Οι αποφάσεις 2135-2137/2023 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) φαίνεται να επισφραγίζουν το τέλος της «νομολογίας της πανδημίας», η οποία αποφάνθηκε για τη συνταγματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν από την Κυβέρνηση με σκοπό την ανάσχεση της πανδημίας του Covid-19. Οι επίμαχες αποφάσεις αφορούν σχετικές ΚΥΑ που εκδόθηκαν το 2020, οι οποίες ανέστειλαν πάσης φύσεως θρησκευτικές τελετές στους χώρους λατρείας, με φυσική παρουσία προσώπων, και έθεσαν περιορισμούς ως προς την τέλεση αυτών, με τήρηση αναλογίας ατόμου ανά τ.μ. και με ανώτατο όριο παρευρισκόμενων ατόμων. Όπως είναι γνωστό, η υγειονομική κρίση που εκδηλώθηκε στα μέσα του 2020, αντιμετωπίστηκε στη χώρα μας με την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, κατ’ εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκαν Υπουργικές Αποφάσεις,[1] οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τον ουσιώδη περιορισμό μιας σειράς ατομικών δικαιωμάτων.[2] Η πρώτη φάση δικαστικού ελέγχου των περιορισμών αυτών, που έλαβε χώρα λίγο αργότερα, κατέληξε με τη διάγνωση της συνταγματικότητας των μέτρων,[3] δίνοντας το στίγμα πως βρισκόμαστε σε μια απρόβλεπτη κατάσταση υγειονομικής έκτακτης ανάγκης, η οποία με τη σειρά της ενεργοποίησε το συντεταγμένο δίκαιο της ανάγκης.[4] Ο πρωτοφανής αυτός περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών πυροδότησε έναν έντονο επιστημονικό διάλογο, ενώ ως εύστοχη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αποτίμηση της κατάστασης ως ενός «εξελισσόμενου δράματος».[5]

Ι. Η δεύτερη φάση του δικαστικού ελέγχου των μέτρων από το ΣτΕ

Όπως ήταν αναμενόμενο, η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας των περιορισμών ήχθη ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις έκρινε πως τα μέτρα που ελήφθησαν ήταν συνταγματικώς ανεκτά, περιοριζόμενο μάλλον σε έναν έλεγχο ορίων, παρά σε έναν εις βάθος και εντατικό έλεγχο συνταγματικότητας. Αρχικά, κρίθηκε πως ο γενικός περιορισμός της ελευθερίας κίνησης ανά την επικράτεια (lock-down) και η υποχρεωτική χρήση ιατρικής μάσκας δεν αντέβαιναν στο Σύνταγμα.[6] Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο αιτήσεως ακυρώσεως που αφορούσε στη συνταγματικότητα της απαγόρευσης μετακίνησης για άσκηση θήρας, διατύπωσε τη θέση πως αυτή ουδόλως παραβίαζε το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προτάσσοντας και πάλι την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας (άρθρα 5, παρ. 5 και 21, παρ. 3 Συντ.).[7] Ακολούθως, κρίθηκε ως σύμφωνος με το Σύνταγμα ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των υπηρετούντων στην ΕΜΑΚ και των εργαζομένων σε δομές υγείας.[8] Ομοίως και με το ίδιο σκεπτικό, κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η επιβολή διοικητικού προστίμου σε ανεμβολίαστους πολίτες άνω των 60 ετών.[9] Τέλος, στο πολύκροτο ζήτημα της τετραήμερης καθολικής απαγόρευσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων (15-18.11.2020), το ΣτΕ, ερμηνεύοντας και το αντίστοιχο άρθρο 11, παρ. 2 της ΕΣΔΑ, έκρινε ότι δεν παραβιάζεται το άρθρο 11 του Συντάγματος, ότι εντός της έννοιας της δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνεται η δημόσια υγεία, αλλά και ότι το μέτρο αυτό ήταν σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.[10] Ειδικότερα, το ΣτΕ αποδεχόμενο την πρωτοκαθεδρία του νομοθέτη, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, διατύπωσε τη γενικότερη θέση πως κατά τη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής υγείας, την περίοδο της υγειονομικής κρίσης, ο νομοθέτης, κοινός και κανονιστικός, διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του χρόνου, της έντασης και του είδους των μέτρων που θα ληφθούν, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτά αιτιολογούνται επαρκώς, με βάση επίκαιρα και αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα.[11] Εξαίρεση ως προς το αποτέλεσμα, αλλά όχι ως προς τη μεθοδολογία, αποτελεί η περίπτωση της παράτασης της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού των υγειονομικών: Εκεί, το Δικαστήριο ακύρωσε τη σχετική κανονιστική πράξη λόγω έλλειψης επαναξιολογήσεως του μέτρου, βάσει επίκαιρων επιστημονικών και επιδημιολογικών στοιχείων.[12] Φαίνεται, εν προκειμένω, πως εν μέσω επιστημονικής αβεβαιότητας και αμηχανίας του ακυρωτικού Δικαστή απέναντι σε τεχνικές έννοιες και επιστημονικά/επιδημιολογικά δεδομένα, το ΣτΕ κατέφυγε στο λησμονημένο, πλην όμως γνώριμο εργαλείο (ιδίως στο πεδίο των περιβαλλοντικών διαφορών) της αρχής της προφύλαξης, με σκοπό να διαφυλάξει πάση θυσία τόσο το ατομικό, όσο και το συλλογικό αγαθό της ζωής και της υγείας.[13]

