Ο τύπος κόμματος που εκτείνεται χρονικά από τα τέλη του 1970 έως σήμερα είναι αυτός του κόμματος καρτέλ (cartel party)[1], ο οποίος συνιστά πολιτικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας[2]. Από τις απαρχές εκείνης της περιόδου αναπτύσσεται μια συζήτηση, που θέτει στο επίκεντρο τη σχέση του κόμματος με το κράτος[3] και, ειδικότερα, τον μετασχηματισμό των κομμάτων από τα κλασικά μαζικά κόμματα κοινωνικής αντιπροσώπευσης στα «κόμματα-καρτέλ» ή «κόμματα του κράτους», δηλαδή σε κόμματα, που λειτουργούν ως παραρτήματα του νεοφιλελεύθερου μηχανισμού του κράτους[4]. Λειτουργώντας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, τα κόμματα επιδιώκουν την επιβίωση και την αναπαραγωγή τους μέσα από την αλληλεπίδραση (και, τελικά, τον επικαθορισμό) τους με το κράτος, τόσο στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, όσο και στο πεδίο της εσωκομματικής οργάνωσης και παραγωγής πολιτικών προγραμματικών θέσεων και πολιτικών[5]. Το παρόν άρθρο δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να καλύψει τη σχετική συζήτηση, αλλά περιορίζεται στο να εντοπίσει βασικές όψεις της και να αναδείξει τη δυναμική του φαινομένου της καρτελοποίησης των κομμάτων, όπως αυτή έχει εξελιχθεί στο πέρασμα του χρόνου.
Αφετηρία της ανάλυσης είναι η διαπίστωση ότι τα κόμματα εξουσίας, ανεξάρτητα από το εάν σε μια δεδομένη στιγμή βρίσκονται στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, μετασχηματίζονται προκειμένου να ανταπεξέλθουν στη διαδικασία του κομματικού ανταγωνισμού και να εξασφαλίσουν την ανεμπόδιστη πρόσβασή τους στους κρατικούς πόρους. Οι τάσεις σύγκλισης των κομματικών γραμμών, που εμφανίζονται ήδη από τη δεκαετία του ‘60 παγιώνονται τη δεκαετία του ‘90 και χαρακτηρίζονται από την τάση της πολιτικής καρτελοποίησης[6]. Τούτο σημαίνει ότι τα πολιτικά κόμματα, με καθοριστικό ρόλο τη μετάλλαξη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και την εκ μέρους τους εγκατάλειψη των ταξικών αναφορών[7], απομακρύνονται από την κοινωνία, οι μαζικές οργανώσεις τους υποβαθμίζονται και σταδιακά αρχίζουν να συγκλίνουν στην κυβερνητική νεοφιλελεύθερη διαχείριση[8]. Αυτή η σύγκλιση συνοδεύεται από την υποστήριξη τεχνοκρατικών λύσεων για τα κοινωνικά προβλήματα, την προσφυγή σε τεχνικές μάρκετινγκ, καθώς και στην πρόσληψη ανάλογου προσωπικού (προερχόμενου ιδίως από τον χώρο των ΜΜΕ). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και ιδιαίτερα από τις αρχές τις δεκαετίας του ‘90 η κρίση των κομμάτων συνοδεύεται από την παράλληλη αύξηση της εξάρτησης τους από το κράτος, ο οποίος εντέλει εξελίχθηκε στον βασικό τους χρηματοδότη[9].
Βασική όψη αυτού του φαινομένου αποτελεί το γεγονός ότι σε διεθνή κλίμακα παρατηρείται έντονη μείωση του αριθμού των κομματικών μελών, μείωση της επιρροής των κομματικών σχηματισμών στα συνδικάτα και αύξηση της αποχής στις εκλογές. Η απομάκρυνση των πολιτών από τις συλλογικότητες, η εμφάνιση των οποίων είχε βάλει τη σφραγίδα της στον «σύντομο εικοστό αιώνα»[10] (κόμματα, συνδικάτα), προκάλεσε δυσπιστία για την πολιτική και σηματοδότησε τη μετατροπή τους σε πελάτες/καταναλωτές της πολιτικής μέσα από την απώλεια της εμπιστοσύνης τους στα κόμματα και, κατ’ επέκταση, στους θεσμούς[11]. Από την άλλη πλευρά, τα κόμματα που αναμειγνύονται στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας επιδιώκουν μέσω της νομοθετικής διαδικασίας να εξασφαλίσουν κονδύλια για τη χρηματοδότηση τους και την προνομιακή πρόσβαση τους στα ΜΜΕ[12]. Με αυτόν τον τρόπο, τα «συστημικά» κόμματα εξουσίας στην προσπάθεια τους να κατοχυρώσουν την προνομιακή τους παρουσία στον δημόσιο λόγο εμποδίζουν την εμφάνιση νέων κομμάτων και, συνακόλουθα, την ανανέωση του κομματικού ανταγωνισμού[13].
