Η εκδήλωση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης το 2010 αποτέλεσε αφορμή για την υιοθέτηση σειράς νομοθετικών μέτρων σχετικών με τη λειτουργία της δικαιοσύνης. Κεντρικός στόχος των ρυθμίσεων αυτών ήταν η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στη δικαιοδοτική διαδικασία, η οποία είχε εξαρχής παρατηρηθεί τόσο στο επίπεδο του Συμβουλίου της Επικρατείας όσο και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων,[1] ενώ ταυτόχρονα είχε συνδεθεί με σοβαρές κοινωνικές, οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις σε βάρος των ιδιωτών αλλά και του δημοσίου συμφέροντος.[2] Ειδικά στο πεδίο του καταλογισμού φορολογικών και άλλων οικονομικής φύσης υποχρεώσεων, η αδυναμία έγκαιρης και σε εύλογο χρόνο έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης σε εκκρεμείς υποθέσεις συνδέθηκε -ευνόητα- με την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να εισπράττει άμεσα τα δημόσια έσοδα[3].

Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίστηκε ο ν. 3900/2010 με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ταχύτερη και ορθολογικότερη εκδίκαση των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών.[4] Κατ’ επίκληση της αρχής της οικονομίας της δίκης[5] (εφεξής: «αρχή της οικονομίας» ή «οικονομία της δίκης»), ο, ισχύων μέχρι σήμερα, ν. 3900/2010 μετέβαλε τους κανόνες εκδίκασης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών σε τέτοια έκταση σε σχέση με την παραδοσιακή δίκη ουσίας, ώστε να γίνεται ευθέως λόγος για την εισαγωγή ενός ιδιαίτερου σώματος δικονομικών ρυθμίσεων. Η κρίσιμη διάταξη είναι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ν. 3900/2010, με το οποίο προστέθηκε νέα παράγραφος 5 στο άρθρο 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), η οποία σύμφωνα με τη νομολογία[6], αλλά και την εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη στην οικεία αιτιολογική έκθεση, εξυπηρετεί «την οικονομία της φορολογικής δίκης και την ανάγκη ταχείας και αποτελεσματικής απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης στις φορολογικές διαφορές». Η νομοθετική αυτή παρέμβαση μπορεί να αναλυθεί σε τρεις επιμέρους κανόνες: α) τον περιορισμό του αυτεπάγγελτου ελέγχου ορισμένων νομικών ζητημάτων, β) τη σύνδεση της παράβασης της τυπικής νομιμότητας με την επέλευση βλάβης του προσφεύγοντος και γ) τη δυνατότητα ευρείας υποκατάστασης του δικαστή στη θέση της διοικητικής αρχής, προκειμένου να αποφευχθεί η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (λ.χ. πράξης επιβολής φόρου, προστίμου λόγω τελωνειακής παράβασης κλπ.).[7]

Σχετίζονται, όμως, οι ανωτέρω ρυθμίσεις με την εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης ως αυτοτελούς δικονομικής αρχής; Διαφορετικό ζήτημα είναι, βέβαια, εάν και κατά πόσο η υιοθέτηση μιας τέτοιας «διακριτής δικονομίας» των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ή ακόμα και σκόπιμη· πρόκειται για ένα θέμα που απασχόλησε έντονα την επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια.[8] Το εξεταζόμενο ερώτημα, αντίθετα, αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της αρχής της οικονομίας της δίκης και τον τρόπο που γίνεται (ή θα έπρεπε να γίνεται) αντιληπτή -ιδίως από τον νομοθέτη- προκειμένου η επίκλησή της να μην «καθαγιάζει» την εντατικοποίηση περιορισμών των δικονομικών δικαιωμάτων του ιδιώτη διαδίκου και την αλλοίωση των δικαιοδοτικών ευχερειών του διοικητικού δικαστή. Σχετίζεται, άλλωστε, ευθέως με το ερώτημα κατά πόσο η αρχή της οικονομίας εκτείνεται όχι μόνο στη διαδικασία αλλά και στο περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης, δηλαδή στον τρόπο έρευνας και εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου. Υποστηρίζεται, άλλωστε, ήδη, ότι, παρά τις περί του αντιθέτου προσεγγίσεις, η διαφοροποίηση της φορολογικής και τελωνειακής δίκης σε σχέση με την «παραδοσιακή» διοικητική δίκη ουσίας δεν αφορά πρωτίστως την εξυπηρέτηση αναγκών και σκοπών οικονομίας της δίκης, αλλά αποτέλεσε το πρόσχημα για την εντατικοποίηση περιοριστικών δικονομικών και ουσιαστικών ρυθμίσεων που εξυπηρετούν κυρίως την εισπρακτική και οικονομική διάσταση συγκεκριμένων διαφορών του Δημοσίου.[9] Προκειμένου, λοιπόν, να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα της σύνδεσης των συγκεκριμένων ρυθμίσεων με την αρχή της οικονομίας, θα πρέπει να εξεταστεί εγγύτερα το κανονιστικό εύρος και το πεδίο εφαρμογής της επικαλούμενης από τον νομοθέτη, γενικής δικονομικής αρχής.

Ι. Το πεδίο αναφοράς της αρχής της οικονομίας της δίκης ως δικονομικής/διαδικαστικής αρχής

Σε ιδεοτυπικό επίπεδο, η αρχή της οικονομίας της δίκης γίνεται κατ’ αρχήν αντιληπτή αφηρημένα, ως αρχή περιγραφική και κατευθυντήρια του συστήματος διεξαγωγής της δίκης, υποδεικνύοντας εκείνες τις νομοθετικές ρυθμίσεις, νομολογιακές πρακτικές και δικονομικές ευχέρειες που εναρμονίζονται περισσότερο με μια δίκη, η οποία εκκινεί και τερματίζεται με εξοικονόμηση χρόνου, δαπανών ή/και διαδικαστικών σταδίων. Ωστόσο, λόγω της πολλαπλότητας των ορισμών της αρχής τόσο σε θεωρητικό όσο και σε νομολογιακό επίπεδο,[10] το πραγματικό πεδίο αναφοράς της θα μπορούσε να γίνει εναργέστερα αντιληπτό μέσα από ορισμένα δίπολα, τα οποία, είτε αντιθετικά, είτε συνθετικά, σχηματοποιούν τη φύση και λειτουργία της αρχής. Συστηματικά, λοιπόν, οι εκδηλώσεις της αρχής της οικονομίας της δίκης θα μπορούσαν να διακριθούν καταρχάς στα ζεύγη της υποκειμενικής/αντικειμενικής[11] και της αρνητικής/θετικής όψης, ενώ κρίσιμο εμφανίζεται, περαιτέρω, το δίπολο της διάκρισης μεταξύ οικονομίας της δίκης εν στενή έννοια (stricto sensu) και οικονομία της δίκης εν ευρεία εννοία (lato sensu).[12]

Κατ’ αρχήν, η αρχή της οικονομίας ενσωματώνει το αίτημα της ορθολογικότητας, απαραίτητης προϋπόθεσης για την πραγμάτωση του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, του Συντάγματος και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.[13] Τούτο, διότι μια δίκη πολυδάπανη και ανορθολογική ως προς τη χρήση των δικονομικών μέσων θα επέφερε υπερβολική και αδικαιολόγητη επιβάρυνση των διάδικων μερών, καθώς θα έταμε τη διαφορά, πλην όμως σε ανεπίκαιρο και μη διασφαλιστικό για τα ουσιαστικά δικαιώματα του προσφεύγοντα χρόνο.[14] Ως εκ τούτου, η αρχή της οικονομίας αποτελεί τη βάση θέσπισης δικονομικών διατάξεων που χορηγούν στον διάδικο αντίστοιχες δικονομικές ευχέρειες (λ.χ. τη δυνατότητα ομοδικίας), διαμορφώνοντας την υποκειμενική όψη της αρχής. Από την άλλη, ένα δικονομικό σύστημα ενδέχεται να οδηγεί -άμεσα ή έμμεσα, ηθελημένα ή αθέλητα- σε καθυστερήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα το αθέμιτο όφελος για τον διάδικο[15] ή σε εν γένει «πολυτελείς» διαδικασίες που οδηγούν το ίδιο το σύστημα στα όρια του.[16] Εν προκειμένω, εκδηλώνεται η αντικειμενική όψη της αρχής, όπου η οικονομία αναδεικνύεται ως εργαλείο διενέργειας σταθμίσεων, με σκοπό να τεθούν όρια στην «αναποτελεσματικότητα» που είναι διατεθειμένη να δεχθεί η δίκη. Οι σταθμίσεις αυτές λαμβάνουν τη μορφή περιορισμών των δικαιωμάτων του διαδίκου, όπως η υποχρέωση προαπόδειξης ή η λειτουργία ενός ισχυρού συστήματος συγκέντρωσης, που εισάγονται από τον νομοθέτη μετά την αυθεντική αξιολόγηση των απαιτήσεων της αρχής της αναλογικότητας, της δικονομικής ισότητας και των, σε αφηρημένο επίπεδο, αναγκών ορθολογικής οργάνωσης της δίκης.

Περαιτέρω, η αρνητική όψη της αρχής σχετίζεται με την οικονομία μέσων, ως εισαγωγή περιορισμών ή υποχρεώσεων που επιφέρουν γνήσιες δικονομικές κυρώσεις στους διαδίκους (π.χ. το απαράδεκτο)[17] ή ιδρύουν συγκεκριμένο καθήκον για τον δικαστή (π.χ. την αδυναμία χορήγησης περαιτέρω αναβολής ή την υποχρέωση χωρισμού δικογράφων). Από την άλλη, η θετική όψη της αρχής συνίσταται στην ευχέρεια των μερών της δίκης προς ενέργεια, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή πρόοδος της δίκης, όπως, π.χ. τη διευκόλυνση του διαδίκου να υποβάλει περισσότερα ένδικα αιτήματα εντός της ίδιας δίκης[18] και την ευχέρεια του δικαστή να συνεκδικάσει υποθέσεις που έχουν εισαχθεί αυτοτελώς στο δικαστήριο.[19]

