Η ανάλυση του πολιτικού τοπίου της Άκρας Δεξιάς στην Ελλάδα απασχολεί έντονα τους πολιτικούς και κοινωνικούς επιστήμονες τις τελευταίες δεκαετίες. Όχι μόνο γιατί η άνοδος και η πτώση της Χρυσής Αυγής υπήρξαν καταλυτικές για τις πολιτικές εξελίξεις και τη δημοκρατία την περίοδο της οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί προηγήθηκαν και ακολούθησαν άλλα κόμματα και οργανώσεις που έδωσαν και πήραν τη σκυτάλη στον χώρο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού. Η ακροδεξιά δείχνει να έχει ριζώσει πια ως μια πτυχή της ελληνικής πολιτικής έκφρασης, με άλλους, όμως, όρους από αυτούς των πάλαι ποτέ νοσταλγών της Χούντας.

Στις επικείμενες ευρωπαϊκές εκλογές το ποσοστό των κομμάτων του λεγόμενου «πατριωτικού χώρου» προβλέπεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς αρκετοί πρώην ψηφοφόροι της κυβερνητικής παράταξης φαίνεται να μετακινούνται ακόμη δεξιότερα. Οι λόγοι της μετακίνησης δεν είναι μόνο συγκυριακοί και, συνεπώς, χρήζουν διερεύνησης. Ακόμη πιο σημαντική, εξάλλου, αναμένεται να είναι η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπου είτε ήδη συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας, είτε προηγούνται στις δημοσκοπήσεις. Υπάρχει, μάλιστα, πιθανότητα μια συμμαχία ακροδεξιών κομμάτων να έχει την πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά τις εκλογές της 9ης Ιουνίου 2024.

Η κατανόηση της ρευστής παρούσας κατάστασης και οι αιτίες της δυναμικής που έχει η Άκρα Δεξιά στην Ευρώπη και την Ελλάδα αποτελούν το αντικείμενο αυτού του κειμένου. Διερευνώντας τα βασικά στοιχεία του ακροδεξιού λόγου, αλλά και τις διαφορές μεταξύ τάσεων και κομμάτων, θα επιχειρήσω μια σκιαγράφηση των εξελίξεων, αλλά και μια πραγμάτευση των αιτιών που σχετίζονται με την ευρύτερη επιρροή των εθνικιστικών, ξενοφοβικών και αντιδημοκρατικών ιδεών τις τελευταίες δεκαετίες.

Η διεθνής συγκυρία και η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη 

Οι ευρωεκλογές του 2024 είναι οι πρώτες μετά από μια σειρά διεθνών κρίσεων: την πανδημία του Covid-19, το Brexit το 2020, την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και τον πόλεμο που εξακολουθεί, τη συνακόλουθη έκρηξη των τιμών της ενέργειας και τις συνέπειές της στην ευρωπαϊκή οικονομία, και από τον Οκτώβριο του 2023 έως σήμερα, τον πόλεμο στη Γάζα, την ανθρωπιστική κρίση και την αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Και μία ακόμη: την κλιματική αλλαγή, που πλέον είναι φανερό πως δεν πρόκειται να εκδηλωθεί σε κάποιο αδιόρατο μέλλον, αλλά έχει ξεκινήσει και απαιτεί άμεσα και δραστικά μέτρα.

Η διαχείριση αυτών των κρίσεων από την ΕΕ και τις εθνικές κυβερνήσεις είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξουν οι σχεδιασμοί και οι προτεραιότητες, και να ανατραπούν συμφωνίες και προσανατολισμοί, με αποτέλεσμα την αλλαγή των εμπορικών σχέσεων ΕΕ-Βρετανίας, την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και την ακόμη μεγαλύτερη πρόσδεση της Ευρώπης στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε πολιτικές και οικονομικές αναταράξεις στο εσωτερικό των κρατών-μελών, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις αναμένεται να οδηγήσουν σε πτώση των ποσοστών των κεντρώων και συντηρητικών παρατάξεων που είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης, και (απ’ ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις) σε σημαντική άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων[1]. Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες, η κατακερματισμένη αριστερά δεν φαίνεται να μπορεί να προσελκύσει σημαντικό ποσοστό των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων.

Την τελευταία τετραετία, τα θέματα στα οποία επικεντρώθηκε η κριτική των ακροδεξιών ριζοσπαστικών, λαϊκιστικών ή και νεοφασιστικών κομμάτων, πέρα από τον ευρωσκεπτικισμό και τις αντιμεταναστευτικές, ισλαμοφοβικές, έως και ρατσιστικές θέσεις που παγίως υποστηρίζουν, ήταν η αντίθεση στον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά του κορονοϊού, η διαφοροποίηση σε σχέση με τη φιλο-ουκρανική πολιτική της ΕΕ και ενίοτε η πλήρης στήριξη της Ρωσίας του Πούτιν, αλλά και η δυναμική υπεράσπιση των αγροτών που διαμαρτύρονται για τους όρους της «Συμφωνίας για το Κλίμα» και την «πράσινη μετάβαση». Σε αυτά προστίθεται η υπεράσπιση της «παραδοσιακής οικογένειας» και η αντίθεση στον «γάμο για όλους» και στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ.

