Τίνος τέκνα είναι τα συντάγματα και οι πολιτικοί θεσμοί που έχουν εγκαθιδρυθεί από τις πρώτες μεγάλες επαναστάσεις της νεωτερικότητας μέχρι και τις μέρες μας; Μια από τις κυρίαρχες απόψεις σπεύδει να αποδώσει την πατρότητα στους πρωταγωνιστές των αντίστοιχων συντακτικών συνελεύσεων, στους λεγόμενους «ιδρυτές-πατέρες». Τελειώνει, όμως, εκεί η σχετική συζήτηση; Ή μήπως στην κυοφορία και τελικά στη γέννηση ενός πολιτεύματος διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο οι κυρίαρχες ιδέες σε κάθε ιστορική συγκυρία, ο συσχετισμός των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, καθώς και η επιρροή που ασκούν οι ισχυροί παίκτες της διεθνούς πολιτικής σκηνής; Αν έμενε κανείς προσκολλημένος στον τίτλο του τελευταίου βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου, «Οι αρχιτέκτονες του πολιτεύματος» (Μεταίχμιο, Αθήνα 2024), θα σχημάτιζε ενδεχομένως την εντύπωση ότι ο συγγραφέας ακολουθεί την πρώτη προσέγγιση. Στην πραγματικότητα, όμως, η ανάλυσή του αναφορικά με τον τρόπο διαμόρφωσης και λειτουργίας των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών στη χώρα μας, από το 1822 μέχρι και σήμερα, διακρίνεται για τον ολιστικό και διεπιστημονικό της χαρακτήρα. Και αυτό διότι ο συγγραφέας δεν βλέπει τους πρωταγωνιστές του – τον Μαυροκορδάτο, τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο και τον Καραμανλή – μόνο ως δημιουργούς της ιστορίας, αλλά και ως δημιουργήματά της. Πριν, δηλαδή, εξετάσει τις καθοριστικές συμβολές τους στις μεγάλες θεσμικές τομές των τελευταίων δύο αιώνων, αναλύει το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώθηκαν οι ιδέες τους για το Σύνταγμα και τη λειτουργία του. Ένα τέτοιο εγχείρημα, βέβαια, δεν μπορεί παρά να εγγράφεται στην πάγια μεθοδολογική θέση του Αλιβιζάτου, σύμφωνα με την οποία η συνταγματική ιστορία δεν περιορίζεται στην ιστορία των συνταγμάτων, αλλά οφείλει, επιπλέον, να αναλύει την κατάρτιση και εφαρμογή τους[1]. Προς τούτο, ο συγγραφέας αξιοποιεί έναν μεγάλο πλούτο ιστορικών πηγών (αρχεία, βιογραφίες, δημοσιεύματα στον Τύπο, πρακτικά κοινοβουλευτικών συζητήσεων), προκειμένου να αναδείξει ποιες ιδέες υιοθέτησαν οι τέσσερις αρχιτέκτονες του πολιτεύματος, με ποιον τρόπο τις συνάρθρωσαν με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκυρίας και πώς τις μετέτρεψαν τελικά σε κανόνες δικαίου και συνταγματικές πρακτικές.

Αν η λέξη-κλειδί του τίτλου του βιβλίου είναι οι «αρχιτέκτονες», στον υπότιτλο δεσπόζει το σημαίνον «Τάμεσης», το οποίο προαναγγέλλει ποιο νήμα συνέχει τις διάφορες πτυχές της θεσμικής παρακαταθήκης των τεσσάρων πρωταγωνιστών της συνταγματικής μας ιστορίας. Σε ό,τι αφορά το σημαινόμενο, αυτό δεν είναι άλλο από τον βρετανικό κοινοβουλευτισμό που έχει αποτελέσει το βασικό πολιτειακό πρότυπο για τη διαμόρφωση της ελληνικής συνταγματικής ταυτότητας. Όπως υποστηρίζει ο Αλιβιζάτος, αν εστιάσει κανείς στις κύριες πτυχές της εν λόγω ταυτότητας, θα διαπιστώσει ότι αυτές αντιστοιχούν στο συντακτικό έργο των τεσσάρων και, σε τελευταία ανάλυση, στις επιρροές τους – πολιτικές  και θεωρητικές – από τη λειτουργία του βρετανικού πολιτικού συστήματος. Ειδικότερα, στον Μαυροκορδάτο αποδίδεται η ύπαρξη Συντάγματος, στον Τρικούπη η καθιέρωση της δεδηλωμένης και η διαμόρφωση του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, στον Βενιζέλο ο αναβαθμισμένος ρόλος των δικαστηρίων, ενώ στον Καραμανλή η ενισχυμένη εκτελεστική εξουσία (σ. 448-452). Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η διαμόρφωση της συγκεκριμένης συνταγματικής ταυτότητας δεν υπήρξε αυτονόητη, δεδομένου ότι στην Ευρώπη μαινόταν, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μια σφοδρή διαμάχη αναφορικά με την πολιτική και θεσμική πρωτοκαθεδρία του κοινοβουλίου ή του στέμματος. Μέχρι και τη νίκη των δυνάμεων της Entente, άλλωστε, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμενε αβέβαιο αν θα κυριαρχούσε τελικά, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, το κοινοβουλευτικό μοντέλο της Βρετανίας ή το μοναρχικό της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (σ. 208 επ.).

Η παρούσα βιβλιοκρισία διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζονται τα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, που αντιστοιχούν στη ζωή και το έργο καθενός από τους αρχιτέκτονες, ενώ στο δεύτερο επιχειρείται μια κριτική πραγμάτευση των θέσεων του συγγραφέα αναφορικά με τη σύγχρονη λειτουργία των θεσμών.