Προκειμένου να μπορέσει να διαγνωσθεί η σχέση της αρχής της οικονομίας με τις ρυθμίσεις του άρθρου 79, παράγραφος 5, του ΚΔΔ, δηλαδή ο βαθμός σύνδεσης της σχετικής ρύθμισης με την αρχή της οικονομίας, το ερώτημα που τέθηκε στην εισαγωγή γενικεύεται, όπως σημειώθηκε, στο κατά πόσο η αρχή της οικονομίας εκτείνεται, πέραν του δικονομικού αντικειμένου της δίκης, και στο περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης, δηλαδή στο ουσιαστικό της αντικείμενο.[20] Σε μία τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή της αρχής έχει άμεση επίδραση στην ελεγχόμενη πράξη, συμπεριλαμβανομένων των εννόμων συνεπειών της ακύρωσής της, όπως αποτυπώνονται στο αιτιολογικό και, ιδίως, στο διατακτικό της απόφασης. Η διάκριση μεταξύ μιας ουσιαστικού προσανατολισμού διάστασης της οικονομίας της δίκης, έναντι της αμιγώς διαδικαστικής, σχετίζεται με το εάν και κατά πόσο θεμελιώνεται στην αρχή η αξίωση τερματισμού της αντιδικίας μέσα από την επί της ουσίας επίλυσης της όλης διαφοράς (“Justizgewährungsanspruch”)[21] και την αποφυγή των «τυπικών» ακυρώσεων,[22] με δεδομένη, άλλωστε, τη διαμορφούμενη σήμερα από πολλαπλές κανονιστικές πηγές έντονη ανάγκη αποτροπής της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης.[23] Χρειάζεται, συνεπώς, μεγαλύτερη εμβάθυνση, προκειμένου να μπορεί να αναγνωριστεί μία αυτόματη ένταξη κάθε είδους επιδιώξεων που σχετίζονται με το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης στο εννοιολογικό περιεχόμενο της αρχής. Παρόλο που ο τόπος δεν ενδείκνυται για μια εκτενή πραγμάτευση του ζητήματος, η συνταγματική κατοχύρωση των ουσιαστικού δικαίου σκοπών της ταχείας απoκατάστασης της ασφάλειας δικαίoυ και της διοικητικής νομιμότητας[24] οδηγεί στο να γίνονται αντιληπτοί ως διακριτοί -και ανεξάρτητοι από την αρχή της οικονομίας- άλλοι παράγοντες επίτασης του αιτήματος για επιτάχυνση ή για επίλυση της διαφοράς στην ουσία της. Τέτοιον παράγοντα συνιστούν η έμφαση στην ουσιαστική νομιμότητα της πράξης και η ανάγκη καθοδήγησης της διοίκησης στο στάδιο της συμμόρφωσης, ακόμα και με τη μορφή που εκδηλώνεται στο άρθρο 50, παράγραφος 3 α΄, του π.δ/τος 18/89, ως ευρύτερα χαρακτηριστικά μετεξέλιξης του δικαστικού ελέγχου.[25] Εξάλλου, η στροφή του ενδιαφέροντος στην επιταγή προς την οριστική και έγκαιρη δικαστική επίλυση της διαφοράς[26], που εκπληρώνεται μερικώς στην περίπτωση ακύρωσης για τυπικό λόγο, δεδομένης της πιθανότητας επανάληψης της ουσιαστικής παρανομίας,[27] αντανακλά ένα πλήθος διαφορετικών επιδιώξεων: είτε α) μια προσπάθεια διαφύλαξης της συνταγματικής επιταγής για αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας, όπως το περιεχόμενο της τελευταίας προσδιορίζεται υπό το φως του υποκειμενικού προσανατολισμού της δίκης[28] και της ανάγκης για επίτευξη κοινωνικής ειρήνευσης (όταν οδηγεί σε πληρέστερη συμμόρφωση της διοίκησης και ικανοποίηση των δικαιωμάτων ή εννόμων συμφερόντων του προσφεύγοντα), είτε β) μια προσπάθεια ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου, της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί συνολικά και άνευ περαιτέρω οριοθετήσεων αυτοτελής απόρροια της αρχής της οικονομίας.[29] Συνεπώς, στην πραγματικότητα, τον ρόλο που αποδίδεται στην αρχή της οικονομίας καλείται, σε ορισμένες περιπτώσεις,[30] να διαδραματίσει η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας· η τελευταία, άλλωστε, όντως έχει υποστεί μία έντονη εννοιολογική «ανάπτυξη»,[31] καθιστώντας ανεπαρκές το μέτρο προστασίας που στο παρελθόν μπορεί να θεωρείτο αποτελεσματικό.[32] Οι δύο αρχές ουσιαστικά συνυπάρχουν, απλά το πεδίο εφαρμογής της αρχής της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας είναι ευρύτερο, καθώς άπτεται όχι μόνο δικονομικής φύσεως ζητημάτων αλλά του συνόλου της υπόθεσης. Με διαφορετική διατύπωση, μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση ειδικού προς γενικό, με την αρχή της οικονομίας να περιορίζεται σε δικονομικές πτυχές διασφάλισης της αποτελεσματικότητας.[33] Παρίσταται, έτσι, προβληματική η συσχέτιση με κανόνες ή αρχές που αναπτύσσουν την δράση τους στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, έχοντας προφανείς δικονομικές συνέπειες, όμως, είτε πηγάζουν και κατατείνουν στην ικανοποίηση ουσιαστικού δικαίου αρχών, είτε έχουν αυτοτελή τελεολογία. Και τούτο, κυρίως, διότι δεν μπορεί κανείς -διατηρώντας ταυτόχρονα τη θεμελιώδη στην ελληνική έννομη τάξη διάκριση δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου- να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ρυθμίσεις όπως αυτές του άρθρου 79 ΚΔΔ προέρχονται από την (ουσιαστικού δικαίου) ανάγκη για ασφάλεια δικαίου και διαφύλαξη της αποτελεσματικής διοικητικής δράσης, και ταυτόχρονα ότι απορρέουν από μία δικονομική αρχή της διαδικασίας που ουδεμία σχέση έχει με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Υποδεικνύεται, δηλαδή, και υπό αυτό το πρίσμα, ότι στην αρχή της οικονομίας δεν εντάσσεται οτιδήποτε προωθεί την επιτάχυνση ή την αποφυγή έκδοσης νέων πράξεων αντίστοιχου περιεχομένου και άρα την έναρξη νέων δικαστικών αγώνων ή την εξοικονόμηση δικαστικού φόρτου. Άλλως, η, έστω έμμεση και αντανακλαστική, βελτίωση της ταχύτητας ως μέσου πληρέστερης προστασίας του ουσιαστικού δικαιώματος ή η εξυπηρέτηση άλλων ουσιαστικών στόχων που συντείνουν στην οριστική επίλυση της διαφοράς, επιτρέπει πρακτικά τη σύνδεση κάθε δικονομικού θεσμού με την αρχή της οικονομίας.

Περαιτέρω, χρήσιμη μπορεί να είναι η διάκριση μιας αρχής της οικονομίας υπό στενή και μιας αρχής της οικονομίας ευρεία έννοια, η οποία συνδέεται με το αντικειμενικό πεδίο αναφοράς της αρχής. Ως οικονομία της δίκης stricto sensu θα μπορούσε να οριστεί η οικονομία της αρχικής ένδικης διαδικασίας, της εκάστοτε συγκεκριμένης δίκης, οπότε και η αρχή της οικονομίας φαίνεται να αναπτύσσει ενεργό ρόλο σε δύο χρονικά σημεία: α) προκαταρκτικά, στον τρόπο που ο διάδικος θα εισφέρει τους ισχυρισμούς του και θα διαμορφώσει το αντικείμενο της δίκης (λχ. συνάφεια) και β) μετά την εκκρεμοδικία, στην αξιοποίηση επιμέρους δικονομικών ευχερειών (λ.χ. δικόγραφο συνέχισης της δίκης κατ’ άρθρο 32, παράγραφος 3, του π. δ/τος 18/89) και στον τρόπο διαμόρφωσης της διαδικαστικής πορείας της δίκης από τον δικαστή, με απώτατο όριο τη δημοσίευση της απόφασης[34]. Η θεώρηση αυτή θέτει στο επίκεντρο την προτεραιότητα τερματισμού της δίκης μέσα από την κατά το δυνατόν ταχύτερη και απλούστερη οδό, ως δικονομικό και όχι ως ουσιαστικό σκοπό, δηλαδή αδιάφορα από το περιεχόμενο της τελικής δικαστικής κρίσης και την πραγμάτευση των εγειρόμενων νομικών ζητημάτων.

Η προσέγγιση αυτή αντιπαραβάλλεται εννοιολογικά και συστηματικά προς την οικονομία της δίκης lato sensu, όρο ο οποίος θα μπορούσε να συμπεριλάβει προσεγγίσεις που αφορούν την οικονομία των δυνητικών μελλοντικών δικών για τον ίδιο διάδικο ή το ίδιο νομικό ζήτημα ή ευρύτερα την οικονομία της διαφοράς ή της συνολικής υπόθεσης. Έτσι, όταν γίνεται λόγος για «οικονομία των μελλοντικών δικών» ή «αποφυγή διάνοιξης μελλοντικών δικών», η φρασεολογία αυτή μπορεί να αντιστοιχεί: α) σε επόμενες δικαστικές διαδικασίες εν γένει (συμπεριλαμβανομένου του σταδίου του συμβουλίου συμμόρφωσης) μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης,[35] είτε σε επόμενο βαθμό δικαιοδοσίας, είτε ενόψει νέας πράξης της οποίας η έκδοση πιθανολογείται, β) σε αποφυγή διάνοιξης δίκης για το ίδιο νομικό ζήτημα. Κοινό παρονομαστή των παραπάνω θέσεων συνιστά το στοιχείο της πιθανολόγησης. Η ύπαρξη αυτών των χρονικά επόμενων δικών πάντα αξιολογείται σε σχέση με μία που προηγείται και συνιστά το σημείο αναφοράς, και παράλληλα πιθανολογείται· είναι, δηλαδή, καταρχάς αβέβαιο ότι θα ανακύψει κάποια στιγμή στο μέλλον.[36]

Συμπερασματικά, λοιπόν, ως δικονομική αρχή που διέπει τη διαδικασία της δίκης, η αρχή της οικονομίας πρέπει να γίνεται, σε πρώτο χρόνο, αντιληπτή υπό τη στενή της έννοια και εκδοχή, διότι, όπως φαίνεται και επ’ αφορμή του υπό πραγμάτευση θέματος, θεωρήσεις της οικονομίας της δίκης υπό ευρεία έννοια (π.χ. αποφυγή μελλοντικών δικών για την ίδια υπόθεση λόγω ακύρωσης για «τυπικό λόγο») εξυπηρετούν πρωτίστως άλλες αρχές και στοχεύσεις.

ΙΙ. Το παράδειγμα των φορολογικών διαφορών: κριτική ανάλυση των διατάξεων του άρθρου 79, παράγραφος 5, του ΚΔΔ

Οι προβλέψεις των εδαφίων α΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ΚΔΔ κινούνται, κατά περίπτωση, στις κατευθύνσεις είτε της διεύρυνσης είτε του περιορισμού των εξουσιών του δικαστή ουσίας και αφορούν ειδικότερα: α) τον περιορισμό της εξουσίας του αυτεπάγγελτου ελέγχου της προσβαλλόμενης πράξης μόνον ως προς τη διακρίβωση της παραβίασης ή μη του δεδικασμένου (εδάφιο α΄), β) τη δυνατότητα επιβολής κύρωσης, για την οποία η διοίκηση διαθέτει ευχέρεια που δεν ασκήθηκε ή ασκήθηκε πλημμελώς (εδάφιο γ΄) και γ) τη δυνατότητα απόφανσης επί της παράλειψης της φορολογικής αρχής (εδάφιο δ΄).