Η μετάλλαξη των κομμάτων και οι εν γένει αλλαγές στη δημόσια σφαίρα, που χαρακτηρίζονται από την υβριδοποίηση της σχέσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, έχουν επίσης αποτυπωθεί στη συρρίκνωση του θεσμικού ρόλου του Κοινοβουλίου ως forum διαλόγου[14]. Η λειτουργία και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών κομμάτων ως προς την οργάνωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης της κοινωνίας αποδυναμώθηκε, αν και η παρακμή των κοινοβουλίων δεν έχει εκμηδενίσει τη θεσμική σημασία τους[15]. Επιπρόσθετα, η κρίση του κοινωνικού κράτους, η γέννηση των νέων κινδύνων της κοινωνίας του ρίσκου, αλλά και οι κοινωνικές και οικονομικές ανασφάλειες[16], που κυριάρχησαν στη μεταβιομηχανική κοινωνία στο πλαίσιο της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης», ανέδειξαν την αδυναμία των κομμάτων να διαχειριστούν τις νέες συνθήκες[17]. Οι νέες αυτές εξελίξεις κατέληξαν στην «υπερφόρτωση»[18] του πολιτικού συστήματος και, σε συνδυασμό με την αποπολιτικοποίηση και την ιδιωτικοποίηση των λειτουργιών του κράτους, οδήγησαν στο να καταλογιστούν ευθύνες στα πολιτικά κόμματα, που δραστηριοποιούνται ανάμεσα στο μεταίχμιο του κράτους, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της πολιτικής[19].
Σε αυτό το πλαίσιο, εφόσον το εύρος και η απήχηση των κομμάτων εξασθένησε, επιχειρήθηκε η αναδιάρθρωση των δημοκρατικών θεσμών με σκοπό την «αποκομματικοποίηση» τους[20]. Τα παραδοσιακά μαζικά κόμματα σταδιακά εξελίχθηκαν σε πολυσυλλεκτικά και στη συνέχεια σε κόμματα καρτέλ, που δεν λειτουργούν πλέον ως θεσμοί κοινωνικής εκπροσώπησης αλλά, κυρίως, ως διαχειριστές της κρατικής εξουσίας[21]. Ως εκ τούτου, διαμορφώθηκε ένας ελεγχόμενος κομματικός ανταγωνισμός με συνέπεια την μετεξέλιξη τους σε «κόμματα του κράτους» και τη διαμόρφωση ενός «πολιτικού ολιγοπωλίου» με σκοπό την εξασφάλιση της πολιτικής τους επιβίωσης[22]. Παράλληλα, η ισχυρή διασύνδεση τους με την κρατική χρηματοδότηση τα μετέτρεψε σε «ημικρατικές» ή «δημόσιες υπηρεσίες»[23]. Το αποτέλεσμα είναι οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί να απαξιώνονται, αφού οι πολιτικές ιδεολογίες δεν υπόσχονται πλέον κάτι ελπιδοφόρο για το μέλλον[24].
Περαιτέρω, η απομάκρυνση της πολιτικής από τα ουσιαστικά ζητήματα και η επίδραση των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων διαμόρφωσαν την πολιτική ατζέντα σε σημαντικό βαθμό, με επακόλουθο ομάδες επαγγελματικών επικοινωνιολόγων να διαδραματίζουν, πλέον, τον κυρίαρχο ρόλο στην χάραξη της πολιτικής στρατηγικής, η οποία, πλέον, διαμορφώνεται πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και όχι εντός της δημόσιας σφαίρας[25]. Πρόκειται για μια διαδικασία που είχε επισημάνει, σχεδόν προφητικά, ο Νίκος Πουλαντζάς στα τέλη της δεκαετίας του 1970, υπογραμμίζοντας πως το «κυρίαρχο μαζικό κόμμα, είναι κατεξοχήν κρατικό» μέσω του οποίου εφαρμόζονται οι κρατικές πολιτικές, παρακάμπτονται οι κοινωνικές πιέσεις, αλλά και τα συμφέροντα της κρατικής διοίκησης. Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά ο Πουλαντζάς, η αποστολή του συνίσταται στο να περατώσει τον «ρόλο μιας αστυνομίας της διοίκησης, ενός επόπτη και ενός εγγυητή του γραφειοκρατικού μηχανισμού»[26].
