Οι Οδηγίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης έχουν μία σαφή στόχευση στην επιλογή ευέλικτων μοντέλων ανάθεσης,[1] όπως ο ανταγωνιστικός διάλογος, η ανταγωνιστική διαπραγμάτευση, η σύμπραξη καινοτομίας, αλλά και οι διαγωνισμοί μελετών.[2] Ιδίως, δε, όσον αφορά στις συμβάσεις παραχώρησης, παρέχεται ευρεία ευχέρεια στις αναθέτουσες αρχές να διαμορφώνουν τους κανόνες ανάθεσης, με μόνη δέσμευση την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.[3] Τούτη τη θεσμοθετημένη ευελιξία φαίνεται να αφουγκράστηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο πρόσφατα έκρινε ότι, εφόσον μία αναθέτουσα αρχή επιλέξει ευέλικτο μοντέλο ανάθεσης, ως προς αντικείμενο που δεν έχει προκαθοριστεί με ακρίβεια, η προκήρυξη του διαγωνισμού εκτέλεσης δημοσίου έργου μπορεί να γίνει ακόμη και πριν την έγκριση περιβαλλοντικών όρων,[4] κατά παρέκκλιση, φυσικά, από τον γενικό κανόνα.[5]

Από την άλλη πλευρά, όμως, οι απευθείας αναθέσεις αποτελούν «κόκκινο πανί» στο ενωσιακό δίκαιο για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων και εξακολουθούν να αποτελούν την εξαίρεση. Η πανδημία του COVID-19 και η κλιματική κρίση, πάντως, έχουν αξιοποιηθεί ως αφορμή για την αποφυγή της εφαρμογής των κανόνων ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών· άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε όχι.[6] Θα έλεγε κανείς ότι, παρά τις προσπάθειες του ενωσιακού νομοθέτη να απλοποιήσει τις κλασικές διαγωνιστικές διαδικασίες ανάθεσης, αυτές παραμένουν δύσκαμπτες και μη ελκυστικές για μια αναθέτουσα αρχή που θέλει να κάνει σύντομα τη δουλειά της. Παραμένουν, όμως, και αποτρεπτικές για μία αναθέτουσα αρχή που δεν θέλει να κάνει σύννομα τη δουλειά της.

Η περίοδος της πανδημίας αλλά και η μετά COVID-19 εποχή χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη εντατικής νομοθετικής πρωτοβουλίας υπέρ των εξαιρετικών διαδικασιών ανάθεσης στο πλαίσιο μίας προσέγγισης του τύπου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Παράλληλα, μετά την πανδημία, ο νομοθέτης εμφανίζεται ιδιαίτερα δημιουργικός και ευφάνταστος στη θέσπιση ευέλικτων μοντέλων ανάθεσης, εντός και εκτός του κανονιστικού πλαισίου των Οδηγιών. Η ανεξάντλητη αυτή δημιουργικότητα, τόσο του τυπικού όσο και του κανονιστικού νομοθέτη, προκρίνει ως μοντέλο ανάθεσης τις απευθείας αναθέσεις. Στο παρόν κείμενο επιδιώκεται ο σχολιασμός δύο τέτοιων καινοφανών διαδικασιών που θεσμοθετήθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια.

Ι. Η περίπτωση των πρότυπων προτάσεων για έργα υποδομής (Ν. 4903/2022)

Οι πρότυπες προτάσεις για έργα υποδομής, που θεσπίστηκαν με τον Ν. 4903/2022, αποτελούν ένα καινοτόμο σύστημα ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων ή συμβάσεων παραχώρησης, κατά το οποίο ο ιδιώτης (οικονομικός φορέας με σημαντική εμπειρία) αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την προετοιμασία ενός έργου. Για την ακρίβεια, οι πρότυπες προτάσεις θεσπίζουν, κατά κύριο λόγο, κανόνες σχετικά με την προετοιμασία των εγγράφων της σύμβασης αλλά, ταυτόχρονα, εισάγουν ορισμένες σημαντικές εξαιρέσεις  ως προς τους κανόνες ανάθεσης της σύμβασης.