Οι προβλέψεις αυτές βρίσκονται σε προφανή απόκλιση από τα γενικώς ισχύοντα στις διαφορές του ΚΔΔ, στις οποίες: α) ως προς τον αυτεπάγγελτο έλεγχο, κατά τις παραγράφους 1 και 3α του άρθρου 79 ΚΔΔ, το δικαστήριο ελέγχει και το εάν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση,[37] καθώς και το εάν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της[38] και β) ως προς τις εξουσίες του δικαστή ουσίας, ο οποίος δεν δικαιούται, κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 79 ΚΔΔ, να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά υπέχει υποχρέωση αναπομπής στη Διοίκηση εφόσον: 1) η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, 2) συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, 3) η διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία και 4) η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

Ο σκοπός της γενικώς ισχύουσας πρόβλεψης για το σύνολο των λοιπών διαφορών ουσίας σχετίζεται με την ανάγκη διαφύλαξης της πρώτης κρίσης του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, η οποία διαμορφώνεται και αποτυπώνεται με τη νόμιμη διαδικασία προκειμένου να ικανοποιείται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.[39] Η δε περίπτωση του διευρυμένου αυτεπάγγελτου ελέγχου συνδέεται με το ανακριτικό σύστημα οργάνωσης της δίκης[40] και την προστασία της αρχής της νομιμότητας, επιδιώξεις που ουδεμία σχέση εμφανίζουν με την αρχή της οικονομίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πάντως, κρίσιμες για την απάντηση στον προβληματισμό που αναπτύχθηκε, σε σχέση με την ένταξη της ερευνώμενης ρύθμισης στο εύρος της γενικής δικονομικής αρχής, είναι οι εξής παράμετροι του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ΚΔΔ: α) το εάν η μεταβολή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο δικαστής μπορεί να ακυρώσει την πράξη για τυπικό λόγο υπάγονται στην αρχή της οικονομίας stricto sensu και β) το εάν η μη ακύρωση για τυπικό λόγο και, άρα, η μη επάνοδος της διοίκησης στο θέμα, εφόσον υπέπεσε σε διαδικαστική πλημμέλεια, ενδιαφέρουν την αρχή της οικονομίας lato sensu.

Καταρχάς, σε σχέση με τον περιορισμό του αυτεπάγγελτου ελέγχου, στη θεωρία εύλογα αναδεικνύεται η ένταση που προκαλείται με το εξεταστικό σύστημα και τις αρχές της νομιμότητας,[41] της διάκρισης των εξουσιών (άρθρα 26, 93, παράγραφος 4, 87, παράγραφος 2, και 28 του Συντάγματος) και τη (δυνητική) ανατροπή του αξιώματος iura novit curia, ώστε να μην ελέγχεται ούτε η ορθή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και της ΕΣΔΑ.[42] Συνακόλουθα, το, κατά την αιτιολογική έκθεση, επιχείρημα περί εξυπηρέτησης της οικονομίας της δίκης εμφανίζεται εν προκειμένω ανεπαρκές,[43] αν όχι ανέρειστο και προσχηματικό.

Σε κάθε περίπτωση, τα επίμαχα ζητήματα αφορούν το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης και σχετίζονται άμεσα με το κρινόμενο νομικό ζήτημα, κατά τρόπο, δηλαδή, που τα διαχωρίζει από το αμιγώς διαδικαστικό περιεχόμενο της αρχής της οικονομίας της δίκης. Ειδικότερα, όσον αφορά την άσκηση από το δικαστήριο της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και της δυνατότητας να αποφαίνεται ευθέως επί της βασιμότητας του αιτήματος του διοικουμένου, η επιδίωξη του νομοθέτη κινείται καταρχάς σε μία ορθή κατεύθυνση παροχής ευρύτερης δικαστικής προστασίας στον πολίτη, στο πλαίσιο επίλυσης φορολογικών και τελωνειακών διαφορών,[44] δια της ενίσχυσης της ουσιαστικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί, άλλωστε, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νομοθετήματος, να επιτευχθεί η αποφυγή παρελκύσεων και παράτασης των φορολογικών «εκκρεμοτήτων»,[45] και όχι μόνο των φορολογικών και τελωνειακών δικών.

Εντούτοις, η χορήγηση της σχετικής εξουσίας στον φορολογικό δικαστή, παρά τη σχετική αναφορά της αιτιολογικής έκθεσης, δεν αφορά την αρχή της οικονομίας υπό στενή έννοια. Και τούτο, διότι η δυνατότητα τροποποίησης ή μεταρρύθμισης της προσβαλλόμενης πράξης αντί της ακύρωσης και αναπομπής δεν προσθέτει ή αφαιρεί διαδικαστικά στάδια από τη δίκη, ώστε να εντάσσεται ευθέως στο περιεχόμενο της αρχής. Παρά ταύτα, θα μπορούσε, κατά μία έννοια, να ευνοεί την αρχή της οικονομίας lato sensu, καθώς αποτρέπει, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, την επάνοδο της ίδιας ακριβώς φορολογικής διαφοράς και τη διάνοιξη περισσότερων ένδικων διαδικασιών στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης.[46] Πρόκειται, ωστόσο, για μια οικονομία των δικών εν γένει και όχι για την οικονομία της εκάστοτε φορολογικής και τελωνειακής δίκης, την οποία δεν αφορά άμεσα η διαμόρφωση του διατακτικού της δικαστικής απόφασης.

Δεύτερον, η θεσπισθείσα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ΚΔΔ απαίτηση για απόδειξη ειδικής βλάβης[47] μη δυνάμενης να αποκατασταθεί παρά μόνο με την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να κριθεί βάσιμος λόγος αναγόμενος στον τύπο ή τη διαδικασία έκδοσης της πράξης, εγείρει, για τμήμα της θεωρίας,[48] μείζονα ζητήματα συμβατότητας με περισσότερες διατάξεις του Συντάγματος και, συγκεκριμένα, με εκείνες για τις αρχές της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων (άρθρο 95, παράγραφος 1, του Συντάγματος) και της διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26 Συντάγματος), καθώς και την κατοχύρωση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (άρθρο 20, παράγραφος 1, του Συντάγματος).

Το παραδεκτό προβολής της παραβίασης διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο ή τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης[49], υπό την ισχύ του άρθρου 79, παράγραφος 5, περ. β΄, του ΚΔΔ, εξετάζεται μόνον εάν ο προσφεύγων προβάλλει -μέσω αρκούντως τεκμηριωμένων ισχυρισμών- την επέλευση βλάβης σε βάρος του, κατά τρόπο που, εάν είχαν προβληθεί ενώπιον της φορολογικής αρχής, θα είχαν οδηγήσει στην μη έκδοση της πράξης ή στην έκδοση πράξης διαφορετικού περιεχομένου.[50] Πέραν του παραπάνω διαδικαστικού τύπου, περιπτώσεις που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 79, παράγραφος 5, περ. β΄, είναι και εκείνες που αφορούν στη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, όπως η έγγραφη τροποποίηση εντολής φορολογικού ελέγχου,[51] η μη επίδοση της εντολής ελέγχου[52] και η υπογραφή έκθεσης φορολογικού ελέγχου,[53] στις οποίες ο σχετικός ισχυρισμός περί νομικής πλημμέλειας πρέπει να ενισχυθεί από την επίκληση και απόδειξη ειδικής βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την ακύρωση της πράξης.[54] Η ίδια απαίτηση ωστόσο δεν υφίσταται όσον αφορά την προβολή της αναρμοδιότητας ως λόγου ακύρωσης πράξης της φορολογικής αρχής.[55]

Η άρση της αυτοτέλειας των τυπικών και διαδικαστικών πλημμελειών ως λόγων ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης δημιουργεί, σύμφωνα με εκπροσώπους της θεωρίας, τριβές σε σχέση με τη νομιμοποιητική λειτουργία της διαδικασίας και διακινδυνεύει την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.[56] Ακόμη και αν ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού του ρόλου και των συνεπειών του ελέγχου της εξωτερικής νομιμότητας της διοικητικής πράξης[57] και ενώ η κατασκευή της αλυσιτέλειας αναγνωρίζεται στην εφαρμογή των φορολογικών διαφορών,[58] η καταρχήν θέσπιση μίας συλλήβδην και αφηρημένης «θεμιτής διαδικαστικής παρανομίας», όπως αναφέρεται στην επιστήμη,[59] ως του κύριου κανόνα -παρόλο που αναμφίβολα μπορεί αυτή, υπό προϋποθέσεις, να παρίσταται πράγματι ωφέλιμη[60]– δεν επιτρέπει να κρίνονται από τον δικαστή διαδικαστικές πλημμέλειες οι οποίες in concreto δεν μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στο δυσμενές, για τον προσφεύγοντα, αποτέλεσμα της διαδικασίας.

Πέραν, όμως, του ότι είναι εξόχως αμφίβολο εάν η σχετική ρύθμιση πράγματι επιτυγχάνει τον διακηρυγμένο σκοπό της επιτάχυνσης της φορολογικής και τελωνειακής δίκης, δεδομένου ότι πρόκειται για ρύθμιση που διαφοροποιεί την εξουσία και την έκταση ελέγχου εκ μέρους του δικαστή, η τελευταία ανάγεται ομοίως στο περιεχόμενο και όχι τη διαδικασία εκφοράς της δικαστικής κρίσης. Πλην όμως, το στοιχείο αυτό δεν ανήκει στην αρχή της οικονομίας, είτε stricto είτε lato sensu, παρά το αδιαφιλονίκητο γεγονός ότι η ακύρωση πράξεων φορολογικών αρχών για διαδικαστικούς λόγους οδηγούσε πράγματι σε επανειλημμένες καθυστερήσεις, αναποτελεσματικότητα της δράσης της φορολογικής διοίκησης και διαιώνιση υποθέσεων, ανακυκλούμενων μεταξύ της τελευταίας και των δικαστηρίων.[61]