II. Συνταγματική και υπερνομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος της θρησκευτικής λατρείας

Πριν προχωρήσουμε στην επιμέρους ανάλυση των σημαντικότερων σημείων των σχολιαζόμενων αποφάσεων, είναι σκόπιμο να προβούμε σε μια επισκόπηση του θεμελιώδους δικαιώματος στη θρησκευτική λατρεία και των περιορισμών στους οποίους αυτό υπόκειται. Πρώτον, η ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, παρ. 2 του Συντάγματος, αποτελούσα ειδικότερη έκφανση της θρησκευτικής ελευθερίας του άρθρου 13, παρ. 1, η οποία δύναται, όμως, να περιοριστεί για λόγους που αφορούν στην προστασία της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών. Περαιτέρω, το δικαίωμα στη θρησκευτική λατρεία κατοχυρώνεται στα άρθρα 9 της ΕΣΔΑ, 10 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) και 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), στα οποία προβλέπονται αντίστοιχοι περιορισμοί, με σκοπό την προστασία της δημόσιας τάξης, ασφάλειας και υγείας.[14] Ενώ, όμως, η θρησκευτική λατρεία λογίζεται ως ένα ατομικό-αμυντικό δικαίωμα, επί της ουσίας συχνά ασκείται συλλογικά και είναι πιθανό να περιέλθει σε αναστολή αν δεν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες που θα επιτρέψουν στην εκάστοτε θρησκευτική ομάδα τη συλλογική απόλαυση του δικαιώματος, μέσω θρησκευτικών συναθροίσεων και συνενώσεων.[15] Έτσι, το άρθρο 13 του Συντάγματος θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ που διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία συνάθροισης και συνένωσης, ώστε να προστατεύονται επαρκώς οι θρησκευτικές συναθροίσεις και το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε θρησκευτικούς συνεταιρισμούς.[16] Τέλος, με αφορμή την υγειονομική κρίση, κατέστη σαφές πως όλα τα ατομικά δικαιώματα δύνανται να περιοριστούν για λόγους αναγόμενους στην προστασία της δημόσιας υγείας, ενώ μάλιστα, κατά μία άποψη, τούτο είναι και επιβεβλημένο, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 5, παρ. 5 και 21, παρ. 3 του Συντάγματος.[17]

III. Η κρίση του Δικαστηρίου

Βασική κοινή συνισταμένη των επίμαχων αποφάσεων του Δικαστηρίου αποτέλεσαν δύο θεμελιώδη ζητήματα. Το πρώτο αφορά στην προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία εμφανίζεται στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου ως άλλος Ιανός· αφενός μεν ως ατομικό δικαίωμα (άρθρο 5, παρ. 5 του Συντάγματος), αφετέρου δε ως συλλογικό και κοινωνικό δικαίωμα (άρθρο 21, παρ. 3 του Συντάγματος), καθώς μόνο μέσω της λήψης θετικών μέτρων για την προστασία της υγείας του κοινωνικού συνόλου διασφαλίζεται και το αντίστοιχο ατομικό δικαίωμα των πολιτών.[18] Εδώ αναδεικνύεται και η άποψη πως τα κοινωνικά δικαιώματα εκλαμβάνονται, επί της ουσίας, ως φυσική προέκταση των ατομικών.[19] Το δεύτερο, το οποίο αποτελεί και θεμέλιο της αιτιολογίας όλων των αποφάσεων του ΣτΕ που αφορούν στα μέτρα περιορισμού της διασποράς του Covid-19, συνίσταται στην επίκληση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25, παρ. 4 του Συντάγματος.[20] Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναφέρει πως οι πολίτες υποχρεούνται να ανέχονται εύλογους περιορισμούς στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 25, παρ. 4 του Συντάγματος.[21]