Ι. Οι τέσσερις αρχιτέκτονες και η παρακαταθήκη τους

α) Τα θεμέλια του Μαυροκορδάτου

Μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, σε μια συγκυρία υποχώρησης των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και επικράτησης του ακραίου συντηρητισμού της Ιερής Συμμαχίας, οι φιλελεύθερες ιδέες βρίσκονταν υπό διωγμό στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Εξαίρεση αποτελούσε το βρετανικό πολίτευμα, ένας ελεγχόμενος από το μετριοπαθές στέμμα κοινοβουλευτισμός, η λειτουργία του οποίου επρόκειτο να εμπνεύσει τον πρώτο από τους αρχιτέκτονες, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο[2]. Όπως επισημαίνει ο Αλιβιζάτος, πριν από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πίζα, όπου συναναστράφηκε σημαντικούς Βρετανούς λογοτέχνες και μελέτησε φιλελεύθερους συγγραφείς, ο Φαναριώτης πολιτικός είχε ήδη διαμορφώσει την πολιτική του φιλοσοφία. Βασικά στοιχεία της, με σαφείς επιρροές από τις ιδέες του Διαφωτισμού και τη λειτουργία των θεσμών στην Αγγλία, αποτελούσαν η αντιπροσωπευτική αρχή, η αρχή της ουδέτερης εξουσίας του μονάρχη και η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (σ. 48 επ.). Με γνώμονα αυτές τις φιλελεύθερες αρχές, ο Μαυροκορδάτος ενεπλάκη ενεργά, ως επικεφαλής μιας ομάδας δυτικόστροφων διανοουμένων, στην κατάρτιση των Συνταγμάτων του Αγώνα, καθώς αντιλαμβανόταν ότι η συμβολική τους αξία θα ένωνε τους επαναστατημένους Έλληνες και θα εξασθενούσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις των τοπικισμών. Το συντακτικό του έργο, βέβαια, πέρα από την προσήλωσή του στις αξίες του Διαφωτισμού, χαρακτηριζόταν από ρεαλισμό, καθώς δεν παραγνώριζε τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης και ιδίως τη σημασία των κοινωνικών και γεωγραφικών διαιρέσεων. Κατά την ανάλυση του συγγραφέα, ο Φαναριώτης πολιτικός επεδίωκε να συμβιβάσει τις αξιώσεις, αφενός, των εκσυγχρονιστών που υποστήριζαν την οικοδόμηση ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και, αφετέρου, των προκρίτων, οι οποίοι διεκδικούσαν την τακτική διεξαγωγή εκλογών προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους διά της λαϊκής ψήφου. Μέσω του συγκερασμού αυτών των τάσεων, ο Μαυροκορδάτος κατόρθωσε να θέσει τα θεμέλια της φιλελεύθερης και δημοκρατικής παράδοσης του ελληνικού συνταγματισμού (σ. 67 επ.)[3].

Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα καταγράφηκε η δεύτερη σημαντικότερη συμβολή του Μαυροκορδάτου στην εξέλιξη του ελληνικού συνταγματισμού, καθώς η σθεναρή του στάση απέναντι στον Όθωνα έμελλε να κλονίσει την απόλυτη μοναρχία. Σύμφωνα με την ανάλυση του Αλιβιζάτου, και σε αυτή την περίπτωση οι επιρροές του βρετανικού κοινοβουλευτισμού ήταν εμφανείς. Ειδικότερα, η σταδιοδρομία του Μαυροκορδάτου στο Λονδίνο ως πρεσβευτή της Ελλάδας (1839-1841) και η εξοικείωσή του με τη λειτουργία της μετριοπαθούς μοναρχίας τον ώθησαν να αποδεχθεί μεν την πρόταση του βασιλιά για την ανάληψη της πρωθυπουργίας, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους. Η απόρριψη από τον Όθωνα του λεγόμενου «κυβερνητικού συστήματος», το οποίο θα οριοθετούσε την απόλυτη εξουσία του στέμματος, επέφερε τη ρήξη με τον Μαυροκορδάτο, τον Αύγουστο του 1841, διόγκωσε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και προετοίμασε το έδαφος για την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου (σ. 86-87).

Κατά τον Αλιβιζάτο, η οφειλή του ελληνικού συνταγματισμού στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο έχει δύο πτυχές. Από τη μία πλευρά, ο Φαναριώτης πολιτικός αντιλήφθηκε από την αρχή της Επανάστασης ότι «κράτος δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς έθνος, το οποίο, με τη σειρά του, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς Σύνταγμα» (σ. 445). Από την άλλη, πιστός στις φιλελεύθερες ιδέες του, έθεσε ως προτεραιότητα την οριοθέτηση της εξουσίας μέσω του δικαίου και, με τον τρόπο αυτό,  συνέβαλε στην εγγύηση της πολιτικής ελευθερίας.

β) Η ριζοσπαστική τομή του Τρικούπη

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, η λειτουργία των πολιτικών θεσμών στην Αγγλία άρχισε σταδιακά να ρέπει προς το μοντέλο του μονιστικού κοινοβουλευτισμού, βάσει του οποίου η κυβέρνηση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη μόνο της εθνικής αντιπροσωπείας και όχι του στέμματος. Σημαντικό σταθμό αυτής της πορείας αποτέλεσε η παραίτηση του πρωθυπουργού Αμπερντίν, τον Φεβρουάριο του 1855, μετά την απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου να συστήσει εξεταστική επιτροπή, η οποία θα διερευνούσε τους χειρισμούς της κυβέρνησής του στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Σύμφωνα με την ανάλυση του Αλιβιζάτου, οι εξελίξεις στην Αγγλία υπήρξαν καθοριστικές για τη διαμόρφωση των πολιτειακών αντιλήψεων του Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος είχε παρακολουθήσει από κοντά τα κρίσιμα γεγονότα λόγω της θητείας του πατέρα του, Σπυρίδωνα, στην ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο (σ. 130 επ. και 158-160). Πέρα από την κοινοβουλευτική αρχή, όμως, οι επιρροές του Τρικούπη από τις όχθες του Τάμεση περιλάμβαναν και μια δεύτερη σημαντική πτυχή του βρετανικού πολιτειακού μοντέλου. Αυτή δεν ήταν άλλη από τον πλειοψηφικό του χαρακτήρα, που οδήγησε στη διαμόρφωση μιας σταθερής παράδοσης δικομματικού συστήματος, με εναλλαγή των δύο πόλων του στην εξουσία, ιδίως μετά την ίδρυση του κόμματος των Φιλελευθέρων το 1859[4].

Η πρωτοτυπία του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου έγκειται, χωρίς αμφιβολία, στην ανάδειξη της καταγωγής των ιδεών του Τρικούπη για το πολίτευμα, οι οποίες έμελλε να επικαθορίσουν τους όρους της σύγκρουσής του με τον βασιλιά Γεώργιο Α΄. Απέναντι στις αυθαίρετες πρακτικές του στέμματος, που διέψευδε συστηματικά τις προσδοκίες για μια «συνταγματική» και «φιλελεύθερη» βασιλεία, ο Τρικούπης επέμενε να διατηρεί τη λειτουργία του βρετανικού κοινοβουλευτισμού ως τον κανονιστικό ορίζοντα της σκέψης και της δράσης του. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Μεσολογγίτης πολιτικός δεν δίστασε να καταγγείλει μέσω του Τύπου τόσο τον διαρκή διορισμό κυβερνήσεων μειοψηφίας από τον Γεώργιο Α΄ όσο και τη διεξαγωγή φαύλων εκλογών προκειμένου να παραμένουν στην εξουσία οι εκλεκτοί του τελευταίου (σ. 171-176). Απέναντι στο φάσμα του ξεσπάσματος μιας νέας αντιδυναστικής επανάστασης, ο βασιλιάς αναγκάσθηκε τελικά να υποχωρήσει και να αποδεχθεί τους κανόνες του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού. Η καθιέρωση της δεδηλωμένης, βέβαια, ως συνθήκης του πολιτεύματος, δεν ήταν, όπως εύστοχα επισημαίνει ο συγγραφέας, παρά μόνο μία από τις ψηφίδες της νέας συνταγματικής πραγματικότητας. Ειδικότερα, μια συνολική θεώρηση της συνεισφοράς του Τρικούπη στην εδραίωση του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα οφείλει να λαμβάνει υπόψη και την προσήλωσή του στη διενέργεια αδιάβλητων εκλογικών αναμετρήσεων (σ. 187 επ.). Υπό αυτούς τους όρους, άλλωστε, η αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων κατέστη πρωτίστως προγραμματική και, ως εκ τούτου, τα ουσιαστικά διακυβεύματα μετατέθηκαν «από τα αυλικά παρασκήνια στο πολιτικό προσκήνιο, υπό το φως της δημοσιότητας»[5].