Ακόμη, δηλαδή, και αν η απαγκίστρωση του δικαστικού ελέγχου από «τυπικές» ακυρώσεις δεν είναι εντελώς άστοχη,[62] αλληλεπιδρά αντανακλαστικά και μόνο με στοχεύσεις της οικονομίας της δίκης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο αναφοράς της αρχής ως γνήσια εκδήλωση των στοχεύσεων που σχετίζονται με αυτή, καθιστώντας την, εκ μέρους του νομοθέτη, επίκλησή της μάλλον προβληματική. Και τούτο, διότι, κατά μία θεώρηση, οι νέες αυτές ρυθμίσεις της φορολογικής και τελωνειακής δίκης επιρρίπτουν ένα πρόσθετο δικονομικό βάρος στον διάδικο, αφενός να επικαλεστεί μία σειρά πλημμελειών της πράξης που, απλά, δεν θα εξεταστούν με πρωτοβουλία του δικαστηρίου και αφετέρου να συνοδεύσει την επικαλούμενη παραβίαση της τυπικής νομιμότητας με την επίκληση (και απόδειξη;[63]) ζημίας.[64] Σύμφωνα, δε, με τον Γώγο, η προαναφερθείσα πρόβλεψη ανήκει στην ύλη του ουσιαστικού δικαίου, παρά την ένταξή της σε ένα δικονομικό νομοθέτημα, διότι, εν προκειμένω, ο νομοθέτης δεν ρυθμίζει την έννομη σχέση της διοικητικής δίκης, δικονομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις, αλλά τις συνέπειες της διαδικαστικής παρανομίας για το κύρος της διοικητικής πράξης.[65]

Είναι, άρα, σαφές ότι η επέμβαση του νομοθέτη στον τρόπο αντιμετώπισης του ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης, εκφεύγει του στενού προσδιορισμού του εννοιολογικού περιεχομένου της αρχής της οικονομίας, τη στιγμή που, παράλληλα, διευρύνονται οι εξουσίες διάπλασης του δικαστή, δηλαδή εξουσίες που αναμφίβολα ανάγονται στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου.[66] Κατά συνέπεια, η εντατικοποίηση των δικονομικών υποχρεώσεων του ιδιώτη διαδίκου μόνο στο πεδίο των συγκεκριμένων διαφορών ενισχύει την πεποίθηση ότι ο νομοθέτης δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται τόσο για την ταχεία εκδίκαση της διαφοράς, όσο για την ταχεία είσπραξη του εσόδου, στο οποίο η υπόθεση αναφέρεται.[67] Επιπρόσθετα, η επίκληση της αρχής της οικονομίας για την παροχή νομιμοποιητικού ερείσματος στην παραπάνω πρόβλεψη καθίσταται αστήρικτη, καθώς το διαδικαστικό όφελος που θα παρείχε ένας περιορισμός σχετικός με τους προβαλλόμενους από τον διάδικο ισχυρισμούς, επιτυγχάνεται εν προκειμένω ήδη με τη θέσπιση ενός ευρύτατου συστήματος συγκέντρωσης, λόγω της υποχρέωσης προβολής του συνόλου των σχετικών αιτιάσεων, ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, επί ποινή απαραδέκτου.

Ουσιώδες είναι, τέλος, να αναφερθεί ότι, ακόμη και αν μια δικονομική ρύθμιση εξυπηρετεί αντανακλαστικά ή ακόμα και ευθέως την οικονομία της δίκης, τούτο δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την «ασυλία» της αναφορικά με το ζήτημα της τυχόν παραβίασης του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα -και πάλι αντλούμενο από τις ρυθμίσεις του ν. 3900/2010- αποτελεί η καταβολή αναλογικού παραβόλου ως προϋπόθεση παραδεκτού στις φορολογικές διαφορές. Ενώ, αρχικά, με το άρθρο 277, παράγραφος 3, του ΚΔΔ, είχε προβλεφθεί μόνο για την άσκηση έφεσης και αντέφεσης, με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ν. 3900/2010, η ανωτέρω πρόβλεψη επεκτάθηκε και στην παραδεκτή άσκηση φορολογικής προσφυγής.[68] Φυσικά, η in abstracto συμφωνία με την αρχή της οικονομίας και η πρόδηλη ένταξη στο πεδίο αναφοράς της αρχής (ενόψει του καθορισμού των δαπανημάτων της δίκης), δεν αρκεί για την υιοθέτηση της προβληματικής, εξ απόψεως δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ερμηνευτικής εκδοχής, ότι, δηλαδή, κάθε ρύθμιση που κατά το μάλλον ή ήττον προάγει την οικονομία της δίκης δικαιολογεί ακόμη και δυσανάλογες επεμβάσεις στο δικαίωμα σε δικαστική προστασία.[69] Δεδομένου, άλλωστε, ότι η αρχή της οικονομίας είναι μια αρχή που συνδέεται με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας,[70] μόνον υπό προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει τη βάση υιοθέτησης περιορισμών του προς τον σκοπό της ορθολογικότερης οργάνωσης της διαδικασίας απονομής δικαστικής προστασίας. Τούτο σημαίνει ότι δύσκολα δικαιολογείται μια -ολοένα εντεινόμενη- καταχρηστική επίκληση της αντικειμενικής όψης της αρχής για τη εισαγωγή υπέρμετρων περιορισμών, όπως τα υψηλότατα κόστη της δίκης.  

Επίλογος

Η παρούσα μελέτη έθεσε ως κεντρικό ερώτημα το εάν η αρχή της οικονομίας της δίκης, μια γενική δικονομική αρχή, μετασχηματίστηκε υπό το πρίσμα της δημοσιονομικής κρίσης σε μια αρχή που δεν περιορίζεται σε αμιγώς διαδικαστικά ζητήματα, αλλά εκτείνεται σε περισσότερο ουσιαστικές επιλογές του δικαστικού ελέγχου. Ακόμη και αν έμμεσα η θέση αυτή υποστηρίζεται, δια των επικλήσεων της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 3900/2010, δεν είναι εντούτοις ακριβής, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ως μια στροφή προς μία αρχή της «οικονομίας της υπόθεσης», καθώς οι νομοθετικές επιδιώξεις κατατείνουν ευθέως στην εξυπηρέτηση αυτοτελών αρχών, όπως η ασφάλεια δικαίου και η σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων και επιμέρους (θεμιτών καταρχάς) στόχων, όπως η επίτευξη κοινωνικής ειρήνευσης και η αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσης.

Μετά την πάροδο ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος,[71] κατά το οποίο εισήχθη πλειάδα ρυθμίσεων, που, κατά τα παραπάνω, αποκλίνουν από τις πάγιες δικονομικές διατάξεις των διαφορών ουσίας με σοβαρότατες πρακτικές συνέπειες για τον διάδικο,[72] και παρά τη συχνά επικριτική αναφορά της επιστήμης σε μία «παραδικονομία»[73] -που θυμίζει την ύπαρξη ξεχωριστού Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας κατά το προ της εισαγωγής του ΚΔΔ καθεστώς[74]-, μέχρι σήμερα διατηρούνται αποκλίνουσες προβλέψεις αναφορικά με απολύτως θεμελιώδη ζητήματα της δίκης, όπως η αρμοδιότητα εκδίκασης, το οφειλόμενο παράβολο, η διάρκεια της προβλεπόμενης προθεσμίας, αλλά και η υποχρέωση τήρησης ενδικοφανούς διαδικασίας. Παρόλο που η αρχή της οικονομίας συχνά αξιοποιείται ως νομιμοποιητικό θεμέλιο αυτών των επιλογών, είναι αμφίβολο κατά πόσο η υιοθέτηση «ειδικών τρόπων επέλευσης του απαραδέκτου» (όπως θα μπορούσαν, με ελαφρά ειρωνική διάθεση, να χαρακτηριστούν οι συνοπτικά προαναφερόμενες περιπτώσεις[75]), ικανοποιεί πράγματι τις απαιτήσεις της αρχής έστω υπό τη lato sensu πρόσληψή της. Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τη σώρευση διαφορών και ενδίκων βοηθημάτων που απορρίπτονται σε επίπεδο απαραδέκτου σε μία έννομη τάξη με τόσο σοβαρό πρόβλημα στην καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης, πέραν βέβαια της διακινδύνευσης του δικαιώματος σε απονομή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Χαρακτηριστικό είναι, άλλωστε, πως μία σειρά εξαιρετικών ρυθμίσεων εγκαταλείφθηκε από τον νομοθέτη αυτοβούλως, όπως συνέβη με την αντικατάσταση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 202 ΚΔΔ[76] για τη χορήγηση αναστολής μόνον ως προς συγκεκριμένα μέτρα εκτέλεσης,[77] είτε σε συμμόρφωση με τη νομολογία, όπως συνέβη με την κατάργηση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 126 ΚΔΔ,[78] σχετικά με την -επί ποινή απαραδέκτου της προσφυγής- υποχρέωση επίδοσης του δικογράφου στη φορολογική αρχή με επιμέλεια του προσφεύγοντος.[79]

Καταληκτικά, μπορεί κανείς να επισημάνει πως το παράδειγμα των ρυθμίσεων του άρθρου 79, παράγραφος 5, του ΚΔΔ αποδεικνύει ακριβώς τη θέση πως, μολονότι οι σκοποί της αρχής της οικονομίας, όπως η επιτάχυνση και ο εξορθολογισμός στην απονομή της δικαιοσύνης, αποτελούν στόχους όχι απλώς θεμιτούς, αλλά και επιβεβλημένους ενόψει της σημασίας των συγκεκριμένων δικών για το δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξή τους δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα -εάν, ήθελε θεωρηθεί ότι τα προεκτεθέντα μέτρα αρκούν όντως για την επίτευξή τους στην πράξη- μέσω δικονομικών ρυθμίσεων, οι οποίες υπονομεύουν τα θεμέλια της διοικητικής δικαιοσύνης και ιδίως το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

 

[1] Για την υπερφόρτωση της διοικητικής δικαιοσύνης και τα αίτιά της, βλ., μεταξύ πολλών, Χρυσόγονο K., Συνταγματικό Δίκαιο, 3η έκδ., Σάκκουλας, 2022, σ. 792 επ., ιδίως σ. 794,  Μπουκουβάλα B., «Δικονομικές προτάσεις για την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης», στο https://www.edd.gr/images/docs/Proposals_to_speed_up_administrative_proceedings.pdf (πρόσβαση: 30.5.2024).

[2] Βλ. σχετικές παραδοχές της ΔιοικΟλΣτΕ, Πρακτικό 17/2011.

[3] Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο διάδικος συχνά έχει λάβει αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων στο πλαίσιο αναζήτησης προσωρινής δικαστικής προστασίας, με συνέπεια οι χρόνοι είσπραξης να μετατίθενται στο απώτερο μέλλον. Έτσι: Παπαπαναγιώτου-Λέζα Α., «50 χρόνια από την ίδρυση των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων – Μια προσπάθεια αναζήτησης των αιτίων συσσώρευσης σ’ αυτά χιλιάδων εκκρεμών υποθέσεων», ΘΠΔΔ 2/2013, σ. 97 επ. (100-101), Δελλής Γ., Η Διοικητική Δικαιοσύνη σε αναζήτηση ταχύτητας: Ανατρέποντας το μύθο της  «ωραίας  κοιμωμένης», Νομική  Βιβλιοθήκη, 2013, σ. 65 επ., πρβλ. και Συμεωνίδη Ι., «Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη διοικητική δικαιοσύνη και ο διάλογος που έχει ανοίξει για μια νέα πορεία του κλάδου», ΕφημΔΔ 2011, σ. 384 επ.

[4] Βλ. Γώγο Κ., «Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων στις φορολογικές διαφορές», ΔιΔικ 6/2019, σ. 930 επ., Μουκίου Χ., «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας. Ιδίως επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών και επί παραλείψεων», ΔιΔικ 2/2016, σ. 175 επ. (179-180).

[5] Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, αναφέρεται ρητά ότι η νέα παράγραφος 5 του άρθρου 79 ΚΔΔ σκοπεί ευθέως στην οικονομία της δίκης, με περαιτέρω ειδικότερες στοχεύσεις α) την αποφυγή παρελκυστικών συμπεριφορών των διαδίκων και β) την αποφυγή άσκοπων εκκρεμοτήτων. Βλ. επίσης, ΣτΕ 389/2018 και Κατρά Ι., «Οι διοικητικές διαφορές ουσίας μετά το Ν 3900/2010», ΔιΔικ 6/2010, σ. 1357 επ. (1370-1371).

[6] ΣτΕ 389/2018.

[7] Για μια ενδελεχή και συνάμα ευσύνοπτη παρουσίαση, βλ. Λαζαράτο Π., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 4η έκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σ. 441-443.

[8] Τα σχετικά ερωτήματα, εξάλλου, δεν απαντώνται ομόφωνα στο επίπεδο της θεωρίας. Βλ., ενδεικτικά, Γώγο Κ., Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 170 που καταρχάς αναφέρεται σε «εξορθολογισμό» και τον Δελλή Γ., Η Διοικητική Δικαιοσύνη σε αναζήτηση ταχύτητας, ό.π., σ. 214, ο οποίος κάνει λόγο για «ψευδοεπιτάχυνση».

[9] Για τη σύνδεση των δύο παραμέτρων, βλ., αντί άλλων, Γώγο Κ., «Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων», ό.π., σ. 931, ο οποίος αναγνωρίζει την προτεραιότητα της εξυπηρέτησης του δημοσιονομικού συμφέροντος· τον ίδιο, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 172-173,  Τσιγαρίδα Β., Η αρχή iura novit curia στη Διοικητική Δίκη, Σάκκουλας, 2021 σ. 377, Χαρχαλάκη Ι., Οι πολιτειακές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Στη λειτουργία του πολιτεύματος και της δικαιοσύνης, Νομική Βιβλιοθήκη 2019, σ. 35 επ.· πρβλ. περαιτέρω και   Συμεωνίδη Ι., «Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη διοικητική δικαιοσύνη», ό.π., σ. 384 επ. (387). Ορθά επισημαίνεται σχετικώς ότι αντίστοιχα διαφοροποιημένης δικονομικής αντιμετώπισης δεν έτυχαν διαφορές ανάλογου οικονομικού ενδιαφέροντος, όπως οι κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές ή ακόμα και διατάξεις επιβολής προστίμων από τους ΟΤΑ: Δετσαρίδης Χ. «Ζητήματα συνταγματικότητας των διατάξεων του Ν 3900/2010 που ρυθμίζουν τις φορολογικές διαφορές (οι τροποποιήσεις των άρθρων 6, 79 και 277 ΚΔΔ)», ΕφημΔΔ 2011, σ. 413 επ. (413).

[10] Βλ. Παπαδημητρίου Γ., «Η θεμελίωση της αρχής της οικονομίας της δίκης στο Σύνταγμα», στο Παπαδημητρίου Γ., Συνταγματικές Μελέτες, τόμ. 1, 2007, Σάκκουλας, σ. 439-444, Σταματόπουλο Σ., Η αρχή της οικονομίας στην πολιτική δίκη, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2003, σ. 58, 60, 67· πρβλ. Σταματόπουλο Σ., «Η οικονομία της πολιτικής δίκης ως πρόβλημα του θετικού δικονομικού δικαίου στη νομολογία», ΕλλΔνη 2005, σ. 411 επ.

[11] Παρόλο που η συγκεκριμένη διάκριση δεν εντοπίζεται στην επιστήμη, αποδίδει, εντούτοις, ευρύτερα το πνεύμα των θεωρητικών του γερμανικού αλλά και του ελληνικού δικαίου, οι οποίοι εντοπίζουν εκφάνσεις της αρχής και στα δύο επίπεδα. Πρβλ., ενδεικτικά, Hyckel J., Prozessökonomie, Theorie und Methodik effizienter Rechtserkenntnis im Verwaltungsprozess, Nomos, 2020 σ. 369 επ., Pflughaupt M., Prozessökonomie, Mohr Siebeck, 2011, σ. 74, Hütten P., Die Prozessökonomie als Rechtserheblicher Entscheidungsgesichtspunkt, διδ. διατριβή, Πανεπιστήμιο του Würzburg, 1975, σ. 12· έμμεσα ο Christonakis G., Das Verwaltungsprozessuale Rechtsschutzinteresse, Duncker & Humblot, 2004.  σ. 90. Βλ., επίσης, Σταματόπουλο Σ., Η αρχή της οικονομίας στην πολιτική δίκη, ό.π., σ. 138 επ. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο W. Lüke με την χρήση του όρου «οικονομία της δίκης» δεν διευκρινίζεται ως προς ποιον η διαδικασία οφείλει να είναι «οικονομική» (“für wen der Prozeßökonomisch und effizient sein soll”): Lüke W., Beteiligung Dritter im Zivilprozeß, Mohr, 1993, σ. 236.

[12] Οι ανωτέρω διακρίσεις δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες αλλά συντρέχουσες, υπό την έννοια ότι μια ρύθμιση μπορεί να αναλυθεί λ.χ. υπό το πρίσμα τόσο της υποκειμενικής όσο και της θετικής όψης της αρχής (και υπό οποιονδήποτε πιθανό συνδυασμό) ή, συναφώς, ο εκάστοτε προβληματισμός να εκδηλώνεται στο πεδίο της αρχής της οικονομίας stricto και όχι lato sensu ή αντιστρόφως, για τις διακρίσεις των εκφάνσεων της αρχής της οικονομίας της δίκης. Βλ. αναλυτικότερα Μωραΐτη Μ., Η αρχή οικονομίας της δίκης στις διοικητικές διαφορές, διδ. διατριβή, Νομική Σχολή ΑΠΘ, 2023, σ. 141 επ.

[13] ΣτΕ 2842-3/2000, 978/2015, 1230/2020. Βλ., ενδεικτικά, περαιτέρω Ταμαμίδη Α., «Η επίδραση της νομολογίας του ΕυρΔΔΑ στην αρχή της οικονομίας της δίκης», στο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Η πολιτική δίκη υπό το φως της νομολογίας του ΔΕΚ και του ΕΔΔΑ, Σάκκουλας, 2008, σ. 173 επ., Πινακίδη Γ., Η συνταγματική οργάνωση της διοικητικής δικαιοδοσίας και οι συνέπειές της στη διοικητική δίκη. Συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος, Σάκκουλας, 2020,  σ. 267 (και υπ. 810), Hyckel J., Prozessökonomie, ό.π., σ. 163 επ.· πρβλ. και Παπαδοπούλου A., Η συγκέντρωση των λόγων ανακοπής στην Αναγκαστική Εκτέλεση, Σάκκουλας, 2016, σ. 45, όπου η «οικονομία της δίκης» ορίζεται -εν στενή εννοία- ως η επίτευξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος με τα λιγότερα δυνατά δικονομικά μέσα.

[14] Δείκτης αποτελεσματικότητας, εξάλλου, του δικαιοδοτικού συστήματος είναι και το στοιχείο της «εγκαιρότητας» στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων. Βλ. σχετικώς Μακρίδου Κ., «Ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης στην πολιτική δίκη», στο Μακρίδου Κ., Μελέτες Αστικού Δικονομικού και Διεθνούς Δικονομικού Δικαίου, τόμ. 2, Σάκκουλας, 2022 σ. 377-378, όπου προτείνεται ότι «[μ]ία έκδοση απόλυτα ορθής δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σε μακρύ χρόνο, έχοντας υπερφορτώσει τα διάδικα μέρη με δικαστικά έξοδα, δεν ικανοποιεί ούτε τους διαδίκους, ούτε τους πολίτες της χώρας». Ομοίως και Μουκίου Χ., «Περί της ταχύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης»,ό.π., σ. 716-728. Πρβλ. περαιτέρω και ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου 1991, Vernillo κατά Γαλλίας, αριθ. προσφ.11889/85, σκ. 38, ΕΔΔΑ, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, Katte Klitsche κ. Ιταλίας, αριθ. προσφ. 12539/86, σκ. 61, ΕΔΔΑ, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2006, Scordino κ. Ιταλίας, αριθ. προσφ. 36813/97, σκ. 224, όπου κρίθηκε πως η υπέρμετρη χρονοτριβή κατά την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν διέφερε στην ουσία της από την αρνησιδικία.

[15] Για παράδειγμα, όπως συνέβαινε στο πεδίο των φορολογικών διαφορών προ του ν. 3900/2010, βλ. Συμεωνίδη, «Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη διοικητική δικαιοσύνη», ό.π., σ. 384 επ.

[16] Τούτο διότι το σύστημα που διαμορφώνεται από το πλέγμα κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος που προσδιορίζουν τον τρόπο χορήγησης δικαστικής προστασίας, υποδεικνύει καταρχάς μία προτίμηση στη διαφύλαξη του υποκειμενικού δικαιώματος σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ακολούθως σε δίκαιη δίκη, παρά το πιθανό κόστος τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο (λ.χ. με αποδοχή των καθυστερήσεων στην απονομή δικαστικής προστασίας σε άλλους πολίτες, του οικονομικού κόστους της δίκης κ.ο.κ.). Εντούτοις, επωμίζεται το κόστος αυτό μέχρι του βαθμού, όπου καταλήγει αναποτελεσματικό, υιοθετώντας μηχανισμούς αποτροπής του υπερβολικού φόρτου του δικαστηρίου και διαφύλαξης της ορθολογικής οργάνωσης της δικαιοσύνης. Βλ., αναλυτικότερα, Δελλή Γ., Δήμος και Αγορά, Το δημόσιο δίκαιο «αλλιώς», με το βλέμμα της οικονομικής ανάλυσης, Ευρασία, 2018, σ. 362 επ.

[17] Στη γερμανική έννομη τάξη, υποστηρίζεται ότι ρυθμίσεις, όπως αυτή του άρθρου 44a του γερμανικού Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (VwGO) περί απαγόρευσης της μεμονωμένης αμφισβήτησης διαδικαστικών πράξεων, ώστε η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος να στρέφεται κατά της ουσιαστικής απόφασης της διοικητικής αρχής, ομοίως θεραπεύει την αρχή της οικονομίας της δίκης (“Rechtsbehelfegegen behördliche Verfahrenshandlungen können nur gleichzeitig mit den gegen die Sachentscheidungzulässigen Rechtsbehelfen geltend gemacht werden. Dies gilt nicht, wenn behördlicheVerfahrenshandlungen vollstreckt werden können oder gegen einen Nichtbeteiligten ergehen.”). Βλ., αναλυτικότερα, Christonakis, Das verwaltungsprozessuale Rechtsschutzinteresse, ό.π., σ. 98 επ., Schoch F., “Gerichtliche Verwaltungskontrollen”, στο Hoffmann-Riem W./ Schmidt-Aßmann Ε./Voßkuhle A. (επιμ.), Grundlagen des Verwaltungsrechts, τόμ. III, 2η εκδ., C.H. Beck, 2013, § 50 αρ. 299.

[18] Άρθρα 124 ΚΔΔ, 45, παράγραφος 6, του π. δ/τος 19/1989.

[19] Άρθρα 125 ΚΔΔ ,67, παράγραφος 2, του π. δ/τος 18/1989.

[20] Όπως επισημαίνεται, ο εννοιολογικός διαχωρισμός μεταξύ δικονομικού και ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης είναι σαφής στην επιστήμη: Τσιγαρίδας, Η αρχή iura novit curia, ό.π., σ. 214 και υπ. 286· έτσι ενδεικτικά οι Αρβανιτάκης Π., Οι διάδικοι στην πολιτική και διοικητική δίκη, Σάκκουλας, 2005, σ. 35 επ., Μακρίδου Κ., «Κατάργηση πολιτικής δίκης με αντικείμενο αναπαλλοτρίωτα κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιώματα», στο Μακρίδου Κ., Μελέτες Αστικού Δικονομικού και Διεθνούς Δικονομικού Δικαίου, τ. 1, ό.π., σ. 223. Έτσι, το δικονομικό αντικείμενο της δίκης συνδέεται με την (δικονομική) αξίωση παροχής δικαστικής προστασίας και συνολικά τις προϋποθέσεις νομιμότητας των λοιπών διαδικαστικών πράξεων διαδίκων και δικαστηρίου. Στο, δε, ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης εντάσσεται η επίδικη έννομη σχέση που συνδέει αιτούντα και καθ’ ού η αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία διέπεται από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που καλούνται σε εφαρμογή. Για τις διάφορες θεωρίες σχετικά με τον προσδιορισμό του αντικειμένου της διοικητικής δίκης, βλ., θεμελιωδώς, Κουτούπα-Ρεγκάκου Ε., Το δεδικασμένο των αποφάσεων των Διοικητικών Δικαστηρίων, Σάκκουλας, 2002, σ. 107 επ.

[21] Πρβλ. ενδεικτικά, Detterbeck S., “Streitgegenstand, Justizgewährungsanspruch und Rechtsschutzanspruch”, AcP 192 /1992, σ. 325 επ., ιδίως σ. 327 επ., 337.

[22] Αναζητείται, δηλαδή, το κατά πόσο η αρχή της οικονομίας ταυτίζεται ή έστω συνδέεται άμεσα με την ταχύτερη αυθεντική επί της ουσίας επίλυση της διαφοράς, όπως φαίνεται να υπονοεί η μειοψηφία της ΟλΣτΕ 1501/2014.

[23] Η οποία δημιουργεί με τη σειρά της τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση μίας μιας έκτακτης δικονομίας «αποφυγής της καθυστέρησης» ή «επιτάχυνσης».

[24] Υπενθυμίζεται ότι, όπως είχε γίνει δεκτό, οι διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφος 1, και 95, παράγραφος 1, του Συντάγματος και η αρχή της νομιμότητας, καλούνται να ερμηνευθούν και να εφαρμοσθούν σε πρακτική αρμονία προς τις επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και προς την αρχή της αποτελεσματικής δράσης της διοίκησης, η οποία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση της αποστολής που της έχει αναθέσει ο συνταγματικός νομοθέτης και συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Αποτέλεσμα αυτής της στάθμισης μπορεί να είναι ότι δεν επιβάλλουν την εξαρχής ακύρωση διοικητικής πράξεως που έχει προσβληθεί στο ΣτΕ ή σε διοικητικό δικαστήριο για νομική πλημμέλεια η οποία μπορεί να αποκατασταθεί από τη διοίκηση, αλλά στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να τηρηθεί η υποχρέωση τήρησης της νομιμότητας χωρίς να διαταραχθεί η αποτελεσματική δράση της διοίκησης και η σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων, το δικαστήριο έχει την εξουσία να αναβάλει την οριστική κρίση και να χορηγήσει προθεσμία στη διοίκηση προκειμένου να άρει την πλημμέλεια με την έκδοση νέας πράξης, με την οποία συμπληρώνεται ή τροποποιείται η προσβαλλομένη, με την προϋπόθεση ότι με τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση της προσβαλλομένης αποκαθίσταται η επιδιωκόμενη από τον αιτούντα νομιμότητα και δεν θίγεται με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του (ΣτΕ 1941/2013). Βλ., αναλυτικότερα, για την απόφαση, όπως και για όσες ακολούθησαν οδηγώντας στο  άρθρο 22 ν. 4274/2014, με το οποίο προστέθηκαν παράγραφοι 3α, 3β και 3γ στο άρθρο 50 του π. δ/τος 18/89, όπως και αποφάσεις που προχωρούν σε εφαρμογή των νομοθετικών προβλέψεων μέχρι σήμερα, Τσαρούχα Δ., «Οι λόγοι ακύρωσης», στο Ράντου Α./Πρεβεδούρου Ε. (επιμ.), Η αίτηση ακυρώσεως, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023, σ. 398 επ.  (424 επ.).

[25] Κουβαράς Η., «Ουσιαστικοποίηση των διοικητικών διαφορών & αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας: το πλαίσιο μιας διαχρονικής συζήτησης», ΕφημΔΔ 2016, σ. 370.

[26] Νοούμενη ως «διατάραξη της έννομης σχέσης» ως προς την οποία ανεφύη η δίκη (πρβλ. άρθρο 94, παράγραφος 2, του Συντάγματος), χωρίς δηλαδή να ταυτίζεται με ορισμένη διοικητική πράξη ως αντικείμενο της ανοιχθείσας δίκης ούτε να γίνεται αντιληπτή ως τεχνικός όρος με τον τρόπο που απαντάται, λ.χ., στο άρθρο 216, παράγραφος 1, εδάφιο β΄, του ΚΠολΔ. Βλ., επίσης, και τον Νίκα που κάνει λόγο για «αντικειμενική δυσαρμονία μεταξύ του περιεχομένου του δικαιώματος [ή εννόμου συμφέροντος] προς την πραγματική κατάσταση»: Νίκας Ν., Εγχειρίδιο Πολιτικής δικονομίας, 4η έκδ., Σάκκουλας, 2022, σ. 53. Περαιτέρω, βλ. και Κυβέλο Σ., Η ενδικοφανής προσφυγή, 2η εκδ., Σάκκουλας, 2016,  σ. 46, που κάνει λόγο για «διαφωνία που προκαλείται από μία συγκεκριμένη διοικητική συμπεριφορά, η οποία εκδηλώνεται είτε με έκδοση μίας δυσμενούς πράξης, είτε με την αδράνεια της Διοίκησης να εκπληρώσει νόμιμες υποχρεώσεις ή αιτήματα διοικουμένων». Για τον δικονομικό όρο της «διοικητικής διαφοράς». Βλ., θεμελιωδώς, Στασινόπουλο Μ., Δίκαιο διοικητικών διαφορών, 1960, σ. 63, κατά τον οποίο η έννοια της διοικητικής διαφοράς είναι στενότερη της έννοιας της διοικητικής αμφισβήτησης, καθότι εμπεριέχει στο εννοιολογικό περιεχόμενό της τις αμφισβητήσεις, των οποίων η δικαστική διευθέτηση γίνεται με εφαρμογή αποκλειστικά κανόνων διοικητικού δικαίου.

[27] Μπουκουβάλα Β., «Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της ισχύος (συνταγματικότητας), της συμβατότητας με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο και της «ορθής» ερμηνείας του νόμου στις διοικητικές διαφορές ουσίας, στο https://www.ddikastes.gr/ (πρόσβαση: 01.06.2024).

[28] Βλ. Ρίζου Θ.-Δ., «Η απόρριψη ενδίκου βοηθήματος ή μέσου λόγω μη καταβολής παραβόλου. Δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος δικαστικής προστασίας;» στο Το Δημόσιο Δίκαιο σε εξέλιξη, Σύμμεικτα προς τιμήν του Καθηγητού Πέτρου Ι. Παραρά, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2012, σ. 886, Μουστάκα Μ., «Το δικαίωμα πρόσβασης στη διοικητική δικαιοσύνη: Οι αμφιταλαντεύσεις της πιο πρόσφατης νομολογίας του Σ.τ.Ε., καθώς και η σοβαρή συρρίκνωση ενός θεμελιώδους δικαιώματος, υπό την οπτική των δαπανημάτων της διοικητικής δίκης», ΕφημΔΔ 2013, σ. 34 επ. (υπ. 17). Έτσι και ο Χρυσόγονος, που επισημαίνει ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας περιλαμβάνει και την αξίωση για την έκδοση απόφασης με την οποία το δικαστήριο επιλύει την συγκεκριμένη διαφορά, προβαίνει δηλαδή σε ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού, οι οποίες δεν πρέπει να αντιστρατεύονται το δικαίωμα για οριστική δικαιοδοτική επίλυση. Βλ. Χρυσόγονο Κ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 5η αναθ. έκδ., Σάκκουλας, 2023, σ. 439. Βλ., ενδεικτικά, και ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2010, Τρίτσης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 3127/2008, σκ. 24, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2006, Γιαννούσης κλπ. κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 2898/2003, σκ. 26.

[29] Χαρακτηριστικό, και ταυτόχρονα επιβεβαιωτικό της παραπάνω επιχειρηματολογίας, παράδειγμα, συνιστά η επίκληση της αρχής της οικονομίας στην ΣτΕ 1636/2009, η οποία αφενός λαμβάνει χώρα ενισχυτικά, αφετέρου αναφέρεται περισσότερο στη δικονομική επιλογή της ενασχόλησης και με τη δεύτερη πράξη, δηλαδή ανάγεται στον τρόπο οργάνωσης του ασκούμενου δικαστικού ελέγχου.

[30] Με εξαίρεση, δηλαδή, τις περιπτώσεις της αλυσιτέλειας και των εξουσιών των άρθρων 50, παράγραφος 3, α΄, β΄ και γ΄, του π. δ/τος 18/89, που καταρχάς δεν ωφελούν ευθέως τον προσφεύγοντα υπό την έννοια της αποδοχής του ενδίκου βοηθήματος. Βλ., αναλυτικότερα, Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 236-237.

[31] Πρβλ., συγκριτικά, Bonelli Μ., “Effective Judicial Protection in EU law: An evolving principle of a constitutional nature”, REALaw, 2/2019, σ. 36 – 37.

[32] Πχ. ύπαρξη αμερόληπτου δικαστηρίου και διαθέσιμου ενδίκου βοηθήματος, που τερματίζει τη διαφορά έστω για τυπικό λόγο.

[33] Η διάκριση καθίσταται περισσότερο εναργής στο πεδίο της ενωσιακής έννομης τάξης, όπου συστηματικά διακρίνoνται από την επιστήμη-και φαίνεται να αναγνωρίζονται από τον ενωσιακό δικαστή- οι διαφορετικές μεταξύ τους αρχές της αποτελεσματικότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας: Η πρώτη πηγάζει από το ουσιαστικό δίκαιο και αναφέρεται στη διασφάλιση της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ κατά τρόπο που να εγγυάται την υπεροχή του, προσδιορίζοντας το όριο της αυτονομίας των κρατών μελών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην ύπαρξη ενός δικαιοδοτικού μηχανισμού ο οποίος να παρέχει τα μέσα πραγματικής επίκλησης και άσκησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο. Πρβλ. Halberstam D., “Understanding National Remedies and the Principle of National Procedural Autonomy: A Constitutional Approach”, Cambridge Yearbook of European Legal Studies, 23/2021, σ.  129, Pastor-Merchante F., “The overlap between the principles of effectiveness and effective judicial protection in Union law” στο Izquierdo-Sans C./Martinez Capdevila C./Nogueira-Guastarino M. (επιμ.), Fundamental Rights Challenges Horizontal effectiveness, Rule of Law and margin of national appreciation, Springer, Cham 2021, σ. 213επ. (ιδίως 216-218)· ΔΕΕ, απόφαση της 16ης Ιουλίου2009, Mono Car Styling SA, C-12/08, Συλλογή Ι-6686, υπό εκκαθάριση κατά Dervis Odemis κ.λπ., σκ. 49. Πρβλ., για μία εκτενή ανάλυση της σχέσης των δυο αρχών και περαιτέρω βιβλιογραφικές και νομολογιακές ενδείξεις, Παπαδοπούλου Χ., «Οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ως όρια στη δικονομική αυτονομία των κρατών-μελών, σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ΕφημΔΔ 2023 σ. 150επ. (ιδίως 159).

[34] Βλ. εκτενέστερα για τις εν λόγω διακρίσεις, Μωραΐτη Μ., Η αρχή οικονομίας της δίκης, ό.π. σ. 184 επ.

[35] Η οποία μπορεί να οριστεί ως σύνολο πραγματικών και νομικών σχέσεων που συγκροτούν μία ιδιαίτερη ενότητα ενόψει του στενού συνδέσμου τους σε πραγματικό επίπεδο.

[36] Σε διαφορετική περίπτωση, αν, τυχόν, ο δικαστής καλείται να διαχειριστεί ήδη ανοιχθείσες δίκες με κάποιο σύνδεσμο μεταξύ τους ενεργοποιούνται αυτοτελείς μηχανισμοί, όπως αυτός της συνεκδίκασης ή της αναστολής της δίκης.

[37] Βλ. Λαζαράτο, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, ό.π., σ. 439-440.

[38] Βλ. ΣτΕ 2723/2016 7μ. με παρατηρήσεις Μέντη Γ., ΔιΔικ, 2/2017, σ. 269. Για την παρουσίαση των δύο τάσεων, στενότερης και ευρύτερης ερμηνείας της έννοιας της «νόμιμης βάσης», βλ., προεχόντως, Τσιγαρίδα, Η αρχή iura novit curia, ό.π., σ. 370.

[39] Λαζαράτος, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, ό.π., σ. 441, προκειμένου να περιορίζεται η εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου προς επέμβαση στην ουσία της προσβαλλόμενης πράξης μέσω της  τροποποίησής της, σε ρόλο «οιονεί Διοίκησης δευτέρου βαθμού»· Βλάχου-Βλαχοπούλου Μ.-Χ., «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, κατά το άρθρο 79 παράγραφος 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ): Πρότυπο προς μίμηση ή παράδειγμα προς αποφυγή;», ΘΠΔΔ 3/2022, σ. 259 επ. (262).

[40] Άρθρα 93, παράγραφος 4, 87, παράγραφος 2, και 28 Συντάγματος· βλ. και Λαζαράτο, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, ό.π., σ. 440, περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται και η χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος.

[41] Κεϊμαλής Χ., «Σε διακινδύνευση το κράτος δικαίου. Παρέμβαση με αφορμή τις τελευταίες δικονομικές τροποποιήσεις», ΔιΔικ 4/2013, σ. 865 επ. (870-871), Μουκίου, «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας», ό.π., σ. 182.

[42]  ΣτΕ 2221/2018, 2976/2020. Βλ. Τσιγαρίδα, Η αρχή iura novit curia, ό.π., σ. 377-379, με εκτενείς νομολογιακές παραπομπές, με βάση τις οποίες, ωστόσο, ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας κατά την, μάλλον, κρατούσα νομολογιακή θέση συνεχίζει να διεξάγεται αυτεπαγγέλτως και σε αυτή την κατηγορία διαφορών· βλ. ΣτΕ 682/2017, 163/2018, 1059/2020, 963, 964/2022, 684/2022, 429/2022.

[43] Παυλόπουλος Π., Το Δημόσιο Δίκαιο στον αστερισμό της οικονομικής κρίσης. Ο οικονομικός «Λαβύρινθος», ο νεοφιλελεύθερος «Μινώταυρος» και ο θεσμικός «Θησέας», Λιβάνης, 2013, σ. 217.

[44] Μουκίου, «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας.», ό.π., σ. 185.

[45] Για τη σύνδεση των παραμέτρων της ικανοποίησης του δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας και της επικαλούμενης στην αιτιολογική έκθεση αποθάρρυνσης της παρελκυστικής επίκλησης διαδικαστικών πλημμελειών χάριν της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας της διοικητικής δικαιοσύνης, βλ., αντί άλλων, Γώγο, «Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων», ό.π. σ. 931, 935.

[46] Παρόλο που στην επιστήμη δεν επικρατεί ενιαία στάση σε σχέση με τη θεσπισθείσα ρύθμιση, δοθέντος ότι από τη μία γίνεται λόγος για ανεπίτρεπτη υποκατάσταση των διοικητικών οργάνων κατά παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς οφείλει να διαφυλάσσεται ο νομικός χαρακτήρας του ελέγχου των διοικητικών πράξεων και από την άλλη υπογραμμίζεται η ανάγκη προσέγγισης της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, όχι υπό την οργανική, αλλά υπό λειτουργική έννοια, που προσλαμβάνει το περιεχόμενο της εξισορρόπησης μέσα από τη συνεργασία των φορέων των τριών εξουσιών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία του ιδιώτη. Βλ., σχετικά, Δετσαρίδη, «Ζητήματα συνταγματικότητας των διατάξεων του Ν 3900/2010» ό.π., σ. 413 επ., (418), Κατρά, «Οι διοικητικές διαφορές ουσίας μετά το Ν 3900/2010», ό.π., σ. 1371, Γέροντα Α., «Η πρόσφατη μεταρρύθμιση της διοικητικής δικαιοσύνης (Ν 3900/2010)», ΕφημΔΔ 2011, σ. 370 επ. (377), Βλάχου-Βλαχοπούλου, «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών», ό.π., σ. 273-274.

[47] Η οποία ξεπερνά την υποχρέωση προβολής του λόγου μετ’ εννόμου συμφέροντος, διότι σε αντίθεση με την παραδοσιακή δογματική του ελληνικού διοικητικού δικαίου, όσον αφορά στην επίδραση διαδικαστικών σφαλμάτων στο κύρος της διοικητικής πράξης, η ακύρωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αυτόματη συνέπεια της διαδικαστικής παρανομίας, αλλά επαπειλείται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον εκπληρώνεται η ειδική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος. Βλ., αναλυτικότερα, Δετσαρίδη, «Ζητήματα συνταγματικότητας των διατάξεων του Ν 3900/2010», ό.π., σ. 416. Για την ακριβή οριοθέτηση της έννοιας της βλάβης και του κατά πόσο απαιτείται να είναι διαδικαστική ή ουσιαστική και πραγματική ή δυνητική, όπως και σε σχέση με την παρατηρούμενη σύγχυση των δικαστηρίων ως προς την ερμηνεία της έννοιας που οδηγεί σε μία περίπλοκη περιπτωσιολογία, βλ., καταρχάς Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 173-178, 930 επ. και ιδίως 934-935· περαιτέρω Βλάχου-Βλαχοπούλου, «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών», ό.π., σ. 268-270. Περαιτέρω, πρβλ., και αναλύσεις των Πρεβεδούρου Ε., «Εμμονή στην ακύρωση πράξεων λόγω τυπικών σφαλμάτων της διοικητικής διαδικασίας (ΣτΕ Ολ 3632/2015, πρβλ. ΣτΕ 4966/2014)», ΘΠΔΔ 10/2015, σ. 920 επ., Καψάλη Β., «Η δικονομική αλυσιτέλεια ως έκφραση μεθοδολογικής αμηχανίας. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ 4447/2012», ΘΠΔΔ 8-9/2013, σ. 817 επ. (821 επ.).

[48] Βλ. Φινοκαλιώτη Κ., Φορολογικό Δίκαιο, 6η έκδ., Σάκκουλας, 2020, σ. 796 επ. και Φινοκαλιώτη Κ., «Η άσκηση φορολογικής πολιτικής σε περίοδο οικονομικής κρίσης και το κράτος δικαίου», ΔιΔικ 6/2014, σ. 1447 επ. Βλ., θεμελιωδώς, για το ζήτημα, τις εκτενείς αναλύσεις του Γώγου, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 168 επ.· επίσης, Γώγο, «Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων», ό.π., σ. 930-935.

[49] Βλ. Στασινόπουλο Μ., Το δικαίωμα της υπερασπίσεως ενώπιον των διοικητικών αρχών, Αφοί Ρώδη, 1974, σ. 50 επ., Θεοχαροπούλου Ε., «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης στη φορολογική διαδικασία», ΧρΙΔ 2006, σ. 277, Χιώλο Κ., «Η φορολογική αρχή υποχρεούται να καλεί προ της εκδόσεως πράξεως προστίμου τον παραβάτη να εκθέσει τις απόψεις του», ΑρχΝ 2008, σ. 125 επ., Σημαντήρα Ν., «Διοικητικές Κυρώσεις. Δικαιοκρατικές εγγυήσεις και όρια επιβολής», Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σ. 203 επ.