Περαιτέρω, κρίθηκε πως υπό τα τότε δεδομένα, τα εν λόγω μέτρα δεν παρίσταντο, κατ’ αρχήν, προδήλως απρόσφορα για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας, ούτε προδήλως μη αναγκαία, ενόψει της επιδημιολογικής κατάστασης και της πίεσης στο σύστημα υγείας. Τούτο επιβεβαιώνει και την εδραιωμένη, πλέον, θέση πως το ΣτΕ αναζητά τη «μεσότητα» κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας,[22] ειδικά σε περιπτώσεις όπου το διακυβευόμενο ζήτημα παρουσιάζει κοινωνικές προεκτάσεις. Μία άλλη θεματική, που αναδείχθηκε από τις σχολιαζόμενες αποφάσεις, αφορούσε στην αιτιολογία των κανονιστικών πράξεων που επιφέρουν ουσιώδεις περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα πολιτών,[23] η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βασιζόταν στα (τότε επίκαιρα) επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα. Το Δικαστήριο έκρινε πως οι εν λόγω ΚΥΑ ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές γνωμοδοτήσεις της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού Covid-19 και της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτάκτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες.[24]

Ακολούθως, έγινε δεκτό πως τα ανωτέρω μέτρα δεν παραβιάζουν τα άρθρα 13, παρ. 2 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ, καθώς αυτά ουδόλως παρίστανται δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό που συνίσταται στην προστασία της δημόσιας υγείας και του αγαθού της ίδιας της ζωής και, κατ’ επέκταση, δεν αντίκεινται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος.[25] Άξιες αναφοράς είναι οι μειοψηφούσες γνώμες ενός Αντιπροέδρου στις αποφάσεις 2136-2137/2023 και ενός Παρέδρου στην απόφαση 2135/2023, κατά τις οποίες, με τις προσβληθείσες ΚΥΑ επιβλήθηκε ολοσχερής, κατ’ ουσίαν, απαγόρευση της συλλογικής θρησκευτικής λατρείας, η οποία κατέληξε να εκτείνεται σε σημαντικό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.[26] Παρατηρείται εδώ, πως ο έλεγχος αναλογικότητας στον οποίο προβαίνει το ΣτΕ είναι λιγότερο ενδελεχής και εντατικός σε σχέση με το Conseil d’État ή το Bundesverfassungsgericht.[27] Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί πως, ασχέτως της έντασης του δικαστικού ελέγχου, το Conseil d’État επιλαμβανόμενο υποθέσεων που αφορούσαν στην απαγόρευση θρησκευτικών συναθροίσεων και τελετών θρησκευτικής λατρείας ή τον ουσιώδη περιορισμό αυτών (αναλογία ατόμων/τ.μ.), έκρινε πως τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν δεν ήταν προδήλως απρόσφορα και δυσανάλογα κατά τον χρόνο που επιβλήθηκαν και, συνεπώς, εξυπηρετούσαν τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, που δεν ήταν άλλος από την προστασία της δημόσιας υγείας.[28] Ενδιαφέρον έχει, επίσης, να αντιπαραβάλουμε και τον σαφώς «γενναιότερο» έλεγχο στον οποίο προέβη το Supreme Court των ΗΠΑ, σε υποθέσεις που αφορούσαν στον περιορισμό της θρησκευτικής λατρείας, λόγω των μέτρων που ελήφθησαν για τον περιορισμό της διασποράς του Covid-19.[29]

Περαιτέρω, το ΣτΕ στην απόφαση 2135/2023 έκρινε πως ο ισχυρισμός περί παραβίασης της ελευθερίας της συνάθροισης του άρθρου 11, παρ. 1 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής, αφού τα επίδικα μέτρα δεν αποτελούσαν περιορισμούς της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, αλλά της θρησκευτικής λατρείας, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 9, παρ. 1 ΕΣΔΑ. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου είναι ορθή, αφού, παρά τη στενή σχέση των δύο ελευθεριών, όταν ο σκοπός της συνάθροισης συνίσταται στη θρησκευτική λατρεία και όχι στην έκφραση ιδεών και απόψεων ή τη διαμαρτυρία, εφαρμόζονται, ως ειδικότερες,  οι διατάξεις που αφορούν στη θρησκευτική ελευθερία και τις επιμέρους εκφάνσεις της και όχι αυτές που αφορούν στις συναθροίσεις.[30] Με την ίδια απόφαση, και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία (που όμως το Δικαστήριο όφειλε να παραθέσει, κατά τις επιταγές του άρθρου 93 παρ. 3, εδ. α΄ του Συντάγματος), απορρίφθηκε, ως προβαλλόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος, ο ισχυρισμός περί παραβίασης δικαιωμάτων των μοναχών λόγω των περιορισμών στον αριθμό αυτών που επιτρέπονται κατά τις λειτουργίες στις ιερές μονές.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως σε όλες τις εδώ σχολιαζόμενες αποφάσεις οι αιτούντες προέβαλαν ότι, με τις προσβληθείσες πράξεις και τους περιορισμούς που αυτές εισήγαγαν, παραβιάστηκε το συνταγματικώς κατοχυρωμένο στο άρθρο 3, παρ. 1 του Συντάγματος αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε, ορθώς κατά τη γνώμη μας, αφού τα επίδικα μέτρα δεν επενέβησαν στην αυτοδιοίκηση (και όχι αυτονομία όπως εσφαλμένα υπολάμβαναν οι αιτούντες) της Εκκλησίας, αλλά ελήφθησαν χάριν προστασίας της δημόσιας υγείας, υπό την έννοια της πρόληψης διάδοσης νοσημάτων και της διασφάλισης της υγείας των πολιτών, την οποία άλλωστε το Κράτος οφείλει να εγγυάται. Με παραπλήσιο τρόπο, στην απόφαση 2136/2023, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης «του Θείου και Ιερού κανόνα της Θείας Ευχαριστίας» (!). Εξάλλου, η εξουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητά της να αποφασίζει για τις υποθέσεις της με δικά της όργανα, οφείλει να ασκείται εντός του πλαισίου των γενικών κανόνων που θεσπίζει ελεύθερα ο νομοθέτης, όριο της δράσης του οποίου συνιστά η θεμελιώδης μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια, αναφορικά με την οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας.[31] Περαιτέρω, στην απόφαση 2137/2023 εκρίθη, αυτονόητα κατά τη γνώμη μας, ότι ουδόλως παραβιάζεται το άρθρο 29 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, διότι ο Μητροπολίτης, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, δεσμεύεται να ασκεί την εξουσία του με βάση όχι μόνο τους Ιερούς Κανόνες και τις κείμενες εκκλησιαστικές διατάξεις, αλλά και τους νόμους της Πολιτείας, στους οποίους εντάσσονται και οι προσβληθείσες ΚΥΑ.[32]