Εφόσον ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου ως το βασικό χαρακτηριστικό της συνταγματικής μας ταυτότητας, ο Αλιβιζάτος υπαινίσσεται ότι κανείς άλλος από τους τέσσερις αρχιτέκτονες δεν άφησε ένα τόσο ισχυρό αποτύπωμα στη διαμόρφωσή της όσο ο Χαρίλαος Τρικούπης. Επιπλέον, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να εντάξει την εξέλιξη του ελληνικού κοινοβουλευτισμού στο ιστορικό πλαίσιο των τελών του 19ου αιώνα και να τονίσει τον πρωτοποριακό του χαρακτήρα. Σε μια συγκυρία, δηλαδή, που σε διεθνές επίπεδο, με εξαίρεση τη Γαλλία, το δημοκρατικό στοιχείο των πολιτευμάτων υπολειπόταν έναντι του φιλελεύθερου, στην Ελλάδα επιτυγχανόταν η ουσιαστική πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της σύζευξης της κοινοβουλευτικής αρχής με το καθολικό δικαίωμα ψήφου.

γ) Το εκσυγχρονιστικό αποτύπωμα του Βενιζέλου

Το 1929 υπήρξε μια χρονιά ορόσημο για την ευρωπαϊκή συνταγματική ιστορία, καθώς το ξέσπασμα της Μεγάλης Ύφεσης ανέκοψε το κύμα του εκδημοκρατισμού, βύθισε πολλά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα στη δίνη μιας πολυδιάστατης κρίσης και τελικά οδήγησε αρκετά εξ αυτών στην κατάρρευση. Παρ’ ότι στη χώρα μας ο Εθνικός Διχασμός είχε προκαλέσει ήδη από τη δεκαετία του 1910 ποικίλες εκτροπές από τη νομιμότητα, η συνολική εξέλιξη του ελληνικού συνταγματισμού, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, δεν απέκλινε ουσιωδώς από τις διεθνείς τάσεις. Ειδικότερα, και η δική μας δημοκρατική άνοιξη, που βρήκε το θεσμικό της αποτύπωμα στο Σύνταγμα του 1927, έμελλε να αποδειχθεί βραχύβια, αφού η κρίση της οικονομίας όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις, αναθέρμανε τον πολιτικό διχασμό και μοιραία επέφερε την παράδοση της εξουσίας στον δικτάτορα Μεταξά. Εντός αυτού του ταραχώδους ιστορικού πλαισίου, η πολιτική και θεσμική παρακαταθήκη του Ελευθέριου Βενιζέλου δεν υπήρξε μονοσήμαντη, αλλά, όπως υπογραμμίζει ο Αλιβιζάτος, διακρίνεται σε δύο περιόδους: τη φιλελεύθερη των σημαντικών επιτευγμάτων και τη συντηρητική που άφησε πίσω της σκιές (σ. 227).

Σε ό,τι αφορά την πρώτη περίοδο, ο Κρητικός πολιτικός υπήρξε ο εκφραστής μιας τάσης αστικού εκσυγχρονισμού και, μάλιστα, κατόρθωσε να αποτυπώσει τις βασικές θεσμικές πτυχές της στη συνταγματική αναθεώρηση του 1911. Κατά την ανάλυση του συγγραφέα, προτεραιότητα του Βενιζέλου αποτέλεσε η αναγνώριση του κράτους δικαίου ως δεσμευτικής συνταγματικής αρχής, η οποία θα οριοθετούσε την πολιτική εξουσία και θα εγγυάτο την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Προς τον σκοπό αυτό, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων πρωτοστάτησε στην ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας[6], το οποίο, μέσω του ένδικου βοηθήματος της αίτησης ακύρωσης κατά παράνομων διοικητικών πράξεων, θα είχε ως αποστολή να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του νόμου έναντι της «κραταιάς πλειοψηφίας» (σ. 275 επ.)[7]. Στην ίδια λογική της ενίσχυσης της δικαστικής εξουσίας, ως αντίρροπης δύναμης έναντι της νομοθετικής και της εκτελεστικής, εντάσσει ο Αλιβιζάτος και την ίδρυση δύο ακόμη θεσμών: αφενός, του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, το οποίο θα αποφάσιζε για την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστών χωρίς να επηρεάζεται από τα πολιτικά κόμματα, και, αφετέρου, του εκλογοδικείου, που θα αντικαθιστούσε τη Βουλή στην εκδίκαση των εκλογικών παραβάσεων (σ. 274-275).

Αν η φιλελεύθερη πτυχή της συνταγματικής σκέψης και της δράσης του Βενιζέλου εγγράφεται στο αγγλοσαξωνικό μοντέλο της θεσμοθέτησης αντιβάρων απέναντι στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η συντηρητική περίοδος του Κρητικού πολιτικού σίγουρα έλκει την καταγωγή της από μια διαφορετική νομική παράδοση. Όπως υπογραμμίζει ο συγγραφέας, δύο φορές κατά τη διάρκεια της κρίσης του ελληνικού κοινοβουλευτισμού ο Βενιζέλος υποστήριξε ότι έπρεπε να ενισχυθεί η εκτελεστική εξουσία με γνώμονα το γερμανικό δίκαιο[8]. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της απόπειρας αναθεώρησης του Συντάγματος, το 1932, εισηγήθηκε την εκχώρηση έκτακτων αρμοδιοτήτων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ στις σημειώσεις του στο «κίτρινο τετράδιο», το 1934, τάχθηκε υπέρ της άμεσης προεδρικής εκλογής από τον λαό. Αμφότερες οι προτάσεις εμπνέονταν από αντίστοιχες διατάξεις του Συντάγματος της Βαϊμάρης (άρθρα 41 και  48), το οποίο κατά κοινή ομολογία αποτελούσε, την περίοδο εκείνη, πολιτειακό πρότυπο για τον Βενιζέλο (σ. 295-296 και 309-310)[9]. Τα σχέδια αυτά μπορεί μεν να ματαιώθηκαν λόγω της ήττας των Φιλελευθέρων και της πτώσης του κοινοβουλευτισμού, ιδέες, όμως, όπως αυτή της απονομής νομοθετικών αρμοδιοτήτων στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, έμελλε να εμπνεύσουν τον ελληνικό μεταπολεμικό συνταγματισμό.

δ) Ο πολιτειακός ρεαλισμός του Καραμανλή

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την αναδιάταξη του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων και τη μεταβίβαση των σκήπτρων της παγκόσμιας υπερδύναμης από την Αγγλία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Στην ιστορική αυτή συγκυρία δέσποζε στον δυτικό κόσμο η προσωπικότητα του Φραγκλίνου Ρούζβελτ, ο οποίος είχε συμβάλει τα μέγιστα ως Πρόεδρος όχι μόνο στη συντριβή του φασισμού, αλλά και στην υπέρβαση της οικονομικής κρίσης με δημοκρατικά μέσα. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, το 1946, πραγματοποίησε πολύμηνο ταξίδι στις Η.Π.Α. ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος διαμόρφωσε εκείνη την εποχή τις πολιτειακές του θέσεις, με κύριο γνώμονα, όπως υπογραμμίζει ο Αλιβιζάτος, την ισχυρή, «ρουζβελτιανού» τύπου, εκτελεστική εξουσία. Μια τέτοια κατεύθυνση, μάλιστα, θέλησε αρχικά να προσδώσει ο Σερραίος πολιτικός στο αναθεωρητικό εγχείρημα της «βαθείας τομής», καθώς έκρινε ότι, σε μια περίοδο εκβιομηχάνισης και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, η λειτουργία των θεσμών έπρεπε να χαρακτηρίζεται από ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Σε δεύτερο χρόνο, όμως, η προσθήκη στην πρόταση της ΕΡΕ μιας σειράς διατάξεων με έντονο αντικομμουνιστικό χαρακτήρα όξυνε ραγδαία το πολιτικό κλίμα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος σε ναυάγιο με την παραίτηση της κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1963. Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την άποψη του συγγραφέα, η μεν εκσυγχρονιστική πτυχή της «βαθείας τομής» πιστώνεται στον Καραμανλή, ενώ για την απόρριψη του εγχειρήματος, που οφείλεται στην επικράτηση της αυταρχικής του τάσης, η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τον Κωνσταντίνο Τσάτσο (σ. 380-382)[10].

Στο μεταπολιτευτικό θεσμικό οικοδόμημα κυριάρχησαν τα στοιχεία της ασυνέχειας σε σχέση με την προδικτατορική περίοδο, από τη στιγμή που καταργήθηκαν τα έκτακτα μέτρα του παρασυντάγματος, νομιμοποιήθηκε το κομμουνιστικό κόμμα και επιλύθηκε το πολιτειακό μέσω δημοψηφίσματος. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, το Σύνταγμα του 1975 περιέχει και ορισμένα σημεία συνέχειας της «βαθείας τομής», εφόσον στις διατάξεις του αποτυπώνονται οι πάγιες αντιλήψεις του Καραμανλή για την ανάγκη ταχείας νομοθέτησης σε εξαιρετικές συνθήκες και «λελογισμένης» ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο του ρεαλισμού, κατά τη διατύπωση του Αλιβιζάτου, εγγράφεται η απονομή έκτακτων αρμοδιοτήτων, αφενός, στην κυβέρνηση για την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και, αφετέρου, στη Βουλή για τη νομοθέτηση με τις διαδικασίες του επείγοντος και του κατεπείγοντος. Το στοιχείο του πραγματισμού, όμως, δεν αναδεικνύεται από τον συγγραφέα ως η μοναδική πολιτική αρετή του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας. Κατά την εκτίμησή του, ο Καραμανλής αποτέλεσε το «αυθεντικότερο πολιτικό ταλέντο», δεδομένου ότι αντιλαμβανόταν με ακρίβεια τον εκάστοτε συσχετισμό των δυνάμεων και, συνεπώς, προχωρούσε, όποτε χρειαζόταν, στους αναγκαίους πολιτικούς και θεσμικούς συμβιβασμούς[11].

Σε βάθος χρόνου, η θεσμοθέτηση της «μοντέρνας» εκτελεστικής εξουσίας δικαίωσε, κατά τον Αλιβιζάτο, την πολιτειακή αρχιτεκτονική του Καραμανλή, εφόσον κατά την περίοδο των πολλαπλών κρίσεων το Σύνταγμα διευκόλυνε την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους, χωρίς να χρειασθεί να παραβιασθούν οι διατάξεις του (σ. 426-428). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οφείλει να παρατηρήσει κανείς ότι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί ο συγγραφέας την εφαρμογή του ισχύοντος Συντάγματος στη μακρά διάρκεια, και ιδίως τη σημερινή θεσμική πραγματικότητα, χαρακτηρίζεται μάλλον από αμφιθυμία. Για παράδειγμα, ενώ στην εισαγωγή του βιβλίου υποστηρίζει ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατάφερε να υπερβεί επιτυχώς τις διαδοχικές κρίσεις (σ. 16-17), στις τελευταίες σελίδες μοιράζεται με τον αναγνώστη έναν έντονο προβληματισμό και, μάλιστα, δεν διστάζει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, η λειτουργία του πολιτεύματος έχει πλέον διολισθήσει σε μια ακραία πλειοψηφική λογική, ενώ το βασικό θεσμικό αντίβαρο της εκτελεστικής εξουσίας, που είναι η Δικαιοσύνη, αδυνατεί συχνά να ανακόψει τη ροπή των ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων προς την αυθαιρεσία (σ. 423, 430, 456). Ο Αλιβιζάτος κλείνει το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, που αναφέρεται στον Καραμανλή, με τη διατύπωση ενός αγωνιώδους ερωτήματος: «Θα δείξουν άραγε οι κυβερνώντες του σήμερα και του αύριο την ίδια οξυδέρκεια με εκείνους του 1975, ώστε να προλάβουν εγκαίρως το επερχόμενο κακό;».

Δεδομένου ότι τόσο οι αιτίες του κακού όσο και τα μέσα της θεραπείας του αποτελούν ανοιχτά θέματα προς συζήτηση, στην επόμενη ενότητα θα επιχειρήσουμε έναν άτυπο διάλογο με τον συγγραφέα αναφορικά με το παρόν και το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

ΙΙ. 150 χρονιά μετά: προς αλλαγή παραδείγματος;

α) Το πλουραλιστικό στοιχείο του κοινοβουλευτισμού

Τα θεμέλια του ελληνικού κοινοβουλευτισμού τέθηκαν τον Αύγουστο του 1875, όταν ο Γεώργιος Α΄, υπό την ασφυκτική πίεση του Χαρίλαου Τρικούπη, δεσμεύθηκε ότι εφεξής θα προχωρούσε στον διορισμό κυβερνήσεων με αποκλειστικό κριτήριο τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής. Στη διάρκεια των 150 ετών που μεσολάβησαν από τότε, η συνταγματική μας ταυτότητα διαμορφώθηκε και το πολίτευμα λειτούργησε, τουλάχιστον κατά τις περιόδους της ομαλότητας, σύμφωνα με το πρότυπο του βρετανικού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού. Ειδικότερα, λόγω και της εφαρμογής, πλην λίγων εξαιρέσεων, εκλογικών συστημάτων πλειοψηφικού χαρακτήρα, τα οποία ευνοούσαν τον νικητή των εκλογών[12], «δύο κατά προτίμηση κόμματα διαδέχονταν το ένα το άλλο στην εξουσία» (σ. 450). Στον μακρό ιστορικό χρόνο, βέβαια, η βιωσιμότητα του δικομματικού συστήματος δεν είναι δυνατόν να διασφαλίζεται μόνο με τεχνικά μέσα, αλλά χρειάζεται απαραιτήτως και την πλήρωση μιας ουσιαστικής πολιτικής προϋπόθεσης. Αυτή δεν είναι άλλη από την ανάπτυξη του αγωνιστικού στοιχείου της δημοκρατίας, δηλαδή της ύπαρξης μιας κεντρικής διαιρετικής τομής, η οποία να αντιπαραθέτει, για παράδειγμα, το ισχυρό κεντρικό κράτος με τις αποκεντρωμένες εξουσίες, τον φιλελευθερισμό με τον συντηρητισμό ή, αργότερα, την Αριστερά με τη Δεξιά. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο δικομματισμός είναι καταστατικά συνυφασμένος με τη χάραξη και την εφαρμογή ουσιωδώς διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων, το αποτύπωμά του δεν μπορεί, κατά την έκφραση του συγγραφέα, παρά να είναι στην πράξη «διχαστικό» (σ. 452).