Όσον αφορά στην πρωτοβουλία υποβολής πρότασης, πέραν της ενδεχόμενης αντίθεσης προς τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων,[7] μεγάλο προβληματισμό δημιουργεί η πρόβλεψη περί δυνατότητας άσκησης αίτησης ακύρωσης, από τον προτείνοντα φορέα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά απορριπτικής απόφασης της Κυβερνητικής Επιτροπής Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας.[8] Διερωτάται κανείς, πώς ο ακυρωτικός δικαστής θα ελέγξει τη σκοπιμότητα αποφάσεων που, αν και δεν χαρακτηρίζονται κυβερνητικές, πάντως ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας;[9] Μπορεί ένας εργολάβος να υποχρεώσει την πολιτεία να εκτελέσει ένα δημόσιο έργο; Εντέλει, η διάταξη αυτή φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όχι μόνο επειδή αναγνωρίζει το δικαίωμα του Δικαστή να προβαίνει σε έλεγχο σκοπιμότητας, αλλά ιδίως επειδή αναγνωρίζει τη δυνατότητα μεγάλων οικονομικών φορέων να εμπλέκονται στη χάραξη δημόσιων πολιτικών. Από τον νόμο περί βασικού μετόχου,[10] που, παρότι κρίθηκε αντίθετος στο ενωσιακό δίκαιο, εξυπηρετούσε θεμιτούς σκοπούς, φθάσαμε στο σημείο, μετά τη λεγόμενη «τέταρτη εξουσία»,[11] να αναδεικνύεται μία πέμπτη, που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί έως και να υποκαταστήσει την εκτελεστική.

Περαιτέρω προβληματισμοί δημιουργούνται από τα πλεονεκτήματα που έχει ένας υποψήφιος (ο προτείνων το έργο) έναντι των υπολοίπων, κατά την ανάθεση της σύμβασης. Η προηγούμενη εμπλοκή του υποψηφίου εργολάβου στην προετοιμασία των εγγράφων της σύμβασης φαίνεται να μη δημιουργεί εκ προοιμίου ζήτημα αντίθεσης με το ενωσιακό δίκαιο, αφού προβλέπονται μέτρα για την αποφυγή στρέβλωσης του ανταγωνισμού,[12] όπως η θέσπιση μεγαλύτερων προθεσμιών σε σχέση με τις προβλεπόμενες στις Οδηγίες,[13] η γνωστοποίηση ότι η διαδικασία γίνεται κατόπιν πρότυπης πρότασης και η παράλληλη γνωστοποίηση των στοιχείων του προτείνοντος.[14]

Τα πιο βασικά προβλήματα, ωστόσο, εντοπίζονται στο άρθρο 13 και δη στα προνόμια που αναγνωρίζονται στον προτείνοντα κατά τη διαδικασία ανάθεσης.

Το δικαίωμα διεκδίκησης του προτείνοντος,[15] δηλαδή το δικαίωμα υποβολής βελτιωμένης προσφοράς, όταν δεν ανακηρύσσεται ανάδοχος, εγείρει ζητήματα παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στο μέτρο που θεσπίζεται ένας δεύτερος γύρος υποβολής προσφορών ως δεύτερη ευκαιρία μόνο υπέρ του προτείνοντος. Αντίθετα, για τους λοιπούς διαγωνιζομένους δεν αναγνωρίζεται αντίστοιχη δυνατότητα στην περίπτωση που ο προτείνων ανακηρυχθεί προσωρινός ανάδοχος. Και, σε κάθε περίπτωση, εξαιρούνται από τον δεύτερο γύρο όσοι διαγωνιζόμενοι κατατάχθηκαν χαμηλότερα από τον προτείνοντα.[16] Επιπλέον, προβληματισμό δημιουργεί η δυνατότητα υποβολής βελτιωμένης οικονομικής προσφοράς, η οποία δεν αναγνωρίζεται στους κλασικούς τύπους ανάθεσης,[17] ει μη μόνο στις περιπτώσεις του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Εκεί, όμως, τούτο κατοχυρώνεται υπέρ όλων των υποψηφίων, ανεξαρτήτως του φορέα που ανακηρύχθηκε προσωρινός ανάδοχος. Ακόμη και στις συμβάσεις παραχώρησης, η ευρεία ευχέρεια των αναθετουσών αρχών να διαμορφώνουν τους κανόνες του διαγωνισμού, τελεί υπό την επιφύλαξη τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.[18]

Ένα ακόμη προνόμιο που αναγνωρίζεται υπέρ του προτείνοντος είναι το δικαίωμα αποζημίωσης[19] για τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί για την προετοιμασία της πρότασής του, το οποίο μπορεί να φτάσει το 3% της εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι το δικαίωμα αυτό δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης,[20] στο μέτρο που οι διαγωνιζόμενοι γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι μπορεί να κληθούν να αποζημιώσουν τον προτείνοντα. Στο ίδιο πνεύμα, η καταβολή, στον προτείνοντα, των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε, σχολιάζεται ως δικαιολογημένη.

Αν και, εκ πρώτης όψεως, η άποψη αυτή εμφανίζεται εύλογη, ενδέχεται να ανακύψουν ζητήματα άνισης μεταχείρισης, αφού ο προτείνων αποκτά ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα -ένα bonus 3%- στην οικονομική του προσφορά, το οποίο δεν χρειάζεται να υπολογίσει, εν αντιθέσει με τους λοιπούς υποψηφίους που είναι υποχρεωμένοι να το συνυπολογίσουν, εφόσον κληθούν να αιτιολογήσουν το κόστος της προσφοράς τους.

Το πιο βασικό πρόβλημα, πάντως, εντοπίζεται στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Σε περίπτωση που ο προτείνων δεν αναδειχθεί ανάδοχος, θα αποζημιωθεί από τον ανάδοχο για το κόστος προετοιμασίας της πρότασης. Εντούτοις, ο ανάδοχος θα πρέπει να υπολογίσει στην προσφορά του το κόστος της αποζημίωσης και, επομένως, ναι μεν θα το καταβάλει στον προτείνοντα, αλλά θα αποζημιωθεί με τη σειρά του από την αναθέτουσα αρχή, μιας και θα πρέπει να το έχει συνυπολογίσει κατά τη διαμόρφωση του ύψους της οικονομικής του προσφοράς. Κατ’ αποτέλεσμα, ακόμη και αν ο προτείνων δεν συμμετέχει ως υποψήφιος στη διαδικασία ανάθεσης, θα έχει επιτύχει μία απευθείας ανάθεση υποστηρικτικών μελετών σε ύψη που μπορούν να ξεπεράσουν τα 6.000.000 ευρώ.

Εντέλει, η υποκρυπτόμενη επιχορήγηση μελετών από την αναθέτουσα αρχή -ή για την ακρίβεια η ανάθεσή τους με την αποδοχή της πρότυπης πρότασης, χωρίς τη διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας- φαίνεται να θέτει εν αμφιβόλω τη συμβατότητα του οικοδομήματος των πρότυπων προτάσεων με το ενωσιακό δίκαιο, τόσο σε επίπεδο νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, όσο σε επίπεδο κρατικών ενισχύσεων.

ΙΙ. Η περίπτωση των αρχιτεκτονικών Διαγωνισμών

Ακόμα πιο πρόσφατα, η φαντασία της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης έφτασε στο σημείο να διαμορφώσει μία διαγωνιστική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτουν ζητήματα απευθείας ανάθεσης μελετών. Προ ολίγων εβδομάδων, δημοσιεύθηκε η Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024 (ΦΕΚ Β΄1785/19.03.2024), με την οποία καθορίζεται το πλαίσιο διενέργειας των αρχιτεκτονικών Διαγωνισμών και, γενικά, των διαγωνισμών μελετών με απονομή βραβείων. Όπως θα αναδειχθεί παρακάτω, η απόφαση αυτή μπορεί να σχολιαστεί ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ, ταυτόχρονα, έρχεται σε τριβή τόσο με τις διατάξεις του Ν. 4412/2016 όσο και με αυτές των Οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ.

Η υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 111 του Ν. 4412/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43, παρ. 16 του Ν. 4605/2019. Η εξουσιοδοτική διάταξη -ιδιαίτερα λιτή- εξουσιοδοτεί τη διοίκηση να καθορίσει τη φύση των έργων για τα οποία προηγείται αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, αλλά και τις λεπτομέρειες ως προς τη διαδικασία προκήρυξης και διενέργειας του διαγωνισμού. Η διοίκηση εξέλαβε τη συγκεκριμένη ρύθμιση ως μία λευκή επιταγή για να καθορίσει ελεύθερα κάθε ζήτημα, ανεξαρτήτως και πέραν των προβλέψεων του εξουσιοδοτικού νόμου.

Το πρώτο θέμα που ανακύπτει από την κανονιστική πράξη σχετίζεται με τους διαγωνισμούς δύο σταδίων. Ως διαγωνισμός δύο σταδίων ορίζεται ο ενιαίος διαγωνισμός, το πρώτο στάδιο του οποίου συνιστά διαγωνισμό ιδεών και το δεύτερο στάδιο συνιστά διαγωνισμό προσχεδίων. Κατά το πρώτο στάδιο, επιλέγεται συγκεκριμένος αριθμός προτάσεων (τουλάχιστον τρεις), οι μελετητές των οποίων συμμετέχουν στο δεύτερο στάδιο, από το οποίο προκύπτει η επιλογή και η ανάθεση της ολοκλήρωσης της μελέτης στον βραβευμένο μελετητή.[21] Ωστόσο, αφενός μεν το άρθρο 113, παρ. 3 του Ν. 4412/2016 (και το αντίστοιχο άρθρο 80, παρ. 3 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) ορίζει ότι εάν προβλέπεται περιορισμός του αριθμού των συμμετεχόντων, οι αναθέτουσες αρχές θεσπίζουν σαφή και χωρίς διακρίσεις κριτήρια επιλογής αφετέρου το άρθρο 115, παρ. 4 του Ν. 4412/2016 (άρθρο 82, παρ. 4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ) ορίζει ότι τηρείται ανωνυμία μέχρι τη γνωμοδότηση ή τη λήψη απόφασης από την κριτική επιτροπή. Από την υπουργική απόφαση συνάγεται ότι η προεπιλογή γίνεται βάσει των καλύτερων ιδεών και όχι βάσει αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής. Περαιτέρω, αν και προβλέπεται ότι διατηρείται η ανωνυμία των μελετών που υποβλήθηκαν στο πρώτο στάδιο μέχρι την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος,[22] διερωτάται κανείς με ποιον τρόπο αυτή διασφαλίζεται, όταν είναι ήδη γνωστή η ιδέα που επελέγη και προφανώς η τελική μελέτη πρέπει να συνάδει με την ιδέα.

