight in the EU, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 2016, σ. 105 επ.

[43] Aυτ., σ. 112.

[44] Pohjankoski P., «Rule of law with leverage: Policing structural obligations in EU law with the infringement procedure, fines, and set-off», Common Market Law Review 58/2021, σ. 1345· Spieker L. D., «Defending Union Values in Judicial Proceedings. On How to Turn Article 2 TEU into a Judicially Applicable Provision», στο von Bogdandy Α. κ.λπ. (επιμ.), Defending Checks and Balances in EU Member States, Springer, Βερολίνο 2021, σ. 257 επ.

[45] ΔΕΕ, 18.12.2014, Γνωμοδότηση 2/13 για την Προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ, σκέψη 168.

[46] Αναλυτικά βλ. Λέντζη Δ., Η αμοιβαία εμπιστοσύνη ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής ένωσης, Ευρασία, Αθήνα 2023· Poulou K., Vertrauensgrundsatz und Rechtsstaatlichkeitskrise in der EU, ό.π., σ. 163 επ.

[47] Ενδεικτικά: ΔΕΕ, 25.7.2018, C-216/18 PPU, Minister for Justice and Equality, σκέψεις 60 επ.

[48] Βλ. αιτιολογική σκέψη 10 της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, ΕΚ L 190, σ. 1· άρθρο μόνο του Πρωτοκόλλου (αριθ. 24) για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ C 115, σ. 305.

[49] COM(2003) 606 τελικό, σ. 5· Kochenov D., «Article 7: A Commentary on a Much Talked-About ,Dead‘ Provision», στο von Bogdandy Α. κ.λπ. (επιμ.), Defending Checks and Balances in EU Member States, Springer, Βερολίνο 2021, σ. 137.

[50] Χρυσομάλλης Μ., «Ο «ευρωπαϊκός συνταγματισμός»: οικοδόμηση και περιεχόμενο», στο Χρυσομάλλης Μ. (επιμ.), Ο ευρωπαϊκός Συνταγματισμός και η κρίση του, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021, σ. 7.

[51] Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2020 περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, ΕΕ L 433I, σ. 1· C(2022) 1382 τελικό· COM(2024) 17 τελικό. Βλ. και Παυλόπουλος Π., «Η «πολυπρισματική» κανονιστική υπόσταση της θεσμικής εγγύησης της γενικής ρήτρας της αξίας του Κράτους Δικαίου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης», ΔτΑ 93/2022, σ. 732 επ.

[52] Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1060 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 2021 για τον καθορισμό κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, το Ταμείο Συνοχής, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας, και δημοσιονομικών κανόνων για τα εν λόγω Ταμεία και για το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Μέσο για τη Χρηματοδοτική Στήριξη της Διαχείρισης των Συνόρων και την Πολιτική των Θεωρήσεων, ΕΕ L 231, σ. 159.

[53] Πρβλ. Χριστιανό Β., «Οι εθνικές αρχές χρηματοδότησης ως εντεταλμένοι θεματοφύλακες των Συνθηκών», ΔΕΕ 3/2023, σ. 300 επ.

[54] Βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 7 του Κανονισμού: «Όταν τα κράτη μέλη εκτελούν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πόρων που διατίθενται με το Μέσο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θεσπίστηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου, και με δάνεια και άλλα μέσα υπό την εγγύηση του προϋπολογισμού της Ένωσης, και ανεξάρτητα από τη μέθοδο εκτέλεσης που χρησιμοποιούν, ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμόρφωση με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που κατοχυρώνονται στο άρθρο 317 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).»

[55] Βλ. σχετικά Σκουρή, «Κυρώσεις για παραβιάσεις του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη της ΕΕ», ό.π., σ. 816 επ.

[56] Σχετικά με την ενεργοποίηση του Κανονισμού αιρεσιμότητας σε βάρος της Ουγγαρίας, βλ. COM(2022) 485 τελικό, καθώς και την Πρόταση εκτελεστικής απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (2022/0295 (NLE)). Παρά τη θέσπιση, στο μεταξύ, σειράς διορθωτικών μέτρων από την Ουγγαρία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  διαπίστωσε στην πρόσφατη απόφασή της ότι δεν άρθηκαν οι υφιστάμενες ελλείψεις: Βλ. C(2023) 8999 τελικό. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εργαλειοποίηση της ανάγκης της Ένωσης για επίτευξη ομοφωνίας σε μια σειρά θεμάτων, με πιο πρόσφατο αυτό της παροχής οικονομικής υποστήριξης της Ένωσης προς την Ουκρανία, καθώς η Ουγγαρία με αντάλλαγμα τη θετική της ψήφο επιδιώκει την αποδέσμευση «παγωμένων» κονδυλίων.

[57] «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, λογίζονται ενδεικτικά ως παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου τα ακόλουθα: (…) γ) ο περιορισμός της διαθεσιμότητας και της αποτελεσματικότητας των μέσων ένδικης προστασίας, μεταξύ άλλων μέσω περιοριστικών δικονομικών κανόνων και η μη εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων ή o περιορισμός της αποτελεσματικής διερεύνησης, δίωξης ή κολασμού παραβάσεων του νόμου».

[58] Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε, ωστόσο, προσφυγή του άρθρου 265 ΣΛΕΕ κατά της παράλειψης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διασφαλίσει την πλήρη και άμεση εφαρμογή του κανονισμού (C-657/21), την οποία εντέλει απέσυρε.

[59] Για τον ρόλο του ΔΕΕ, πρβλ. Βηλαρά Μ., «Ο εγγυητικός ρόλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διασφάλιση του σεβασμού του κράτους δικαίου», στο Ελληνική Εταιρία Δικαίου του Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο Κράτος, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 729 επ.· Ράντο Α., «Το κράτος δικαίου στην Ε.Ε.: Η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Εταιρεία Διοικητικών Μελετών, Ενενήντα έτη Εταιρείας Διοικητικών Μελετών, 2022, σ. 11 επ.

Η Κωνσταντίνα-Αντιγόνη Πούλου είναι Διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Κατά την εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής εργάστηκε ως επιστημονική συνεργάτιδα του Καθηγητή Wolfgang Kahl στο Ινστιτούτο Γερμανικού και Ευρωπαϊκού Διοικητικού Δικαίου. Είναι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος στον δημόσιο τομέα. Κύρια έργα της αποτελούν η μονογραφία της «Vertrauensgrundsatz und Rechtsstaatlichkeitskrise» (Mohr Siebeck, 2023) και η συμμετοχή της ως συγγραφέα στο έργο με τίτλο «Mutual Trust in Times of Crisis of EU Values – State of play and possible next steps» υπό την αιγίδα του Ιδρύματος «Fritz Thyssen Stiftung» (Εκδόσεις Σάκκουλα, 2021). Οι δημοσιεύσεις της στην ελληνική, αγγλική και γερμανική γλώσσα αφορούν ζητήματα ευρωπαϊκού και εθνικού διοικητικού δικαίου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο