«ἐπειδὴ δὲ τοῖς ἐν τῷ λειμῶνι ἑκάστοις ἑπτὰ ἡμέραι γένοιντο, ἀναστάντας ἐντεῦθεν δεῖν τῇ ὀγδόῃ πορεύεσθαι, καὶ ἀφικνεῖσθαι τεταρταίους ὅθεν καθορᾶν ἄνωθεν διὰ παντὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ γῆς τεταμένον φῶς εὐθύ, οἷον κίονα, μάλιστα τῇ ἴριδι προσφερῆ, λαμπρότερον δὲ καὶ καθαρώτερον· εἰς ὃ ἀφικέσθαι προελθόντες ἡμερησίαν ὁδόν, καὶ ἰδεῖν αὐτόθι κατὰ [616c] μέσον τὸ φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὰ ἄκρα αὐτοῦ τῶν δεσμῶν τεταμένα -εἶναι γὰρ τοῦτο τὸ φῶς σύνδεσμον τοῦ οὐρανοῦ, οἷον τὰ ὑποζώματα τῶν τριήρων, οὕτω πᾶσαν συνέχον τὴνπεριφοράν- ἐκ δὲ τῶν ἄκρων τεταμένον Ἀνάγκης ἄτρακτον, δι’ οὗ πάσας ἐπιστρέφεσθαι τὰς περιφοράς·»
Πλάτων, Πολιτεία Ι΄, 615a-621d
Εισαγωγή
Η έννοια της «κρίσης» έχει απασχολήσει και έχει καταστεί αντικείμενο μελέτης διαχρονικά από θεωρητικούς του Δικαίου και πολιτικούς επιστήμονες, ακριβώς λόγω της αόριστης φύσης που τη διακρίνει. Οι συνέπειες μιας «κρίσης» παρουσιάζουν, στην πλειονότητά τους, επικινδυνότητα για την κοινωνική πραγματικότητα, υπό το πρίσμα της διατάραξης των κοινωνικών ισορροπιών. Σύμφωνα με μία στενή ερμηνεία, με τον όρο «κρίση» νοείται μία κατάσταση, η οποία εμπεριέχει κινδύνους για το Κράτος και το πολιτικό σύστημα[1]. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για μια μη προβλέψιμη κατάσταση, η οποία μπορεί να επηρεάσει τόσο την Πολιτεία, όσο και τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, δεδομένου ότι ο αιφνίδιος χαρακτήρας μιας κρίσης «αποκαλύπτει» την κρατική ετοιμότητα ή μη, καθώς και τις τυχόν ελλείψεις στο κοινωνικό κράτος. Με μία πρώτη ανάγνωση, η κρίση συνδέεται είτε με την ύπαρξη μιας απειλής για την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία ενός κράτους, είτε με την αμφισβήτηση του πολιτεύματος και του θεσμικού πλαισίου που ρυθμίζεται από το Σύνταγμα και που επιτρέπει την ομαλή λειτουργία των κρατικών οργάνων. Αναλυτικά, στην πρώτη περίπτωση περιλαμβάνονται π.χ. εξωτερικές απειλές που θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξη μιας χώρας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονται οι κίνδυνοι που οφείλονται σε εσωτερικές αναταραχές, όπως π.χ. η εκδήλωση ενός πραξικοπήματος κατά του πολιτεύματος. Εξετάζοντας τα διδάγματα του 21ου αιώνα, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η σμίλευση μιας τρίτης, ευρύτερης κατηγορίας κρίσεων, συνδεομένων με τους κινδύνους που προέρχονται από φυσικές καταστροφές (π.χ. σεισμοί, πλημμύρες), επιδημίες (όπως η πρόσφατη πανδημία της Covid-19), αλλά και φαινόμενα που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις δύο πρώτες κατηγορίες, όπως η τρομοκρατία και η οικονομική κρίση.
Με την έννοια της κρίσης συνδέεται στενά και εκείνη της «ανάγκης», η οποία δεν είναι νεοφυής. Παρουσιάζεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία ως μία ανθρωπόμορφη θεότητα, η οποία, κατά τον Πλάτωνα, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μεταθανάτια ζωή[2]. Άλλωστε, όπως αναφέρεται στην τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη «τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από την ανάγκη»[3]. Σύμφωνα με μία άποψη, η ανάγκη υποδηλώνει μία έλλειψη[4], η οποία πρέπει να εκλείψει, ενώ εμφανίζει ποικιλομορφία ανάλογα με τη φύση της[5]. Έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάγκη ως όρος για τη διατήρηση του υφιστάμενου πολιτειακού και πολιτικού status, με το σύνολο των κανόνων που συμπυκνώνουν και συναποτελούν το νόημα αυτής, να συνθέτουν καταληκτικά το Δίκαιο της Ανάγκης. Όπως είναι επόμενο, οι ανωτέρω κανόνες, τουλάχιστον με την κλασική τους μορφή, τίθενται κατ’ αρχήν σε ισχύ, όχι σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, αλλά, είτε σύμφωνα με μια εξαιρετική διαδικασία που προβλέπεται από υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες, είτε -σε ακραίες περιπτώσεις- πρωτογενώς.
Αυτό το πλέγμα κανόνων ερείδεται στο -προερχόμενο από το Ρωμαϊκό Δίκαιο- δόγμα “Salus patriae suprema lex esto” ή “Salus populi suprema lex esto”, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Ρωμαίο ρήτορα και πολιτικό Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα (Marcus Tullius Cicero, 106-43 π.Χ.)[6]. Στη γερμανική θεωρία η κατάσταση ανάγκης περιγράφεται συχνά με τον όρο «κατάσταση εξαίρεσης» (Ausnahmezustand), σε σχέση με την οποία, αρκεί να ανατρέξει κανείς στη θέση του Γερμανού Θεωρητικού Carl Schmitt, ότι, «η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει για τη νομική επιστήμη ανάλογη σημασία όπως το θαύμα για τη θεολογία»[7], που στηρίζεται σε ένα μεταφυσικό θεωρητικό θεμέλιο, το οποίο αντιτίθεται τόσο στην κλασική φιλελεύθερη νομική σκέψη, όσο και στις θετικιστικές θεωρίες που ήταν και οι κρατούσες στη Νομική Επιστήμη την εποχή κατά την οποία αυτή διατυπώθηκε. Η μεταφυσική βάση της θεωρητικής σκέψης του Schmitt φανερώνεται, άλλωστε, από τη θέση του ίδιου συγγραφέα, ότι όλες οι έννοιες της σύγχρονης Πολιτειολογίας αποτελούν εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες[8], οι οποίες προσαρμόζονται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Νεότερες θεωρητικές προσεγγίσεις εκτιμούν ότι σήμερα η κατάσταση εξαίρεσης προσλαμβάνει στην πραγματικότητα μονιμότερα χαρακτηριστικά στο όνομα της αντιμετώπισης κρίσεων (π.χ. τρομοκρατία, οικονομική κρίση, πανδημία), με συνέπεια να αντικαθιστά την «κανονικότητα» κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο[9]. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, η κατάσταση εξαίρεσης έχει μετατραπεί σε «φυσιολογικό» τρόπο διακυβέρνησης, ο οποίος κλυδωνίζει τις ισορροπίες που διασφαλίζουν τα κλασικά φιλελεύθερα και δημοκρατικά Συντάγματα.
Ωστόσο, ο ανώτερος σκοπός της κατάστασης εξαίρεσης συνδέεται με τον σεβασμό του κανόνα salus populi suprema lex esto, ο οποίος αποτελεί μία μορφή θεμελιώδους κανόνα (Grundnorm) και αποσκοπεί πρωτίστως στη διασφάλιση του κράτους, αλλά και του συνταγματικού θεσμικού πλαισίου, σε περίπτωση σοβαρής κρίσης[10].
Ι. Η αντιμετώπιση κρίσεων κατά την αρχαιότητα
Α. Το Δίκαιο της Ανάγκης στις Αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη
Στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας -ήδη από την εποχή του Ομήρου[11], αλλά και σε μεταγενέστερους συγγραφείς[12]– απαντάται ο όρος «αἰσυμνητεία», ένας ετυμολογικά αμφιλεγόμενος[13] όρος, που ενσαρκώνει μία μορφή του Δικαίου της Ανάγκης. Οι αισυμνήτες ήταν άρχοντες εξοπλισμένοι με ευρύτατες εξουσίες που αναδεικνύονταν κατά κανόνα με σκοπό την κατάρτιση νόμων. Μετά την ολοκλήρωση της αποστολής τους παρέδιδαν την εξουσία στα τακτικά όργανα της πόλης-κράτους[14]. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να παρουσιάζονται ομοιότητες προς την τυραννίδα, ωστόσο, η διαφορά τους έναντι των τυράννων έγκειται στο ότι οι τύραννοι καταλάμβαναν την εξουσία με τη βία, ενώ οι αισυμνήτες αναδεικνύονταν από τον λαό για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Επρόκειτο, επομένως, για ένας είδος αιρετής τυραννίδας[15]. Άλλωστε, ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» χαρακτηρίζει την τυραννίδα ως παρέκβαση[16] της μοναρχίας που δεν επιδιώκει το κοινό συμφέρον[17], αλλά το ατομικό συμφέρον του τυράννου[18]. Σύμφωνα με την παράδοση, αισυμνήτες υπήρξαν ο λυρικός ποιητής Πιττακός (650-570 π.Χ.) στη Μυτιλήνη[19], αλλά και ο γνωστός για το νομοθετικό του έργο Σόλων (639-559 π.Χ.) στην Αθήνα, ο οποίος ονομάστηκε «θεσμοθέτης» ή, πιο απλά, «ἄρχων»[20], ενώ αντίστοιχες ήταν οι περιπτώσεις του Ζάλευκου[21] (663 π.Χ.) στους Επιζεφύριους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας και του Χαρώνδα στην Κατάνη της Σικελίας[22].
Β. Το Δίκαιο της Ανάγκης στην Αρχαία Ρώμη
Η πρώτη μορφή θεσμικής θωράκισης της Πολιτείας για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων εντοπίζεται στο πολίτευμα της αρχαίας Ρώμης, τη Res Publica[23], που αποτέλεσε αντικείμενο θαυμασμού ήδη από την αρχαιότητα[24]. Ο βασικότερος θεσμός για την αντιμετώπιση των κρίσεων ήταν ο δικτάτωρ (dictator)[25], ένας άρχοντας που παρουσίαζε ομοιότητες, αλλά και διαφορές με τους αισυμνήτες των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Η βασική διαφορά από τους αισυμνήτες ήταν ότι ο θεσμός του δικτάτορα ήταν απολύτως ενταγμένος στο πολιτειακό πλαίσιο της Res Publica. Ειδικότερες διαφορές προς την αισυμνητεία συνίσταντο, επίσης στα εξής χαρακτηριστικά του θεσμού της δικτατορίας (dictatura): α) ο δικτάτορας εκλεγόταν για περιορισμένο χρονικό διάστημα (6 μηνών)[26], αλλά σε περίπτωση που ολοκλήρωνε την αποστολή του, μπορούσε να απαλλαγεί των καθηκόντων του νωρίτερα[27] και β) δεν κατείχε τη νομοθετική εξουσία[28]. Στην κλασική της μορφή η ρωμαϊκή δικτατορία ήταν ένας θεσμός με πραγματικά εξαιρετικό χαρακτήρα[29].
Ο δικτάτορας διοριζόταν μετά από πρόταση των υπάτων[30], κάθε φορά που η Σύγκλητος[31] θεωρούσε ότι η Πολιτεία τελούσε υπό την απειλή άμεσου κινδύνου και η κανονική ιεραρχία των αξιωματούχων δεν ήταν σε θέση να εγγυηθεί την ασφάλειά της. Έτσι, αρχικά, η Σύγκλητος εξέδιδε ένα διάταγμα[32] με το οποίο υποβαλλόταν πρόταση στους δύο υπάτους σχετικά με τον διορισμό του Δικτάτορα. Το διάταγμα αυτό δεν είχε ισχύ νόμου, αλλά συμβουλευτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη προϋπόθεση για τον οριστικό διορισμό ενός προσώπου ως Δικτάτορα ήταν η προηγούμενη έγκριση της Συγκλήτου[33], η δε τελική ανάδειξή του γινόταν μετά την ενεργοποίηση του νόμου “lex curiata de imperio”, που επικυρωνόταν από τη λαϊκή συνέλευση[34]. Εκτός από την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης και επείγουσας ανάγκης που απειλούσαν την Πολιτεία, υπήρχαν και άλλοι, λιγότερο σημαντικοί, λόγοι (causae) για την ενεργοποίηση του θεσμού, αν και οι περισσότεροι συνδέονταν με την αντιμετώπιση μιας εξωτερικής απειλής[35].
Ένα άλλο, διακριτό, μέσο για την αντιμετώπιση των έκτακτων περιστάσεων στο αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο ήταν και το λεγόμενο “Iustitium”[36], το οποίο, στην ελληνική γλώσσα θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «διακοπή» ή «αναστολή του Δικαίου»[37]. Η κήρυξη του Iustitium γινόταν μέσω του Διατάγματος “Senatus Consultum Ultimum”, το οποίο σταματούσε προσωρινά τη λειτουργία των θεσμικών οργάνων και εξουσιοδοτούσε τους άρχοντες, αλλά και κάθε Ρωμαίο πολίτη να λαμβάνουν οποιοδήποτε μέτρο έκριναν κατάλληλο και σκόπιμο για την εξασφάλιση της σωτηρίας της Πολιτείας[38], αποτελώντας την πρακτική εφαρμογή της αρχής “salus populi suprema lex esto”. Επομένως, το Iustitium, για όσο χρόνο παρέμενε σε ισχύ, καθιέρωνε ένα κενό[39] Δικαίου, το οποίο καλυπτόταν από την εξουσία και τη δράση των αρχόντων, όπως αυτές είχαν ανατεθεί σε εκείνους από το ίδιο το Iustitium.
Μετά από την επέκταση της ρωμαϊκής ισχύος και τη σταδιακή μεταβολή του ρωμαϊκού πολιτεύματος προς την κατεύθυνση της μοναρχίας, οι θεσμοί για την αντιμετώπιση των κρίσεων ατόνησαν. Η μόνη σχέση που χαρακτηρίζει τις δικτατορίες του Σύλλα (139-78 π.Χ.)[40], και του Ιουλίου Καίσαρα (100-44 π.Χ.)[41] με τον θεσμό της κλασικής Res Publica, είναι απλώς η ονομασία. Αιώνες αργότερα, ο Ιταλός θεωρητικός της Αναγέννησης Niccolò Machiavelli (1469-1527) χαρακτήρισε τις δικτατορίες του 1ου αιώνα π.Χ. του Σύλλα και του Καίσαρα, που έφεραν τον τίτλο του θεσμού μόνο κατ’ όνομα[42], ως προσωπικά τυραννικά καθεστώτα[43].
II. Από τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση στη Νεότερη εποχή
Α. Μεσαίωνας και Αναγέννηση
1. Μεσαίωνας
Κατά τον Μεσαίωνα[44], το Δίκαιο απέκτησε περισσότερο εθιμικά χαρακτηριστικά. Σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη περίοδο, το Δίκαιο δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά στα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο), καθώς στην επικράτειά της έλαβαν χώρα μεγάλες κωδικοποιήσεις, όπως η Ιουστινιάνεια (529 μ.Χ.)[45], η οποία προσέφερε ένα ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο, που αποτελούσε μια βάση για την κριτική εξέταση, αλλά και τη νομιμοποίηση των διαφόρων τοπικών εθίμων[46]. Από την άλλη πλευρά, το Δίκαιο των μεσαιωνικών κρατών στη Δυτική Ευρώπη αποτελούνταν από μία πανσπερμία κανόνων, η οποία απαρτιζόταν, αφενός, από το ήδη γνώριμο στις κοινωνίες της εποχής εκείνης Ρωμαϊκό Δίκαιο και, αφετέρου, από τα τοπικά έθιμα[47], που σταδιακά άρχισαν να αποκτούν τον χαρακτήρα κανόνων δικαίου[48]. Σε ένα πρώτο στάδιο, λοιπόν, οι διάφορες μορφές θεσμικής πρόβλεψης των καταστάσεων ανάγκης φάνηκαν να ατονούν. Ωστόσο, οι στοχαστές της εποχής μετάφεραν το δόγμα της ανάγκης από το Εκκλησιαστικό Δίκαιο στην Πολιτειολογία. Κεντρική σημασία για την κατανόησή του έχει η αρχή “necessitas non habet legem, sed ipsa sibi facit legem”[49], η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, αναφέρεται σε μεταγενέστερα κείμενα[50], και ανευρίσκεται στην συλλογή Κανονικού Δικαίου του Γρατιανού “Concordia discordantium canonum”, που συντάχθηκε στα μέσα του 12ου αιώνα (1140-1150)[51]. Παράλληλα, με την έννοια της προφανούς ανάγκης ασχολήθηκε ο Θωμάς Ακινάτης (13ος αι.), ιδίως στο έργο του “Summa Theologiae” (1265-1274)[52], την οποία συνέδεσε εμμέσως με τον πραγματικό σκοπό του νόμου, δηλαδή τη διάσωση της κοινότητας.
Οι έκτακτες εξουσίες του μονάρχη απασχόλησαν, επίσης, πολλούς στοχαστές του 13ου και του 14ου αιώνα, οι οποίοι εστίασαν πρωτίστως στην εξουσία του μονάρχη να επιβάλλει έκτακτα φορολογικά βάρη με σκοπό την αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων (π.χ. πόλεμος, φυσικές καταστροφές, λιμοί κ.λπ.). Έτσι, για παράδειγμα, ο Γάλλος νομομαθής του 13ου αιώνα Philippe de Beaumanoir (1250-1296) αναφέρει ότι ο Βασιλιάς δύναται προσωρινά να παρεκκλίνει από τους νόμους -το υφιστάμενο εθιμικό δίκαιο, (“les coutumes”)[53]– για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστάσεων. Επίσης, ο νομομαθής Pierre Dubois (1255-1321) αναφέρεται στο «κοινό δίκαιο» (Ius commune) και, ειδικότερα στο κανονικό και αστικό δίκαιο, όταν υποστηρίζει ότι ο μονάρχης επιτρέπεται να επιβάλλει έκτακτα φορολογικά βάρη στην Εκκλησία και τον κλήρο για την αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης[54]. Ο Γάλλος Θεολόγος και φιλόσοφος Pierre d’ Auvergne (1240-1304), στο έργο του “Quodlibet” (1298) υποστήριξε ότι η έκτακτη φορολογία, που μπορούσε να επιβάλλει ένας μονάρχης λόγω επικείμενου κινδύνου (π.χ. μιας επικείμενης πολεμικής σύρραξης), έπρεπε να αναστέλλεται στην περίπτωση παύσης του κινδύνου. Από το Δίκαιο απέρρεε η υποχρέωση επιστροφής του εισπραχθέντος έκτακτου φόρου, εφόσον έπαυαν να συντρέχουν οι έκτακτες περιστάσεις, εκτός εάν ανέκυπτε κάποια άλλη απρόβλεπτη ανάγκη[55], διαφορετικά ο μονάρχης υπέπιπτε στο βαρύ «αμάρτημα της αδικίας»[56].
Ο διαρκής χαρακτήρας της ανάγκης επισημάνθηκε και από τον Ιταλό νομομαθή Oldradus de Ponte ή Oldrado da Ponte (1270-1343), ο οποίος, με αφορμή την επιβολή εις βάρος συγκεκριμένων ευγενών ετήσιας έκτακτης φορολογίας, προέβη στη διάκριση μεταξύ της παλαιάς ad hoc ανάγκης και της διαρκούς ανάγκης, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την εποχή του[57]. Ο Oldradus de Ponte, γνωμοδοτώντας σχετικά με την ανωτέρω μοναρχική εξουσία, αναφέρεται σε μία διαρκή ανάγκη[58] και σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ανάγκης[59]. Επίσης, υποστήριξε ότι η αιτία, άλλως η causa που δικαιολογεί την επιβολή ενός εκτάκτου βάρους, ήτοι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καθώς και η βασιλική εξουσία να επιβάλλεται το συγκεκριμένο έκτακτο βάρος, ήταν σύμφωνη με το παλαιό φεουδαρχικό έθιμο, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι, εφόσον η επιβολή ετήσιου φόρου αποτελεί μια νέα ενέργεια, από την άποψη αυτή οι εν λόγω φόροι ονομάζονται τακτικοί (Indicatior ordinaria)[60].