Ένα σοβαρό ζήτημα που ανακύπτει σχετίζεται με το δικαίωμα συμμετοχής, αφού ορίζεται σε αυτήν ότι μπορούν να συμμετέχουν ως φυσικά πρόσωπα, αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι – χωροτάκτες.[23] Διαφαίνεται, λοιπόν, ότι απαγορεύεται η συμμετοχή νομικών προσώπων, κατά προφανή παράβαση του άρθρου 113, παρ. 2 περ. β’ του Ν. 4412/2016 και του αντίστοιχου 80, παρ. 1 περ. β’ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που ορίζουν ρητώς ότι το δικαίωμα συμμετοχής δεν περιορίζεται από το αν οι συμμετέχοντες είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Επιπλέον, προβλέπεται ότι δεν μπορούν να συμμετάσχουν μελετητές, στο πρόσωπο των οποίων συντρέχουν όλοι οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου 73 του Ν. 4412/2016[24]. Πέραν του ότι η εξουσιοδοτική διάταξη δεν φαίνεται να περιλαμβάνει την υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να εφαρμόσουν όλους τους δυνητικούς λόγους αποκλεισμού[25], πάντως, φαίνεται ότι οι διατάξεις σχετικά με τους λόγους αποκλεισμού δεν εφαρμόζονται καν στους διαγωνισμούς μελετών[26] και, άρα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι καθ’ υπέρβαση της Οδηγίας και του νόμου προβλέφθηκαν εν προκειμένω.

Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα ανακύπτει από τη θέσπιση δικονομικών κανόνων επίλυσης των διαφορών.[27] Σύμφωνα με την κανονιστική πράξη, προβλέπεται η διοικητική επίλυση των διαφορών μέσω της υποβολής ενστάσεων ενώπιον της διοργανώτριας αρχής εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση της τελικής απόφασης· εν συνεχεία οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια. Προβληματισμό δεν δημιουργεί τόσο η, κατά παράβαση της δικονομικής οδηγίας,[28] πρόβλεψη ενστάσεων μόνο κατά της τελικής απόφασης κατακύρωσης αλλά ιδίως η αντίληψη του κανονιστικού νομοθέτη σχετικά με το εύρος της εξουσιοδοτικής διάταξης: Κατ’ αυτόν, τούτη του παρείχε την ευχέρεια να καθορίσει ακόμη και τη δικαιοδοσία για την επίλυση των σχετικών διαφορών. Ειδικότερα, χωρίς καμία εξουσιοδοτική διάταξη και νόμιμο έρεισμα, αγνοήθηκε πλήρως το Βιβλίο ΙV του Ν. 4412/2016, το οποίο εφαρμόζεται στους διαγωνισμούς μελετών,[29] αλλά και η δικονομική Οδηγία, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών.[30]

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η πρόβλεψη κατά την οποία η διοργανώτρια αρχή αναθέτει όλες τις λοιπές μελέτες του έργου σε συνεργαζόμενους με τον βραβευθέντα μελετητές, που υποδεικνύονται από αυτόν.[31] Η Οδηγία 2014/24/ΕΕ προβλέπει δύο είδη διαγωνισμών μελετών, αυτούς που καταλήγουν σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών και ενδεχομένως περιλαμβάνουν βραβεία για τους διαγωνιζόμενους[32] και αυτούς που περιλαμβάνουν βραβεία και ενδεχομένως να καταλήξουν σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.[33] Οι τελευταίες συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, παρ. 4 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