Με γνώμονα τη διαλεκτική αυτή σχέση δικαίου και πολιτικής, ο Αλιβιζάτος υπαινίσσεται ότι η νομιμοποίηση, και άρα η σταθερότητα, κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος στηρίζεται στη διατήρηση των πλουραλιστικών του χαρακτηριστικών. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας, αφενός, επισημαίνει ότι ο άξονας Αριστερά-Δεξιά παραμένει στις μέρες μας επίκαιρος και, αφετέρου, υπογραμμίζει ότι το φιλελεύθερο και το κοινωνικό στοιχείο του πολιτεύματος συγκροτούν μια αδιαίρετη ενότητα. Με τα δικά του λόγια, «η συνταγματική δημοκρατία […] είναι το πολίτευμα που μπορεί να αποτελέσει το στέρεο βάθρο […] για τη μείωση των ανισοτήτων και για την άσκηση μιας δικαιότερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής» (σ. 454-455). Κατά συνέπεια, εφόσον ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός συνδυάζει το τυπικό στοιχείο της εναλλαγής δύο κομμάτων στην εξουσία με το ουσιαστικό του πολιτικού πλουραλισμού, προκύπτει το ερώτημα αν η κρίση του στις μέρες μας οφείλεται σε κάποιου είδους υπονόμευση αυτών των ταυτοτικών χαρακτηριστικών.

Στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, της διαμόρφωσης υπερεθνικών θεσμών με αυξημένες αρμοδιότητες και της λειτουργίας ενός πολυεπίπεδου συνταγματισμού, καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει το συγκεκριμένο ζήτημα με τη χρήση αποκλειστικά εθνοκεντρικών μεθοδολογικών εργαλείων. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την ανάλυση της ελληνικής θεσμικής πραγματικότητας, οι πρόσφατοι μετασχηματισμοί της είναι αναγκαίο να εξετασθούν και υπό το πρίσμα της διάδρασης της εθνικής με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ιδίως όπως αυτές λειτούργησαν κατά τη διάρκεια των πολλαπλών κρίσεων.

β) Εθνικές και υπερεθνικές έννομες τάξεις: σχέσεις εναρμόνισης ή κατίσχυσης;

Ένα από τα βασικά επίδικα του σύγχρονου ευρωπαϊκού συνταγματισμού αφορά, όπως επισημαίνει ο Αλιβιζάτος, τον τρόπο εναρμόνισης του εθνικού με το ενωσιακό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας διερωτάται αν η εν λόγω συνάρθρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί στη βάση μιας παραδοσιακής αντίληψης για την κρατική κυριαρχία ή προϋποθέτει την εκχώρηση ορισμένων πτυχών της σε υπερεθνικούς οργανισμούς (σ. 455-456). Υπό το φως της σημερινής πραγματικότητας, το ερώτημα αυτό μοιάζει μάλλον ρητορικό. Χωρίς αμφιβολία, οι αναδιατάξεις μεταξύ των πολυεπίπεδων κέντρων εξουσίας, ιδίως όπως εξελίσσονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά το ξέσπασμα των διαδοχικών κρίσεων, έχουν επιφέρει μετασχηματισμούς του δικαίου και ανανοηματοδοτήσεις της έννοιας της κυριαρχίας[13]. Στην προμετωπίδα αυτών των αλλαγών βρίσκεται σαφώς το πεδίο της οικονομίας, επί του οποίου συρρικνώνονται δραματικά οι αρμοδιότητες των κρατών μελών προς όφελος μιας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης που καθίσταται ολοένα και πυκνότερη σε κανονιστικό επίπεδο.

Η διαδικασία αυτών των μετασχηματισμών τέθηκε σε κίνηση μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, με βασική αφορμή την αδυναμία του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί στις διεθνείς οικονομικές του υποχρεώσεις. Σε αυτή τη συγκυρία της γενικευμένης αποσταθεροποίησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση έκρινε σκόπιμο να θεσμοθετήσει μια νέα οικονομική διακυβέρνηση, η οποία εγκατέλειπε τη λογική της δημοσιονομικής αυτοπειθαρχίας των κρατών μελών και εγκαθίδρυε μηχανισμούς ενισχυμένης εποπτείας. Σύμφωνα με τη βασική φιλοσοφία αυτής της δομικής μεταρρύθμισης, τα κράτη μέλη, και ιδίως όσα είχαν υψηλό χρέος και έλλειμμα, όφειλαν να προχωρήσουν στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, ούτως ώστε, αφενός, να καταρτίζουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και, αφετέρου, να διατηρούν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους. Τι σήμαινε στην πραγματικότητα ο συνδυασμός αυτών των δύο στόχων; Από τη μία πλευρά τη στενή παρακολούθηση των δημοσίων δαπανών, ιδιαίτερα εκείνων που κατευθύνονταν στο κράτος πρόνοιας, και από την άλλη τη διατήρηση ενός ευνοϊκού για τις μεγάλες επιχειρήσεις θεσμικού πλαισίου, κυρίως στο πεδίο της φορολογίας, προκειμένου να μην πλήττεται η κερδοφορία τους. Με άλλα λόγια, οι βασικές ρυθμίσεις, τόσο του Δημοσιονομικού Συμφώνου όσο και μιας δέσμης Κανονισμών και Οδηγιών που θεσμοθετήθηκαν κατά την περίοδο 2011-2013[14], αποσκοπούσαν στην εδραίωση ενός οικονομικού μοντέλου, το οποίο συνδύαζε την ορντοφιλελεύθερη δημοσιονομική πειθαρχία με τη νεοφιλελεύθερη «αγορακεντρική» λειτουργία της οικονομίας.