Με την ανάπτυξη των θεωριών περί ανάγκης, παρατηρήθηκε μια μεταβολή, την οποία προκάλεσε η εφαρμογή των έκτακτων εξουσιών στις σχέσεις μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Στο πλαίσιο της μεταβολής αυτής εντοπίζεται και μια σταδιακή αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων της κοσμικής εξουσίας και των εκκλησιαστικών αρχών, οι οποίες αναγνώριζαν την υπαγωγή (ακόμη και την υποταγή) τους στην παπική εξουσία, χωρίς, ωστόσο, να αμφισβητούν τους φεουδαρχικής φύσεως δεσμούς τους με τον μονάρχη. Ιδίως, όμως, στην περίπτωση επιβολής έκτακτης φορολογίας εις βάρος όλων (λαϊκών και κληρικών), οι εκκλησιαστικές αρχές υποτάσσονταν στις εντολές της κοσμικής εξουσίας, σύμφωνα και με τις αρχές της Δ΄ Λατερανής Συνόδου[61], την οποία συνεκάλεσε στη Ρώμη ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ το 1215, δηλαδή το έτος που υιοθετήθηκε στην Αγγλία το κείμενο της Magna Carta Libertatum, η οποία οδήγησε στη μεταρρύθμιση των σχέσεων μεταξύ του βασιλιά και των αρχόντων μέσω του περιορισμού των βασιλικών εξουσιών[62]
2. Αναγέννηση
Κατά την Αναγέννηση, οι ανωτέρω τάσεις άρχισαν σταδιακά να επεκτείνονται και να αποκρυσταλλώνονται. Την περίοδο εκείνη, επίκεντρο της οποίας υπήρξε πρωτίστως η Ιταλική χερσόνησος[63], παρατηρήθηκε μια εκ νέου «ανακάλυψη» των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρξε ταύτιση των ιδεών της Αναγέννησης με εκείνες του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Αντιθέτως, οι εκπρόσωποι της Αναγέννησης τίμησαν τους αρχαίους «προκατόχους» τους, δανειζόμενοι τον ορολογικό μανδύα της Αρχαιότητας χωρίς να υιοθετούν δογματικά τις αντιλήψεις της[64].
Την περίοδο εκείνη ολόκληρη η Ιταλία ήταν διαιρεμένη σε ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό ηγεμονιών, δημοκρατιών και τυραννικών καθεστώτων. Η πεποίθηση ότι η συγκρότηση ενός μεγάλου συνασπισμού πόλεων θα μπορούσε να οδηγήσει στην ιταλική ενοποίηση είχε ήδη αναπτυχθεί από πολύ νωρίς, ήδη από τον 12ο και τον 13ο αιώνα, αλλά η δημιουργία μιας -έστω- ομοσπονδίας αποτράπηκε εξαιτίας του ανταγωνισμού -ιδίως στον τομέα του εμπορίου- μεταξύ των μεγαλύτερων από τις ιταλικές πόλεις[65]. Τα σημαντικότερα παραδείγματα πόλεων που κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους και να επηρεάσουν συνολικότερα την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ιστορίας εκείνης της περιόδου είναι η Φλωρεντία και η Βενετία, γεγονός οφειλόμενο τόσο στην πολιτική τους ισχύ και την καλλιτεχνική τους προσφορά, όσο και στους θεσμούς και τον φιλοσοφικό στοχασμό[66].
Η δυναμική της πνευματικής κίνησης που επικρατούσε την εποχή εκείνη στη Φλωρεντία αντικατοπτρίζεται, εν πολλοίς, στα έργα του πολιτικού φιλοσόφου Niccolò Machiavelli (1469-1527). Ο μεγάλος αυτός στοχαστής, έχοντας πέσει σε δυσμένεια μετά την κατάλυση της Φλωρεντινής πολιτείας[67] και την παλινόρθωση των Μεδίκων το 1512, αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή[68], αφήνοντας τη σφραγίδα του στην ιστορία των πολιτικών θεωριών. Μεταξύ άλλων, ο Machiavelli ασχολήθηκε και με το ζήτημα των έκτακτων εξουσιών για την αντιμετώπιση κρίσεων. Ειδικότερα, μελετώντας τον αρχαίο θεσμό του dictator, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί και εφαρμοστεί στα πλαίσια της ρωμαϊκής Res Publica[69] και συσχετίζοντάς τον με αντίστοιχους ή παραπλήσιους θεσμούς που υφίσταντο σε ορισμένα πολιτειακά συστήματα της εποχής του, όπως το Βενετικό, κυρίως μέσα από το έργο του «Διατριβές επί των δέκα πρώτων βιβλίων του Τίτου Λίβιου»[70] και ειδικότερα στα κεφάλαια 33-35 του Πρώτου βιβλίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δικτατορική εξουσία αποτελεί ένα εργαλείο θεμελιώδους σημασίας για την επιβίωση της Πολιτείας[71]. Αναζητώντας παραδείγματα στα σύγχρονά του πολιτεύματα, ο Φλωρεντινός στοχαστής παραθέτει τον θεσμό του Συμβουλίου των Δέκα της Βενετικής Πολιτείας, (παρά τη γενικότερη περιφρόνησή του απέναντι στο βενετικό πολίτευμα), ήτοι ενός ολιγομελούς οργάνου εξοπλισμένου με έκτακτες εξουσίες, και με την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την αντιμετώπιση σοβαρών και απρόβλεπτων καταστάσεων ανάγκης, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη διαβούλευση με τις υπόλοιπες αρχές της πόλης[72]. Πάντως, ο ίδιος δεν παραλείπει να διακρίνει τη δικτατορία από την τυραννία, καθώς η πρώτη αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένο εργαλείο που αποτελεί την «απάντηση» της συντεταγμένης έννομης τάξης απέναντι σε έκτακτες περιστάσεις και, συνεπώς, δεν συνιστά παρέκκλιση από το τεθειμένο Δίκαιο, ενώ η τυραννία είναι προϊόν βίας. Κατά τον Machiavelli υπήρχε ένα πλέγμα ρυθμίσεων στο ρωμαϊκό πολίτευμα, το οποίο λειτουργούσε αποτρεπτικά ως δικλείδα ασφαλείας για οποιαδήποτε σκέψη κατάχρησης της εξουσίας εκ μέρους του προσώπου που διοριζόταν δικτάτορας και το οποίο συνίστατο στα ακόλουθα στοιχεία: α) στον περιορισμένο χρόνο άσκησης της δικτατορικής εξουσίας, β) στις πολύ συγκεκριμένες αρμοδιότητες που διέθετε ο δικτάτορας και γ) στον αδιάφθορο χαρακτήρα του ρωμαϊκού λαού[73].
Β. Από τον Διαφωτισμό στη Νεότερη εποχή
Οι θέσεις που υποστήριξε ο Machiavelli και, πρωτίστως, η άποψή του ότι οι δημοκρατικές πολιτείες πρέπει να προβλέπουν την ύπαρξη και λειτουργία ενός εφοδιασμένου με έκτακτες αρμοδιότητες μονομελούς ή και συλλογικού οργάνου επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους στοχαστές. Έτσι, για την αναγκαιότητα της ύπαρξης θεσμών αντιμετώπισης κρίσεων έκανε λόγο ο James Harrington (1611-1677), θιασώτης ρεπουμπλικανικών ιδεών, ο οποίος στο έργο του “The Commonwealth of Oceana” (1656) υποστήριζε, μεταξύ άλλων, ότι σε περιπτώσεις ανάγκης, θα έπρεπε να συνέρχεται ένα συμβούλιο[74], αποτελούμενο από εννέα μέλη-εκπροσώπους της ανώτερης τάξης, που θα ήταν εξοπλισμένο με έκτακτες αρμοδιότητες[75], τις οποίες θα μπορούσε να ασκήσει για μια περίοδο τριών μηνών. Επίσης, πολύ αργότερα, ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume (1711-1776), στο έργο του “Idea of a Perfect Commonwealth”, (1777) έκανε λόγο για την ανάγκη ύπαρξης οργάνων εξοπλισμένων με δικτατορικές εξουσίες σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων· η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τους 6 μήνες[76].
Ωστόσο, σημαντική επίδραση άσκησε το έργο του Γάλλου νομομαθή, φιλοσόφου και πολιτικού Jean Bodin (1530-1596), του πρώτου ίσως στοχαστή που επιχείρησε να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη θεωρία για την έννοια της κυριαρχίας[77], μίας έννοιας που συμβαδίζει με τη διαμόρφωση του σύγχρονου εθνικού κράτους[78] και τη μετάβαση στην εποχή της «Νεοτερικότητας». Η πολιτική φιλοσοφία του Bodin ανταποκρίνεται απολύτως στο κλίμα της εποχής του και τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στο πλαίσιο των θρησκευτικών πολέμων (“Guerres de Religion”)[79], δηλαδή των διαδοχικών εμφύλιων συγκρούσεων μεταξύ των Καθολικών και των προτεσταντών Ουγενότων (Καλβινιστών) που συγκλόνισαν τη Γαλλία μεταξύ των ετών 1562-1598. Η σύγκρουση αυτή τερματίστηκε με την υπογραφή από τον βασιλιά Ερρίκο Δ΄ (Henri IV, 1553-1610) του Διατάγματος της Νάντης στις 13 Απριλίου 1598, το οποίο εξασφάλιζε συνθήκες θρησκευτικής ανοχής[80]. Επηρεασμένος από τις συγκρούσεις αυτές και με την πεποίθηση ότι οδηγούσαν τη Γαλλία στο χάος της αναρχίας[81], ο Bodin επιχείρησε να προσφέρει τα θεωρητικά, αλλά και νομικά εκείνα μέσα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διάσωση του απειλούμενου γαλλικού βασιλείου[82]. Οι θέσεις του Bodin αποτυπώνονται πρωτίστως στο έργο του με τίτλο “Les Six Livres de la République”, το οποίο κυκλοφόρησε στο Παρίσι το έτος 1576. Πρακτικά, ο συγγραφέας συνέχισε την πορεία που είχε χαράξει ο Machiavelli σε όσα ο τελευταίος είχε υποστηρίξει στο γνωστότερο έργο του, τον «Ηγεμόνα»[83]. Μόνο μια ισχυρή κεντρική εξουσία ήταν σε θέση να εγγυηθεί την ενότητα και την κοινωνική ειρήνη, η οποία ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο ενός συγκεκριμένου ηγεμόνα. Θεμέλιο της εξουσίας του ηγεμόνα ήταν η κυριαρχία, δηλαδή μια έννοια που ανήκει περισσότερο στο Κράτος (τόσο ως αφηρημένη, όσο και ως συγκεκριμένη οντότητα στον χώρο και στον χρόνο), και έτσι εξηγείται ο απόλυτος και αέναος χαρακτήρας της. Η κυρίαρχη και απόλυτη αυτή εξουσία είναι αέναη, υπό την έννοια ότι αυτή ενδέχεται να ανατίθεται για ορισμένο χρονικό διάστημα σε συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία όμως παύουν να την ασκούν, όταν παρέλθει το διάστημα αυτό[84]. Ο κάτοχος της κυριαρχίας είναι εκείνος που θεσπίζει το (θετικό) δίκαιο, αλλά δεν δρα αυθαίρετα, καθώς δεσμεύεται από το θείο και το φυσικό δίκαιο. Η αντίληψη του Bodin για την έννοια της κυριαρχίας, σε κάθε περίπτωση, συμπυκνώνεται στη θέση του, σύμφωνα με την οποία «κυρίαρχος είναι αυτός που δίνει και ακυρώνει τον νόμο σε όλους γενικά και στον καθένα ξεχωριστά»[85].
Η εξέλιξη της πολιτικής σκέψης από τον 17ο αιώνα κ.ε. συμβάδισε με την ανάδειξη των αστικών στρωμάτων στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό είχε ως συνέπεια την περαιτέρω αμφισβήτηση των κρατουσών πολιτειολογικών αντιλήψεων και την ταυτόχρονη ανάδυση των θεωριών του λεγόμενου «κοινωνικού συμβολαίου», οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν κατά τον 18ο αιώνα. Ο Άγγλος φιλόσοφος Thomas Hobbes (1588-1679) συγκαταλέγεται μεταξύ των στοχαστών που χάρη στις θεωρητικές τους θέσεις προσέφεραν μια ξεχωριστή διάσταση στην έννοια της κυριαρχίας στο πλαίσιο του κρατούντος τότε Φυσικού Δικαίου. Στο έργο του με τίτλο “Leviathan, or the Matter, Form, and Power of a Commonwealth, Ecclesiastical and Civil” ή απλώς “Leviathan” (1651), ο Hobbes υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως εγωιστικό ον που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντός του, υπερασπιζόμενο την ατομική του ελευθερία και αρεσκόμενο να βλάπτει τους άλλους[86]. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ανθρώπινη φύση, μόνο ένας τρόπος υπάρχει για τη συγκρότηση μιας κοινής εξουσίας, που διαθέτει την ικανότητα να προστατεύει το κοινωνικό σύνολο, ο οποίος συνίσταται στην εκχώρηση όλων των εξουσιών σε έναν άνθρωπο ή σε μια ομάδα ανθρώπων, ούτως ώστε, δυνάμει της αρχής της πλειοψηφίας, να αναχθεί το σύνολο των ανθρώπινων βουλήσεων σε μία και μόνη[87]. Έτσι γεννάται αυτό που ο Hobbes αποκαλεί «Λεβιάθαν», ήτοι τον «θνητό Θεό, στον οποίο οφείλουμε ύστερα από τον αθάνατο Θεό, την ειρήνη και τη διαφέντεψή μας»[88]. O συγγραφέας ονομάζει τον φορέα του προσώπου αυτού, που συνενώνει τη βούληση της πολιτικής κοινότητας, «κυρίαρχο», όπως και την εξουσία του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ονομάζονται «υπήκοοι»[89]. Για τον Hobbes το θεμελιώδες δόγμα συνίσταται στη θέση “Auctoritas, non veritas facit legem”[90], που σημαίνει ότι το Δίκαιο δεν αποτελεί μια μορφή δικαιοσύνης, αλλά συνίσταται σε μια εντολή, η οποία δίδεται από εκείνον που έχει στα χέρια του την ανώτερη εξουσία, τον κυρίαρχο, και, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, επιθυμεί να ορίζει τις πράξεις των μελών της κοινότητας επί της οποίας ασκεί την εξουσία του[91]. Ο κυρίαρχος έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει τι ανήκει στον καθένα, τι είναι έντιμο και τι όχι, τι είναι σωστό ή λάθος, τι είναι καλό ή κακό[92]. Ως προς την προσωρινή μεταβίβαση της εξουσίας, ο Hobbes υποστήριξε ότι, εφόσον ολόκληρος ο λαός εμπιστεύεται σε ένα μόνο πρόσωπο την απόλυτη κυριαρχία, τότε με αυτή την πράξη διαμορφώνεται -και νομιμοποιείται- μια μοναρχία[93]. Εάν η κυριαρχία μεταβιβάζεται μόνο για ορισμένη χρονική περίοδο, τότε ο νομικός χαρακτήρας της πολιτικής εξουσίας που έχει διαμορφωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαρτάται από το αν ο λαός διατηρεί ή όχι το δικαίωμα συνάθροισης κατά τη διάρκεια αυτής της προσωρινής κατάστασης[94]. Στην περίπτωση που ο λαός συνέρχεται σε συνέλευση χωρίς την άδεια ή και ερήμην της άδειας του προσώπου που ασκεί προσωρινά την εξουσία, τότε το πρόσωπο αυτό δεν λογίζεται ως μονάρχης, αλλά ως «πρώτος υπηρέτης του λαού»[95]. Για τον Hobbes κάτι αντίστοιχο ίσχυε και στην περίπτωση του Ρωμαίου δικτάτορα, ο οποίος μπορούσε να εξαναγκαστεί σε παραίτηση, εφόσον έτσι αποφάσιζε η λαϊκή συνέλευση και τούτο διότι ο λαός παρέμενε ο κυρίαρχος στο ρωμαϊκό πολίτευμα[96].
Από τον 18ο αιώνα και μετά, η ανάπτυξη των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του φεουδαρχικού συστήματος και η -συνεπεία αυτών- ενίσχυση της αστικής τάξης διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, η οποία αμφισβήτησε ευθέως το μοντέλο του απολυταρχικού κράτους. Στην ηπειρωτική Ευρώπη η πιο αντιπροσωπευτική έκφραση αυτού του τύπου κρατικής οργάνωσης ήταν η Γαλλία, η οποία επρόκειτο να εξελιχθεί σε σύμβολο της αμφισβήτησης του «Παλαιού Καθεστώτος»[97], με την Επανάσταση, που τελικώς έλαβε χώρα το 1789, αντανακλώντας τις ιδέες των Διαφωτιστών του 18ου αιώνα και πρωτίστως τις δύο θεμελιώδεις θεματικές που τους απασχόλησαν, δηλαδή: α) τη διάκριση των εξουσιών και β) την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας[98].
Η διάκριση των εξουσιών, απασχόλησε ιδίως τον Γάλλο φιλόσοφο Montesquieu (1689-1755)[99], ο οποίος στο έργο του «Το πνεύμα των Νόμων»[100] (1748) διατύπωσε τη θεωρία της ύπαρξης τριών μορφών κρατικής εξουσίας και την ανάγκη της οργανικής τους διάκρισης. Ως προς την έννοια της κυριαρχίας, επισημαίνεται ότι ο Montesquieu ήταν μάλλον επιφυλακτικός, καθώς η διάκριση των εξουσιών, όπως διατυπώθηκε από τον ίδιο, υποκρύπτει την έμμεση απόρριψή της, διότι, ενώ ο ίδιος απέρριπτε το απολυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης, δεν έφτανε στο σημείο να υποστηρίζει μορφές άμεσης δημοκρατίας[101], αλλά τασσόταν υπέρ μιας αριστοκρατικού τύπου Πολιτείας με βασικό μοχλό τα όργανα πολιτικής αντιπροσώπευσης. Σε σχέση με το θέμα των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ο Montesquieu, κάνοντας αναφορά στον θεσμό των αρχαίων Ρωμαίων δικτατόρων, υποστήριζε ότι ο κυρίαρχος υποχωρούσε ενώπιον του δικτάτορα, οι περισσότεροι νόμοι της λαϊκής συνέλευσης «σιωπούσαν» και η εξουσία αφαιρείτο προσωρινά από τα χέρια του λαού και παραδιδόταν στον δικτάτορα[102]. Για τον ίδιο, η δικτατορία συνιστούσε περισσότερο έναν θεσμό ενταγμένο σε μια μετριοπαθή εκδοχή δημοκρατικής διακυβέρνησης, παρά μια μορφή δεσποτικής εξουσίας. Άλλωστε, υποστήριζε ότι μια κυβέρνηση αποκτούσε μετριοπαθή χαρακτηριστικά, όταν στο θεσμικό της πλαίσιο περιλαμβάνονταν και όργανα στα οποία αντιπροσωπευόταν η αριστοκρατία (όπως π.χ. η αρχαία ρωμαϊκή Σύγκλητος), καθώς έτσι διασφαλιζόταν η κοινωνική ισορροπία.
Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας απασχόλησε (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και νωρίτερα στοχαστές που ασχολήθηκαν μαζί της[103]) κυρίως τον Ελβετό φιλόσοφο και πολιτικό στοχαστή Jean-Jacques Rousseau (1712-1778), ο οποίος, επηρεασμένος έντονα από το νεωτερικό πνεύμα των Εγκυκλοπαιδιστών, εξέδωσε το 1762 το περίφημο έργο του «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο»[104], με το οποίο απέρριπτε το μοναρχικό πρότυπο πολιτειακής οργάνωσης και την κληρονομική διαδοχή[105]. Αναφορικά προς τον θεσμό του δικτάτορα, ο Rousseau διάκειται θετικά. Η αξία του θεσμού φάνηκε, κατά τον συγγραφέα του Κοινωνικού Συμβολαίου, ιδίως στην πρώιμη περίοδο της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, καθώς είχε διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του Κράτους, το οποίο δεν μπορούσε να στηριχθεί ικανοποιητικά στους κανόνες που ρύθμιζαν τη συνήθη λειτουργία του. Τυχόν δε καταχρήσεις εκ μέρους του προσώπου που αναλάμβανε το σχετικό αξίωμα αποκλείονταν, καθώς τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν μια τέτοια πιθανότητα και καθιστούσαν περιττή την πρόβλεψη προφυλάξεων[106]. Σε περιόδους κρίσης, αυτή η απουσία ευελιξίας των νόμων θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για την Πολιτεία, καθώς θα απέτρεπε την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης[107]. Ο Rousseau δεν θεωρεί τον δικτάτορα φορέα νομοθετικής εξουσίας, αλλά όργανο ενταγμένο στο πλαίσιο της συντεταγμένης Πολιτείας με διευρυμένες αρμοδιότητες[108] και πολύ συγκεκριμένη αποστολή. Συνεπώς, κυρίαρχος παραμένει ο λαός, ο οποίος, εκφράζοντας τη γενική βούληση, έχει την αρμοδιότητα να καταρτίσει τους νόμους, ενώ ο δικτάτορας μπορεί μεν να επιβάλλει το δικαιοστάσιο και, περιορίζοντας την αρμοδιότητα του αντιπροσωπευτικού σώματος, να ασκήσει τη νομοθετική της δραστηριότητα, όχι όμως και να την καταργήσει. Με άλλα λόγια, για τον Rousseau, ο δικτάτορας δεν ήταν κυρίαρχος, ούτε φορέας της νομοθετικής εξουσίας, αλλά όργανο της συντεταγμένης Πολιτείας, δηλαδή ένας εντεταλμένος άρχοντας, διότι η κυριαρχία ανήκε στη γενική βούληση, δηλαδή στον λαό.
Γ. Η Γαλλική Επανάσταση
Οι θεωρίες του Διαφωτισμού βρήκαν πρόσφορο έδαφος κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης[109], η οποία δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός οργανωμένου σχεδίου κάποιας συνωμοτικής ομάδας, αλλά συνέπεια μιας αλληλουχίας τυχαίων γεγονότων που προσέλαβαν απρόβλεπτη τροπή και οδηγήθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση, με αποκορύφωμα την καρατόμηση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ΄[110] στις 21 Ιανουαρίου 1793. Οι παρωχημένες οικονομικές δομές, οι έντονες κοινωνικές ανισότητες και η απολυταρχική διακυβέρνηση καλλιέργησαν τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση της Επανάστασης, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισε η λεγόμενη Τρίτη Τάξη[111] και, κυρίως, το οικονομικά πιο εύρωστο και πολιτικά πιο δυναμικό τμήμα της, η αστική τάξη. Τον Μάιο του 1789 συγκλήθηκε -για πρώτη φορά από το 1614- η Συνέλευση των Γενικών Τάξεων, η οποία αναδείχθηκε σύμφωνα με Διάταγμα που είχε εκδοθεί από τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ στις 24 Ιανουαρίου. Το καλοκαίρι του 1789 η εξέγερση των χωρικών στην ύπαιθρο και των εξαθλιωμένων των πόλεων προσέλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε οι εκπρόσωποι της Τρίτης Τάξης στη Συνέλευση των Τριών Τάξεων να αυτοανακηρυχθούν σε Συντακτική Εθνοσυνέλευση[112], προκειμένου να προλάβουν την περαιτέρω εκτροπή. Παράλληλα, στις 20 Ιουνίου 1789 -και παρά την άρνηση του βασιλιά να συναινέσει στην εξέλιξη αυτή- έδωσαν τον λεγόμενο Όρκο του Σφαιριστηρίου[113]. Ωστόσο, στις 14 Ιουλίου ο εξεγερμένος λαός του Παρισιού, σε συνεργασία με μέρος της φρουράς, κατέλαβε το φρούριο-φυλακή της Βαστίλλης, σύμβολο του «Παλαιού Καθεστώτος». Λίγο αργότερα, στις 26 Αυγούστου 1789, η Συντακτική Εθνοσυνέλευση υπερψήφισε τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη[114], έναν λιτό κατάλογο δικαιωμάτων, το περιεχόμενο του οποίου ήταν εμπνευσμένο από τα κείμενα των Διαφωτιστών και από τις διακηρύξεις της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Η Διακήρυξη, παρά τον μη δεσμευτικό της χαρακτήρα, αποτέλεσε πρότυπο για πολλά μεταγενέστερα ευρωπαϊκά Συντάγματα[115]. Το επόμενο βήμα ήταν η ψήφιση του πρώτου επαναστατικού Συντάγματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1791[116], το οποίο καθιέρωνε το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Το Σύνταγμα δεν μακροημέρευσε, καθώς η εισβολή των ξένων δυνάμεων, σε συνδυασμό με την απόπειρα της βασιλικής οικογένειας να διαφύγει στο εξωτερικό, όξυναν τα πνεύματα. Έτσι, στις 21 Ιανουαρίου 1793 ο βασιλιάς καρατομήθηκε μετά από τη θανατική του καταδίκη και άνοιξε ο δρόμος για την ψήφιση του δεύτερου επαναστατικού Συντάγματος στις 24 Ιουνίου 1793[117], το οποίο καθιέρωνε για πρώτη φορά ρητά το πολίτευμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας[118]. Η τεταμένη κατάσταση στο εσωτερικό και ο πόλεμος στο εξωτερικό δεν επέτρεψαν την απρόσκοπτη εφαρμογή του Συντάγματος, δεδομένου ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να ασκήσει ουσιαστικά την εξουσία, καθώς το έργο αυτό είχε ανατεθεί ήδη από τις αρχές του 1793 σε Επιτροπές της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης που ήταν επιφορτισμένες με τη λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων· με άλλα λόγια επρόκειτο για ένα σύστημα «κυβερνώσας Βουλής». Οι σημαντικότερες από τις Επιτροπές αυτές ήταν η Επιτροπή Γενικής Ασφάλειας[119] που λειτουργούσε ως αστυνομική δύναμη στην υπηρεσία της Επανάστασης και κυρίως η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας[120]. Αμφότερες συνέδεσαν το όνομά τους με την περίοδο 1793-1794, που έμεινε γνωστή ως «Τρομοκρατία» ή «Βασίλειο του Τρόμου»[121], η οποία αποτέλεσε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της Επανάστασης, με κυρίαρχη μορφή έναν εκ των ηγετών των ριζοσπαστών Ιακωβίνων, τον Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο[122]. Από τον Απρίλιο του 1794, μετά τη θανάτωση επαναστατών ηγετών, όπως ο Δαντόν[123], η δικτατορική εξουσία της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας ήταν αδιαμφισβήτητη, ενώ ο Ροβεσπιέρος, απαντώντας θετικά στο ρητορικό ερώτημα αν οι εσωτερικοί εχθροί είναι συνεργοί των εξωτερικών, έθετε επιτακτικά το δίλημμα του υπαρξιακού αγώνα της Επανάστασης[124]· η ανάγκη για τη διάσωση και τον οριστικό θρίαμβο της Επανάστασης ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει τα έκτακτα μέτρα που τροφοδοτούσαν την Τρομοκρατία[125]. Η Τρομοκρατία, πάντως, έφτασε στο αποκορύφωμά της λίγο πριν από το τέλος του ίδιου του Ροβεσπιέρου, από τον Ιούνιο του 1794, και πιο συγκεκριμένα, μετά την υιοθέτηση του Νόμου της 22ας prairial του Έτους II της Επανάστασης[126] (10 Ιουνίου 1794)[127]. Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια δεν άργησε να οδηγήσει στην πτώση του Ροβεσπιέρου, στις 9 Thermidor του έτους II (27 Ιουλίου 1794) και στην καρατόμηση του ιδίου και των συνεργατών του την επομένη, μετά από συνοπτικές διαδικασίες. Λίγο αργότερα, στις 22 Αυγούστου 1795, υιοθετήθηκε με ψήφισμα της Συμβατικής το Σύνταγμα της 5ης fructidor του έτους III[128], το οποίο περιλάμβανε και μια νέα Διακήρυξη Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων. Δυνάμει των διατάξεών του, την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας αναλάμβανε ένα ολιγομελές (πενταμελές) όργανο, το Διευθυντήριο[129], ωστόσο, ούτε το Σύνταγμα αυτό είχε καλύτερη τύχη, καθώς στις 18 Brumaire του έτους VIII (9 Νοεμβρίου 1799), η στρατιωτική διοίκηση Παρισίων ανατέθηκε από το Διευθυντήριο στον στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη[130], ο οποίος, την επομένη, προχώρησε σε πραξικόπημα καταλύοντας το Σύνταγμα του 1795 και σηματοδοτώντας το τέλος του επαναστατικού κύκλου και την επιστροφή σε μια νέα μορφή απολυταρχίας[131].
Πριν από την Επανάσταση, η κρατούσα αντίληψη ως προς την έννοια της δικτατορίας ήταν εκείνη που την ταύτιζε με τον αρχαίο ρωμαϊκό θεσμό[132] και, από την άποψη αυτή, αντιμετωπιζόταν ως συντεταγμένη εξουσία. Παρόλα αυτά, σύντομα, για τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, η έννοια της δικτατορίας άρχισε να αποκτά μία αρνητική χροιά, που την απομάκρυνε σημαντικά από την έννοια που αποδιδόταν σε αυτήν με βάση τον αρχαίο ρωμαϊκό θεσμό. Η χρήση του όρου «δικτατορία», ιδίως μετά την πτώση της μοναρχίας το φθινόπωρο του 1792, είχε μάλλον υποτιμητικό χαρακτήρα, καθώς όσοι τον υιοθετούσαν επιθυμούσαν να περιγράψουν τις φιλοδοξίες των πολιτικών τους αντιπάλων να εξασφαλίσουν προσωπική εξουσία εις βάρος τόσο του λαού, όσο και των αντιπροσώπων του στην Εθνοσυνέλευση. Πλέον η δικτατορία ταυτιζόταν με την έννοια της τυραννίας[133]. Σημαντικό ρόλο για τη μετατόπιση αυτή διαδραμάτισε η εμπειρία του καθεστώτος των Ιακωβίνων (1793-1794), το οποίο ο Carl Schmitt χαρακτήρισε εσφαλμένα ως «κυρίαρχη» δικτατορία[134]. Στην πραγματικότητα επρόκειτο περί εντεταλμένης δικτατορίας, διότι οι Επιτροπές αντλούσαν την εξουσία τους από τη Συμβατική Συνέλευση.
Δ. Θεωρίες περί δικτατορίας από τον 19ο αιώνα
Κατά τον 19ο αιώνα, παράλληλα με τη φιλελεύθερη θεωρία, αναπτύχθηκε και μία αντιδραστική φιλοσοφική προσέγγιση, η οποία υποστήριζε τη διατήρηση του Παλαιού καθεστώτος, με τη στήριξη θεσμών, όπως η Καθολική Εκκλησία. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του φιλοσοφικού ρεύματος ήταν οι Γάλλοι φιλόσοφοι Joseph de Maistre (1753-1821) και Louis de Bonald (1754-1840) και ο Ισπανός στοχαστής Juan Donoso Cortés (1809-1853). Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω στοχαστών υπήρξε η επίκληση ενός μεταφυσικού, θεϊκού στοιχείου για τη δικαιολόγηση των αντιδραστικών τους θέσεων. Έτσι, σύμφωνα με τον de Maistre, η συγκρότηση της κοινωνίας δεν αποτελεί δημιούργημα του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά της Θείας πρόνοιας, καθώς, «Η κοινωνία […] δεν είναι έργο του ανθρώπου, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της θέλησης του Δημιουργού που ήθελε ο άνθρωπος να είναι αυτό που ήταν πάντα και παντού»[135]. Επίσης, ο ίδιος απέρριπτε την ύπαρξη του Κοινωνικού Συμβολαίου, διότι κάτι τέτοιο, ως ανθρώπινο δημιούργημα, θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία του Θεού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «Αιώνιος Γεωμέτρης»[136] που ορίζει τη φυσική τάξη των πραγμάτων.
Αντίστοιχα, ο de Bonald ταυτίζει τη δημοκρατική διακυβέρνηση με τον δεσποτισμό, αφού για τον ίδιο, ως «συντεταγμένη» κοινωνία νοείται μόνο η κοινωνία στην οποία επικρατεί το μοναρχικό πολίτευμα[137]. Τέλος, ο πιο εμβληματικός, ίσως, στοχαστής του Αντιδιαφωτισμού, ο Juan Donoso Cortés, επηρεασμένος από την ορμή των κοινωνικών επαναστάσεων του 1848, υποστήριξε την ανάγκη επιβολής της «τάξης». Αν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ της δικτατορίας που προερχόταν «από κάτω» (δηλαδή της δικτατορίας των εξεγερμένων) και της δικτατορίας που προερχόταν «από ψηλά» για την αποκατάσταση της νομιμότητας, για τον ίδιο δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα τασσόταν κατηγορηματικά υπέρ της «δικτατορίας του ξίφους», την οποία χαρακτήριζε ως λιγότερο «επαχθή και εξωφρενική» και περισσότερο «ευγενή»[138].
Παράλληλα, όμως, με τις αντιδραστικές αναπτύσσονταν και ριζοσπαστικές-επαναστατικές θεωρίες που υποστήριζαν τις θέσεις του προλεταριάτου, της τάξης που αναδύθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση, το οποίο, παρά τον δυναμισμό του, ήταν ανοργάνωτο, με αποτέλεσμα οι προσπάθειές του να αντιταχθεί στην -κυρίαρχη πλέον- αστική τάξη να πνιγούν στο αίμα. Η παρουσία του προλεταριάτου έγινε αισθητή με το επαναστατικό κίνημα του 1848 που έμεινε γνωστό ως «Άνοιξη των Εθνών» ή «Άνοιξη των Λαών», όταν μια αλληλουχία επαναστάσεων συγκλόνισε την Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του 1848, λίγες μόνο ημέρες πριν από την εκδήλωση της Επανάστασης στη Γαλλία, οι Γερμανοί φιλόσοφοι Karl Marx (1818-1883) και Friedrich Engels (1820-1895) δημοσίευσαν στο Λονδίνο ένα κείμενο που έμελλε να ασκήσει τεράστια επιρροή στα επαναστατικά κινήματα των επόμενων ετών, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»[139]. Οι Marx και Engels ερμήνευσαν την Ιστορία ως προϊόν της «πάλης των τάξεων»[140], εκτιμώντας ότι η καπιταλιστική κοινωνία της εποχής τους επρόκειτο να αντικατασταθεί τελικά από τον Σοσιαλισμό. Για την κατανόηση της θεωρίας των δύο φιλοσόφων κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει η έννοια της «δικτατορίας του προλεταριάτου», ενός όρου, ο οποίος, μολονότι δεν διατυπώνεται με σαφήνεια στο Μανιφέστο, συνοψίζει τα θεμελιώδη προβλήματα που θέτει ο Μαρξισμός ως πολιτική θεωρία. Με τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου» περιγράφεται το στάδιο της επαναστατικής μετάβασης, που μεσολαβεί ανάμεσα στην ανατροπή του αστικού καθεστώτος, κατά το οποίο η εργατική τάξη σε συμμαχία με τους αγρότες εξουδετερώνει πολιτικά την αστική τάξη και αναλαμβάνει τη σταδιακή οικοδόμηση του Σοσιαλισμού, μέχρι να οδηγηθεί στην κομμουνιστική κοινωνία[141].
Οι έννοιες της πάλης των τάξεων και της δικτατορίας του προλεταριάτου αποκτούν νέες διαστάσεις σε ιδεολογικό, πολιτικό και πολιτιστικό ακόμη επίπεδο, καθώς καθίστανται όροι αναγκαίοι για την ύπαρξη της επανάστασης και τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, στο έργο του κατοπινού ηγέτη της Ρωσικής Επανάστασης (1917), Βλαντιμίρ Λένιν (1870-1924)[142]. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στο έργο του[143] «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» (1920). Η θεωρία του Λένιν καθιστά τη δικτατορία του προλεταριάτου, όπως τη διατύπωσε αρχικά ο Marx, σε δικτατορία του κόμματος του προλεταριάτου, το οποίο επιτελεί αποφασιστικό, αλλά και «παιδαγωγικό» ρόλο στην υπηρεσία της επανάστασης και, στη συνέχεια σε δικτατορία επί του προλεταριάτου και, κατόπιν επί του κοινωνικού συνόλου[144].
III. Το Δίκαιο της Ανάγκης από τον 20ό αιώνα μέχρι σήμερα
Α. Εισαγωγικά
Από τα τέλη του 18ου αιώνα και τουλάχιστον μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) αναπτύχθηκε το πρότυπο του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους, του οποίου θεμελιώδες συστατικό στοιχείο αποτελούσε η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών[145]. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η κρατούσα τάση ήταν η θέσπιση κανόνων δικαίου με σκοπό την αντιμετώπιση καταστάσεων μελλοντικών και αβέβαιων, εκ μέρους του κοινού, τακτικού νομοθέτη, δηλαδή του αντιπροσωπευτικού σώματος. Χωρίς να αποκλείεται η ύπαρξη εξαιρέσεων από την ανωτέρω αρχή, γενικότερα, η εξέλιξη του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος και του κοινοβουλευτισμού παρουσίασε μια σταθερά «ανοδική» πορεία, κάτι που διευκολύνθηκε από την οριστική πολιτική επικράτηση της αστικής τάξης έναντι του «Παλαιού Καθεστώτος», που οδήγησε στην ενίσχυση των λαϊκών μαζών μέσω αρχικά της διεκδίκησης και κατόπιν της κατοχύρωσης και της σταδιακής επέκτασης του δικαιώματος καθολικής ψηφοφορίας[146].
Η ιστορική εξέλιξη του κοινοβουλευτισμού βαδίζει παράλληλα με την σταδιακή άμβλυνση της διάκρισης των εξουσιών και την -συνεπεία αυτής- διασταύρωσή τους, που οφείλεται στη διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη ρύθμισης, η οποία υπαγορεύεται από την οικονομική, κοινωνική, τεχνολογική κ.λπ. εξέλιξη, και τα συνακόλουθα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το σύγχρονο κράτος. Πρακτικά, λοιπόν, ουδέποτε ίσχυσε απόλυτη διάκριση των εξουσιών στο πλαίσιο του συνταγματικού κράτους δικαίου, δεδομένης της πολυπλοκότητας των σχέσεων που διέπουν αφενός μεν τα κρατικά όργανα και τους πολίτες, αφετέρου τα όργανα της Πολιτείας μεταξύ τους.
Β. Η συνταγματική ρύθμιση του Δικαίου της Ανάγκης κατά τον 20ο και 21ο αιώνα
1. Οι θεσμοί και η θεωρία του Δικαίου της Ανάγκης σε ευρωπαϊκές έννομες τάξεις
Σε ό,τι αφορά τη διαχρονική αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης ή καταστάσεων εξαίρεσης στην Ευρώπη και τη Βόρεια (ιδίως) Αμερική, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το πλαίσιο ρύθμισής τους συμβαδίζει με την εξέλιξη του συνταγματισμού σε κάθε ξεχωριστή έννομη τάξη. Άλλωστε, η νεότερη ιστορία του Δικαίου της Ανάγκης ξεκινά με τη Γαλλική Επανάσταση, δεδομένου ότι στη Γαλλία την εποχή του Παλαιού Καθεστώτος δεν προβλεπόταν η ύπαρξη ειδικών οργάνων για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστάσεων[147].
Με το πέρασμα των χρόνων, και ιδίως με την εμπειρία των ιστορικών γεγονότων που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα, αλλά και το πρώτο τέταρτο του 21ου, την θεωρία απασχόλησε η σκοπιμότητα ή μη της ένταξης του Δικαίου της Ανάγκης στο πλέγμα των συνταγματικών κανόνων. Για παράδειγμα, κατά την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου (1914-1918), στη Γαλλία, ελλείψει ρητής ρύθμισης στους Συνταγματικούς Νόμους της Γ΄ Δημοκρατίας, ο θεσμός που αντιπροσώπευε το Δίκαιο της Ανάγκης στην πράξη ήταν η λεγόμενη «κατάσταση πολιορκίας»[148]. Δεδομένης της ελλειπτικής φύσης των -τότε ισχυόντων- Συνταγματικών Νόμων του 1875[149], αλλά και του προγενέστερου, πλην ισχύοντος νόμου του 1849[150], βασικό έρεισμα της εξουσίας του υπουργικού συμβουλίου να προβαίνει στη λήψη των έκτακτων μέτρων ήταν η ίδια η κατάσταση πολιορκίας, η επίκληση της οποίας στα κείμενα των εκδιδόμενων διαταγμάτων και κανονισμών ήταν συχνό φαινόμενο. Στην πράξη, λοιπόν, η εκτελεστική εξουσία μετατρεπόταν σταδιακά σε νομοθετικό όργανο, η δε θεμελίωσή της έβρισκε έρεισμα στη θεωρία περί «παρεμβατικής πρωτοβουλίας της εκτελεστικής εξουσίας»[151], μια έννοια που επικαλέστηκαν θεωρητικοί όπως ο Joseph Barthélemy (1874-1945)[152] κατά την περίοδο του πολέμου και η οποία υποστήριζε ότι το υπουργικό συμβούλιο μπορούσε να ασκεί την τακτική νομοθετική εξουσία, κατά τη διάρκεια του πολέμου, εκδίδοντας διατάγματα με ισχύ τυπικού νόμου, χωρίς να απαιτείται η επικύρωσή τους σύμφωνα με τους Συνταγματικούς νόμους της Γ΄ Δημοκρατίας[153]. Μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και καθώς η γαλλική οικονομία βυθιζόταν στην ύφεση, ελλείψει ρητής πρόβλεψης περί έκδοσης εξουσιοδοτικών νόμων για την αντιμετώπιση της κρίσης – και δεδομένου ότι ήταν αδύνατη η αξιοποίηση των κανόνων της κατάστασης πολιορκίας – η μόνη λύση που απέμενε ήταν η υιοθέτηση εκ μέρους του αντιπροσωπευτικού σώματος μιας εξουσιοδοτικής διάταξης προς την Κυβέρνηση, με βάση την οποία η τελευταία θα μπορούσε να προβαίνει στη λήψη των μέτρων που έκρινε απαραίτητα για την αντιμετώπιση της κρίσης μέσω της έκδοσης νομοθετικών διαταγμάτων[154]. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, με αποτέλεσμα, λίγο πριν από την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και το οριστικό της τέλος, η Γ΄ Γαλλική Δημοκρατία να έχει περάσει σε ένα επίπεδο απόλυτης μετατόπισης του κέντρου νομοθετικού βάρους υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας. Αποκορύφωμα της εξέλιξης αυτής, μετά την εισβολή των Γερμανών στη Γαλλία και την κατάρρευση του μετώπου το καλοκαίρι του 1940, ήταν η ίδια η «ληξιαρχική πράξη» θανάτου της, η «εν λευκώ» εξουσιοδότηση στον Στρατάρχη Pétain να καταρτίσει ένα νέο συνταγματικό πλαίσιο που θα εγγυάτο «τα δικαιώματα της εργασίας, της οικογένειας και της πατρίδας»[155]. Πάντως, μετά την απελευθέρωση, δυνάμει του Συντάγματος της 27ης Οκτωβρίου 1946 (Δ΄ Γαλλική Δημοκρατία), αναγνωρίσθηκε η αποκλειστική -και αμεταβίβαστη- αρμοδιότητα της Εθνοσυνέλευσης να ασκεί τη νομοθετική εξουσία[156]. Επρόκειτο περί σαφούς εγκατάλειψης της πρακτικής έκδοσης αναγκαστικών νομοθετικών διαταγμάτων, όπως εκείνη είχε εφαρμοσθεί κατά την, αμέσως, προηγούμενη περίοδο, ενώ απουσίαζε ειδική πρόβλεψη περί μερικής ανάθεσης της άσκησης νομοθετικής εξουσίας σε άλλο όργανο (π.χ. την Κυβέρνηση)[157]. Ωστόσο, η κρίση της γαλλικής αποικιοκρατίας, και ιδίως ο πόλεμος της Αλγερίας, οδήγησε τον Γάλλο κοινό νομοθέτη να επινοήσει ένα ενδιάμεσο καθεστώς περί «καταστάσεως επείγουσας ανάγκης» (état d’urgence), το οποίο καθιερώθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. 55-385 Νόμου[158]. Επρόκειτο περί ενός πλαισίου που εντασσόταν ανάμεσα στην κανονική λειτουργία των οργάνων του Κράτους και τον ήδη γνωστό θεσμό της κατάστασης πολιορκίας, το οποίο εξακολούθησε να εφαρμόζεται και μετά την υιοθέτηση του νέου Συντάγματος της Ε΄ Δημοκρατίας, της 4ης Οκτωβρίου 1958, (το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα), παρά το γεγονός ότι η κατάσταση επείγουσας ανάγκης δεν έβρισκε ευθέως έρεισμα στις διατάξεις του· αντιθέτως, το άρθρο 16 του Συντάγματος επανέφερε σε ισχύ την κατάσταση πολιορκίας[159], αποσκοπώντας στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση σοβαρών κρίσεων από την εκτελεστική εξουσία, πλην όμως, με βάση μια προσεκτικότερη ερμηνεία της σχετικής διάταξης, προκύπτει ότι αυτή μπορεί να εφαρμοστεί, όχι μόνο σε περίπτωση εξωτερικής κρίσης, αλλά και σε περίπτωση εσωτερικών αναταραχών[160]. Πάντως, στην πράξη, η κατάσταση επείγουσας ανάγκης του Νόμου 55-385 εφαρμόστηκε επανειλημμένα[161] μέχρι την κατάργησή του το 2017 και την αντικατάστασή του από τον νέο υπ’ αριθμ. 2017-1510 Νόμο «για την ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας»[162]. Η τελευταία εκτεταμένη εφαρμογή της κατάστασης επείγουσας ανάγκης, την περίοδο 2015-2017, προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες ως προς την τήρηση των θεμελιωδών ελευθεριών στη Γαλλία, εξ αιτίας της χρονικής διάρκειας και του εξαιρετικά περιοριστικού χαρακτήρα των μέτρων που ελήφθησαν[163], οι οποίες εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά την κατάργηση του Νόμου 55-385 την 1η Νοεμβρίου 2017.
Σε άλλες έννομες τάξεις, όπως η γερμανική, οι θεσμοί του Δικαίου της Ανάγκης φαίνονται να σχετίζονται ευθέως με την εξέλιξη του συνταγματισμού[164], ενώ, σημείο αναφοράς στη γερμανική συνταγματική ιστορία αποτέλεσε το περίφημο άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης[165], η ίδια η παραγωγή του οποίου υπήρξε συνέπεια έκτακτων συνθηκών, καθώς συνέπεσε με την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο[166]. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 48 όριζε στην § 2 ότι ο Πρόεδρος δύναται να λάβει τα αναγκαία για την αποκατάσταση της έννομης τάξης μέτρα, ενδεχομένως με τη συνδρομή των ενόπλων δυνάμεων, εάν στο γερμανικό Ράιχ η δημόσια ασφάλεια και η τάξη έχουν σοβαρά διαταραχθεί ή απειληθεί. Για τον σκοπό αυτόν μπορούσε να αναστείλει πλήρως, ή εν μέρει, μία σειρά θεμελιωδών δικαιωμάτων[167]. Αντίστοιχα μέτρα μπορούσαν να λάβουν και τα κρατίδια (§ 4), ενώ, η § 5 όριζε ότι οι λεπτομέρειες της εφαρμογής του άρθρου 48 επρόκειτο να ρυθμιστούν με ομοσπονδιακό νόμο, ο οποίος, ωστόσο, ουδέποτε ψηφίστηκε.
Με αφορμή την εκτεταμένη εφαρμογή του άρθρου 48 καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, αναπτύχθηκε μια ζωηρή επιστημονική συζήτηση –τόσο εντός, όσο και εκτός Γερμανίας-, επίκεντρο της οποίας ήταν το κατά πόσο η εν λόγω διάταξη μπορούσε να επιτρέψει στον ανώτατο άρχοντα την αναστολή σχεδόν του συνόλου των συνταγματικών διατάξεων, χωρίς να δεσμεύεται από την περιοριστική απαρίθμηση της § 2, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία του ίδιου του Συντάγματος. Δεδομένου ότι το άρθρο 48 αντιμετωπιζόταν ως ένα μέσο για τη διατήρηση της απειλούμενης ή την αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης και την επιστροφή σε συνθήκες ομαλότητας, η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε να θεωρείται ο εγγύτερος προς την αρχαία ρωμαϊκή dictatura θεσμός, καθώς ο τελικός σκοπός δεν ήταν η αλλοίωση ή η μεταβολή του πολιτικού και πολιτειακού καθεστώτος, αλλά η διατήρησή του. Συνεπώς, ο Πρόεδρος δεν θα μπορούσε να υπερβεί τον ρόλο που του αναγνώριζε το ίδιο το Σύνταγμα, αναστέλλοντας συνολικά την ισχύ του, εφόσον δεσμευόταν διά του όρκου του (άρθρο 42) να τηρεί και να προστατεύει τη θεμελιώδη έννομη τάξη[168]. Την άποψη περί προσωρινής αναστολής του συνόλου των συνταγματικών διατάξεων –ανεξαρτήτως της περιοριστικής απαρίθμησης της § 2 του άρθρου 48- υποστήριξαν θεωρητικοί, όπως ο Carl Schmitt και ο Erwin Jacobi, στο πλαίσιο της δεύτερης Ημερίδας των Γερμανών Δημοσιολόγων στην Ιένα το Φθινόπωρο του 1924[169].
Οι βασικές κατευθύνσεις της –κρατούσας κατά τον μεσοπόλεμο- θετικιστικής ερμηνείας συνηγορούσαν υπέρ της άποψης ότι οι διατάξεις που άρθρου 48 θα έπρεπε να εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που πληρούνταν οι όροι για την ενεργοποίησή της, δηλαδή, αποκλειστικά, σε περίπτωση «σοβαρής διατάραξης ή σοβαρής διακινδύνευσης της δημόσιας ασφάλειας και τάξης». Ο βαθμός, η έκταση, και το είδος των συνθηκών που υπαγόρευαν την εφαρμογή των θεσμών έκτακτης ανάγκης αποτελούσαν πραγματικά στοιχεία, και όχι νομικές έννοιες. Επομένως, ο μόνος αρμόδιος για την αξιολογική τους εκτίμηση ήταν ο Πρόεδρος του Reich, δηλαδή, η απόφαση για την εφαρμογή του άρθρου 48 αναγόταν στη σφαίρα της πολιτικής εξουσίας η οποία, βάσει της θεωρίας των κυβερνητικών πράξεων, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, από τη στιγμή που δεν μπορούσε να ενταχθεί στην έννοια των διοικητικών πράξεων[170]. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τη ratio του άρθρου 48, απαγορευόταν στον Πρόεδρο του Reich να υπερβεί τα όρια της εξουσίας του, φτάνοντας στο σημείο να μεταβάλλει το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο, καθώς, υπό την ισχύ του άρθρου 48, τα έκτακτα μέτρα δεν ήταν επιτρεπτό να υπερβαίνουν τα απαραίτητα χρονικά όρια. Ακολούθως, η επάνοδος στην ομαλότητα θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη αμέσως μετά την παύση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 48[171].
Η άποψη του Schmitt στηριζόταν στην αντίληψη ότι ο Πρόεδρος του Reich αποτελούσε ένα παράλληλο προς τον Καγκελάριο (Reichskanzler) κέντρο εξουσίας. Η διαφορά του ήταν ότι ο τελευταίος, ως επικεφαλής της Κυβέρνησης, καθόριζε τη γενική πολιτική της Χώρας, διαθέτοντας τη στήριξη της εμπιστοσύνης του Reichstag, το οποίο αντικατόπτριζε τον κατακερματισμό λόγω της πολυκομματικής του σύνθεσης και λειτουργούσε υπό όρους πολυδιάσπασης, ενώ ο Πρόεδρος του Reich διέθετε ειδικότερο θεσμικό βάρος διότι -βάσει του άρθρου 41 του Συντάγματος- αναδεικνυόταν με άμεση εκλογή από τον λαό, και επομένως λειτουργούσε ως «ενοποιητικό» σύμβολο. Ωστόσο, οι θέσεις αυτές υποκρύπτουν την αρχή του λεγόμενου “Führerprinzip”, που αποτέλεσε το θεωρητικό θεμέλιο για τη δικαιολόγηση του Ολοκληρωτισμού[172]. Ο Schmitt, επισημαίνοντας τη διάκριση μεταξύ «εντεταλμένης» και «κυρίαρχης» δικτατορίας, για τις οποίες είχε κάνει λόγο στο έργο του «Die Diktatur» (1922), υποστήριζε ότι οι έκτακτες αρμοδιότητες του Προέδρου του Reich, όπως αυτές κατοχυρώνονταν στο άρθρο 48 § 2, αποτελούσαν de jure μια μορφή «εντεταλμένης δικτατορίας», μολονότι είχε παραμείνει εκκρεμής και σκοπίμως αρρύθμιστη[173] με σκοπό να λειτουργεί de facto χωρίς νομική αιτιολόγηση, ως κατάλοιπο της «κυρίαρχης δικτατορίας» που είχε ασκηθεί από την Εθνοσυνέλευση της Βαϊμάρης[174].
Από την άλλη πλευρά, οι Hans Nawiasky και Richard Grau, ακολουθώντας θετικιστικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, υποστήριζαν ότι το άρθρο 48 δεν αναγνώριζε στον Πρόεδρο τη δυνατότητα παρέκκλισης από τις διατάξεις που διασφάλιζαν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, εφόσον εκείνες δεν απαριθμούνταν ρητώς στο ίδιο το Σύνταγμα. Δεν έλειψαν, ωστόσο, τουλάχιστον από την πλευρά του Grau, και φυσικοδικαιϊκά επιχειρήματα, καθώς, κατά τη γνώμη του, οι Schmitt και Jacobi αγνοούσαν την ουσία του Συντάγματος, το ιδανικό του περιεχόμενο[175]. Κατά την άποψη του συγγραφέα αυτού, η αποτελεσματικότητα ενός Συντάγματος θα μπορούσε να επιτευχθεί στον βαθμό που το κείμενό του ανταποκρινόταν σε ένα «ιδανικό ελάχιστο συνταγματικό περιεχόμενο», το οποίο θα έπρεπε να ενυπάρχει στη λαϊκή συνείδηση, λειτουργώντας, υπό μία έννοια, ως υποκατάστατο του φυσικού δικαίου. Για τον Grau, η διάταξη του άρθρου 48 § 2 αποτελούσε κανόνα οργανωτικού χαρακτήρα, κάτι που -όπως υποστήριζε- αγνοούσαν εσφαλμένα οι Schmitt και Jacobi, καθώς, από πουθενά δεν προέκυπτε ότι ο Πρόεδρος του Reich διέθετε ειδική εξουσία σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, η οποία μπορούσε να έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το συνταγματικό κείμενο.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον Grau, η παρέκκλιση από έναν κανόνα θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρότερες συνέπειες από την αναστολή ισχύος του, καθώς υπήρχε η δυνατότητα να αναστέλλεται ένας κανόνας δικαίου, σύμφωνα με τη συνταγματική ρύθμιση, και να διατηρείται σε ισχύ ένα τμήμα του πεδίου εφαρμογής του· ωστόσο, υπήρχε η δυνατότητα, ενώ διατηρείται τυπικά σε ισχύ ένας κανόνας, να αναστέλλεται στην πράξη η ουσιαστική του ισχύς[176].
Από την άλλη, ο Nawiasky επέκρινε τον Schmitt, καθώς θεωρούσε ότι με τις θέσεις που υποστήριζε έδινε προτεραιότητα σε ένα πολιτικό επιχείρημα με σκοπό να το μετατρέψει σε συνταγματικό επιχείρημα και, ειδικότερα, προκειμένου να δώσει το προβάδισμα σε ορισμένες συνταγματικές διατάξεις έναντι άλλων (ίσης κατά τ’ άλλα τυπικής ισχύος)[177]. Τέλος, για τον Nawiasky, το Σύνταγμα θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ένα ενιαίο σύνολο, οι διατάξεις του οποίου -πλην διαφορετικής πρόβλεψης- δεν μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο παρέκκλισης· συνεπώς, εξωνομικά και πολιτικά κριτήρια, όπως εκείνα που υποστήριζαν οι Schmitt και Jacobi, θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται επιφυλακτικά. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η ερμηνεία του άρθρου 48 § 2 δεν θα μπορούσε παρά να είναι στενή λόγω του ειδικού της χαρακτήρα[178].
Η καταχρηστική εφαρμογή του άρθρου 48, ιδίως κατά την περίοδο 1929-1932, καλλιέργησε τις προϋποθέσεις της κατάλυσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Γερμανία και άνοιξε, σε μεγάλο βαθμό, τον δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας από τους Εθνικοσοσιαλιστές και τον Hitler. Το γεγονός αυτό λειτούργησε αποτρεπτικά[179] για τους εμπνευστές του μεταπολεμικού (1949) Συντάγματος της (Δυτικής, αρχικά, μέχρι το 1990) Γερμανίας, του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης, στο κείμενο του οποίου δεν υπήρχαν διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, αν και στη συνταγματική αναθεώρηση του 1968[180] ψηφίστηκαν -εν μέσω αντιδράσεων- ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης. Καθώς οι γερμανικές κυβερνήσεις σε κρίσιμες περιόδους (π.χ. κατά τη δεκαετία του 1970) προτίμησαν να εφαρμόσουν την κοινή νομοθεσία, και όχι τις ειδικές διατάξεις που υιοθετήθηκαν με την αναθεώρηση του 1968, αναπτύχθηκε στη θεωρία η έννοια της «υπεράνω του νόμου κατάστασης έκτακτης ανάγκης», ως νομικού αξιώματος για όλα τα κρατικά όργανα, που απορρέει από το γεγονός ότι δεν περιορίζεται ρητά βάσει των οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος[181]. Σε σχέση με το ζήτημα της ρύθμισης των καταστάσεων ανάγκης, σύμφωνα με την ίδια πάντοτε άποψη, γίνεται δεκτό ότι το μόνο κρατικό όργανο που μπορεί να θεωρηθεί ως κάτοχος εξουσιών έκτακτης ανάγκης πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά, ήτοι: α) να επικεντρώνεται στη δράση διαθέτοντας την ανάλογη οργάνωση και β) να είναι πολιτικό και όχι απλώς διοικητικό όργανο[182]. Γενικά όρια αποτελούν οι περιορισμοί των άρθρων 1 και 20 του Θεμελιώδους Νόμου που προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος αντίστοιχα, αν και πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα εισαγωγής και νέων περιορισμών (για παράδειγμα, σε σχέση με τη χρονική ισχύ των μέτρων, την αποφυγή γενίκευσής τους κ.λπ.).
2. Οι θεσμοί και η θεωρία του Δικαίου της Ανάγκης στην ελληνική έννομη τάξη
Πάντως, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις σύγχρονων εκπροσώπων της θεωρίας, δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη ειδικής συνταγματικής διάταξης, αλλά αρκεί το κοινό νομοθετικό πλαίσιο[183], και τούτο, διότι, κατά την άποψη αυτή, η ύπαρξη ενός ειδικού συνταγματικού καθεστώτος για τη ρύθμιση των καταστάσεων ανάγκης μπορεί να μετατραπεί σε «Δούρειο Ίππο» κατάλυσης της ίδιας της συνταγματικής τάξης[184]. Ωστόσο, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία γνώμη, η ύπαρξη ειδικής συνταγματικής πρόβλεψης διασφαλίζει την έννομη τάξη, διότι η θεμελίωση του Δικαίου της Ανάγκης σε μία φυσικοδικαιϊκή βάση ελλοχεύει κινδύνους πολύ πιο σοβαρούς και δυσκολότερα προβλέψιμους σε σχέση με εκείνους που θα μπορούσαν να ανακύψουν σε περίπτωση μιας καταχρηστικής προσφυγής στις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για μια «υπερσυνταγματική κατάσταση ανάγκης», ικανή να αποδιαρθρώσει ή να ανατρέψει συνολικά την υφιστάμενη έννομη τάξη. Με βάση τα δεδομένα αυτά, σε περίπτωση απουσίας ρητής συνταγματικής ρύθμισης, δεν αρκεί η επίκληση της αρχής “salus populi suprema lex esto”, πολύ περισσότερο, όταν πρόκειται για αυστηρό Σύνταγμα[185].
Στην Ελλάδα, το Δίκαιο της Ανάγκης εισήχθη με τον θεσμό της κατάστασης πολιορκίας, ο οποίος καθιερώθηκε για πρώτη φορά ρητά με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864, το 1911. Το άρθρο 91 του Συντάγματος του 1864/1911[186] καθιέρωνε τη δυνατότητα προσωρινής, ολικής ή μερικής, αναστολής των σημαντικότερων εγγυήσεων των ατομικών δικαιωμάτων σε περίπτωση πολέμου ή εξαιτίας γενικής επιστράτευσης, οφειλόμενης σε εξωτερικούς κινδύνους. Αντίστοιχο ήταν και το περιεχόμενο των διατάξεων των κατοπινών Συνταγμάτων και ειδικότερα, του άρθρου 97[187] του Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας της 3ης Ιουνίου 1927 και 91 του Συντάγματος του 1952, το οποίο, μάλιστα, εκτός από τους «εξωτερικούς κινδύνους», συμπεριέλαβε και τις περιπτώσεις «εσωτερικής απειλής», κάτι που εξηγείται από την εποχή, αλλά και από τις ίδιες τις συνθήκες ψήφισής του.
Μία καινοτομία του Συντάγματος του 1927 ήταν η ρύθμιση της αντιμετώπισης των λεγόμενων «μικρών καταστάσεων ανάγκης», με την εισαγωγή ειδικής διάταξης στο 77, το οποίο όριζε τα εξής: «Ἄρθρον 77.- § 1. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατόπιν εἰδικῶν ἐξουσιοδοτήσεων τῶν Βουλῶν διὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των, ἐντὸς τῶν ὑπ’ αὐτῶν τεθειμένων ὁρίων καὶ μετὰ σύμφωνον πάντοτε γνώμην εἰδικῶν μικτῶν ἐπιτροπῶν ἀπὸ βουλευτὰς καὶ γερουσιαστάς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶνε κατώτερος τοῦ δεκάτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ γερουσιαστῶν. Πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς αὐτὰς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν των καὶ σχετικὴ πλειοψηφία, ἡ ὁποία πάντως πρέπει νὰ συγκεντρώνῃ τὰ δύο πέμπτα τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ αὐτῶν. § 2. Τὰ ἀνωτέρω Νομοθετικὰ Διατάγματα ὑποβάλλονται εἰς τὰς Βουλὰς μόλις ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι των πρὸς κύρωσιν, ἡ ὁποία γίνεται δι’ ἐπιψηφίσεως εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον. Ἐὰν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας δὲν γίνῃ ἡ κύρωσις αὕτη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθίστανται τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα ἄκυρα ἐφεξῆς. Ἐὰν ἡ Γερουσία δὲν λάβῃ ἀπόφασιν ἐντὸς τῆς ἀνωτέρω τετραμήνου προθεσμίας, θεωρεῖται κυρώσασα τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἐὰν τὰ ἀπορρίψῃ, ἐφαρμόζονται τὰ τοῦ ἄρθρου 30, παρατεινομένης ἐπὶ τετράμηνον τῆς ἰσχύος τῶν σχετικῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων». Σκοπός της ανωτέρω ρύθμισης ήταν η τυποποίηση μιας πρακτικής που είχε ακολουθηθεί και υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1911, αν και, οι διατάξεις της νέας αυτής ρύθμισης, που παρείχαν εξουσιοδοτήσεις εκ μέρους των νομοθετικών σωμάτων, είχαν χαρακτήρα γενικό και αόριστο, γεγονός που τις καθιστούσε συνταγματικά προβληματικές. Άλλωστε, η απουσία σαφούς εξουσιοδοτικού πλαισίου και εγγυήσεων[188], υπονόμευσε τον θεσμικό ρόλο των αντιπροσωπευτικών -και κατεξοχήν νομοθετικών- σωμάτων και καλλιέργησε ένα κλίμα εθισμού που διευκόλυνε την υιοθέτηση μεθοδεύσεων αντίθετων προς το Σύνταγμα και οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας[189].
Μεταπολεμικά, αντίστοιχη προσπάθεια επιχειρήθηκε και υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1952, το άρθρο 35, του οποίου όριζε τα εξής: «§ 1. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, οὐδέποτε δὲ δύναται νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου. § 2. Ὁ Βασιλεὺς δύναται, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ἢ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, νὰ προβαίνῃ εἰς ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων πρὸς ρύθμισιν ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων θεμάτων μετὰ σύμφωνον γνώμην εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐκ βουλευτῶν, ὁριζομένης εἰς τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου καὶ λειτουργούσης μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας συνόδου. § 3. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ εἶναι κατώτερος τοῦ ἑνὸς πέμπτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, πρὸς λήψιν δὲ ἀποφάσεων ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τῶν δύο τρίτων τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ σχετικὴ πλειοψηφία. § 4. Ἡ Βουλὴ δύναται ἑκάστοτε δι’ ἀποφάσεώς της νὰ θέτῃ περιορισμοὺς εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀνωτέρω νομοθετικῶν διαταγμάτων. § 5. Προτάσεις νόμων, ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ βουλευτῶν κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, περὶ τροποποιήσεως, καταργήσεως καὶ ἀκυρώσεως τῶν διαταγμάτων τούτων ἐγγράφονται τῇ αἰτήσει δέκα πέντε τοὐλάχιστον βουλευτῶν, κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας». Κατά τη γνώμη του Αριστόβουλου Μάνεση[190], ο θεσμός του άρθρου 35 §§ 2-5, διέφερε από το Δίκαιο της Ανάγκης, διότι, α) ενώ το Δίκαιο της Ανάγκης ασκείται πάντοτε από την εκτελεστική εξουσία και, μάλιστα, από τον επικεφαλής της, η έκτακτη νομοθετική διαδικασία ασκείται από ένα σύνθετο νομοθετικό όργανο, β) η έννοια του «ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος» είναι αρκετά ευρεία προκειμένου να θεωρηθεί ταυτόσημη με την αντίστοιχη έννοια του Δικαίου της Ανάγκης, που συνυφαίνεται με -συχνά υπαρξιακής φύσης- κίνδυνο της Πολιτείας και γ) το στοιχείο της προσωρινότητας που χαρακτήριζε τους αναγκαστικούς νόμους[191] ήταν ξένο προς τη νομική φύση και ισχύ των νομοθετικών διαταγμάτων του άρθρου 35. Το βέβαιο είναι ότι, σε αντίθεση με τα νομοθετικά διατάγματα του άρθρου 77 του Συντάγματος του 1927, τα οποία βασίζονταν στη δήλωση βούλησης των δύο νομοθετικών σωμάτων (Βουλής και της Γερουσίας) ότι εξουσιοδοτούν την Κυβέρνηση προς έκδοση νομοθετικών διαταγμάτων, χωρίς την οποία δεν μπορούσε να τηρηθεί η ανωτέρω διάταξη, το άρθρο 35 § 2 του Συντάγματος του 1952 αναγνώριζε στον Βασιλιά την εξουσία να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα κατά τον χρόνο απουσίας της Βουλής ή διακοπής των εργασιών της, ενεργώντας έτσι αυτομάτως, με απευθείας επίκληση της συνταγματικής διάταξης και χωρίς να απαιτείται ειδική εξουσιοδότηση του νομοθετικού σώματος[192]. Παράλληλα, μία άλλη μορφή έκτακτης νομοθέτησης που υιοθέτησαν οι Κυβερνήσεις της περιόδου 1952-1967, η οποία δεν προβλεπόταν ρητά στο Σύνταγμα του 1952, ήταν η έκδοση των λεγόμενων «Πράξεων Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» (ΠΥΣ), οι οποίες έφεραν ορισμένα κοινά γνωρίσματα με τους Αναγκαστικούς Νόμους, ήτοι το νομοθετικό περιεχόμενο και τη ρήτρα μεταγενέστερης κύρωσής τους από τη Βουλή. Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα των ΠΥΣ συνίστατο στην έκδοσή τους χωρίς την τυπική έγκριση του Βασιλιά και στο γεγονός ότι δεν γινόταν επίκληση ρύθμισης «ἐξαιρετικῶς ἐπειγόντων» θεμάτων. Για τον Μάνεση, η πρακτική της έκδοσης ΠΥΣ αποτελούσε μία μορφή «λαθραίας ἀσκήσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας» εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου[193], με συνέπεια να «πλήττουν αὐτὰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος».
Πάντως, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν έλαβε υπόψη τη συστηματική καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταστάσεως πολιορκίας που παρατηρήθηκε από την πρώτη στιγμή της καθιέρωσής της στην Ελλάδα και επέλεξε τη διατήρησή της με το άρθρο 48 του -και σήμερα ισχύοντος- Συντάγματος, το οποίο αναθεωρήθηκε το 1986, μετριάζοντας το αρχικά υπερβολικό του περιεχόμενο, που αναγνώριζε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προσωρινές εξουσίες δικτατορικής φύσης[194]. Με την αναθεώρηση του 1986, οι προϋποθέσεις για την κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας έγιναν περισσότερο αυστηρές[195], με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στη Βουλή και την Κυβέρνηση, τονίζοντας περισσότερο τον προσωρινό χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει το Δίκαιο της Ανάγκης[196]. Παρά την αναθεώρηση του άρθρου 48 Συντ., ο κοινός νομοθέτης δεν προέβη σε αντικατάσταση ή τροποποίηση του Ν. 566/1977, δυνάμει του οποίου ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες για την κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας κατά τρόπο συνταγματικά προβληματικό.
Το έτερο σκέλος που συνθέτει το Δίκαιο της Ανάγκης στην Ελλάδα εντοπίζεται στη ρύθμιση του άρθρου 44 § 1 Συντ., που ρυθμίζει τις «μικρές καταστάσεις ανάγκης», οι οποίες καθορίζονται με βάση τη φύση και το μέγεθος της σοβαρότητας των επικίνδυνων περιστάσεων. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής». Για την αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών απαιτείται η λήψη άμεσων και ειδικών μέτρων, χωρίς όμως να επέρχονται σοβαρές αποκλίσεις από τις συνταγματικές διατάξεις, ενώ ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν καταστάσεις φυσικών ή περιβαλλοντικών καταστροφών, οικονομικών κρίσεων κ.λπ.. Σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία άποψη, οι εξαιρετικές νομοθετικές αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας (Κυβέρνησης και Προέδρου της Δημοκρατίας), όπως ρυθμίζονται στο άρθρο 44 § 1, ως προς τη φύση τους και την αποστολή τους, αποτελούν μέρος του Δικαίου της Ανάγκης[197]. Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση των ΠΝΠ είναι η πραγματική συνδρομή εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης που ενδέχεται να εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, κάτι που σημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτη η κατά το δοκούν αξιοποίησή τους από τους φορείς της εκτελεστικής εξουσίας. Από την άποψη αυτή, ένα στοιχείο που πρέπει να χαρακτηρίζει τις ΠΝΠ είναι ο προσωρινός χαρακτήρας των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει αυτών· σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η λήψη μέτρων γενικού χαρακτήρα και με μόνιμα χαρακτηριστικά. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα και -ιδίως- τα αυστηρά χρονικά όρια που τίθενται μέχρι να καταστούν οι ΠΝΠ τυπικοί νόμοι, γίνεται δεκτό από την κρατούσα γνώμη, ότι δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος περί Δικαίου της Ανάγκης κειμένου, εκτός του συνταγματικού πλαισίου[198].
Σύμφωνα με τον Πέτρο Ι. Παραρά, «τὸ ἄρθρον 44 § 1 προϋποθέτει δύο κρίσεις: α) τὴν θετικὴν διαπίστωσιν ὅτι ὑπάρχει ὡρισμένον θέμα, ὡς πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀπροόπτως ἀνέκυψε καὶ ἀξιοῖ νομικὴν κάλυψιν και β) τὴν ἀρνητικὴν διαπίστωσιν ὅτι εἰς τὴν ἰσχύουσα ἔννομον τάξιν δὲν ὑφίσταται κανὼν δικαίου δυνάμενος νὰ καλύψῃ τὸ διαπιστωθὲν πραγματικὸν γεγονός»[199]. Εφεξής, λοιπόν, γεννάται η ανάγκη να γίνει άμεσα η σύνδεση του πραγματικού γεγονότος με την έννομη τάξη, μέσω της θέσπισης ειδικού προς τούτο κανόνα δικαίου[200]. Με βάση την ανωτέρω θέση, οι ρυθμίσεις του άρθρου 44 § 1 Συντ. δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν απόλυτα στην έννοια του Δικαίου της Ανάγκης, καθώς στο κανονιστικό περιεχόμενο της διάταξης απαντώνται μόνο οι προϋποθέσεις της εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, ενώ ο υπόλοιπος μηχανισμός ενεργοποίησής της ανήκει στις συντεταγμένες αρμοδιότητες των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας[201]. Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί ότι ούτε η μέθοδος ερμηνείας των κανόνων δικαίου θα πρέπει να αλλάζει με γνώμονα την επίκληση της συνδρομής έκτακτων περιστάσεων[202]. Στην πράξη, η έκδοση ΠΝΠ διευρύνει τη νομοθετική αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς δεν πρόκειται για τη σαφέστατη κατάσταση ανάγκης, όπως αυτή οριοθετείται από το άρθρο 48, όπου απειλούμενο αγαθό είναι η ίδια η υπόσταση της Πολιτείας, αλλά καλύπτονται έκτακτες νομοθετικές ανάγκες[203]. Ωστόσο, ίσως θα ήταν σκόπιμο να μην περιορίζεται η έννοια του Δικαίου της Ανάγκης στις ακραίες περιπτώσεις κατά τις οποίες απειλείται η υπόσταση της Πολιτείας ή διακυβεύεται η σωτηρία του κράτους (salus rei publicae), αλλά να επεκτείνεται και στις καταστάσεις εκείνες που η αντιμετώπισή τους κρίνεται, όχι απλώς σκόπιμη, αλλά και επιβεβλημένη· τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι κρίσεις που συνίστανται σε περιβαλλοντικές ή φυσικές καταστροφές, επιδημίες ή οικονομικής φύσης κρίσεις.
Ένα σοβαρό πρόβλημα που ανακύπτει με την πρακτική έκδοσης των ΠΝΠ είναι το ζήτημα της συχνότητας, του χρόνου ισχύος των θεσπιζόμενων με αυτές μέτρων, αλλά και της σκοπιμότητας που εξυπηρετούν, καθώς τα τελευταία χρόνια -και ιδίως με την εκδήλωση των δύο μείζονος σημασίας κρίσεων, της οικονομικής από το 2009-2010[204] και της υγειονομικής του 2020-2021, παρατηρήθηκε μία αύξηση των ΠΝΠ, ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν συνέτρεχαν οι όροι για την έκδοσή τους· δεν έλειψαν μάλιστα και οι περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες οι ΠΝΠ υποκατέστησαν την τακτική νομοθετική διαδικασία· η δε έκταση ορισμένων εξ αυτών θύμιζε σαφέστατα τυπικό νόμο[205]. Επίσης, παρατηρήθηκε το φαινόμενο έκδοσης ΠΝΠ που τροποποιούσαν ήδη ψηφισμένες νομοθετικές διατάξεις σε διάστημα λίγων μόνο ημερών ή ακόμα και την ίδια ημέρα με αυτές. Ένα τέτοιο, ακραίο[206], παράδειγμα είναι η ΠΝΠ με αντικείμενο «Επιμέρους ρυθμίσεις των επειγόντων μέτρων εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»[207] της 12.11.2012, η οποία εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ την ίδια ημέρα με την ψήφιση του νόμου τον οποίο τροποποίησε (Ν. 4093/2012). Ο ίδιος δε νόμος τροποποιήθηκε λίγο αργότερα με δύο ακόμη ΠΝΠ[208].
Επίλογος
Μελετώντας κανείς προσεκτικά την εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου της Ανάγκης στις διάφορες έννομες τάξεις (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητη η προσαρμογή των κανόνων αυτών στο πλαίσιο των δικαιοκρατικών εγγυήσεων που κατοχυρώνονται στα σύγχρονα συνταγματικά κείμενα[209]. Ωστόσο, η «εργαλειακή» αξιοποίηση του Δικαίου της Ανάγκης -και, στην Ελλάδα, του άρθρου 44 § 1 Συντ.- εκ μέρους των κυβερνήσεων δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους υποτίθεται ότι τίθεται σε ισχύ. Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η σταθερή στάση της νομολογίας των Δικαστηρίων (όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό) που αρνούνται να εξετάσουν τη συνταγματικότητα των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την ενεργοποίηση του Δικαίου της Ανάγκης. Οπωσδήποτε, η υιοθέτηση ενός ενδελεχούς συστήματος ελέγχου της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, στο μέτρο που υπάρχουν πραγματικά σοβαροί λόγοι για την υιοθέτηση έκτακτων μέτρων, όμως δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η καταχρηστική λήψη έκτακτων μέτρων παραβιάζει τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος. Από την άποψη αυτή, τα πορίσματα της νομολογίας των ελληνικών ανωτάτων δικαστηρίων -και κυρίως του ΣτΕ σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο των ΠΝΠ- κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά είναι. Ειδικότερα, στον βαθμό που γίνεται δεκτή η νομική φύση των ΠΝΠ ως ιδιότυπων τυπικών νόμων, η έκδοσή τους διενεργείται κατ’ απόκλιση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και των διατάξεων που ρυθμίζουν τη συνήθη νομοπαραγωγική διαδικασία, ο έλεγχος του ουσιαστικού περιεχομένου τους -ήτοι της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων- συντελείται από το όργανο που λαμβάνει και την πολιτική ευθύνη να αξιολογήσει τα στοιχεία εκείνα που οδηγούν στην αναγνώριση της έκτακτης, απρόβλεπτης και εξαιρετικώς επείγουσας ανάγκης· και το όργανο αυτό δεν είναι άλλο από την Κυβέρνηση. Βεβαίως, υπάρχει πάντοτε και η δυνατότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να αρνηθεί την έκδοση ΠΝΠ όταν διαπιστώνει το προδήλως αντισυνταγματικό περιεχόμενό της[210], γεγονός που υποχρεώνει την Κυβέρνηση να επανεξετάσει το υποβληθέν σχέδιο ΠΝΠ. Ωστόσο, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι, εφόσον μια ΠΝΠ κυρωθεί εντός των συνταγματικών προθεσμιών με τυπικό νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και, μάλιστα, αναδρομικώς[211]. Από μεγάλο μέρος της θεωρίας, ωστόσο, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ενός οριακού δικαστικού ελέγχου της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση ΠΝΠ, ώστε να αντιμετωπίζονται οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες υφίσταται προφανής παράβαση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, ιδίως δε του άρθρου 44 § 1 Συντ.[212]. Από την άποψη αυτή, προς τη σωστή κατεύθυνση φάνηκε να κινείται η μειοψηφία ενός Συμβούλου στις υπ’ αριθμ. 737 και 738/2012 αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία «[…] Η ενάσκηση νομοθετικής εξουσίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, βάσει του άρθρου 44 § 1 του Συντάγματος, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς, όσον αφορά τη συνδρομή έκτακτης περίπτωσης εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, δεδομένου ότι συνιστά εξαίρεση από τους θεμελιώδεις κανόνες των άρθρων 26 § 1 και 43 § 2 του Συντάγματος, η δε (αιτιολογημένη) εκτίμηση του Προέδρου της Δημοκρατίας και του προτείνοντος την πράξη Υπουργικού Συμβουλίου περί της συνδρομής τέτοιας περίπτωσης ελέγχεται από το δικαστή για πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης»[213]. Σε σχέση με το ανωτέρω θέμα θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα τον δικαστικό έλεγχο των εξαιρετικών περιστάσεων, που αιτιολογούν την άσκηση διοικητικής εξουσίας εκ μέρους νομοθετικών οργάνων[214].
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η ενεργοποίηση των θεσμών του Δικαίου της Ανάγκης σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου συχνά οδηγεί σε αδιέξοδο. Λαμβάνοντας, λοιπόν υπόψη, το γεγονός ότι τα κρίσιμα πεδία της οικονομίας, της ασφάλειας, της κοινωνικής πολιτικής, αλλά και της προστασίας της δημόσιας υγείας επηρεάζουν σημαντικά το Δίκαιο, αλλά και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, σκόπιμη κρίνεται μια επανεξέταση των θεσμών που συνθέτουν το Δίκαιο της Ανάγκης, υπό το πρίσμα μιας «δυναμικής» ερμηνείας, με τη συνδρομή τόσο της θεωρίας, όσο και της νομολογίας, με σκοπό την ενίσχυση και την εμβάθυνση του δημοκρατικού κράτους δικαίου.
[Το παρόν στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη διδακτορική διατριβή του Ζώη Γ., Δίκαιο της Ανάγκης, Κατάσταση Πολιορκίας και Έκτακτη Νομοθετική Διαδικασία, Μια ιστορική και συγκριτική έρευνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2024.]
[1] Βλ. Κριάρη Ι., Συνταγματικοί θεσμοί για την αντιμετώπιση κρατικών κρίσεων στην Ελλάδα και την αλλοδαπή, διδακτορική διατριβή, Αθήνα, 1985, σελ. 5.
[2] Πλάτων, Πολιτεία, Ι΄, 615a-621d.
[3] Ευριπίδη, Ελένη, 514: «…δεινῆς ἀνάγκης οὐδὲν ἰσχύειν πλέον…».
[4] Βλ.Μεταξάς Α.-Ι., Το Δίκαιο της Ανάγκης και η Διάστασις νομολογίας Συμβουλίου της Επικρατείας και Αρείου Πάγου, Ευρασία, Αθήνα, 2017, σελ. [72] 24.
[5] Για «ἀναμφισβήτητον ἀξιολογικὸν δέον» κάνει λόγο ο Μεταξάς, Ibid.
[6] Marcus Tullius Cicero, De Legibus, III, III, 8, “Regio imperio duo sunto, iique praeeundo, iudicando, consulendo praetores, iudices, consules appellamino;1 militiae summum ius habento, nemini parento; ollis salus populi suprema lex esto”, Loeb Classical Library, 1928, σελ. 465 επ..
[7] Βλ. Schmitt C., Politische Theologie. Vier Kapitel zur Lehre von der Souveränität, 8. Auflage y. Duncker & Humblot, Berlin. 2004, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: “Der Ausnahmezustand hat für die Jurisprudenz eine analoge Bedeutung wie das Wunder für die Theologie”.
[8] Ibidem.
[9] Ο γνωστότερος ίσως εκπρόσωπος των τάσεων αυτών είναι ο Ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben, ο οποίος μέσα από τα έργα του –που είναι επηρεασμένα από τις θέσεις του Walter Benjamin- υποστηρίζει ότι σήμερα η κατάσταση εξαίρεσης αδυνατεί να διακριθεί πλέον από την κανονική κατάσταση. Αντιπροσωπευτικότερο έργο του σχετικά με το εν λόγω θέμα είναι το βιβλίο του με τίτλο Lo stato di eccezione, Bollati Boringhieri, 2003 (σε ελληνική μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου, Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2013).
[10] Βλ. Yannakopoulos C., «L’état d’exception, nouveau régime de droit commun des droits et libertés ? Du terrorisme à l’urgence sanitaire», Annuaire international de justice constitutionnelle (AIJC), vol. XXXVI-2020, 2021, σελ. 46.
[11] Βλ. Ομήρου, Οδύσσεια, θ 258-260: «αἰσυμνῆται δὲ κριτοὶ ἐννέα πάντες ἀνέσταν/δήμιοι, οἳ κατ᾽ ἀγῶνας ἐὺ πρήσσεσκον ἕκαστα, /λείηναν δὲ χορόν, καλὸν δ᾽ εὔρυναν ἀγῶνα» · βλ. επίσης Ομήρου, Ιλιάδα, Ω 347: «[…]βῆ δ᾽ ἰέναι κούρῳ αἰσυμνητῆρι ἐοικὼς».
[12] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1285a, 30-35: «Δύο μὲν οὖν εἴδη ταῦτα μοναρχίας, ἕτερον δ᾽ ὅπερ ἦν ἐν τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησιν, οὓς καλοῦσιν αἰσυμνήτας. ἔστι δὲ τοῦθ᾽ ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν αἱρετὴ τυραννίς, διαφέρουσα δὲ τῆς βαρβαρικῆς οὐ τῷ μὴ κατὰ νόμον ἀλλὰ τῷ μὴ πάτριος εἶναι μόνον. ἦρχον δ᾽ οἱ μὲν διὰ βίου τὴν ἀρχὴν ταύτην, οἱ δὲ μέχρι τινῶν ὡρισμένων χρόνων ἢ πράξεων, οἷον εἵλοντό ποτε Μυτιληναῖοι Πιττακὸν πρὸς τοὺς φυγάδας ὧν προειστήκεσαν Ἀντιμενίδης καὶ Ἀλκαῖος ὁ ποιητής». The Loeb Classical Library, Harvard University Press, 1998, σελ. 250.