Οι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη, είναι διαγωνισμοί μελετών της δεύτερης περίπτωσης, ο δε αρχιτέκτονας μελετητής συμμετέχει επ’ αμοιβή στην εποπτεία εφαρμογής της κατά την κατασκευή, με σύναψη σύμβασης συμβουλευτικών υπηρεσιών.[34] Κατά την υπουργική απόφαση, η αξία των συμβουλευτικών υπηρεσιών περιλαμβάνεται, ορθώς, στην εκτιμώμενη αξία της σύμβασης.[35] Αυτό που δεν προβλέπεται, ωστόσο, είναι η συμπερίληψη της αξίας των λοιπών μελετών που απαιτούνται για την εκτέλεση του έργου. Ακόμη, όμως, και αν αυτό συνέβαινε, θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα παραβίασης της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Ειδικότερα, έχει κριθεί[36] ότι η διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα σύναψης διαπραγμάτευσης με τον μελετητή, ως εξαίρεση από θεμελιώδη κανόνα του ενωσιακού δικαίου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά και αυστηρά. Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, που ανατίθενται μετά τη διενέργεια διαγωνισμού μελετών, πρέπει να περιλαμβάνονται στην έννοιά του, ήτοι να αποτελούν συνέχεια αυτού και να είναι συναφείς με τον διαγωνισμό. Επιπλέον, οι συμβάσεις πρέπει να ανατίθενται στον επιτυχόντα. Εν προκειμένω, η σύναψη συμβάσεων με σκοπό την εκπόνηση των λοιπών μελετών δεν εμπίπτει στην έννοια του διαγωνισμού μελετών στο μέτρο που: α) δεν περιλαμβάνονται στην εκτιμώμενη αξία του αρχικού διαγωνισμού, β) δεν είναι συναφείς καθώς αφορούν μελέτες διαφορετικού αντικειμένου και γ) δεν εκπονούνται από τον ίδιο τον μελετητή αλλά από τρίτους μελετητές που διαθέτουν τα εκ του νόμου προσόντα. Εντέλει, η εν λόγω διάταξη καταλήγει σε μία απευθείας ανάθεση και μάλιστα όχι σε μελετητή επιλογής της αναθέτουσας αρχής, αλλά σε μελετητή επιλογής του αρχιτέκτονα. Σε έναν διαγωνισμό, στον οποίο δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο αρχιτέκτονες και χωροτάκτες, οι τελευταίοι καταλήγουν να «μοιράζουν» αναθέσεις σε λοιπούς μελετητές της επιλογής τους, χωρίς να είναι καν εκ των προτέρων γνωστοί οι όροι ανάθεσης, όπως λ.χ. η αξία των συμβάσεων αυτών.

Αντί επιλόγου

Η επιλογή ευέλικτων μοντέλων ανάθεσης αποτελεί μία πρόκληση για τις αναθέτουσες αρχές, με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Εντούτοις, τα ευέλικτα μοντέλα δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτα, αλλά οφείλουν να σέβονται τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις, όπως αυτές της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας. Οι δύο περιπτώσεις που σχολιάστηκαν στο παρόν κείμενο δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τις αρχές αυτές, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι καταλήγουν σε απευθείας αναθέσεις μελετών. Απομένει να δούμε αν οι επίμαχες διατάξεις θα αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής κρίσης και, στην περίπτωση αυτή, αν θα «περάσουν το πάσο» του ενωσιακού δικαίου.

 

[1] Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 42 και 61 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, 2 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ και 1 και 8 και του προοιμίου της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ.

[2] Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 120 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και 126 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ.

[3] Βλ. άρθρο 30, παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ.

[4] ΣτΕ 288/2024.

[5] ΣτΕ 7μ 567/2022.

[6] Η αύξηση των απευθείας αναθέσεων έχει επισημανθεί στην πρόσφατη έκθεση ελέγχου 4/2023 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενώ προκύπτει και από τα στοιχεία της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.ΔΗ.ΣΥ.) και την ειδική έκθεση του ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου («Λιγότερος ανταγωνισμός στις συμβάσεις έργων, αγαθών και υπηρεσιών τη δεκαετία μέχρι το 2021»).

[7] ΕΑΑΔΗΣΥ, Γνώμη Α12/2021, ΑΔΑ: ΨΒΠ4ΟΞΤΒ-1Θ9.

[8] Άρθρο 10, παρ. 7 του Ν. 4903/2022.

[9] Τσιγαρίδας Β./Κουρουνδής Χ., «Οι πρότυπες προτάσεις του ν. 4903/2022: οι επικίνδυνες καινοτομίες του νέου θεσμού για τα έργα υποδομής», στο https://nomarchia.gr/οι-πρότυπες-προτάσεις-του-ν-4903-2022-οι-επικί/ (πρόσβαση: 12.04.2024).

[10] Ν. 3310/2005.

[11] Ως τέταρτη εξουσία νοούνται, κατά τη γνωστή φρασεολογία, τα ΜΜΕ.