Παρ’ ότι το συγκεκριμένο δόγμα διαχείρισης της κρίσης παρέμεινε, επί σχεδόν μια δεκαετία, ακλόνητο, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας γνώρισε τα όριά του και μοιραία τέθηκε σε αναστολή. Ειδικότερα, η επιτακτική ανάγκη στήριξης των εθνικών συστημάτων υγείας, των επιχειρήσεων και των εργαζομένων υπαγόρευσε την εφαρμογή ενός πλέγματος παραμερισμένων για πολλά χρόνια δημόσιων πολιτικών, όπως η δημοσιονομική επέκταση και η τόνωση της ζήτησης. Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται η επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενεργοποιήσει, κατά την περίοδο 2020-2024, τη γενική ρήτρα διαφυγής από τους κανόνες του Δημοσιονομικού Συμφώνου, προκειμένου να επιτρέψει στα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την κρίση μέσω της κατάρτισης ελλειμματικών προϋπολογισμών. Η απόφαση προσφυγής σε μια τέτοια οικονομική συνταγή αύξησης των δημοσίων δαπανών σε περίοδο ύφεσης, που είναι σαφώς εμπνευσμένη από τη θεωρία του κεϋνσιανισμού, απέδειξε έμπρακτα ότι κάθε οικονομικό Σύνταγμα, εθνικό ή ευρωπαϊκό, θα πρέπει να παραμένει ανοικτό και ευρύχωρο για δύο λόγους: πρώτον, διότι καμία οικονομική θεωρία δεν μπορεί να ενδύεται, διά της συνταγματοποίησής της, έναν θεσμικό μανδύα απόλυτης αλήθειας και, δεύτερον, διότι η σχέση οικονομίας και πολιτικής πρέπει να μπορεί να υποβάλλεται στις αλλαγές εκείνες που επιτάσσει η εκάστοτε λαϊκή ετυμηγορία[15].

Ο κύκλος του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, τον οποίο ο συγγραφέας χαρακτηρίζει αναντικατάστατο (σ. 457), έμελλε να κλείσει μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης. Παρ’ ότι η πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία υπαγόρευσε, την άνοιξη του 2024, κάποιες μικρές βελτιώσεις του θεσμικού πλαισίου της οικονομικής διακυβέρνησης[16], η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν φαίνεται σήμερα διατεθειμένη να εγκαταλείψει το διττά ολισθηρό μονοπάτι που έχει χαράξει από τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Από τη μία πλευρά, δηλαδή, συνεχίζει να εγκλωβίζει την οικονομική πολιτική μέσα στις συμπληγάδες ποσοτικοποιημένων οικονομικών στόχων και αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων, ενώ από την άλλη παραμένει προσηλωμένη στη λογική της λιτότητας ως προς τις κοινωνικές δαπάνες. Ενόψει, μάλιστα, των επικείμενων γεωπολιτικών εξελίξεων και της σταδιακής μετάβασης στην οικονομία του πολέμου, το κράτος πρόνοιας αναμένεται, στο εγγύς μέλλον, να υποστεί μια περαιτέρω δραματική συρρίκνωση των πόρων του. Υπό αυτή τη συνθήκη της θεσμοθέτησης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μιας άκρως επιθετικής εκδοχής του οικονομικού φιλελευθερισμού, δεν μπορεί κανείς παρά να θέσει το ακόλουθο ερώτημα: είναι εν τέλει εφικτή στις μέρες μας η άσκηση μιας εθνικής πολιτικής μείωσης των ανισοτήτων, η οποία θα έπρεπε να προάγεται, κατά τον συγγραφέα, από ένα πολίτευμα συνταγματικής δημοκρατίας (σ. 454-455);

γ) Η επίσκεψη του Ρούζβελτ με άδεια χέρια

Στο πλαίσιο των συμπερασμάτων του βιβλίου, ο Αλιβιζάτος επιχειρεί όχι μόνο να αναδείξει τη συμβολή καθενός από τους τέσσερις αρχιτέκτονες στη διαμόρφωση της ελληνικής συνταγματικής ταυτότητας, αλλά και να συνδέσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της με τον θεσμικό τρόπο διαχείρισης των πρόσφατων κρίσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στο επίτευγμα του Καραμανλή να διασφαλίσει την «ταχεία και αποτελεσματική δράση του κράτους, στο πλαίσιο όχι απλώς μιας ενισχυμένης, αλλά μιας “νέας” εκτελεστικής εξουσίας “ρουζβελτιανής” εμπνεύσεως» (σ. 451-452). Ποιες είναι, όμως, οι βασικές πτυχές της πλούσιας παρακαταθήκης του Φραγκλίνου Ρούζβελτ, ο οποίος παρέμεινε από το 1933 έως το 1945 στο αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής; Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να εστιάσει, πέρα από το θεσμικό σκέλος της διακυβέρνησής του, και στο πολιτικό, αναφορικά με το οποίο υπογραμμίζει ότι ο Ρούζβελτ «έδειξε ότι υπήρχε και δημοκρατική διέξοδος στο οξύτατο οικονομικό πρόβλημα που προκάλεσε … το κραχ του 1929» (σ. 344). Σε μια περίοδο, δηλαδή, πλήρους αδυναμίας της Ευρώπης να υπερβεί την ύφεση βάσει του οικονομικού φιλελευθερισμού, το New Deal αποτέλεσε μια πρωτοποριακή πολιτική κρατικού παρεμβατισμού, η οποία επέφερε την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης με γνώμονα τις αρχές του κεϋνσιανισμού[17]. Ειδικότερα, ο Ρούζβελτ έθεσε σε εφαρμογή ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το οποίο, με έμβλημα τα τρία «R» (Relief, Recovery and Reform), πέτυχε την ενίσχυση της απασχόλησης και, επομένως, τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Στον αντίποδα, δηλαδή, της λογικής του λιγότερου κράτους και της λιτότητας, ο 32ος Πρόεδρος των Η.Π.Α. έμεινε στην ιστορία, διότι κατόρθωσε, μέσω της αύξησης της ζήτησης, να τονώσει την οικονομία και έτσι να αποτρέψει τη βύθισή της σε ένα καθοδικό σπιράλ ύφεσης.

Σε ποιο βαθμό, όμως, έχει επηρεάσει η διττή παρακαταθήκη του Ρούζβελτ τη σύγχρονη συνταγματική πραγματικότητα, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την τελευταία δεκαπενταετία; Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης, ιδίως, της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, και αναγκαστικά και η Ελλάδα, ακολούθησαν το διαδικαστικό σκέλος του ρουζβελτιανού μοτίβου, που αφορά την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ απέρριψαν το πολιτικό, δηλαδή την τόνωση της ζήτησης μέσω του κρατικού παρεμβατισμού. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, βέβαια, αυτής της επιλογής δεν εξαντλείται στη συγκυριακή διαχείριση της ύφεσης με νεοφιλελεύθερες συνταγές, αλλά συνίσταται, πρωτίστως, στη διαμόρφωση μιας νέας οικονομικής διακυβέρνησης, η οποία έχει προσδώσει στοιχεία μονιμότητας και απολυτότητας στη συγκεκριμένη πολιτική. Με άλλα λόγια, ο μείζων μετασχηματισμός που επήλθε με αφορμή τη χρηματοπιστωτική κρίση δεν αφορά, κυρίως, την προσωρινή άρνηση εφαρμογής ενός κεϋνσιανού, ή ρουζβελτιανού, προγράμματος, αλλά τη θεσμοθέτηση ενός πλέγματος κανόνων που ουσιαστικά θέτουν στο περιθώριο της νομιμότητας, εθνικής και ενωσιακής, τους Κέυνς και Ρούζβελτ[18]. Συγκεκριμένα, ο συνδυασμός των αρχών της ανταγωνιστικότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η οποία καθίσταται άκαμπτη μέσω της εισαγωγής στο ενωσιακό δίκαιο ποσοτικοποιημένων δεικτών, απονέμει εκ των πραγμάτων υπερνομοθετική ισχύ σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική αντίληψη περί οικονομίας. Αυτή επιτάσσει, αφενός, τη συρρίκνωση του κράτους, φορολογικού και προνοιακού, προκειμένου να μην πλήττεται η κερδοφορία των επιχειρήσεων, και, αφετέρου, την επιβολή ασφυκτικών ορίων στις κοινωνικές δαπάνες ούτως ώστε να ισοσκελίζεται η απώλεια των εσόδων και να διατηρείται η σταθερότητα. Κάποιες ρωγμές μπορεί να υπέστη το συγκεκριμένο δόγμα όταν η Ευρώπη καταλήφθηκε από ένα αίσθημα δέους απέναντι στην πανδημία, ο κρατικός παρεμβατισμός, όμως, και η αρχή της αλληλεγγύης δεν άργησαν να παραμερισθούν εκ νέου μετά το πέρας της υγειονομικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