Η τάση καρτελοποίησης των κομμάτων ενισχύθηκε με την οικονομική κρίση του 2007-2009 και την συνακόλουθη εφαρμογή πολιτικών λιτότητας, ενώ η μείωση της σχετικής αυτονομίας του κράτους, οι αυξανόμενες ανάγκες συσσώρευσης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και το νέο κλίμα της αποπολιτικοποίησης της πολιτικής οδήγησε στην εντεινόμενη μείωση της εκπροσώπησης των κοινωνικών αιτημάτων και της συρρίκνωσης της δημοκρατίας[27]. Έτσι, η «μετά-αντιπροσωπευτική» δημοκρατία ή «μεταδημοκρατία», δεν συνεπάγεται την αναίρεση των παραδοσιακών αντιπροσωπευτικών θεσμών, σηματοδοτεί όμως τον ουσιαστικό περιορισμό των επίδικων της κομματικής και εκλογικής αντιπαράθεσης και, συνακόλουθα, τον καθορισμό των τελευταίων από επαγγελματίες της επικοινωνίας[28]. Τούτη η μετατροπή των κομμάτων σε σχηματισμούς à la carte οδήγησε στην επέκταση της επιρροής των ιδιωτικών θεσμών[29]. Σε αυτό το πλαίσιο, η «ιδιωτικοποίηση του πολιτικού» συμβαδίζει με την αποξένωση της κοινωνίας από τα πολιτικά κόμματα[30].
Στο καινούριο τοπίο που διαμορφώθηκε, εμφανίστηκε μια νέα γενιά «κεντρώων» πολιτικών κομμάτων ως ένας νέος εξελιγμένος τύπος του «κόμματος-καρτέλ». Αυτό το «νέο Κέντρο», που χαρακτηρίστηκε ως η «πολιτική-κομματική συνείδηση» του νεοφιλελευθερισμού, άντλησε το ανθρώπινο δυναμικό του κυρίως από τις κοινωνικές και οικονομικές ελίτ της χώρας και οι οικονομικές πηγές των κομμάτων που το ενσαρκώνουν πηγάζουν, ως επί το πλείστον, από τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα[31]. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επισημανθεί η εμφάνιση του νέου Κέντρου αποτέλεσε παράγωγο της καρτελοποίησης των παραδοσιακών κομμάτων της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς ήδη από τη δεκαετία του 1990 και πολύ περισσότερο από τη δεκαετία του 2000. Οι βασικοί άξονες του νεοφιλελευθερισμού υιοθετήθηκαν, τόσο από σοσιαλδημοκρατικές όσο και από δεξιές κυβερνήσεις και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε για πρώτη φορά παγκοσμίως στη μετατόπιση της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας προς την «κεντροδεξιά» και μετέβαλε, ολοκληρωτικά, τη φυσιογνωμία των κομμάτων[32]. Το πλαίσιο, ειδικότερα, της νέας διακυβέρνησης μετά τη δεκαετία του 1990 οδήγησε στην ρευστοποίηση και τον κατακερματισμό των κομματικών συστημάτων, που επιταχύνθηκε μετά την οικονομική κρίση του 2008 (τη δεύτερη πιο μεγάλη κρίση, όπως εξελίχθηκε, μετά από εκείνη του 1929) με επακόλουθο τον δομικό μετασχηματισμό των κομματικών μορφωμάτων και την αποσύνθεση των πολιτικών συστημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, τα δεξιά κόμματα, ως «οιονεί κόμματα του κράτους», ήταν πιο εύκολο να μετασχηματιστούν σε κόμματα «καρτέλ». Αντίθετα, η αλλοίωση, που υπέστησαν τα κόμματα της Αριστεράς στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για αυτά, καθώς τα αποσύνδεσε από τα κοινωνικά κινήματα, αλλά και από τον βασικό ρόλο που ιστορικά έχει επωμιστεί η Αριστερά και συνίσταται στην πολιτικοποίηση και ενεργοποίηση των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων[33]. Ο νεοφιλελευθερισμός, εντούτοις, υπό την προστασία του μανδύα της κρατικής υπόστασης κατέστη κυρίαρχος στο πεδίο του πολιτικού λόγου, ενώ την ίδια στιγμή καμία συνάρθρωση λαϊκών συμφερόντων δεν φάνηκε να απειλεί την ηγεμονία του[34]. Βασικό εργαλείο άσκησης της πολιτικής αυτής διεργασίας υπήρξε η επιβολή σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας στα κράτη, ιδιαίτερα στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης μέσω της προώθησης άκρως νεοφιλελεύθερων πολιτικών[35]. Έτσι, η φιλελεύθερη αστική δημοκρατία εκχώρησε πόρους και εξουσία σε μια υπερεθνική ελίτ, που επί της ουσίας υπήρξε μειονότητα[36], ενώ αμβλύνθηκε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, που χαρακτήριζε τις παλαιότερες μορφές του καπιταλισμού[37].
Με άλλα λόγια, οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα μιας νέας υπερεθνικής ελίτ μέσω της προώθησης συγκεκριμένων πολιτικών λύσεων[38]. Ο μετασχηματισμός των κομμάτων εξουσίας από κόμματα μαζών σε κόμματα καρτέλ ή «κόμματα του κράτους» εξυπηρέτησε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί αυτή τη σκοπιμότητα, η οποία επηρεάζει με τη σειρά της το ευρύτερο θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο[39]. Ο συνδυασμός της εν λόγω εξέλιξης με μια ανενεργή κοινωνία πολιτών οδήγησε στη διάρρηξη των σχέσεων κράτους και κοινωνίας[40]. Ως εκ τούτου, τα πολιτικά κόμματα εξελίχθηκαν μέσα από το κράτος και έπαιξαν ρόλο στη μετάλλαξη της οργάνωσης του πολιτικού ανταγωνισμού και των σχέσεων εκπροσώπησης[41].
Κοντολογίς, η θεωρία του κόμματος του καρτέλ, η οποία αποδίδει την δυναμική των κομμάτων και τον μετασχηματισμό του κομματικού συστήματος στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα[42], συνιστά μια θεωρία κρίσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, εφόσον ο κομματικός ανταγωνισμός έχει παύσει να λειτουργεί με πραγματικούς όρους, καθιστάμενος περιορισμένος και ελεγχόμενος. Τα κόμματα, πλέον, δεν έχουν ως βασική αποστολή τους να μεταβιβάζουν συλλογικά αιτήματα των πολιτών στο κράτος, πολλώ δε μάλλον δεν εκφράζουν ταξικές διεκδικήσεις, και δεν προβαίνουν στην υλοποίησή τους στο πλαίσιο των πολιτικών τους προγραμμάτων, αλλά, αντίθετα, διαμορφώνουν μια αυτοαναφορική ατζέντα που έχει στο κέντρο της τη συνεργασία με τις κορυφές του «ρυθμιστικού» ή «επιτελικού» κράτους[43]. Έτσι, οι ψηφοφόροι δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ ουσιωδώς διαφορετικών πλαισίων πολιτικής, αλλά μεταξύ κομμάτων που έχουν ως κοινό παρονομαστή τη σχέση τους με το κράτος χωρίς, ταυτόχρονα, να κρύβουν τη χειραγώγησή τους από το κεφάλαιο[44]. Το αποτέλεσμα δεν είναι άλλο από τη διαμόρφωση ενός «ελεγχόμενου κομματικού ανταγωνισμού», με τα πολιτικά κόμματα να επιδιώκουν τον σχηματισμό ενός «πολιτικού ολιγοπωλίου» στο πλαίσιο της καρτελοποίησής τους, με βασική επιδίωξη όχι την έκφραση κοινωνικών αναγκών και συμφερόντων, έστω και διεθλασμένα, αλλά τη διασφάλιση της ύπαρξης και αναπαραγωγής των ίδιων[45].
[1] Βλ. Katz S. R. & Mair. P. (Eds.), «Changing models of party organization and party democracy: The emergence of the cartel party», Party Politics, Vol. 1, No. 1, 1995, σ. 5-28∙ Katz S. R. & Mair. P. (Eds.), «The cartel party thesis: A restatement», Perspectives on Politics, V. 7, Issue. 4, 2009, σ. 753-766.
[2] Για την εξέλιξη του κομματικού φαινομένου κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες βλ. εκτενέστερα Κριτσίκης Α., Τα πολιτικά κόμματα, το κράτος και η νεοφιλελεύθερη (;) σύγκλιση 2010-2024. Συγκριτική πολιτική και ιδεολογική ανάλυση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Aθήνα 2026, σ. 25-46 και τον εκεί αναφερόμενο υπομνηματισμό.
[3] Βλ. Ελευθερίου Κ., Το πολιτικό κόμμα, ΕΝΑ, Αθήνα 2022, σ. 241.
[4] Από τις πλέον σύγχρονες αποτυπώσεις του φαινομένου της καρτελοποίησης των κομμάτων βλ. ιδίως Βερναρδάκης Χ., Κράτος και Διακυβέρνηση. Η Πολιτική Εξουσία στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2025, σ. 238. Να σημειωθεί, πως ο Βερναρδάκης είχε ήδη εμβαθύνει στις προηγούμενες όψεις μετασχηματισμού του κομματικού φαινομένου με άξονα την ελληνική περίπτωση της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου κατά την οποία αναπτύχθηκαν μαζικά κόμματα σε όλο το μήκος του πολιτικού φάσματος· αναλυτικότερα βλ. Βερναρδάκης Χ., Tα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1974-1985. Σχέσεις εκπροσώπησης και σχέσεις νομιμοποίησης στο φως του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, Διδακτορική Διατριβή 1995, δημοσιευμένη στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών διατριβών.
[5] Βλ. Katz R. & Mair P. (Eds.), Changing Models of Party Organization and Party Democracy, ό.π., σ. 15-17, 19-21. Από την ελληνική βιβλιογραφία για το σχετικό θέμα βλ. Ελευθερίου Κ., «Κυρίαρχο Μαζικό κόμμα και κόμμα καρτέλ. Συναντήσεις του ύστερου Πουλαντζά με τη σύχρονη θεωρία κομμάτων», στο Γολέμης Χ.-Οικονόμου Η. (επιμ.), Ο Πουλαντζάς σήμερα, Νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2012, σ. 190.
[6] Για τη διαδρομή αυτής της εξέλιξης ibid., σ. 191.
[7] Για την ελληνική περίπτωση σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης, όπως αυτή εκφράστηκε με το παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ βλ. αντί πολλών Βερναρδάκης Χ., «Η ίδρυση, η εξέλιξη και η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ: Από το «κόμμα μαζών» στο «κόμμα του κράτους», στο Βερναρδάκης Χ. κ.α (επιμ.), Τριάντα χρόνια δημοκρατία: Το πολιτικό σύστημα της τρίτης Ελληνικής δημοκρατίας (1974-2004), Κριτική, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης 2004, σ. 154 επ.
[8] Βλ. αναλυτικά επ’ αυτού Κουρουνδής Χ., Μεγάλες αφηγήσεις και σταθμοί της αντιπροσώπευσης. Θεωρητικές προσεγγίσεις και θεσμικές πρακτικές, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2024, σ. 221-232, όπου αξιοποιούνται οι σχετικές επεξεργασίες του Bernard Manin και της Nadia Urbinati.
[9] Βλ. Katz R. & Mair P. (Eds.), Party organizations: A data hand-book on party organizations in Western democracies, 1960-1990, Sage Publications, London-Thousand Oaks-New Delhi 1992.
[10] Hobsbawm E., Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991, ιβ΄ εκδ., μτφρ Β. Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.
[11] Για τα κόμματα βλ. Τάσσης Χ. (13/11/2025), «Η κρίση εμπιστοσύνης ως κρίση εκπροσώπησης», στο https://www.tovima.gr/print/nees-epoxes/i-diakriti-metavasi-stin-epoxi-lftis-dyspistiascr (πρόσβαση: 6.1.2026). Αναφορικά με τους θεσμούς, βλ. αντί άλλων Γιαννακόπουλος Κ., «Υπάρχει ακόμη πίστη στο Σύνταγμα;», στο https://nomarchia.gr (πρόσβαση: 6.10.2026).
[12] Για τη διαπλοκή της οικονομικής με την πολιτική εξουσία στην Ελλάδα και τη συνταγματική της αποτύπωση βλ. ενδεικτικά, Καϊδατζής Α., Κουρουνδής Χ., Ποια αναθεώρηση; Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των “από πάνω”, Πόλις, Αθήνα 2026, σ. 57-64.
[13] Βλ.van Biezen Ι. & Rashkova E. R., Deterring new party entry? The impact of state regulation on the permeability of party systems, Party Politics, vol. 20, No 6, 2024, σ. 890-903.
[14] Βλ. Γιαννακόπουλος Κ., Ο νεοφεουδαρχικός συνταγματισμός, Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2022, σ. 116-136.
[15] Βλ. Λάβδας Κ., Συμφέροντα και πολιτική, Παπαζήσης, Αθήνα 2004, σ. 35 επ.
[16] Βλ. Κοντιάδης Ξ., Δημοκρατία, κοινωνικό κράτος και Σύνταγμα, Παπαζήσης, Αθήνα 2006, σ. 109 επ.
[17] Βλ. Κοντιάδης Ξ., Ελλειμματική Δημοκρατία-Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2009, σ. 26.
[18] Βλ. εκτενέστερα Βούλγαρης Γ., Φιλελευθερισμός, συντηρητισμός, κοινωνικό κράτος, Θεμέλιο, Αθήνα 1994, σ. 37 επ.
[19] Βλ. Κοντιάδης, «Ελλειμματική Δημοκρατία-Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα», ό.π, σ. 26.
[20] Ibid, σ. 27.
[21] Βλ. Σπουρδαλάκης Μ., «Το κομματικό φαινόμενο: Εξέλιξη και συγκυρία», στο Τσάτσος Δ.-Κοντιάδης Ξ. (επιμ.), Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων, Παπαζήσης, Αθήνα 2003, σ. 39 επ.
[22] Βλ. Ελευθερίου, Το πολιτικό κόμμα, ό.π., σ. 245.
[23] Βλ. Katz S. R. and Mair P. (Eds.) Changing Models of Party Organization and Party Democracy: the Emergence of the Cartel Party, ό.π., σ. 16.
[24] Βλ. Taguieff P-A., L’ effacement de l’avenir, 2000, σ. 23 επ, Κοντιάδης Ξ., Ελλειμματική Δημοκρατία-Κράτος και κόμματα στη σύγχρονη Ελλάδα, ό.π., σ. 29.
[25] Βλ. Κράουτς Κ., Μεταδημοκρατία, Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σ. 9.
[26] Βλ. Πουλαντζάς Ν., Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σ. 189.
[27] Βλ. Τάσσης Χ., «Η κρίση εμπιστοσύνης ως κρίση εκπροσώπησης», στο https://www.paratiritis-news.gr/gnomes/i-krisi-ebistosynis-os-krisi-ekprosopisis/ (πρόσβαση 8/10/2026)∙ γενικότερα για αυτό το θέμα βλ. Ελευθερίου Κ.- Παπαβλασόπουλος Ε., «Λανθάνουσες προσεγγίσεις και σύγχρονες τάσεις στη θεωρία των κομμάτων», Επιστήμη και Κοινωνία, 25, 2010, σ. 222-225.
[28] Βλ. Κράουτς., Μεταδημοκρατία, ό.π., σ. 58 επ., Κοντιάδης, Ελλειμματική Δημοκρατία, ό.π., σ. 28.
[29] Βλ. Μεταξάς Α.-Ι. Δ., Μεταθέσεις εξουσίας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, στο Κοντιάδης Ξ.-Ανθόπουλος Χ. (επιμ.), Κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος, Παπαζήση, Αθήνα 2008, σ. 39 επ.∙ Τσάτσος Δ., Η μεγάλη παρακμή, Ελληνικές εκδόσεις, Αθήνα 2006, σ. 187 επ.
[30] Βλ. Γιαννακόπουλος Κ., «Οι αντιξοότητες της πολιτικής αντιπροσώπευσης», στο https://nomarchia.gr (πρόσβαση: 2.5.2025).
[31] Βλ. Βερναρδάκης Χ., Κράτος και Διακυβέρνηση, ό.π., σ. 246-247, 259.
[32] ibid, σ. 255.
[33] ibid, σ. 262, 264-265.
[34] ibid, σ. 265-266.