Τέλος, με την απόφαση 2136/2023 απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως των άρθρων 10, παρ. 1 και 52, παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ, καθώς η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, συμφώνως και με την προτέρα πάγια νομολογία του, ότι, παρά την υπερνομοθετική ισχύ τους, οι διατάξεις του Χάρτη δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεδομένου ότι αυτές διέπουν τις δράσεις των κρατών μελών μόνο όταν αυτά εφαρμόζουν το Ενωσιακό Δίκαιο και, συνεπώς, η εφαρμογή τους δεν επεκτείνεται μέχρι και τη λήψη μέτρων αμιγώς εσωτερικής πολιτικής από τα κράτη, όπως τα επίδικα περιοριστικά μέτρα.[33] Ωστόσο, και ανεξαρτήτως της ορθότητας της ανωτέρω κρίσης, οφείλουμε να παρατηρήσουμε τον σχετικό δισταγμό του ΣτΕ στην εφαρμογή των κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος, όπως αυτοί που προέρχονται από τον ΧΘΔΔΕ και την ΕΣΔΑ, αλλά και αναφορικά με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.[34]

IV. Η αυλαία (;) στη νομολογία της πανδημίας και μερικές κρίσιμες επισημάνσεις

Οι εδώ σχολιαζόμενες αποφάσεις έριξαν την «αυλαία» της νομολογίας της πανδημίας. Η χρησιμότητά τους είναι διττή. Αφενός μεν, παγίωσαν τις προηγούμενες κρίσεις του ΣτΕ αναφορικά με τα μέτραια τον περιορισμό της διασποράς του Covid-19, αφετέρου δε, μας υπενθύμισαν πως σε περιόδους βαθιάς κρίσης, όπως συνέβη και στο παρελθόν με τα μνημονιακά μέτρα λιτότητας, ο δικαστικός έλεγχος είναι τις περισσότερες φορές οριακός,[35] περιοριζόμενος στην εξέταση τυχόν πρόδηλης αντισυνταγματικότητας.[36] Το ΣτΕ, και στις τρεις σχολιαζόμενες αποφάσεις, όπως και στο παρελθόν,[37] λειτούργησε με γνώμονα τη θεωρία των «εξαιρετικών περιστάσεων», που έχει υιοθετηθεί, κατά περιπτώσεις, τόσο από το Supreme Court των ΗΠΑ όσο και από το Conseil d’État, και η οποία αφορά πρωτοφανή κίνδυνο, υφιστάμενο ή επικείμενο, με συνέπειες για μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου, που απειλεί την ομαλή λειτουργία της οργανωμένης κοινωνικής ζωής και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί πλήρως με τα συνήθη μέτρα και περιορισμούς.[38] Η περίπτωση της υγειονομικής κρίσης μάλλον πληροί τα ανωτέρω κριτήρια. Η προστασία της δημόσιας υγείας, ως πτυχής του δημοσίου συμφέροντος, αποτέλεσε και τη νομιμοποιητική βάση των μέτρων που ελήφθησαν, αναδεικνύοντας την τάση του (δημοσίου συμφέροντος) να είναι ελαστικό, δυναμικό και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, όπως και κάθε λειτουργική νομική έννοια.[39]

Σε γενικότερο επίπεδο, κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας εύστοχα είχε παρατηρηθεί πως η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης αποτελούσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την επιδίωξη της δικαιοκρατικής εμβάθυνσης της προστασίας της υγείας.[40] Επίσης, αναδείχθηκε και ο κομβικός ρόλος που διαδραματίζει ο δημόσιος τομέας, ιδίως όσον αφορά τη δημόσια υγεία. Τούτο διότι, όπως όλοι αντιληφθήκαμε, η εισχώρηση (υπό συνθήκες πλήρους αδιαφάνειας) των ιδιωτικών συμφερόντων στον τομέα της δημόσιας υγείας είχε ως αποτέλεσμα πολλοί από τους συμπολίτες μας να στερηθούν την παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου,[41] η οποία αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένη υποχρέωση της Πολιτείας.[42] Τη θέση αυτή επιβεβαιώνει και σχετική μελέτη, η οποία εκπονήθηκε από τους καθηγητές Λύτρα και Τσιόδρα και είχε απασχολήσει την πολιτική ζωή της χώρας, αναφορικά με το αν η Κυβέρνηση έλαβε υπ’ όψιν της τη μελέτη αυτή και τα πορίσματά της.[43]

Οι σχολιαζόμενες αποφάσεις διαθέτουν ορισμένες ακόμα προεκτάσεις, οι οποίες μπορούν να μας οδηγήσουν σε χρήσιμα (αν και όχι απαραίτητα ευοίωνα) συμπεράσματα για το μέλλον. Αρχικά, κατέστη, πλέον, σαφές πως σε κάθε περίοδο έντονης κρίσης τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα υποχωρούν, περιστέλλονται και ενεργοποιείται το δίκαιο της ανάγκης, γεγονός που τείνει να αποτελέσει τη νέα πραγματικότητα. Τούτο ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο να οδηγηθούμε στο φάσμα του «συνταγματικού μιθριδατισμού»,[44] όπου τα δικαιώματα θα ασκούνται μόνο στο μέτρο που δεν θίγουν το χρέος της «κοινωνικής αλληλεγγύης» και δεν απειλούν το «δημόσιο συμφέρον», με αμφότερες τις έννοιες αυτές να έχουν μετατραπεί σε φύλλα συκής του Λεβιάθαν. Θα πρέπει, επομένως, να μη μετατραπεί αυτή η «έκτακτη ανάγκη» σε κανονικότητα, ώστε α μη γινόμαστε μάρτυρες «εκπτώσεων» ως προς την τήρηση της νομιμότητας και την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας έναντι μέτρων που περιορίζουν θεμελιώδεις ελευθερίες του ατόμου.[45] Από την άλλη πλευρά, οι επίμαχες αποφάσεις, παρ’ ότι θα μπορούσαν να δεχθούν κριτική ως προς το αν διενεργήθηκε αποτελεσματικά το τεστ της αναλογικότητας των επίδικων ρυθμίσεων, υπό την έννοια ότι ουδέποτε εξετάστηκε ένα λιγότερο επαχθές μέτρο, τουλάχιστον επιβεβαιώνουν το γεγονός πως η εποχή που η Εκκλησία της Ελλάδος και ιδίως οι εκπρόσωποί της ήταν υπεράνω του νόμου και απολάμβαναν ιδιαίτερης μεταχείρισης από τα Ελληνικά Δικαστήρια έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.[46]

Η αυλαία της πανδημίας, λοιπόν, δεν σηματοδοτεί, όπως φαίνεται, το τέλος των κρίσεων. Αντίθετα, η εποχή των πολλαπλών κρίσεων (multi-crisis), που εξειδικεύεται σε ενεργειακή, επισιτιστική, εμπόλεμη και κλιματική, μάλλον εγκυμονεί νέους κινδύνους για τις δυτικές δημοκρατίες. Το κράτος δικαίου υποχωρεί, καθώς οι διαδικαστικές εγγυήσεις και οι δημοκρατικές ελευθερίες φαντάζουν πολυτέλεια και η ανθεκτικότητα του Συντάγματος δοκιμάζεται πολλαπλώς.[47] Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι η νομοθετική και η δικαστική εξουσία τείνουν να συγκλίνουν σε περιόδους κρίσης, δεν φαίνεται να οδηγεί σε pro libertate κατευθύνσεις. Αντιθέτως, η άσκηση ατομικών δικαιωμάτων και η αξίωση κοινωνικών παροχών από το Κράτος επιτρέπονται μόνον όταν οι συνθήκες και οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συγκυρίες καθιστούν κάτι τέτοιο εφικτό.

Tέλος, ας μας επιτραπεί η εξής καταληκτική παρατήρηση: H σύγχρονη πραγματικότητα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα παρίσταται από προβληματική έως και ζοφερή, γεγονός που αναδεικνύεται σαφώς και μέσα από τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εις βάρος της Χώρας.[48] Η ανωτέρω θέση τελεί σε άρρηκτη σύνδεση με το γεγονός πως βρισκόμαστε σε μια φάση απομείωσης της κανονιστικής ισχύος των συνταγματικών διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ το άρθρο 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει κατά τρόπο απόλυτο την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τη σκοτεινή υπόθεση της υποκλοπής τηλεφωνικών επικοινωνιών πολιτικού αρχηγού (και όχι μόνο), μέσω κακόβουλου λογισμικού (Predator).[49] Ομοίως, αποτελεί πλέον νόμο του κράτους (Ν. 5094/2024) η πρόβλεψη για τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, παρά τη σαφή και απόλυτη απαγόρευση του άρθρου 16, παρ. 5 και 8 του Συντάγματος.[50] Το μείζον ζήτημα, εν προκειμένω, είναι ότι τα δύο αυτά χαρακτηριστικά παραδείγματα δεν είναι τα μόνα και δυστυχώς διαφαίνεται πως δεν θα είναι και τα τελευταία.

 

[1] Για μια κριτική προσέγγιση αυτού του τρόπου αντιμετώπισης της πανδημίας, βλ. Α. Καϊδατζή, «Πανδημία, δημοκρατία, δικαιώματα – Το τέλος του συνταγματικού δικαίου;», ΔτΑ 84/2020, σ. 381(403 επ.).

[2] Βλ. συναφώς Χ. Χρυσανθάκη, «Πανδημία και θεμελιώδη δικαιώματα: Πτυχές ενός κρίσιμου προβλήματος», σε: Covid-19 – Πρακτικά ζητήματα έννομης προστασίας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021, σ. 2-4.

[3] Για μια αναλυτική παρουσίαση της πρώτης φάσης του δικαστικού ελέγχου των μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς του Covid-19, βλ. Μ. Αλεξοπούλου, «Επισκόπηση Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη νομοθεσία για την αντιμετώπιση της πανδημίας “COVID-19”», ΘΠΔΔ 1/2021, σ. 64 επ.

[4] Για τη διάκριση μεταξύ συντεταγμένου και συντακτικού δικαίου της ανάγκης, βλ. Ε. Βενιζέλου, «Πανδημία, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Δημοκρατία», ΔτΑ 84/2020, σ. 275 (279-280, 284).

[5] Χ. Χρυσανθάκης, «Πανδημία και θεμελιώδη δικαιώματα: Πτυχές ενός εξελισσόμενου δράματος», ΘΠΔΔ 8-9/2022, σ. 841 επ.

[6] ΣτΕ Ολ 1147/2022, με παρατ. Χ. Τσιλιώτη, ΘΠΔΔ 8-9/2022, σ. 917 επ.

[7] ΣτΕ Ολ 1284/2022, με παρατ. Γ. Καράντζιου, e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ 4/2022, σ. 605 επ.

[8] ΣτΕ Ολ 754/2023 και ΣτΕ Ολ 1400/2022· ΣτΕ Ολ 1684/2022 και ΣτΕ Ολ 465-469/2023.

[9] ΣτΕ Ολ 1762-1764/2023.

[10] ΣτΕ Ολ 1681/2022 (όπου και αντίθετη μειοψηφία, σκ. 12, 22, 30), με παρατ. Ν. Παπαδόπουλου, ΘΠΔΔ 10/2022, σ. 1100 επ.· κατά την άποψή μας, η γνώμη της μειοψηφίας ήταν η ορθότερη.

[11] ΣτΕ 1386/2021 (7μ).

[12] ΣτΕ 2332/2022 (7μ).

[13] Βλ. Α. Σχινά, «Η αρχή της προφύλαξης: από το περιβάλλον στην υγεία – Δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος», ΘΠΔΔ 8-9/2023, σ. 861 επ.

[14] Βλ. αντιστοίχως Jacobs/White/Ovey, The European Convention on Human Rights, 8η έκδ., Oxford University Press, Οξφόρδη 2021, σ. 461 επ.· R. McCrea, «Article 10», σε: S. Peers/T. Hervey/J. Kenner/A. Ward (eds.), The EU Charter of Fundamental Rights – A Commentary, 2η έκδ., Hart, Οξφόρδη 2021, σ. 313 επ.· P. M. Taylor, A Commentary on the International Covenant on Civil and Political Rights, Cambridge University Press, Καίμπριτζ 2020, σ. 499 επ.

[15] Βλ. J. Rivers, The Law of Organized Religions, Oxford University Press, Οξφόρδη 2010, σ. 53.

[16] Α. Αιμιλιανίδης, «Άρθρο 13», σε: Σ. Βλαχόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Γ. Τασόπουλος (επιμ.), Σύνταγμα – Ερμηνεία κατ’ άρθρο – Ηλεκτρονική έκδοση, 2023, σ. 13, διαθέσιμο σε: www.syntagmawatch.gr (πρόσβαση: 20.3.2024).

[17] Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη, «Προστασία της δημόσιας υγείας και ατομικά δικαιώματα», ΘΠΔΔ 1/2022, σ. 7(9).

[18] Βλ. Χ. Ανθόπουλου, «Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης», ΕφημΔΔ 1/2020, σ. 28 επ.

[19] Κ. Γιαννακόπουλος, «Τo ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων», ΕφημΔΔ 4/2015, σ. 417 (423).

[20] Χ. Ανθόπουλος, «Άρθρο 25», σε: Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης (επιμ.), Σύνταγμα – Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Σάκκουλας, 2017, σ. 709-710· βλ. και Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 5η έκδ., Σάκκουλας, 2023, σ. 109-110, όπου διατυπώνεται η πειστική θέση πως το άρθρο 25 παρ. 4 Συντ. λειτουργεί μάλλον ως συνεκτικός ιστός μεταξύ των συνταγματικών υποχρεώσεων και πως σε κάθε περίπτωση δεν έχει άμεση και αυτοτελή περιοριστική επίδραση στα θεμελιώδη δικαιώματα. Αμφότεροι οι συγγραφείς, πάντως, υποστηρίζουν ότι η επίκληση του άρθρου 25, παρ. 4 του Συντάγματος δύναται να εγκυμονεί κινδύνους για τα ατομικά δικαιώματα.

[21] ΣτΕ Ολ 2135/2023 σκ. 10, ΣτΕ Ολ 2136-2137/2023 σκ. 8.

[22] Βλ. Δ. Πατσίκα, «Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην αναζήτηση της “μεσότητας” του ελέγχου συνταγματικότητας», ΤοΣ 2/2023, σ. 663 επ.

[23] Δ. Βουκελάτος/Κ. Τεξακαλίδου, «Προς έναν έλεγχο αιτιολογίας των κανονιστικών διοικητικών πράξεων – Μια νέα νομολογιακή τάση;», e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ 5/2023, σ. 58 (70)· πρβλ. και Μ. Πικραμένο, Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, Σάκκουλας, 2012, σ. 236 επ.

[24] Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, ότι τέθηκαν εύλογα ερωτήματα που αφορούσαν στη δημοσιοποίηση των σχετικών γνωμοδοτήσεων και των αντίστοιχων πρακτικών των επιτροπών· βλ. Α. Παπανικολάου, «COVID και δημοσιοποίηση επιστημονικών εισηγήσεων», 1.1.2021, διαθέσιμο σε:  www.constitutionalism.gr (πρόσβαση: 20.3.2024).

[25] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 208/2020 σκ. 13, σχετικά με τον ουσιώδη περιορισμό ατομικού δικαιώματος με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας.

[26] ΣτΕ Ολ 2136-2137/2023 σκ. 12 (μειοψηφούσα γνώμη του Αντιπροέδρου Γ. Τσιμέκα)· ΣτΕ Ολ 2135/2023 σκ. 17 (μειοψηφούσα γνώμη του Παρέδρου Ι. Μιχαλακόπουλου).

[27] Για μια ενδεικτική συγκριτική θεώρηση, βλ. Ι. Καστανά, παρατ. στην Conseil d’État συνεκδ. υποθ. 446930, 446941, 446968 και 446975, διάτ. της 29.11.2020 (Ασφ), ΘΠΔΔ 1/2021, σ. 84 επ.· Κ. Παπανικολάου, «Περιορισμοί της θρησκευτικής λατρείας και των συναθροίσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας – Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας», ΤοΣ 1-2/2020, σ. 245 επ.

[28] Conseil d’État 23.12.2020, 439810· Conseil d’État 22.12.2020, 440402.

[29] S. Bay United Pentecostal Church v. Newsom, 140 S. Ct. 1613 (2020)· Calvary Chapel Dayton Valley v. Sisolak, 140 S. Ct. 2603 (2020)· Roman Cath. Diocese of Brooklyn v. Cuomo, 141 S. Ct. 63 (2020)· S. Bay United Pentecostal Church v. Newsom, 141 S. Ct. 716 (2021)· Tandon v. Newsom, 141 S. Ct. 1294 (2021).

[30] Έτσι και Κ. Χρυσόγονος, ό.π., σ. 417-418· πρβλ. και Α. Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία, 1972, σ. 111 επ.

[31] ΣτΕ Ολ 210/2020 σκ. 4.

[32] Πρβλ. και Ι. Κονιδάρη, Μαθήματα Εκκλησιαστικού Δικαίου, Σάκκουλας, 2020, σ. 150 επ.

[33] ΣτΕ Ολ 1439/2020 σκ. 17, ΣτΕ Ολ 1901/2014 σκ. 27, και, εν γένει, πάγια νομολογία.