[13] Για την ετυμολογία βλ.Andrewes Α., The Greek Tyrants, London, 1966, σελ. 96 και σε ελληνική μετάφραση, Η Τυραννία στην Αρχαία Ελλάδα, Μετάφραση Κασού Μ., Καρδαμίτσας, 1992, σελ. 133.
[14] Για την «πόλη-κράτος» βλ. ενδεικτικά Glotz G., Η Ελληνική «πόλις», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Μετάφραση: Α. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1989.
[15] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1285b, 20-25. ό.π., σελ. 252· Διονυσίου Ἀλικαρνασέως, Ρωμαϊκή Ἀρχαιολογία, V, 73. 3. The Loeb…, ό.π., Τ. 3, σελ. 223].
[16] Ἀριστοτέλης, Πολιτικὰ, (1279a), «τὰς δὲ πρὸς τὸ ἴδιον ἢ τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ πλήθους [συμφέρον] παρεκβάσεις», Κάκτος, Τ. 2, ό.π., σελ. 42.
[17] Πρόκειται για το «κοινῇ συμφέρον» ή το «κοινὸν τῶν πολιτῶν συμφέρον». Βλ. ενδεικτικά, Ζώη Γ., Το «γενικό συμφέρον» και το «δημόσιο συμφέρον»: Ιστορική διαδρομή και σημερινή λειτουργία της έννοιας, ΤοΣ 1/2017, σελ. 109 επ..
[18] Ἀριστοτέλης, Πολιτικὰ, (1279b): «παρεκβάσεις δὲ τῶν εἰρημένων τυραννὶς μὲν βασιλείας, […]. ἡ μὲν γὰρ τυραννίς ἐστι μοναρχία πρὸς τὸ συμφέρον τὸ τοῦ μοναρχοῦντος[…] πρὸς δὲ τὸ τῷ κοινῷ λυσιτελοῦν οὐδεμία αὐτῶν».
[19] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1285a, 30-35.
[20] Βλ. Glotz, Η Ελληνική «πόλις», ό.π., σελ.118.
[21] Διόδωρος Σικελιώτης, 12, 20, 1.
[22] Αριστοτέλης, Πολιτικά II, ix, 5, 1274a, 22-25. The Loeb ό.π., σελ. 166 επ..
[23] Για τη Res Publica βλ. ενδεικτικά Lintott A,, The Constitution of the Roman Republic, Clarendon Press Oxford, 1999· Τζαμτζής Ι., Ο Μεσογειακός κόσμος, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2014, Ανατύπωση 2018, σελ. 86 επ.,· Παυλόπουλος Π., Θεσμικά «κληροδοτήματα» της ρωμαϊκής «Res Publica» στη σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2023.
[24] Βλ. π.χ. όσα αναφέρει ο Ιστορικός Πολύβιος (202-120 π.Χ.) στο έργο του Ἱστορίαι, σχετικά με το ρωμαϊκό πολίτευμα: «Ἦν μὲν δὴ τρία μέρη τὰ κρατοῦντα τῆς πολιτείας, ἅπερ εἶπα πρότερον ἅπαντα· οὕτως δὲ πάντα κατὰ μέρος ἴσως καὶ πρεπόντως συνετέτακτο καὶ διῳκεῖτο διὰ τούτων ὥστε μηδένα ποτ‘ ἂν εἰπεῖν δύνασθαι βεβαίως μηδὲ τῶν ἐγχωρίων πότερ‘ ἀριστοκρατικὸν τὸ πολίτευμα σύμπαν ἢ δημοκρατικὸν ἢ μοναρχικόν. καὶ τοῦτ‘ εἰκὸς ἦν πάσχειν. ὅτε μὲν γὰρ εἰς τὴν τῶν ὑπάτων ἀτενίσαιμεν ἐξουσίαν, τελείως μοναρχικὸν ἐφαίνετ‘ εἶναι καὶ βασιλικόν, ὅτε δ‘ εἰς τὴν τῆς συγκλήτου, πάλιν ἀριστοκρατικόν· καὶ μὴν εἰ τὴν τῶν πολλῶν ἐξουσίαν θεωροίη τις, ἐδόκει σαφῶς εἶναι δημοκρατικόν. ὧν δ‘ ἕκαστον εἶδος μερῶν τῆς πολιτείας ἐπεκράτει, καὶ τότε καὶ νῦν ἔτι πλὴν ὀλίγων τινῶν ταῦτ‘ ἐστίν. […] Τίνα μὲν οὖν τρόπον διῄρηται τὰ τῆς πολιτείας εἰς ἕκαστον εἶδος εἴρηται· τίνα δὲ τρόπον ἀντιπράττειν βουληθέντα καὶ συνεργεῖν ἀλλήλοις πάλιν ἕκαστα τῶν μερῶν δύναται νῦν ῥηθήσεται. ὁ μὲν γὰρ ὕπατος, ἐπειδὰν τυχὼν τῆς προειρημένης ἐξουσίας ὁρμήσῃ μετὰ τῆς δυνάμεως, δοκεῖ μὲν αὐτοκράτωρ εἶναι πρὸς τὴν τῶν προκειμένων συντέλειαν, προσδεῖται δὲ τοῦ δήμου καὶ τῆς συγκλήτου, καὶ χωρὶς τούτων ἐπὶ τέλος ἄγειν τὰς πράξεις οὐχ ἱκανός ἐστι. […] Ἥ γε μὴν σύγκλητος πάλιν, ἡ τηλικαύτην ἔχουσα δύναμιν, πρῶτον μὲν ἐν τοῖς κοινοῖς πράγμασιν ἀναγκάζεται προσέχειν τοῖς πολλοῖς καὶ στοχάζεσθαι τοῦ δήμου […] Ὁμοίως γε μὴν πάλιν ὁ δῆμος ὑπόχρεώς ἐστι τῇ συγκλήτῳ, καὶ στοχάζεσθαι ταύτης ὀφείλει καὶ κοινῇ καὶ κατ‘ ἰδίαν. […]Τοιαύτης δ‘ οὔσης τῆς ἑκάστου τῶν μερῶν δυνάμεως εἰς τὸ καὶ βλάπτειν καὶ συνεργεῖν ἀλλήλοις, πρὸς πάσας συμβαίνει τὰς περιστάσεις δεόντως ἔχειν τὴν ἁρμογὴν αὐτῶν, ὥστε μὴ οἷόν τ‘ εἶναι ταύτης εὑρεῖν ἀμείνω πολιτείας σύστασιν. […]». Πολύβιος, Ἱστορίαι, VI, 11-18.
[25] Για τον θεσμό του Δικτάτορα στο Ρωμαϊκό πολίτευμα βλ. ενδεικτικά, Schmitt C., Die Diktatur, München und Leipzig, Duncker & Humblot, 1921· Rossiter C., Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, Princeton University Press, 1948, σελ. 15 επ.· Lintott, The Constitution of the Roman Republic, ό.π., σελ. 109 επ..
[26] Marcus Tullius Cicero, De Legibus, III, III, 9, Loeb Classical Library, 1928, σελ. 466.
[27] Βλ. Schmitt, Die Diktatur, ό.π., σελ. 2.
[28] Βλ. Reinach T., De l’État de Siège et des Institutions de Salut Public a Rome, en France et dans les Législations Étrangères, Librairie Cotillon, Paris, 1885, σελ. 13.
[29] Βλ Η Ελληνική «πόλις»σελ. 91.
[30] Consules.
[31] Senatus Romanus.
[32] Senatus consultum.
[33] Βλ. Rossiter C., Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, ό.π., σελ.20.
[34] Comitia curiata.
[35] Μια πρώτη μορφή δικτατορίας στο θεσμικό πλαίσιο της αρχαίας Ρώμης ήταν η «dictatura rei gerundae causa», η οποία αποτελούσε και τη συνηθέστερη περίπτωση, και συνίστατο στην ανάθεση απόλυτης στρατιωτικής εξουσίας στον Δικτάτορα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένας συγκεκριμένος εξωτερικός κίνδυνος και να αποτραπεί η πιθανότητα μιας ολοκληρωτικής ήττας στον πόλεμο. Υπήρχαν, ωστόσο, και άλλες μορφές δικτατορίας, όπως η δικτατορία «comitiorum habendorum causa» που αφορούσε στη διεξαγωγή των εκλογών και στην τήρηση των διαδικασιών για την ομαλή λειτουργία των θεσμών, όταν οι Ύπατοι αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στην αποστολή αυτή, η δικτατορία «clavi figendi causa» που συνδεόταν με ζητήματα θρησκευτικά, η δικτατορία «seditionis sedandae et rei gerundae causa» που υποτίθεται ότι αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση κοινωνικών εντάσεων και άλλες.
[36] Για το Iustitiun βλ. Nissen A., Das Justitium: Eine Studie aus der römischen Rechtsgeschichte, J. M. Gebhardt, Leipzig, 1877.
[37] «Δικαιοστάσιον». Βλ. Agamben G., Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, (μετάφραση: Μαρία Οικονομίδου), τρίτη έκδοση, Παττάκης, Αθήνα, 2015, σελ. 74 επ..
[38] Rem publicam defendant, operamque dent ne quid respublica detrimenti capiat. Βλ. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης. Όταν η «έκτακτη ανάγκη» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, ό.π., σελ. 73.
[39] Vacuum.
[40] Lucius Cornelius Sulla Felix.
[41] Gaius Iulius Caesar.
[42] Βλ. Machiavelli N., Discorsi sopra la prima Deca di Tito Livio, Letteratura italiana Einaudi, Firenze, 1971, I, 34, 4, σελ. 90.
[43] Βλ. Pedullà G., «Machiavelli in tumulto: Conquista, cittadinanza e conflitto nei “Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio», Europa delle Corti 151. Rome: Bulzoni, 2011, σελ. 588.
[44] Σύμφωνα με μία άποψη, ο Μεσαίωνας εγκαινιάζεται με την κατάρρευση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους το 476 μ.Χ. συνεπεία των βαρβαρικών επιδρομών.
[45] Codex Iustinianus.
[46] Βλ.Nicholas D. (μετάφραση Μαριάννα Τζιαντζή), Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου. Κοινωνία, διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη 312-1500, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1999.
[47] Countumes.
[48] Βλ. Μεταξά Α-Ι, Το Δίκαιο της Ανάγκης και η Διάστασις νομολογίας Συμβουλίου της Επικρατείας και Αρείου Πάγου, ό.π., σελ. 87 επ.
[49] «Η ανάγκη δεν γνωρίζει δίκαιο, δημιουργεί η ίδια το δίκαιο».
[50] Βλ. ενδεικτικά, Loisel Α., Institutes coutumières, 6.3.13, 6.6.4, Paris, 1608.
[51] “necessitas non habet legem”.
[52] Βλ. De Wilde M., «Emergency powers and constitutional change in the late Middle Ages», Tijdschrift voor Rechtsgeschiedenis / Revue d’Histoire du Droit / The Legal History Review, 83 (2015), σελ. 30.
[53] Ibid, σελ. 29· βλ. επίσης De Beaumanoir P., Les coutumes du Beauvoisis, A. Salmon, Paris, 1900 [1283], XLIX, 1510, σελ. 261 επ..
[54] Βλ. De Wilde M., «Emergency powers and constitutional change in the late Middle Ages»,, ό.π., σελ. 29· βλ. επίσης Dubois P., De recuperatione Terre Sancte : traité de politique générale, Charles-Victor Langlois, Paris, 1891, 123, LXXVII, σελ. 116.
[55] Βλ. ενδεικτικά Brown A.R.-E., Politics and Institutions in Capetian France, Routledge, London, 1991, σελ. 25, 569 επ. και 576 επ..
[56] Βλ.D’Auvergne P., Quodlibet, 3, q. 14, Paris, Bibliothèque Nationale, MS. Latin 14562, fol. 44–45.
[57] Βλ. Kantorowicz E., The king’s two bodies, A study in medieval political theology, Princeton and Oxford, Princeton University Press, 2016, σελ. 286 επ..
[58] Neccessitas in habitu.
[59] Neccessitas in actu.
[60] Βλ. Kantorowicz, The king’s two bodies, A study in medieval political theology, ό.π., σελ. 287.
[61] Consilium Lateranum IV.
[62] Για τη σχέση μεταξύ των δύο κειμένων βλ. περισσότερα ενδεικτικά Pennington K., «Reform in 1215: Magna Carta and the Fourth Lateran Council», στο https://scholarship.law.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1929&context=scholar, (πρόσβαση 10.12.2024).
[63] Για τους λόγους που η Ιταλία υπήρξε κέντρο της Αναγέννησης βλ. Burckhardt J., Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, Νεφέλη, Αθήνα, 1997, σελ. 11 επ.· βλ. επίσης, Skinner Q, The Foundations of Modern Political Thought, v. 1, 1978 (ανατύπωση 2002), σελ. 67 επ..
[64] Βλ. περισσότερα Kofler L., μετάφραση: Τάκη Κονδύλη, Συμβολή στην Ιστορία της αστικής κοινωνίας, Τ. 1, Κάλβος, Αθήνα, 1978, σελ. 162.
[65] Βλ. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, ό.π., σελ. 52 επ..
[66] Η Βενετία ταυτιζόταν με την σταθερότητα και την «ακινησία», ενώ η Φλωρεντία αποτελούσε παράδειγμα «κινητικότητας». Βλ. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, σελ. 53.
[67] “Repubblica”.
[68] Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζουν οι «Διατριβές επί των δέκα πρώτων βιβλίων του Τίτου Λίβιου» (“Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio”) που συντάχθηκαν μεταξύ των ετών 1512-1517 και ο «Ηγεμών» (“Il Principe”), έργο του 1512, με το οποίο θεωρήθηκε ότι ο συγγραφέας επιχείρησε ανεπιτυχώς να εξασφαλίσει την εύνοια των Μεδίκων.
[69] Βλ. το Α΄ μέρος της παρούσας ενότητας.
[70] “Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio” (1512-1517).
[71] Κατά τη γνώμη του Machiavelli, «Μια πολιτεία δεν θα τελειοποιηθεί ποτέ αν δεν έχει προβλέψει τα πάντα με τους νόμους της και αν δεν έχει θεσπίσει ένα διορθωτικό μέτρο για κάθε ατυχές συμβάν, καθώς και τον τρόπο διαχείρισής του. Συνεπώς, καταλήγοντας, θεωρώ ότι αυτές οι πολιτείες, οι οποίες σε περιπτώσεις επείγοντος κινδύνου δεν καταφεύγουν ούτε στον δικτάτορα ούτε σε παρόμοιες αρχές, θα οδηγούνται πάντα στην καταστροφή σε περιπτώσεις σοβαρών ατυχών γεγονότων». Βλ. Machiavelli N., «Opere, Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio», I. 34.75, στο La Letteratura Iatliana. Storia e testi, V. 29, Riccardo Ricciardi, Milano-Napoli, 1954, σελ. 167.
[72] Βλ. Machiavelli, «Opere, Discorsi sopra la prima deca di Tito Livio»,I. 34.74, ό.π., σελ. 166.
[73] Idem.
[74] “Junta”.
[75] Βλ. Harrington J., The Commonwealth of Oceana and a System of Politics, J. G. A. Pocock, Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 129 επ..
[76] Hume D., «Idea of a Perfect Commonwealth», στο Ιδίου (Επ.), Political Essays, K. Haakonssen, Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 222 επ..
[77] “Souveraineté”.
[78] Ορόσημο για τη σταδιακή διαμόρφωση των σύγχρονων εθνικών κρατών θεωρείται η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης της Βεστφαλίας το 1648, η οποία τερμάτισε τον τριακονταετή πόλεμο (1618-1648) και συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκρυστάλλωση της έννοιας της κυριαρχίας. Βλ. ενδεικτικά Croxton D., «The Peace of Westphalia of 1648 and the Origins of Sovereignty», The International History Review, τ. 3/1999, σελ. 569-591.
[79] Βλ. Saint-Bonnet F., L’état d’exception, Léviathan, Paris, 2001, σελ. 190.
[80] Για την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων στη Γαλλία βλ. ενδεικτικά Carpi O., Les guerres de religion (1559-1598). Un conflit franco-français, Paris, Éditions Ellipses, 2012. Για τη διάδοση του Λουθηρανισμού, την αντιμεταρρύθμιση και τις θέσεις που διατυπώθηκαν εκείνη την περίοδο βλ. ενδεικτικά Skinner Q., The Foundations of Modern Political Thought, v. I1, 1978 (ανατύπωση 2002), σελ. 65 επ..
[81] Παράδειγμα της αγριότητας των θρησκευτικών πολέμων ήταν η Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου (Massacre de la Saint-Barthélemy), που ξεκίνησε στις 24 Αυγούστου 1572 από το Παρίσι και επεκτάθηκε στην επαρχία. Κατά τη διάρκεια της σφαγής οι Γάλλοι Καθολικοί κατεδίωξαν και εξόντωσαν έναν μεγάλο αριθμό Ουγενότων.
[82] Βλ. Saint-Bonnet, L’état d’exception, ό.π., σελ. 191.
[83] “Il Principe” (1532).
[84] Βλ. Jean Bodin, Les six livres de la République, Un abrégé du texte de l’édition de Paris de 1583, Gérard Mairet. Paris, Librairie générale française, 1993, Le livre de poche, Classiques de la philosophie, I, 8, σελ. 112.
[85] Βλ. J. Bodin, Les six livres de la République, Un abrégé du texte de l’édition de Paris de 1583, I, X, ό.π., σελ. 162 επ..
[86] Βλ. Hobbes T., Leviathan, or the Matter, Form, and Power of a Commonwealth, Ecclesiastical and Civil, Basil Blackwell, Oxford, 1960, Part II, Chapter XVII, σ. 109. Σε ελληνική μετάφραση, Hobbes T., Λεβιάθαν, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης– Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 237.
[87] Βλ. Hobbes, Leviathan, ό.π, σελ. 112, και Hobbes, Λεβιάθαν, ό.π., σελ. 240 επ..
[88] Ibidem.
[89] Βλ. Hobbes, Λεβιάθαν, II. XVII, ό.π., σελ. 112, και Hobbes, Λεβιάθαν, ό.π., σελ. 242.
[90] «Η εξουσία και όχι η αλήθεια διαμορφώνει το Δίκαιο». Βλ. Hobbes, Λεβιάθαν, ό.π., σελ. 328-349.
[91] “And the civil laws (that we may define them) are nothing else but the commands of him who hath the chiefe authority in the City, for direction of the future actions of his Citizens”, Βλ. Hobbes, De Cive, VI, 9 , Man and Citizen, ό.π., σελ. 178.
[92] Idem.
[93] Βλ. Hobbes, De Cive, VII, 15, Man and Citizen, ό.π., σελ. 199.
[94] Βλ. Hobbes, De Cive, VII, 16, Man and Citizen, ό.π., σελ. 199-200.
[95] “Primus populi minister”.
[96] Βλ. Hobbes, De Cive, VII, XVI, ό.π..
[97] Ancien Régime.
[98] Βλ. Χρυσόγονος K., Πολιτειολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2η έκδοση, 2020, σελ. 416.
[99] Το πλήρες όνομά του ήταν Charles-Louis de Secondat, Baron de La Brède et de Montesquieu.
[100] “De l’esprit des lois”.
[101] Βλ. Montesquieu, De l’esprit des lois, σε αγγλική μετάφραση: The Spirit of the Laws, Cohler A./ Miller B. /Stone H., Cambridge, Cambridge University Press, 1989, σελ. 21 επ., όπου ο συγγραφέας συντάσσοντας μια εισαγωγή στην ενότητα σχετικά με τις αρχές διακυβέρνησης, ξεκινά με την αρχή της δημοκρατίας. Και σε ελληνική μετάφραση: Το Πνεύμα των Νόμων, Μετάφραση: Κωστη Παπαγιώργη και Παναγιώτη Κονδύλη, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1994, Τ. 1, σελ. 129 επ..
[102] Βλ. Montesquieu, De l’esprit des lois, 11, 17, ό.π., σελ. 177.
[103] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Thomas More (1478-1535) ή ο Johannes Althusius (1563-1638) και παλαιότερα Μαρσίλιος της Πάδοβα (1275-1342).
[104] Du contrat social; ou Principes du droit politique.
[105] Βλ. Rousseau J-J., Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, μετάφραση: Βασιλική Γρηγοροπούλου– Αλβέρτος Στάινχάουερ, ΠΟΛΙΣ, Αθήνα, 2004, σελ. 132.
[106] Μάλιστα, ο Rousseau αναφέρει ότι ήταν φανερό πως «ο θεματοφύλακας μιας τόσο μεγάλης εξουσίας αδημονούσε τόσο να απαλλαγεί από αυτήν, ωσάν να ήταν εξαιρετικά επίπονο και δύσκολο καθήκον να κρατά κανείς τη θέση των νόμων». Βλ. Rousseau, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, IV, 6, ό.π., σελ. 196-197.
[107] Idem.
[108] Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Rousseau, ο δικτάτωρ «μπορεί να κάνει τα πάντα εκτός από νόμους» (“il peut tout faire, excepté des lois”). Βλ. Rousseau, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο, IV, 6, ό.π., σελ. 197.