*     *     *

Οι «αρχιτέκτονες του πολιτεύματος» χαρίζουν στον αναγνώστη μια συναρπαστική περιπλάνηση, δύο και πλέον αιώνων, ανάμεσα στις ιδέες, τους θεσμούς και τις πρακτικές που συντέλεσαν στη διαμόρφωση της ελληνικής συνταγματικής ταυτότητας. Με λόγο γλαφυρό, σαφή, διεπιστημονικό, συνάμα όμως και απλό, ο Αλιβιζάτος μας υπενθυμίζει ότι το θεσμικό αποτύπωμα κάθε εποχής δεν αποτελεί τη νομοτελειακή συνέπεια κάποιων αδιόρατων αντικειμενικών συνθηκών. Αντιθέτως, εφόσον ο τρόπος σύνταξης και λειτουργίας κάθε πολιτεύματος συμπυκνώνει την έκβαση κοινωνικών και ιδεολογικών ανταγωνισμών, η ανάλυση των θεμελιωδών αρχών του οφείλει να εστιάζει και στη δράση των πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής, οι οποίοι συμβάλλουν καθοριστικά στην επικράτηση ορισμένων τάσεων έναντι άλλων. Στο διάβα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, επομένως, η εξέλιξη του συνταγματισμού δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθεί από τη ζωή και το έργο των Μαυροκορδάτου, Τρικούπη, Βενιζέλου και Καραμανλή, οι οποίοι άντλησαν τις ιδέες τους, κυρίως, από τη βρετανική πολιτειακή παράδοση. Αν, όμως, η παρακαταθήκη των τεσσάρων αρχιτεκτόνων περιλαμβάνει το ίδιο το Σύνταγμα, τον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό, την εγγύηση του κράτους δικαίου από τους δικαστές και τη νέα εκτελεστική εξουσία, τι θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι κυοφορεί η σύγχρονη συγκυρία; Στον επίλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας, παρ’ ότι δεν χάνει την πίστη του στη δύναμη του συνταγματικού δικαίου, επιλέγει να αναφέρει τη λέξη «τέλος» και να τη συνοδεύσει με ένα ερωτηματικό. Πράγματι, με όσο αισιόδοξη ματιά και αν μελετήσει κανείς τις πρόσφατες περιπέτειες του ελληνικού και του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, δεν μπορεί παρά να συνομολογήσει ότι η αντοχή των θεσμών κατά τη διάρκεια των κρίσεων είχε ως τίμημα τη σοβαρή αλλοίωσή τους.

Για τον αναγνώστη που επιθυμεί να εντοπίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ρίζα του προβλήματος ή, με τα λόγια του συγγραφέα, την αιτία του «επερχόμενου κακού», η ιστορική ανάλυση του βιβλίου παρέχει χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία. Υπό το πρίσμα των τεσσάρων πυλώνων της συνταγματικής μας ταυτότητας, εύλογα θα διερωτηθεί κανείς ποιος από αυτούς έχει απολέσει στις μέρες μας μεγάλο μέρος της ισχύος του, με αποτέλεσμα να προκαλεί την αστάθεια ολόκληρου του θεσμικού οικοδομήματος. Σε μια συγκυρία συνεχούς υποχώρησης της αυτονομίας του πολιτικού και εδραίωσης της κυριαρχίας της οικονομίας σε διεθνές επίπεδο, τα σύγχρονα πολιτεύματα χαρακτηρίζονται από την απίσχναση του πλουραλιστικού τους στοιχείου, η οποία αποτυπώνεται θεσμικά στην προϊούσα υποβάθμιση του ρόλου των κοινοβουλίων. Με άλλα λόγια, ένα πλέγμα διεθνών οικονομικών καταναγκασμών, που υπαγορεύουν σε υπερεθνικούς θεσμούς και εθνικές κυβερνήσεις τη διαρκή μεγέθυνση της αγοράς, αποδυναμώνουν αισθητά τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων και εν τέλει καθιστούν αναπότρεπτη τη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση των δημόσιων πολιτικών[19]. Σε ένα τέτοιο ασφυκτικό πλαίσιο, ο πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός είναι μοιραίο να υφίσταται μια δομική αποσταθεροποίηση, εφόσον ο ένας πόλος του δικομματικού συστήματος, η Αριστερά, βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να εφαρμόσει πολιτικές αναδιανομής υπέρ των πιο αδύναμων. Υπό αυτές τις συνθήκες υποχώρησης του πλουραλισμού και επιβολής οικονομικών μονοδρόμων, καθίσταται σαφές ότι τα ελλείμματα των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών δεν αφορούν, πρωτίστως, ούτε την ταχύτητα της λήψης των αποφάσεων ούτε την αποτελεσματικότητά τους. Κατά συνέπεια, τα μέσα θεραπείας πρέπει να αναζητηθούν στην προώθηση ενός πλέγματος μεταρρυθμίσεων που θα διασφαλίζουν περισσότερο χώρο και χρόνο στη θεσμική διάσταση της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να παραφράσουμε τον συγγραφέα, που αναφέρεται στο τέλος μιας ιστορικής διαδικασίας και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πιο ανοιχτού πολιτεύματος, σήμερα προέχει τόσο η απαλλαγή μας από τα θεολογικά μοτίβα λατρείας των αριθμών όσο και η επινόηση νέων μορφών πολιτικής αντιπροσώπευσης, νέων τεχνικών πολιτικής ελευθερίας.

 

[1] Αλιβιζάτος Ν. Κ., «Η συνταγματική ιστορία. Μια δύσκολη αυτοεπιβεβαίωση ανάμεσα στον νομικό δογματισμό και την πολιτική ιστορία», Σύγχρονα Θέματα 35-37 (Δεκέμβριος 1988), σ. 179· Κεσσόπουλος Α., «Η συνταγματική ιστορία στο έργο του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου: μεθοδολογικά εργαλεία και ερμηνευτικά σχήματα» σε Κεσσόπουλος Α./Παπαντολέων Κ./Τσαπόγας Μ./Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Για τον Νίκο Αλιβιζάτο, 19+1 κείμενα, Ποταμός, Αθήνα 2021, σ. 28 επ.