[34] Πρβλ. Α. Μεταξά, «Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Ελληνική Δικαιοσύνη: Ένας αναγκαίος διάλογος», e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ 7/2023, σ. 350 επ.· Ι. Κτενίδη, «Τα ελληνικά δικαστήρια και το δίκαιο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», Αρμ 9/2020, σ. 1441 επ.· Τ. Ζολώτα, «Η ΕΣΔΑ και εθνικός δικαστής», ΕΕΕυρΔ 3/2022, σ. 305 επ.

[35] Βλ. Ε. Βενιζέλου, Η οικονομική κρίση ως δικανική πρόκληση, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, passim.

[36] Πρβλ. όμως ΣτΕ Ολ 1889/2019 και ΣτΕ Ολ 2287/2015, όπου παρατηρήθηκε ένας εις βάθος έλεγχος των επιλογών του νομοθέτη· τη διακύμανση αυτή εντοπίζει και ο Ε. Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2021, σ. 238.

[37] ΣτΕ Ολ 668/2012.

[38] Π. Πικραμμένος, «Δημόσιο δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας», ΘΠΔΔ 2/2012, σ. 97 (99).

[39] Κ. Γιαννακόπουλος, «Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης», ΕφημΔΔ 1/2012, σ. 100.

[40] Κ. Γιαννακόπουλος, «Θα έχει η προστασία της υγείας την ίδια τύχη με την προστασία του περιβάλλοντος;», 21.5.2020, διαθέσιμο σε: www.constitutionalism.gr (πρόσβαση: 20.3.2024).

[41] Κ. Γιαννακόπουλος, «Στιγμές από τις χρονικότητες της κρίσης του Covid-19», 17.4.2020, διαθέσιμο σε: www.constitutionalism.gr (πρόσβαση: 20.3.2024).

[42] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ Ολ 431/2018.

[43] T. Lytras/S. Tsiodras, «Total patient load, regional disparities and in-hospital mortality of intubated COVID-19 patients in Greece, from September 2020 to May 2021», Scandinavian Journal of Public Health, vol. 50, no. 6, 2022, σ. 671 επ.

[44] Βλ. Σ. Βλαχόπουλου, Συνταγματικός Μιθριδατισμός, Ευρασία, Αθήνα 2020, passim.

[45] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σ. 211 επ.

[46] Βλ. και AΠ (Ποιν) 858/2020, αναφορικά με την καταδίκη Μητροπολίτη για εκφορά μισαλλόδοξου λόγου κατά των ομοφυλόφιλων, με παρατ. Γ. Σωτηρέλη, ΔΙΤΕ 3/2020, σ. 492 επ.· ΕΔΔΑ 27.6.2023, Λένης κατά Ελλάδας, αρ. προσφ. 47833/20, όπου κρίθηκε πως ο ρατσιστικός λόγος του καταδικασθέντος Μητροπολίτη δεν προστατεύεται από το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, με παρατ. Δ. Βουκελάτου/Π. Μαντζούφα, ΘΠΔΔ 10/2023, σ. 1130 επ. και Β. Χρήστου, ΔΙΤΕ 4/2023, σ. 573 επ.

[47] Βλ. Ξ. Κοντιάδη/Α. Φωτιάδου, Η συνταγματική ανθεκτικότητα στη δοκιμασία των κρίσεων, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα 2022, σ. 185 επ.

[48] Βλ. Κ. Χρυσόγονου, «Η προβληματική πραγματικότητα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα», e-ΠΟΛΙΤΕΙΑ 7/2023, σ. 332 επ.

[49] Βλ. Χ. Ράμμου, «Η υποβάθμιση ενός ούτως ή άλλως δυσχερούς και ευαίσθητου δικαιώματος (η περίπτωση του άρθρου 19 του Συντάγματος)», 12.2.2024, διαθέσιμο σε: www.nomarchia.gr. (πρόσβαση: 20.3.2024)· Κ. Χρυσόγονου, «Το άρθρο 19 του Συντάγματος υπό τη σκιά του “Μεγάλου Αδερφού”», ΔτΑ 95/2023, σ. 9 επ.

[50] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, «Η απαξίωση του Συντάγματος – Σχόλια στο σχέδιο νόμου για τα μη κερδοσκοπικά μη κρατικά πανεπιστήμια», 12.2.2024, διαθέσιμο σε: www.nomarchia.gr (πρόσβαση: 20.3.2024).

 

Ο Δημήτρης Βουκελάτος είναι δικηγόρος, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος «Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης» της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Επιστημονικό Στέλεχος της Μονάδας Παρακολούθησης Διαγωνισμών και Συμβάσεων του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στα ζητήματα συνταγματικών ελευθεριών, στο δίκαιο των διοικητικών πράξεων και στο πεδίο της αστικής ευθύνης του Δημοσίου. Μελέτες του και σχολιασμοί δικαστικών αποφάσεων έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό νομικό Τύπο.

Μετάβαση στο περιεχόμενο