[12] Κατά την έννοια του άρθρου 42 του Ν. 4412/2016.

[13] Άρθρο 12, παρ. 4 και 5 του Ν. 4903/2022.

[14] Άρθρο 12, παρ. 8 του Ν. 4903/2022.

[15] Άρθρο 13, παρ. 1 του Ν. 4903/2022.

[16] ΕΑΑΔΗΣΥ, Γνώμη Α12/2021, ΑΔΑ: ΨΒΠ4ΟΞΤΒ-1Θ9.

[17] Βλ. άρθρα 27 έως 29 του Ν. 4412/2016. Βλ., επίσης, και Τσιγαρίδα/Κουρουνδή, «Οι πρότυπες προτάσεις», ό.π.

[18] ΕΑΑΔΗΣΥ, Γνώμη Α12/2021, ΑΔΑ: ΨΒΠ4ΟΞΤΒ-1Θ9.

[19] Άρθρο 13, παρ. 2 έως 5 του Ν. 4903/2022.

[20] ΕΑΑΔΗΣΥ, Γνώμη Α12/2021, ΑΔΑ: ΨΒΠ4ΟΞΤΒ-1Θ9.

[21] Άρθρο 1, παρ. 2, περ. γ’ της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[22] Άρθρο 13, παρ. 3 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[23] Άρθρο 3 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[24] Άρθρο 3, παρ. 5 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[25] Βλ. απόφαση ΔΕΕ της 2ας Φεβρουαρίου 2024, C-66/22, Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias, σκέψη 58, κατά την οποία τα Κράτη-μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να εφαρμόζουν τους δυνητικούς λόγους αποκλεισμού.

[26] Τα άρθρα 78 έως 82 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ δεν παραπέμπουν στο άρθρο 57, ει μη μόνο στις διατάξεις του τίτλου Ι [άρθρα 1 έως 24], ενώ ομοίως τα άρθρα 111 έως 115 του Ν. 4412/2016 δεν παραπέμπουν στο άρθρο 73, αλλά στις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24 και 37.

[27] Άρθρο 17 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[28] Απόφαση ΔΕΕ της 5ης Απριλίου 2017, C-91/15, Marina del Mediterráneo SL κ.λπ., σκέψη 37, in fine.

[29] Άρθρο 345, παρ. 1 του Ν. 4412/2016.

[30] Άρθρο 1, παρ. 1 των Οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ και αιτιολογική σκέψη 2 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ.

[31] Άρθρο 15, παρ. 3 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[32] Άρθρο 78, περ. α’ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

[33] Άρθρο 78, παρ. β’ της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

[34] Άρθρο 15, παρ. 4 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[35] Άρθρο 6, παρ. 2 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/26669/268/11.03.2024.

[36] Απόφαση ΔΕΚ της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-340/02, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, σκέψεις 38 έως 41, με την οποία κρίθηκε ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες κατά την εκπόνηση των τελικών σχεδίων περιλαμβάνονται στην έννοια του διαγωνισμού, ενώ δεν περιλαμβάνονται οι υποστηρικτικές υπηρεσίες κατά την αξιολόγηση των προσφορών.

Ο Βασίλειος Χατζηγιαννάκης είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις στρατηγικές διαχείρισης περιβάλλοντος, καταστροφών και κρίσεων της Σχολής Γεωλογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εξειδικεύεται στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, στο δίκαιο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και στο δίκαιο περιβάλλοντος. Έχει συγγράψει το βιβλίο «Οι Έλεγχοι Νομιμότητας στις Δημόσιες Συμβάσεις» (Νομική Βιβλιοθήκη, 2023). Έχει διατελέσει μέλος Ομάδων Εργασίας προς υποβοήθηση του έργου της ΕΑΑΔΗΣΥ κατά τη σύνταξη πρότυπων τευχών δημοπράτησης (2020-2021) και μέλος της νομοθετικής ομάδας εργασίας για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων (2018-2019).

Μετάβαση στο περιεχόμενο