[50] ΣτΕ 3260/2017.

[51] ΔΕφΑθ 314/2018.

[52] ΔΕφΑθ 2470/2017.

[53] ΔΕφΑθ 2438/2017.

[54] Βλ. αναλυτικότερα για τα παραπάνω σε Σοϊλεντάκη Π., «Η επίκληση και απόδειξη βλάβης στις φορολογικές διαφορές κατά το άρθρο 79 παρ. 5 περ. Β΄ ΚΔΔ, η περίπτωση της αναρμοδιότητας», ΘΠΔΔ1 1/2022, σ. 1179 επ. (1180-81).

[55] Λόγω και της σύνδεσης της εν λόγω πλημμέλειας με τη δημόσια τάξη καθώς αφορά τους κανόνες οργάνωσης της διοίκησης, έτσι ΣτΕ 957/2021, 2510-1/2019, 276/2022, 290/2022, βλ. και Ράικο Δ., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Σάκκουλας, 2024, σ. 453.

[56] Βλ. την κριτική που έχει ασκηθεί στην επίμαχη διάταξη τόσο από τον Κουβαρά Η., «Αποσόβηση των δογματικών ακυρώσεων και αρχή της οικονομίας της διοικητικής δράσης», ΔιΔικ 3/2016, σ. 321 επ. (327-328), όσο και από τον Γέροντα, «Η πρόσφατη μεταρρύθμιση», ό.π., σ. 377, ο οποίος  αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη διάταξη ως αντικείμενη στις αρχές της νομιμότητας, της διάκρισης των εξουσιών και στο δικαίωμα της παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας.

[57] Αναφορικά με το αλυσιτελές του ελέγχου των κανόνων της αρμοδιότητας και του ουσιώδους τύπου της διαδικασίας επί πράξεων δέσμιας αρμοδιότητας της Διοίκησης (ΣτΕ 932/2008, 8882/2010) και του περιορισμού του δικαιώματος σε προηγούμενη ακρόαση (ΣτΕ Ολ 530/2003), βλ. ενδεικτικά Παραρά Π., «Και μία περιττή απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο μη έλεγχος της εξωτερικής νομιμότητας των διοικητικών πράξεων από την ΣτΕ Ολ 530/2003», ΔτΑ 20/2003, σ. 1240, Παπαγεωργίου Γ., «Η αντισυνταγματική άρνηση του ελέγχου της εξωτερικής νομιμότητας των διοικητικών πράξεων», ΔτΑ 20/2003, σ. 1206 επ., Μουκίου Χ., «Η αλυσιτέλεια του ελέγχου της εξωτερικής νομιμότητας. Αποτελεσματικότητα ή ελλειμματικότητα της δικαστικής προστασίας»;, ΔτΑ 20/2003, σ. 1219-1254· πρβλ. Γώγο Κ., «Οι αλυσιτελείς τυπικοί λόγοι ακυρώσεως επί πράξεων δέσμιας αρμοδιότητας. Ο ακυρωτικός δικαστής μεταξύ ουσιαστικής και τυπικής νομιμότητας της διοικητικής πράξης» στο Χαριστήριο εις Λ. Θεοχαρόπουλο και Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου, Α.Π.Θ. 2009, τόμος 1, σ. 73 επ. και Γώγο, Διαδικαστικά Σφάλματα, ό.π., σ. 170-173 και Σκιαδά Α,, «Ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της τυπικής νομιμότητας των διοικητικών πράξεων», ΘΠΔΔ 2015, σ. 622 επ. (632).

[58] ΣτΕ 1368/2014, ΔΕφΑθ 1469/2014.

[59] Συμεωνίδης, «Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη διοικητική δικαιοσύνη», ό.π., σ. 387.

[60] Γώγος, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 182.

[61] Βλ. Παπαπαναγιώτου-Λέζα, «50 χρόνια από την ίδρυση των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων», ό.π., σ. 107 επ., Ταμιωλάκη Ν., «Ο νόμος 3900/2010: Η διοικητική δικαιοσύνη in vitro», ΕφημΔΔ 2011, σ. 401 επ.

[62] Βλάχου-Βλαχοπούλου, «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών», ό.π., σ. 271.

[63] Βλ., ιδίως, Γώγο, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 179 επ.

[64] Ακόμα και αν ο δικονομικός αυτός περιορισμός χαρακτηρίζεται σκληρά στη θεωρία ως «ένα «σόφισμα» που αποβλέπει στην «κυνική» περιστολή «άχρηστων» μορφών διοικητικού κόστους, παρά για μια απόπειρα σταθμίσεως του νομοθέτη και της νομολογίας των συγκρουόμενων αρχών της διοικητικής αποτελεσματικότητας και της οικονομίας της δίκης με το θεμελιώδες διαδικαστικό δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως»· Βρόντου Σ., «Το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως στη φορολογική διαδικασία κατά το ελληνικό και γερμανικό δίκαιο», διδ. διατριβή, ΕΚΠΑ 2020, σ. 439.

[65] Γώγος, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 170-173, Γώγος Κ., «Ο κατά χρόνον περιορισμός των ακυρωτικών αποτελεσμάτων της δικαστικής απόφασης στην πρόσφατη νομολογία ΣτΕ», ΘΠΔΔ 8-9/2015, σ. 726 επ. (729), Γώγος Κ., «Η παράλειψη της διοίκησης να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων ως πεδίο εφαρμογής των «διευρυμένων εξουσιών» των διοικητικού δικαστή – σκέψεις για τη ΣτΕ (Ολομ.) 4003/2014», ΤοΣ 2014, σ. 677 επ. (688 επ).

[66] Γώγος, Διαδικαστικά σφάλματα, ό.π., σ. 170-173.

[67] Μολαταύτα, η συγκεκριμένη ανάγκη του Δημοσίου δεν αρκεί για να οδηγήσει σε έναν τόσο έντονο περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, τη στιγμή που στη συγκεκριμένη περίπτωση, τυχόν ακύρωση της πράξης δεν συνεπάγεται απώλεια δικαιωμάτων του Δημοσίου, δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στη φορολογική ή τελωνειακή αρχή, για να προβεί στην εκ νέου έκδοση της πράξης, τηρώντας τον παραλειφθέντα τύπο ή τη νόμιμη διαδικασία. Βλ., σχετικά, Βλάχου-Βλαχοπούλου, «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών», ό.π., σ. 267.

[68] Ειδικότερα, η παράγραφος 3 του άρθρου 277 του ΚΔΔ., όπως αυτή αρχικά αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 45, παράγραφος 1, του ν. 3900/2010 και 65, παράγραφος 4, του ν. 3994/2011, όριζε ότι: «3. Κατ’ εξαίρεση, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, το παράβολο για την προσφυγή, την έφεση και την αντέφεση ορίζεται σε ποσοστό ίσο προς το δύο τοις εκατό του αντικειμένου της διαφοράς και μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ. Αν το παράβολο υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό, το επιπλέον δε τυχόν οφειλόμενο και μέχρι του ορίου των δέκα χιλιάδων ευρώ, καταλογίζεται, εάν συντρέχει περίπτωση, με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου επί της προσφυγής ή της έφεσης. Ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται η διαφορά του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου. [.]».

[69] Παρ’ όλο που το ΕΔΔΑ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε θεσμούς που προωθούν την οικονομία της δίκης, σε βαθμό μάλιστα που σε ορισμένες περιπτώσεις δικαιολογούν περιορισμούς στο δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, έχει κριθεί σε αρκετές αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι η ένταση των περιορισμών δεν μπορεί να φτάνει έως και τη μη τήρηση θεμελιωδών αρχών, λ.χ. η εύλογη διάρκεια της δίκης. Βλ. χαρακτηριστικά ΕΔΔΑ, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, Rachevi κατά Βουλγαρίας, αριθ. προσφ. 47877/99, σκ. 77,

[70] Βλ., ενδεικτικά, ΣτΕ 1230/2020, ΣτΕ 978/2015.

[71] Με εναρκτήριο νομοθέτημα τον ν. 3900/2010.

[72] Όπως, λόγου χάριν, οι ειδικές-δρακόντειες προϋποθέσεις παραδεκτού, η ιδιάζουσα αντιμετώπιση της προσωρινής προστασίας κ.ά. Για τα παραπάνω, βλ., διεξοδικότερα, τις αναλύσεις του Κουβαρά Η., Το παραδεκτό στη Διοικητική Δίκη. Η πρόσβαση στο δικαστή υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σ. 82 επ.· επιπλέον, βλ. Μαρινάκη Π., «Οι ιδιαιτερότητες της διοικητικής δικονομίας στις φορολογικές υποθέσεις» στο Ένωση Ελλήνων Νομικών e-ΘΕΜΙΣ, Επίκαιρα Ζητήματα Φορολογικού Δικαίου, Σάκκουλας, 2016, σ. 277 επ.

[73] Που αποκαλείται και «υβριδική». Βλ. Βλάχου – Βλαχοπούλου, «Μια αποτίμηση της ειδικής δικονομικής μεταχείρισης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών», ό.π., σ. 275.

[74] Παυλίδου Ε., «Η «Λερναία Ύδρα» της φορολογικής διαφοράς, Παρατηρήσεις σε ΣτΕ Ολ 355/2023», ΘΠΔΔ 6/2023, σ. 662 επ. (665).

[75] Πλην του σφάλματος στον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο θα θεραπευθεί με την αυτεπάγγελτη παραπομπή στον πράγματι αρμόδιο σχηματισμό.

[76] Άρθρο 27 του ν. 4446/2016.

[77] Την οποία είχε προβλέψει το άρθρο 34 του ν. 3900/2010.

[78] Με το άρθρο 21 του ίδιου ν. 4446/2016.

[79] Σε συνέχεια της ΣτΕ 761/2014 7μ. Βλ. Παυλίδου, «Η «Λερναία Ύδρα» της φορολογικής διαφοράς», ό.π., σ. 665.

Η Μαριέτα Μωραΐτη είναι Διδάκτoρας της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο αντικείμενο της Διοικητικής Δικονομίας και κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος της ίδιας Σχολής. Το θέμα της διδακτορικής της διατριβής, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Κ. Γώγου, είναι «Η αρχή της οικονομίας στις διοικητικές διαφορές». Για τις μεταπτυχιακές της σπουδές έλαβε υποτροφία από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Κατά τη διδακτορική της έρευνα έλαβε υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ασχολείται με υποθέσεις δημοσίου δικαίου. Άρθρα, μελέτες και σχόλιά της έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.

Μετάβαση στο περιεχόμενο