[109] Περισσότερα για τη Γαλλική Επανάσταση βλ. Lefebvre G., Η Γαλλική Επανάσταση, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2003, Μετάφραση: Σπύρος Μαρκέτος.
[110] Louis XVI, Louis Auguste (1754-1793).
[111] Toν Ιανουάριο του 1789 κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο υπογεγραμμένο από τον Ρωμαιοκαθολικό κληρικό Emmanuel Joseph Sieyes, γνωστό και ως Αββά Σιεγιές [Abbé Sieyès (1748-1835)], με τον τίτλο «Τι είναι η Τρίτη Τάξη;» (“Qu’est-ce que le tiers-état?”), το οποίο προκάλεσε αίσθηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε ότι ως πολυπληθέστερη τάξη αυτή έχει και το αποκλειστικό δικαίωμα, ως εκπροσωπούμενη από περισσότερους βουλευτές, για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος της χώρας.
[112] Assemblée nationale constituante.
[113] Βλ. Lefebvre, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., σελ. 133.
[114] Déclaration des droits de l’homme et du citoyen de 1789.
[115] Βλ. Χρυσόγονο Κ., Πολιτειολογία, ο.π., σελ. 437.
[116] Constitution française du 3 september 1791. Ολόκληρο το κείμενο του Συντάγματος στη γαλλική γλώσσα είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο <https://www.conseil-constitutionnel.fr/les-constitutions-dans-l-histoire/constitution-de-1791> (Τελευταία πρόσβαση: 19 Δεκεμβρίου 2024).
[117] Constitution du 6 messidor an I (24 juin 1793), Constitution de l’an I ou Constitution de 1793. Ολόκληρο το κείμενο του Συντάγματος στη γαλλική γλώσσα είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο <https://www.conseil-constitutionnel.fr/les-constitutions-dans-l-histoire/constitution-du-24-juin-1793> ((Τελευταία πρόσβαση: 19 Δεκεμβρίου 2024).
[118] Το άρθρο 1 όριζε χαρακτηριστικά “Article 1. – La République française est une et indivisible”.
[119] Comité de sûreté générale.
[120] Comité de salut public.
[121] “La Terreur”.
[122] Maximilien François Marie Isidore de Robespierre (1758-1794).
[123] Georges Danton (1759-1794). Επρόκειτο για τον ηγέτη των ριζοσπαστών Κορδελιέρων (Société des Amis des droits de l’homme et du citoyen ή Club des Cordeliers).
[124] Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο Ροβεσπιέρος ταύτιζε την τρομοκρατία με την «αρετή». Βλ. ενδεικτικά Robespierre M., 1758-1794; Société des études robespierristes, Oeuvres completes, Tome X, PUF, 1967, σελ. 357.
[125] Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι δύσκολο να εξακριβωθεί, αν και σύμφωνα με μια εκδοχή, οι θανατικές καταδίκες κατά την περίοδο του «Μεγάλου Τρόμου» (1793-1794) ανήλθαν σε 17.000 περίπου, ενώ δεν ήταν καθόλου αμελητέος και ο αριθμός όσων ξεψύχησαν στις φυλακές λόγω των συνθηκών κράτησης. Βλ. Lefebvre, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., σελ. 433 επ., ο οποίος επικαλείται τα στοιχεία που παραθέτει ο Donald M. Greer στη μελέτη του με τίτλο Incidence of the Terror during the French Revolution. A Statistical Interpretation, πρώτη έκδοση Harvard University Press, 1935. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά από το 85% των νεκρών που προέρχονταν από την Τρίτη Τάξη, το 25% ήταν αστοί, το 28% χωρικοί και το 31% τεχνίτες.
[126] Τον Οκτώβριο του 1793 είχε υιοθετηθεί το λεγόμενο «Δημοκρατικό Ημερολόγιο» (Calendrier républicain), το οποίο αντικατέστησε το χριστιανικό ημερολόγιο και ίσχυσε μέχρι το 1805.
[127] La loi du 22 prairial an II. Διαθέσιμος στο <https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k56373g/f1.item> (πρόσβαση: 19 Δεκεμβρίου 2024).
[128] Constitution de la République française du 5 fructidor an III. Ολόκληρο το κείμενο του Συντάγματος είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο <https://www.conseil-constitutionnel.fr/les-constitutions-dans-l-histoire/constitution-du-5-fructidor-an-iii> (πρόσβαση: 19 Δεκεμβρίου 2024).
[129] Directoire.
[130] Napoléon Bonaparte (1769-1821).
[131] Βλ. Lefebvre, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., σελ. 595 επ..
[132] Βλ. De Wilde M., «Roman dictatorship in the French Revolution», History of European Ideas, σ. 6.
[133] Από την άποψη αυτή, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι κατηγορίες του Mirabeau κατά του Lafayette, ότι απεργαζόταν την επιβολή δικτατορίας εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως επικεφαλής της Εθνοφρουράς. Βλ. De Wilde M., «Roman dictatorship in the French Revolution», ό.π., σελ. 6.
[134] Βλ. Schmitt C., Die Diktatur, ό.π., σελ. 147 επ..
[135] Βλ. De Maistre J., Étude sur la souveraineté, 1794, σελ. 317.
[136] “Eternel Géomètre”.
[137] Βλ. επίσης, De Bonald L., Théorie du pouvoir politique et religieux dans la société civile, démontrée par le raisonnement et par l’histoire, T. I, A. Le Clere, Paris, σελ. 57.
[138] Βλ. Donoso Cortés J., Discurso sobre la dictadura, διαθέσιμο στο https://www.fundacionspeiro.org/verbo/1962/V-008-P-033-055.pdf.
[139] “Manifest der Kommunistischen Partei”.
[140] Βλ. Marx Κ. – Engels F., Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα, 1984, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 18-19.
[141] Βλ. Marx Κ., Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Αθήνα, 2007, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 34 και Ιδίου, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012, σελ. 67.
[142] Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (Влади́мир Ильи́ч Улья́нов).
[143] Βλ. Λένιν B-I., Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, Μετάφραση: Γ. Ν. Νικολαΐδης, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1976, σελ. 33-34.
[144] Βλ. Λένιν B-I., Κράτος και Επανάσταση, Μετάφραση: Αντόνιο Σολάρο, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1976, σελ. 90.
[145] Βλ. Μάνεσης Α., Ἡ ἔκτακτος νομοθετικὴ διαδικασία (συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 35 §§ 2-5 τοῦ Συντάγματος), Θέμις ΞΣτ΄ (1955), σελ. 164 επ. και Συνταγματική Θεωρία και Πράξη (1954-1979), I, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 182 επ..
[146] Στη Γαλλία το δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας καθιερώθηκε μετά την Επανάσταση του 1848 και την ανακήρυξη της Β΄ Δημοκρατίας, ουσιαστικά όμως ίσχυσε μέχρι το 1852, μετά το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτηˑ μετά την ανακήρυξη της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας το 1875, επανήλθε και έκτοτε επικράτησε οριστικά. Στη Γερμανία, η καθολική ψηφοφορία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του Γερμανικού Reich του 1871, αλλά το σύστημα της συνταγματικής μοναρχίας, που ίσχυε τότε, δεν ενθάρρυνε την ανάπτυξη γνήσια κοινοβουλευτικού πολιτεύματος τουλάχιστον μέχρι το 1918ˑ το κοινοβούλιο δεν μπορούσε να αναπτύξει αυτοτελώς νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά η Κυβέρνηση δεν ήταν δυνατό να νομοθετήσει χωρίς την έγκρισή του. Στη Μ. Βρετανία, τη μητέρα του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού, το εκλογικό σώμα διευρύνθηκε σταδιακά και περί τα τέλη του 19ου αιώνα μπορούσε κανείς να κάνει λόγο για σχεδόν καθολικό δικαίωμα ψήφου (τουλάχιστον των αρρένων πολιτών). Για την εξέλιξη του αγγλικού κοινοβουλευτισμού από την Ένδοξη Επανάσταση μέχρι και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο βλ., ενδεικτικά, Παπασπύρου Ν., Τα μονοπάτια του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2016, σελ. 47 επ..
[147] Βλ. ενδεικτικά Rossiter C., Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, ο.π.,σελ. 80.
[148] État de siege. Η πρώτη ρητή πρόβλεψη για την κατάσταση πολιορκίας υιοθετήθηκε με το άρθρο 92 του Συντάγματος της 13ης Δεκεμβρίου 1799 (Constitution du 22 frimaire an VIII), ενώ, λίγο αργότερα, με το άρθρο 14 της συνταγματικής Χάρτας του 1814 αναγνωρίστηκε στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητα έκδοσης κανονιστικών πράξεων και διαταγμάτων για την εφαρμογή των νόμων και την ασφάλεια του Κράτους· όμοιες ήταν και οι ρυθμίσεις του άρθρου 66 της Συμπληρωματικής Πράξης επί του αυτοκρατορικού Συντάγματος της 22ας Απριλίου 1815. Έτσι, με την κήρυξη του πολέμου, στις 2 Αυγούστου 1914, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Raymond Poincaré εξέδωσε ένα Προεδρικό Διάταγμα, δυνάμει του οποίου κηρύχθηκε σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, στην περιοχή του Belfort και στα τρία διαμερίσματα της Αλγερίας κατάσταση πολιορκίας. Τρεις ημέρες αργότερα, τα δύο νομοθετικά σώματα, η Βουλή και η Γερουσία συνήλθαν σε κοινή συνεδρίαση και υιοθέτησαν τον νόμο της 5ης Αυγούστου 1914, με τον οποίο διευκρινιζόταν ότι η κατάσταση πολιορκίας θα παρέμενε σε ισχύ για όσο διάστημα διαρκούσε και ο πόλεμος. Η κατάσταση πολιορκίας παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1919, δηλαδή σχεδόν έναν χρόνο μετά τη λήξη των εχθροπραξιών. Παρότι η δραστηριότητα του κοινοβουλίου, που είχε ανασταλεί κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του πολέμου, ξανάρχισε τον Ιανουάριο του 1915, πολλοί από τους νόμους που ψηφίζονταν στην πραγματικότητα αποτελούσαν νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις προς τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Βλ. Von Hippel E., «Die Entwicklung des öffentlichen Rechts in Frankreich nach 1914», Jahrbuch des öffentlichen Rechts der Gegenwart, XV (1927), σελ. 155.
[149] Οι Συνταγματικοί Νόμοι υιοθετήθηκαν από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση το 1875, ρύθμιζαν την οργάνωση των κρατικών εξουσιών (Loi du 25 février 1875 relative à l’organisation des pouvoirs publics), την οργάνωση της Γερουσίας (Loi du 24 février 1875 relative à l’organisation du Sénat) και τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών εξουσιών (Loi constitutionnelle du 16 juillet 1875 sur les rapports des pouvoirs publics) και συγκροτούσαν το συνταγματικό πλαίσιο της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Διαθέσιμοι στον ιστότοπο <https://www.conseil-constitutionnel.fr/les-constitutions-dans-l-histoire/constitution-de-1875-iiie-republique> (Τελευταία πρόσβαση: 23 Μαΐου 2025). Οι Νόμοι αυτοί δεν περιείχαν καμία ρητή διάταξη σχετικά με την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.
[150] Ο νόμος της 9ης Αυγούστου 1849 (Loi du 9 août 1849 sur l’état de siège (Bulletin des lois n° 186 p 146). Διαθέσιμος στον ιστότοπο <https://www.legifrance.gouv.fr/affichTexte.do?cidTexte=LEGITEXT000006070693> Τελευταία πρόσβαση: 23 Μαΐου 2025) τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 106 του Συντάγματος της Β΄ Γαλλικής Δημοκρατίας του 1848 και αποτέλεσε μέχρι και το 1955 τη νομική βάση για την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας στη Γαλλία. Έτσι, οι διατάξεις του νόμου αυτού αναβάθμιζαν τον ρόλο των στρατιωτικών αρχών ως προς το ζήτημα της τήρησης της τάξης, καθώς η αστυνομία και όσες από τις πολιτικές αρχές ήταν επιφορτισμένες με την τήρηση της τάξης μετέφεραν συνολικά τις αρμοδιότητές τους στις στρατιωτικές αρχές, εκτός από εκείνες που δεν αναφέρονταν ρητά (άρ. 7). Συγχρόνως, αναγνωρίζονταν διευρυμένες αρμοδιότητες των στρατοδικείων (άρ. 8), ενώ το άρθρο 9 εξειδίκευε τις εξουσίες που αναγνωρίζονταν υπέρ των στρατιωτικών αρχών. Ο νόμος αυτός εναρμονίστηκε με το συνταγματικό πλαίσιο του 1875 μετά την ψήφιση του νόμου της 4ης Απριλίου 1878, δυνάμει του οποίου, η κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας, «σε περίπτωση άμεσου κινδύνου» , περνούσε ευθέως στην αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου (και όχι του Προέδρου της Δημοκρατίας), το οποίο μόνο με (τυπικό) νόμο μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτήν.
[151] “Initiative envahissante de l’exécutif”.
[152] Βλ. Barthélemy J., «Nos institutions politiques et la guerre», Revue de science politique, 1917, σελ. 359-360.
[153] Βλ. Barthélemy J., « Le Droit Public en temps de guerre », Revue de science politique, XXXII (1915), σελ. 557. Διαθέσιμο και στο: <https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k111165z/f558.item.r=Barth%C3%A9lemy%20> (Πρόσβαση: 23 Μαΐου 2025).
[154] Décret-loi.
[155] Με τον πρώτο Συνταγματικό Νόμο της 10ης Ιουλίου 1940. Loi constitutionnelle du 10 juillet 1940 (JORF no 167 du 11 Juillet 1940, σ. 4515).
[156] Βλ. Κυριακόπουλος Η., «Δύο νέα Συντάγματα. Τὸ Γαλλικὸν τοῦ 1946 καὶ τὸ Ἰταλικὸν τοῦ 1948», Αρμενόπουλος Δ΄ (1950), σελ. 369 και 373 επ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Συντάγματος: «Μόνον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ψηφίζει τοὺς νόμους. Δὲν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο». Επιμέλεια Μετάφρασης: Ηλίας Κυριακόπουλος, Πηγή: Δημοσιεύματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου – Διεύθυνση Βαλλήνδας Π.Γ., Τα Συντάγματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας, Αθήνα 1951.
[157] Βλ. Κυριακόπουλος Η., «Δύο νέα Συντάγματα. Τὸ Γαλλικὸν τοῦ 1946 καὶ τὸ Ἰταλικὸν τοῦ 1948», ο.π., σελ. 373 επ..
[158] Για την εφαρμογή του υπ’ αριθμ. 55-385 Νόμου βλ. ενδεικτικά Thénault S., «L’état d’urgence (1955-2005). De l’Algérie coloniale à la France contemporaine : destin d’une loi», Le Mouvement social, No. 218 (Jan. – Mar., 2007), σελ. 63-78..
[159] Ειδικότερα, το άρθρο 16 του Συντάγματος της 4ης Οκτωβρίου 1958 ορίζει τα εξής: «Οσάκις οι θεσμοί της Δημοκρατίας, η ανεξαρτησία του Έθνους, η ακεραιότητα του εδάφους του ή η εκτέλεση των διεθνών υποχρεώσεών του απειλούνται σοβαρά και άμεσα,, έχει δε διακοπεί η κανονική λειτουργία των συνταγματικών δημόσιων εξουσιών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται από αυτές τις περιστάσεις, αφού συμβουλευθεί επίσημα τον Πρωθυπουργό, τους Προέδρους των Βουλών και το Συνταγματικό Συμβούλιο. Ενημερώνει το Έθνος με διάγγελμα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να εμπνέονται από τη θέληση να εξασφαλίσουν το ταχύτερο στις συνταγματικές δημόσιες εξουσίες τα μέσα για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Για το θέμα αυτό λαμβάνεται γνώμη του Συνταγματικού Συμβουλίου. Το Κοινοβούλιο συνέρχεται αυτοδικαίως. Η Εθνοσυνέλευση δεν δύναται να διαλυθεί κατά την άσκηση των εκτάκτων εξουσιών. Μετά από τριάντα ημέρες άσκησης εκτάκτων εξουσιών, το Συνταγματικό Συμβούλιο μπορεί να συνέλθει με πρωτοβουλία του Προέδρου της Εθνοσυνέλευσης, του Προέδρου της Γερουσίας, εξήντα βουλευτών ή εξήντα γερουσιαστών, προκειμένου να εξετάσει εάν εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην πρώτη παράγραφο. Αυτό αποφαίνεται το συντομότερο δυνατό με δημόσια ανακοίνωση. Διενεργεί τον παραπάνω έλεγχο αυτοδικαίως και αποφασίζει υπό τους ίδιους όρους μετά την πάροδο εξήντα ημερών άσκησης εκτάκτων εξουσιών και οποτεδήποτε μετά από αυτό το διάστημα». [Μετάφραση του γράφοντος].
[160] Βλ. ενδεικτικά, Voisset M., L’article 16 de la Constitution du 4 octobre 1958, LGDJ, Paris, 1969, σελ. 24 επ..
[161] Εφαρμόστηκε την περίοδο 1961-1963, με αλλεπάλληλες παρατάσεις και, μάλιστα, με παράλληλη ενεργοποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος· επίσης, εφαρμόστηκε εκ νέου την περίοδο 1985-1987 για την αντιμετώπιση αυτονομιστικών κινημάτων της Νέας Καληδονίας, αλλά και αργότερα, από τον Νοέμβριο του 2005 έως τον Ιανουάριο του 2006, με αφορμή τα βίαια επεισόδια που είχαν ξεσπάσει τότε στα προάστια του Παρισιού. Τελευταία εκτεταμένη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού έλαβε χώρα την περίοδο 2015-2017, μετά την εκδήλωση τρομοκρατικών επιθέσεων και επιθέσεων αυτοκτονίας από φανατικούς ισλαμιστές στο Παρίσι και το Saint-Denis.
[162] Loi n° 2017-1510 du 30 octobre 2017 renforçant la sécurité intérieure et la lutte contre le terrorisme (JORF n°0255 du 31 octobre 2017).
[163] Για μια συνολική κριτική αποτίμηση της κατάστασης επείγουσας ανάγκης βλ., αντί άλλων, Cassia P., Contre l’état d’urgence, Dalloz, Sirey, 2016.
[164] Είχε προηγηθεί το αυτοκρατορικό Σύνταγμα του 1871, το οποίο εξόπλιζε τον Αυτοκράτορα με έκτακτες νομοθετικές αρμοδιότητες για την αντιμετώπιση επειγουσών και επικίνδυνων για την ασφάλεια του Reich καταστάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 και 68. Ειδικότερα, το –εξαιρετικά λιτό στη διατύπωση- άρθρο 68 έδινε στον Αρχηγό του Κράτους αρμοδιότητες, οι οποίες μέσα από μια διασταλτική ερμηνεία, εύκολα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν δικτατορικής φύσεως, δεδομένου ότι γίνεται λόγος για κήρυξη «κατάστασης πολέμου» (Kriegszustand) σε περίπτωση «απειλής της δημόσιας ασφάλειας». Για τις εξουσίες του Κάιζερ στο πλαίσιο του αυτοκρατορικού Συντάγματος της 16ης Απριλίου 1871 βλ. τη συνοπτική αναφορά του Laband P. σε Ιδίου, « Das Staatsrecht des Deutschen Reiches », 5. neubearbeite Auflage, Tübingen, Verlag von J.C.B. Mohr (Paul Siebck), 1911,, I. Band και ιδίως σελ. 232-233, § 26. Der Inhalt der kaiserlichen Rechte.
[165] Weimarer Reichsverfassung.
[166] Για τις συνθήκες της ψήφισης και θέσης σε ισχύ του Συντάγματος της Βαϊμάρης βλ. ενδεικτικά Gusy C., Die Weimarer Reichsverfassung, Moh Siebeck, Tübingen, 1997.
[167] Επρόκειτο περί των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονταν στα άρθρα 114 [προσωπική ασφάλεια], 115 [άσυλο της κατοικίας], 117 [απόρρητο της επικοινωνίας], 118 [ελευθερία της έκφρασης], 123 [δικαίωμα του συνέρχεσθαι], 124 [δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι] και 153 [προστασία της ιδιοκτησίας] του Συντάγματος.
[168] Βλ. Nawiasky H., Die Auslegung des Art. 48 der Reichsverfassung, Archiv des öffentlichen Rechts, 48.9, Tübingen, 1925, σελ. 48.
[169] Βλ. περισσότερα για το θέμα αυτό Nawiasky, Die Auslegung des Art. 48 der Reichsverfassung ό.π., σελ. 2 επ.
[170] Βλ. Anschütz G./Thoma R., Handbuch des Deutschen Staatsrechts, Band I, Verlag J.C.B. Mohr (Paul Siebeck), Tübingen, 1932, Grau R., § 80. Die Diktaturgewalt des Reichspräsidenten, σελ. 277-278 και 293 επ.. Βλ. επίσης Schmitt C.– Jakobi E., Die Diktatur des Reichspräsidenten nach Art. 48 der Reichsverfassung, Veröffentlichungen der Vereinigung der Deutschen Staatsrechtslehrer, Heft 1, Der deutsche Föderalismus. Die Diktatur des Reichspräsidenten, Berlin und Leipzig, 1924, σελ. 122-127, Anschütz G., « Die Verfassung des deutschen Reiches vom 11. August 1919 », – Kommentar, Wissenschaftliche Buchgesellschaft Darmstadt, 1965, σελ. 171-172, καθώς και Rossiter, Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, ό.π., σελ. 32.