[35] Βλ. Κεσσόπουλος Αλ., «Ο αντίκτυπος των κρίσεων στο οικονομικό Σύνταγμα», στο Σωτηρέλης Γ., Ανθόπουλος Χ., Καραβοκύρης Γ. (επιμ.), 100 χρόνια από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2025, σ. 175-200.
[36] Βλ. Guardino M. (2018), «Neoliberal populism as hegemony: a historical-ideological analysis of US economic policy discourse», Critical Discourse Studies, vol. 15, no. 5, 2018, σ. 449.
[37] Βλ. Wilson J. A., Neoliberalism, Routledge, New York 2018, σ. 22-29.
[38] Βλ. Mueller J. L., «The IMF, neoliberalism and hegemony», Global Society, vol. 25, no. 3, 2011, σ. 377.
[39] Για μια σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη παρουσίαση αυτής της οπτικής βλ. Καϊδατζής, Κουρουνδής, Ποια αναθεώρηση; Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών, όχι στα μέτρα των “από πάνω”, ό.π., σ. 95-110, οι οποίοι κάνουν λόγο για «θεσμική εξέγερση των ελίτ» αντλώντας από το σχήμα του Λας Κ., Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφρ. Τομανάς Β., Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006.
[40] Μακρυδημήτρης Α., Κράτος και κοινωνία των πολιτών, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα 2006, σ. 77 επ.,∙ Σωτηρόπουλος Δ. (επιμ.), Η άγνωστη κοινωνία πολιτών. Κοινωνικές κινητοποιήσεις, εθελοντισμός και κράτος στη σύγχρονη Ελλάδα, Ελληνικές εκδόσεις, Αθήνα, 2004∙ Τσάτσος Δ., Εσωκομματική Δημοκρατία, Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα 2022, σ. 134.
[41] Βλ. Σπουρδαλάκης Μ., Για τη θεωρία και τη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, Εξάντας, Αθήνα 1990, σ. 85 επ.,∙ ομοίως βλ. για αυτό το θέμα Mair P., Κυβερνώντας το κενό. Η εξασθένιση της Δυτικής Δημοκρατίας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020.
[42] Βλ. Katz R. & Mair P., Democracy and the cartelization of political parties, Oxford University Press, Oxford 2018, σ. 122.
[43] Για το «επιτελικό κράτος» στην Ελλάδα, το οποίο έχει σηματοδοτήσει την υποκατάσταση της συλλογικής λειτουργίας της κυβέρνησης από έναν κλειστό οργανωτικό μηχανισμό υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού, αποτελώντας ένα θεσμικό πρότυπο που αποκρυσταλλώνει τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη για τη διακυβέρνηση, βλ. αντί άλλων Βερναρδάκης, Κράτος και Διακυβέρνηση, ό.π., σ. 131-195.
[44] Βλ. Ελευθερίου, Το πολιτικό κόμμα, ο.π., σελ. 250-251, στο οποίο γίνεται παραπομπή στους Κατζ και Μερ ως προς το ότι: «Οι στόχοι της πολιτικής καθίστανται αυτοαναφορικοί, επαγγελματικοί και τεχνοκρατικοί και ο όποιος ουσιαστικός διακομματικός ανταγωνισμός απομένει συνίσταται στην ικανή και αποτελεσματική διαχείριση του πολιτικού συστήματος»∙ βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα αυτό R. S. Katz and P. Mair (Eds.), The cartel party thesis: A restatement, ο.π. σ. 755.
[45] Βλ. Ελευθερίου, Το πολιτικό κόμμα, ό.π., σ. 245.
Ο Αλέξανδρος Κριτσίκης είναι Διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ). Έχει πραγματοποιήσει μεταδιδακτορική έρευνα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο ΔΠΘ. Είναι επίσης πτυχιούχος του τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει εργαστεί επί πολλά χρόνια ως δικηγόρος και ήδη εργάζεται ως νομικός Π.Ε. σε Ανεξάρτητη Αρχή. Έχει συγγράψει τις επιστημονικές μονογραφίες «Η Κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση» (Εναλλακτικές εκδόσεις, 2023), «Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της ΝΔ, όπως καταγράφηκε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση» (Εναλλακτικές εκδόσεις, 2025) και «Τα πολιτικά κόμματα, το κράτος και η νεοφιλελεύθερη (;) σύγκλιση 2010-2014» (Εναλλακτικές εκδόσεις, 2026).