[2] Οι λόγοι προσέγγισης της Βρετανίας από τον Μαυροκορδάτο δεν ήταν βέβαια μόνο ιδεολογικοί και θεσμικοί, αλλά οπωσδήποτε και διπλωματικοί. Την εποχή εκείνη η Βρετανία ήταν η μόνη από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η οποία κρατούσε αποστάσεις από την Ιερή Συμμαχία και αναγνώριζε τους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος, βλ. Hering G., Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα. 1821-1936, τ. Α΄, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006, σ. 157-158.

[3] Τα ελληνικά επαναστατικά Συντάγματα ήταν σαφώς επηρεασμένα από το βρετανικό πολίτευμα ως προς τον φιλελεύθερο χαρακτήρα τους, όχι όμως και ως προς τον δημοκρατικό, δεδομένου ότι η καθιέρωση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος αποτελούσε ελληνική καινοτομία την εποχή εκείνη, βλ. Hering, όπ. π., σ. 200.

[4] Βλ. και Τρίχα Λ., Χαρίλαος Τρικούπης. Ο πολιτικός του «τις πταίει;» και του δυστυχώς επτωχεύσαμεν», Πόλις, Αθήνα 2016, σ. 115-117.

[5] Αλιβιζάτος Ν., Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία. 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, σ. 133.

[6] Στο Σύνταγμα του 1911 (άρθρα 82-86) προβλέφθηκαν μεν οι αρμοδιότητες του ΣτΕ, η λειτουργία του όμως ξεκίνησε το 1929.

[7] Βλ. επίσης, Αλιβιζάτος Ν., «Η ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 1928: ένα ιστορικό παράδοξο;» σε Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, τ. Β2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σ. 249 επ.

[8] Βλ. και Κεσσόπουλος Α., «Η επιρροή του γερμανικού δικαίου της ανάγκης στη σκέψη του Βενιζέλου και το αποτύπωμά της στο Σύνταγμα του 1952» σε Κουκουράκης Γ./Σακελλαρόπουλος Τ. (επιμ.), Η πολιτική κληρονομιά του Ελευθέριου Βενιζέλου. Συνέχειες και ασυνέχειες, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»/Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2016, σ. 229 επ.

[9] Ο συγγραφέας συγκρίνει τις συνταγματικές προτάσεις του Βενιζέλου με το «ημιπροεδρικό» πολίτευμα που επρόκειτο να καθιερώσει το 1958 η Ε΄ Γαλλική Δημοκρατία (σ. 310-311). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, και το Σύνταγμα της Βαϊμάρης συνδύαζε το στοιχείο της κοινοβουλευτικά υπεύθυνης κυβέρνησης με αυτό της άμεσης εκλογής του ΠτΔ από τον λαό.

[10] Μια διαφορετική ανάλυση αρνείται τη διάκριση μεταξύ των δύο πτυχών της «βαθείας τομής» και, συνεπώς, τη χαρακτηρίζει «δομικά αυταρχική», καθώς «αποσκοπούσε στην προστασία και προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης απέναντι στον […] “εσωτερικό εχθρό” με φορέα υλοποίησης αυτής της κατεύθυνσης μια ισχυρή κυβέρνηση στο πλαίσιο ενός αναμορφωμένου πλέγματος εξουσίας». Βλ. σχετικά, Κουρουνδής Χ., Το Σύνταγμα και η Αριστερά από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, Νήσος, Αθήνα 2018, σ. 120 επ.

[11] Κατά τις εργασίες της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, τέτοια παραδείγματα αποτέλεσαν τόσο η απόσυρση της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για την απαγόρευση κομμάτων όσο και η υιοθέτηση κομβικών θέσεων της Αριστεράς, όπως η κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η θεσμοθέτηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία.

[12] Την κοινοβουλευτική δύναμη του πρώτου κόμματος δεν ενίσχυαν μόνο τα αμιγώς πλειοψηφικά συστήματα που καθιερώθηκαν τον 19ο αιώνα, αλλά και τα συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, τα οποία εφαρμόζονται στη χώρα μας, σχεδόν αδιαλείπτως, από το 1958 μέχρι σήμερα, βλ. Κουστένης Π., Ιστορία και αριθμητική των μεθόδων αντιπροσώπευσης: διερεύνηση του ελληνικού παραδείγματος, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, Αθήνα 2013, σ. 150 επ.

[13] Σχετικά με το δόγμα της διαμοιρασμένης κυριαρχίας και τον απεντοπισμό του Πολιτικού από τη σφαίρα επιρροής του έθνους-κράτους, βλ. Γιαννακόπουλος Κ, Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 41 επ.

[14] Το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που εισήγαγε τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα», δηλαδή την υποχρέωση των κρατών μελών να καταρτίζουν πλεονασματικούς ή ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, περιλαμβάνεται στη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, με όχημα τις διατάξεις του «εξάπτυχου» (six-pack) και του «δίπτυχου» (two-pack), η νέα ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, αφενός, αναθεώρησε σε αυστηρότερη κατεύθυνση το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και, αφετέρου, έθεσε υπό επιτήρηση τη διαδικασία κατάρτισης των εθνικών προϋπολογισμών.

[15] Βλ. αναλυτικότερα, Κεσσόπουλος Α., «Ο αντίκτυπος των κρίσεων στο οικονομικό Σύνταγμα» στο Σωτηρέλης Γ./Ανθόπουλος Χ./Καραβοκύρης Γ. (επιμ.), Πρακτικά συνεδρίου «100 χρόνια από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2026, σ. 173 επ. (υπό έκδοση).

[16] Η κυριότερη από τις αλλαγές αφορά τη θεσμοθέτηση μιας διαδικασίας ενεργοποίησης, σε περιπτώσεις σοβαρής οικονομικής ύφεσης, τόσο της γενικής όσο και εθνικών ρητρών διαφυγής, οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να υπερβαίνουν το προβλεπόμενο όριο των δαπανών τους (Κανονισμός 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2024, αρ. 25-26).

[17] Πιο αναλυτικά για τις συνέπειες της κρίσης και την προτεινόμενη από τον Κέυνς οικονομική πολιτική, βλ. Keynes J. M., Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 343-344, 394-396 (βλ. επίσης στο σημείωμα του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου τις σελίδες xi-xii).

[18] Βλ. παραπάνω, υποσημ. 15.

[19] Για την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας επί της πολιτικής και την υποχώρηση του πλουραλιστικού στοιχείου της δημοκρατίας, βλ. Slobodan Milacic, «LEtat, déclassé sous le neoliberalisme. De lEtat démocratiquelibéral à lEtat néolibéral démocratique, στο Καλυβιώτου Μ. (επιμ.), Σύμμεικτα προς τιμήν Κώστα Γ. Μαυριά, 1091 επ., ιδίως 1104-1106.

+ posts

Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, επιστημονικός συνεργάτης στο Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής και μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στο συνταγματικό δίκαιο, την πολιτική και συνταγματική ιστορία, τη θεωρία του δικαίου και την πολιτική θεωρία. Από τις εκδόσεις Ευρασία κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η Αυτοκτονία του Δήμου. Πολιτική κρίση και συνταγματικός λόγος στη Βαϊμάρη».

Μετάβαση στο περιεχόμενο