[171] Βλ. Schmitt– Jakobi, Die Diktatur des Reichspräsidenten nach Art. 48 der Reichsverfassung, ό.π., σελ. 73, Anschütz, «Die Verfassung des deutschen Reiches vom 11. August 1919», ό.π. σελ. 172 και Rossiter, Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, ό.π., σελ. 67.
[172] Βλ. Schmitt C., Verfassungslehre, Verlag von Duncker & Humblot, München und Leipzig, 1928.
[173] Δεδομένου ότι ο σχετικός εκτελεστικός νόμος που προβλεπόταν στην § 5 του άρθρου 48 δεν ψηφίστηκε ποτέ.
[174] Βλ. Schmitt, Die Diktatur des Reichspräsidenten nach Art. 48 der Reichsverfassung, ο.π., σελ. 89.
[175] Βλ. Grau R., «Diktaturgewalt und Reichsverfassung», Gedächtnisschrift für Emil Seckel, Berlin, 1927 [σελ. 430–494], σελ. 456.
[176] Βλ. Grau, «Diktaturgewalt und Reichsverfassung», ό.π., σελ. 469.
[177] Βλ. Nawiasky, Die Auslegung des Art. 48 der Reichsverfassung, Archiv des öffentlichen Rechts, ό.π., σελ. 13.
[178] Βλ.Ibid., σελ. 34.
[179] Ο βασικός στόχος του Κοινοβουλευτικού Συμβουλίου της Βόννης, που υιοθέτησε και το τελικό κείμενο του Συντάγματος, ήταν να καταρτισθεί ένα νέο Σύνταγμα για τη Γερμανία, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919–1933), την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού και την επανίδρυση ενός ομοσπονδιακού δημοκρατικού κράτους δικαίου. Βλ. Περισσότερα ενδεικτικά Fromme F.K., Von der Weimarer Verfassung zum Bonner Grundgesetz. Die verfassungspolitischen Folgerungen des Parlamentarischen Rates aus Weimarer Republik und nationalsozialistischer Diktatur, 2. Auflage, J. C. B. Mohr (Paul Siebeck), Tübingen, 1962. Βλ. επίσης, Dreier H., « Die Weimarer Reichsverfassung. Vorbild oder Gegenbild des Grundgesetzes?, Aus Politik und Zeitgeschichte (APuZ), 16-17/2019, σελ. 19-26
[180] Με τον 17ο αναθεωρητικό του Συντάγματος Νόμο της 24ης Ιουνίου 1968 αναθεωρήθηκαν ή αντικαταστάθηκαν συνολικά 28 από τις τότε 145 διατάξεις του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης.
Με τις νέες ρυθμίσεις, ανομολόγητος σκοπός των οποίων ήταν η αντιμετώπιση της εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης («Außerparlamentarische Opposition–APO») και της αναγεννημένης ακροδεξιάς (επρόκειτο για το νεοναζιστικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα NPD), εισαγόταν ο όρος της «κατάστασης εσωτερικής ανάγκης» (Innerer Notstand. Βλ. περισσότερα Badura P., Staatsrecht. Systematische Erläuterung des Grundgesetzes, 3. Auflage, Verlag C.H. Beck, 2003, München. Aufgabe und Befugnisse des Gemeinsamen Ausschusses, σελ. 461 και Verfassungspolitische Fragestellung, σελ. 818), που αποσκοπούσε όχι μόνο στη διασφάλιση της εσωτερικής τάξης, αλλά και στην υπεράσπιση αυτού του ίδιου του φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματικού κράτους. Siebzehnte Gesetz zur Ergänzung des Grundgesetzes. Διαθέσιμος στο <http://www.documentarchiv.de/brd/1968/grundgesetz-notstandsgesetze.html>.
[181] Βλ. ενδεικτικά, Böckenförde Ε-W., «The Repressed State of Emergency: The Exercise of State. Authority in Extraordinary Circumstances», στο Böckenförde Ε-W/Künkler Μ./Stein Τ., Constitutional and Political Theory: Selected Writings, 1978, σελ. 108 επ. και Schröder M., «Staatsrecht an den Grenzen des Rechtsstaates: Überlegungen zur Verteidigung des Rechtsstaates in außergewöhnlichen Lagen», Archiv des öffentlichen Rechts, Τ. 103, No. 2, 1978, σελ. 121-148.
[182] Βλ. Böckenförde, «The Repressed State of Emergency: The Exercise of State. Authority in Extraordinary Circumstances», ό.π., σελ. 129.
[183] Βλ. για παράδειγμα, Robert J., « Les situations d’urgence en droit constitutionnel », Revue internationale de droit comparé, 1990, σελ. 751 επ. (764), Διαθέσιμο στο: https://www.persee.fr/doc/ridc_0035-3337_1990_num_42_2_1989 (πρόσβαση: 26.5.2025)].
[184] Βλ. ενδεικτικά Leroy P., L’organisation constitutionnelle et les crises, Paris, LGDJ, 1966, σελ. 36.
[185] Ο Αλέξανδρος Σβώλος δέχεται ότι η εφαρμογή της αρχής “salus populi suprema lex esto” είναι επιτρεπτή μόνο στο μέτρο που δεν την απαγορεύει το Σύνταγμα το ίδιο. Βλ. Σβώλο A., Συνταγματικὸν Δίκαιον, Ἀθῆναι, Παπαζήσης, 1934, Α’, σελ. 94.
[186] Η διάταξη αυτή όριζε τα εξής: «§ 1. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ ὁποιονδήποτε ὅνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς, ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95 τοῦ Συντάγματος, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἤ τίνας μόνον αὐτοῦ διατάξεις εἰς ἐφαρμογὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδιδομένου. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας αὐτῆς διὰ βασιλικοῦ διατάγματος προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ βασιλικοῦ διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς ἢ διελύθη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῆς ἀποφασίσῃ τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 63 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος. § 2. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω βασιλικῶν διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐκτείνεται πέρα τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἴρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀδείᾳ πάλιν τῆς Βουλῆς».
[187] Η διάταξη αυτή όριζε τα εξής: «§1. Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθοῦν. §2. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει διὰ τὴν περίπτωσιν ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ γενικῆς ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων ἐπιστρατεύσεως, τὰ τῆς προσωρινῆς ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18 καὶ 100, τὰ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ τὰ τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων. §3. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ μεταρρυθμισθῇ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου συγκαλουμένης Βουλῆς. Τίθεται δὲ κατὰ πάσας ἢ τινὰς μόνον διατάξεις αὐτοῦ εἰς ἐφαρμογήν, καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ἢ μέρος αὐτῆς, διὰ Διατάγματος ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας ἐκδιδομένου. Ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ τῶν δύο νομοθετικῶν Σωμάτων, συνέρχονται ταῦτα εἰς κοινὴν συνεδρίαν καὶ ἀποφασίζουν. §4. Ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν ὁ νόμος δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄνευ ἀδείας, διὰ Διατάγματος, προσυπογεγραμμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος αὐτοῦ συγκαλοῦνται αἱ Βουλαὶ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς, ἢ διελύθη αὕτη, ὅπως διὰ πράξεως αὐτῶν ἀποφασίσουν τὴν διατήρησιν ἢ ἄρσιν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος. Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία τοῦ ἄρθρου 56 ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τούτου. §5. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἀνωτέρω Διαταγμάτων, προκειμένου μὲν περὶ πολέμου, δὲν ἐπεκτείνεται πέραν τῆς λήξεως αὐτοῦ, προκειμένου δὲ περὶ ἐπιστρατεύσεως, αἵρεται αὐτοδικαίως μετὰ δίμηνον, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ἀδείᾳ πάλιν τῶν Βουλῶν. §6. Οὐδέποτε τὰ τελεσθέντα ἀδικήματα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ὁ στρατιωτικὸς νόμος, δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν συνιστωμένων ἐξαιρετικῶν δικαστηρίων».
[188] Βλ. ενδεικτικά Βλαχόπουλος Σ., Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935. Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης;, Ευρασία, Αθήνα, 2012, σελ. 296. Βλ. επίσης Μάνεσης Α., Περὶ ἀναγκαστικῶν νόμων – Αἱ ἐξαιρετικαὶ νομοθετικαὶ ἁρμοδιότητες τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1953, σελ 106, Ν. Ν. Σαριπόλο, Σύστημα Συνταγματικοῦ Δικαίου τῆς Ἑλλάδος τ. Β΄, Ἀθῆναι, 1923, σελ. 163.
[189] Βλ. ενδεικτικά Αλιβιζάτος Ν., Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922 – 1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, Γ΄ έκδοση, 1995, σελ. 74.
[190] Βλ. Μάνεσης Α., «Ἡ ἔκτακτος νομοθετικὴ διαδικασία (Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 35 §§ 2-5 τοῦ Συντάγματος)», στο Ιδίου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. I, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 191. Βλ. επίσης, Ιδίου, Περὶ ἀναγκαστικῶν νόμων…, ό.π., σελ. 3, σελ. 22 επ., σελ. 257 επ..
[191] Υπό την έννοια ότι καθίσταντο άκυροι στην περίπτωση μη υποβολής τους στη Βουλή για κύρωση.
[192] Βλ. Στασινόπουλος Μ., «Τὰ νομθετικὰ διατάγματα κατὰ τὸ ἄρθρον 35 § 2 τοῦ Συντάγματος», Θέμις ΞΕ΄ (1954), σελ. 1010· βλ. επίσης Σγουρίτσας Χ., Τὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 35 § 2 τοῦ Συντάγματος νομοθετικὰ διατάγματα, Το Νομικόν, Σάκκουλας, Ἀθῆναι, 1954, σελ. 130.
[193] Βλ. Μάνεσης Α,, Περὶ ἀναγκαστικῶν νόμων – Αἱ ἐξαιρετικαὶ νομοθετικαὶ ἁρμοδιότητες τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ό.π. σελ. 93, με επίκληση και της νομολογίας του ΣτΕ (ΣτΕ 1301/1950).
[194] Η αρχική διατύπωση του άρθρου 48 ήταν η εξής: «§ 1. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐν περιπτώσει πολέμου ἤ ἐπιστρατεύσεως ἔνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, διὰ προεδρικοῦ διατάγματος προσυπογραφομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν περιπτώσει δὲ σοβαρᾶς διαταραχῆς, ἤ ἐκδήλου ἀπειλῆς κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ἐξ ἐσωτερικῶν κινδύνων, διὰ προεδρικοῦ διατάγματος προσυπογραφομένου ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δύναται νὰ ἀναστείλῃ καθ’ ἅπασαν τὴν Ἐπικράτειαν ἤ τμῆμα αὐτῆς τὴν ἰσχὺν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 παράγραφος 4, 6, 8, 11, 12 παρ. 1 ἔως καὶ 4, 14, 19, 22, 23, 96 παρ. 4 καὶ 97, ἤ τινῶν ἐξ αὐτῶν, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν ἑκάστοτε ἰσχύοντα νόμον “περὶ καταστάσεως πολιορκίας” καὶ νὰ συστήσῃ ἐξαιρετικὰ δικαστήρια. Ὁ νόμος οὗτος δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμογῆς του. § 2. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ προεδρικοῦ διατάγματος, ὑπὸ τὰς αὐτὰς πρϋποθέσεις νὰ λαμβάνῃ προσέτι καὶ πάντα τὰ ἀναγκαῖα νομοθετικῆς ἤ διοικητικῆς φύσεως μέτρα, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ταχυτέραν ἀποκατάστασιν τῆς λειτουργίας τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. § 3. Ἡ ἰσχὺς τοῦ κατὰ τὴν παράγραφον 1 ἐκδιδομένου προεδρικοῦ διατάγματος ἂν τοῦτο δὲν ἀνακληθῇ δι’ ὁμοίου διατάγματος ἐνωρίτερον, αἴρεται αὐτοδικαίως, ἐν περιπτώσει μὲν πολέμου ἀπὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ, ἐν πάσῃ δὲ ἄλλῃ περιπτώσει μετὰ τριάκοντα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ παραταθῇ καὶ πέραν τῶν τριάκοντα ἡμερῶν διὰ προεδρικοῦ διατάγματος ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην ἄδειαν τῆς Βουλῆς. Ἡ σχετικὴ ἀπόφασις αὐτῆς λαμβάνεται διὰ τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν αὐτῆς, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 67. § 4. Ἐὰν ἡ ἔκδοσις τοῦ κατὰ τὴν παράγραφον 1 προεδρικοῦ διατάγματος γίνῃ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, αὕτη συγκαλεῖται καὶ ἂν ἔτι ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς ἤ διελύθη, μέχρι πέρατος τῆς κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον προθεσμίας, ἴνα ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὡς ἄνω διατάγματος. § 5. Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατὰ τὴν παράγραφον 1 προεδρικοῦ διατάγματος καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμογῆς του ἰσχύει αὐτοδικαίως ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 62 βουλευτικὴ ἀσυλία καὶ ἂν ἔτι διελύθη ἡ Βουλὴ ἤ ἔληξεν ἡ περίοδος αὐτῆς».
[195] Η νέα διατύπωση, όπως ισχύει και σήμερα, είναι η ακόλουθη: «1. Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Bουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Eπικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 4, 6, 8, 9, 11, 12 παράγραφοι 1 έως και 4, 14, 19, 22 παράγραφος 3, 23, 96 παράγραφος 4 και 97. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Bουλής. Mε την απόφαση της Bουλής ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε ημέρες. 2. Σε περίπτωση απουσίας της Bουλής ή αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία να συγκληθεί εγκαίρως, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου. Tο διάταγμα υποβάλλεται από την Kυβέρνηση στη Bουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλησή της, ακόμη και αν έληξε η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί, και πάντως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες το αργότερο. 3. H διάρκεια των κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρων μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαπενθήμερο μόνο με προηγούμενη απόφαση της Bουλής, η οποία συγκαλείται ακόμη και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί. 4. Tα κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρα αίρονται αυτοδικαίως με τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, εφόσον δεν παρατείνονται με απόφαση της Bουλής, και σε κάθε περίπτωση με τη λήξη του πολέμου, εφόσον είχαν επιβληθεί εξαιτίας πολέμου. 5. Aφότου αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα των προηγούμενων παραγράφων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Oι πράξεις αυτές υποβάλλονται για κύρωση στη Bουλή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη σύγκλησή της σε σύνοδο και παύουν να ισχύουν στο εξής, αν δεν υποβληθούν στη Bουλή μέσα στις παραπάνω προθεσμίες ή δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου υποβλήθηκαν. 6. Oι κατά τις παραγράφους 2 και 3 αποφάσεις της Bουλής λαμβάνονται με την πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών και η κατά την παράγραφο 1 απόφαση με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών. H Bουλή αποφασίζει σε μία μόνο συνεδρίαση. 7. Σε όλη τη διάρκεια της εφαρμογής των μέτρων κατάστασης ανάγκης, τα οποία λαμβάνονται κατά το άρθρο αυτό, ισχύουν αυτοδικαίως οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Συντάγματος, ακόμη και αν διαλύθηκε η Bουλή ή έληξε η βουλευτική περίοδος».
[196] Βλ. Χρυσόγονος Κ., «Η κατάσταση πολιορκίας πριν και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος», Δίκαιο και Πολιτική, Τ. 13-14, 1988, σελ. 285-327.
[197] Βλ. ενδεικτικά Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 15η έκδοση, 2017, σελ. 41 επ. · βλ. επίσης Βενιζέλος Ε., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 156, Γιαννακόπουλος Κ., «Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης», ΕφημΔΔ 1/2012, σελ.100-112 και Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 7η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015, σελ. 58,
[198] Συνεπώς, από την άποψη αυτή, το Δίκαιο της Ανάγκης που τίθεται κατά παράβαση του Συντάγματος, δεν μπορεί να αποτελέσει πηγή του δημόσιου δικαίου. Βλ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 58.
[199] Βλ Παραράς Π., Αἱ πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου του Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 1981, σελ. 48.
[200] Ibidem.
[201] Βλ Ibid, σελ. 291.
[202] Βλ. Λαζαράτος Π., «Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης», ΘΠΔΔ, 8-9/2013, σελ. 686 επ..
[203] Βλ Παραράς, Αἱ πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου του Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ό.π., σελ. 292.
[204] Κατά την περίοδο 2010-2019 εξεδόθησαν από διαδοχικές Κυβερνήσεις συνολικά 78 ΠΝΠ. Από αυτές, οι 27 εκδόθηκαν το 2012 και 19 το 2015, δύο έτη κατά τα οποία η Χώρα οδηγήθηκε στο χείλος της πτώχευσης και της εξόδου από τη ζώνη του Ευρώ, ενώ σημαδεύτηκαν από διπλές εκλογές.
[205] Ενδεικτικά αναφέρεται η ΠΝΠ της 5/5.12.2012, «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ 237/Α΄/5.12.2012), η οποία καταλαμβάνει 16 σελίδες και αποτελείται από 21 άρθρα που ρυθμίζουν πλήθος άσχετων μεταξύ τους θεμάτων. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η ΠΝΠ της 31/31.12.2012, «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας» (ΦΕΚ 256/Α΄/31.12.2012) που αποτελείται από 23 άρθρα.
[206] Βλ. Γεραπετρίτης Γ., «Η οικονομική κρίση ως στοιχείο απορρύθμισης της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου», ΝοΒ 2012, σελ. 2755 επ..
[207] ΠΝΠ της 12.11.2012 (ΦΕΚ 224/Α/12.11.2012).
[208] Βλ. Καραβοκύρης Γ., Το Σύνταγμα και η κρίση. Από το Δίκαιο της Ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Κριτική, 2014, σελ. 158.
[209] Βλ. Ackerman Β., «The Emergency Constitution», The Yale Law Journal, 2004, σελ. 1044. [ολόκληρη η μελέτη διαθέσιμη στον ιστότοπο: http://www.yalelawjournal.org/essay/the-emergency-constitution (πρόσβαση: 26.5.2025)].
[210] Βλ. Παπακωνσταντίνου Α., «Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου: συνταγματικές ρυθμίσεις και έλεγχος νομιμότητας (Με αφορμή τη ΣτΕ Ολομ. 1250/2003)», ΔιΔικ 16/2004, σελ. 28, καθώς και Παραρά, Αἱ πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου του Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ό.π., σελ. 112 επ. και Χρυσόγονου Κ., «Ο Έλεγχος της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου», Ελληνική Δικαιοσύνη, Τ. 32 (1991), 706-707.
[211] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1250/2003, 3612/2002, 3636/1989, 2289/1987.
[212] Βλ. ενδεικτικά Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, ο.π. σελ. 432, Φουντεδάκη Π., «Οι ανατροπές της κανονικότητας και το καθεστώς έκτακτης ανάγκης», ΤοΣ 4/2007, σελ. 1172 επ., Χρυσανθάκης Χ., «Ο δικαστικός έλεγχος των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου», ΘΠΔΔ 5/2014, σελ. 393 (395 επ.).
[213] Βλ. τη σχετική απόφαση σε: Αρμενόπουλο, 8/2013, σελ. 1556 επ., με σχόλιο του Ακρίτα Καϊδατζή.
[214] Ως προς το ζήτημα αυτό βλ. Γιαννακόπουλος Κ., Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 238 επ..
Ο Γεώργιος Θ. Ζώης είναι απόφοιτος, πτυχιούχος μεταπτυχιακών σπουδών και Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως δικηγόρος, ενώ κατά τη διάρκεια της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής (2018-2022) υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών. Συνεργάστηκε με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου (EPLO) και με τον οργανισμό έρευνας και ανάλυσης «διαΝΕΟσις». H διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Δίκαιο της Ανάγκης, Κατάσταση πολιορκίας και έκτακτη νομοθετική διαδικασία: Μια ιστορική και συγκριτική έρευνα», έχει εκδοθεί από τις Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη (2024). Έχει συμμετάσχει στη συγγραφή συλλογικών έργων και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, ενώ από το 2017 συνεργάζεται με τις Εκδόσεις Σάκκουλα ΑΕ για τις ανάγκες της βάσης δεδομένων και του ιστοτόπου των εκδόσεων με υπηρεσίες νομικής ενημέρωσης. Από το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024 διδάσκει ως εντεταλμένος Διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο τα μαθήματα Συνταγματικό Δίκαιο-Όργανα του Κράτους και Κοινοβουλευτικό Δίκαιο και Δίκαιο πολιτικών κομμάτων. Το 2025 κυκλοφόρησε από τη Σειρά «Σύγχρονοι Στοχαστές για τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα» (Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου-Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, Διεύθυνση: Ξ. Ι. Κοντιάδης – Γ. Α. Τασόπουλος) των εκδόσεων Παπαζήση η συμβολή «Karl Loewenstein: Ο Εισηγητής της μαχόμενης δημοκρατίας» (Μετάφραση-Εισαγωγή: Γ. Θ. Ζώης).