Χαρακτηριστικά και ρητορική της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς

Παρά το εν γένει κοινό ιδεολογικό ρεπερτόριο, η Άκρα Δεξιά αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες σε δύο βασικές κατευθύνσεις: αφενός, στην υπερσυντηρητική, εθνοκεντρική και ξενοφοβική  ριζοσπαστική ή λαϊκιστική ακροδεξιά (far right[2]) των μικρομεσαίων κυρίως στρωμάτων, και αφετέρου στη νεοφασιστική, ανοιχτά ρατσιστική και μιλιταριστική τάση εξτρεμιστικών οργανώσεων (extreme right) που ενίοτε αποκτούν και κοινοβουλευτική έκφραση.

Εδώ και δύο δεκαετίες, ακροδεξιά κόμματα μετέχουν σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεργασίας, ενώ στην περίπτωση της Giorgia Meloni στην Ιταλία και του Viktor Orban στην Ολλανδία κατέχουν την εξουσία. Στην Ολλανδία, το  «Κόμμα της Ελευθερίας» του Geert Wilders κέρδισε στις εθνικές εκλογές του 2023, και στις 15 Μαΐου 2024 έφτασε σε συμφωνία με τρία άλλα κόμματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στη Γαλλία, η Marine Le Pen, η οποία έλαβε τη δεύτερη θέση στις προεδρικές εκλογές του 2017 και του 2022, μετονόμασε το «Εθνικό Μέτωπο» (Front National) σε «Εθνική συσπείρωση» (Rassemblement National), επιχειρώντας να εξωραΐσει το ακραίο προφίλ του κόμματος που ίδρυσε ο πατέρας της, και αναμένεται να λάβει το μεγαλύτερο ποσοστό στις προσεχείς ευρωεκλογές. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ακροδεξιά κόμματα προβλέπεται να έρθουν πρώτα  στην Αυστρία, την Ιταλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Τσεχία, την Ουγγαρία, την Πολωνία και την Σλοβακία, και δεύτερα σε μια σειρά άλλων κρατών-μελών.

Η προσπάθεια να διεκδικήσουν την εξουσία έχει οδηγήσει κάποια από αυτά σε στρογγύλεμα των θέσεών τους, τουλάχιστον στο πλαίσιο του δημόσιου λόγου τους. Έτσι, όταν στα μέσα Μαΐου ο νυν και εκ νέου υποψήφιος ευρωβουλευτής του γερμανικού ακροδεξιού AfD («Εναλλακτική για τη Γερμανία») Maximilian Krah δήλωσε πως «όσοι μετείχαν στα SS δεν ήταν όλοι εγκληματίες», εξωθήθηκε σε παραίτηση λόγω των αντιδράσεων. Μάλιστα, η πολιτική ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου «Ταυτότητα και Δημοκρατία» (ID), στην οποία ηγείται η Λεπέν, απέβαλε από τις τάξεις της το AfD στις 23 Μαΐου 2024[3].

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο πολιτικές ομάδες της ακροδεξιάς στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ID: Ταυτότητα και Δημοκρατία, και ECR: Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές) έχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους, αλλά δεν αποκλείεται να συμμαχήσουν. Στα τέλη Μαΐου, η Μαρίν Λεπέν (ID) κάλεσε τη Μελόνι (ECR) να συνεργαστούν, ενώ η Μελόνι υποστήριξε το ίδιο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η Ιταλία θα αναλάβει ηγετικό ρόλο. Οι προσωπικές φιλοδοξίες και η δυναμική κάθε πλευράς αποτελούν, προφανώς, παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Παράλληλα, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ursula Von der Lyen, έκανε μνεία σε πιθανή συνεργασία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ/EPP) με τη Μελόνι και το ECR, προκαλώντας τη μήνη των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών. Από την άλλη πλευρά, ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τάχθηκε υπέρ μιας συνεργασίας του ΕΛΚ με τη Μελόνι (την οποία διαχώρισε από τη Λεπέν), με το επιχείρημα ότι «είναι σημαντικό να υπάρχει μια πλειοψηφία των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων» και ότι, παρά τις διαφορετικές «καταβολές» της, δεν χρειάζεται «να βάζουμε ταμπέλες και διαχωριστικές γραμμές πριν δούμε συγκεκριμένα δείγματα γραφής»[4]. Άλλη εκδοχή που εξετάζεται είναι η συμμαχία μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και ευρωβουλευτών του ID. Χωρίς αμφιβολία, πολλά θα εξαρτηθούν από την κατανομή των εδρών μετά τις εκλογές, σε κάθε περίπτωση, όμως, η συνεργασία δεξιάς και ακροδεξιάς δεν θεωρείται πλέον ταμπού.

Παρά τις διαφορές τους, με κεντρικότερη ίσως τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό (ECR) ή τη συμπάθεια προς τη Ρωσία (ID), κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων αποτελούν ο μετα-δημοκρατικός αυταρχισμός, η αντίθεση στην Αριστερά, στον πολιτικό φιλελευθερισμό και στα θεμελιώδη δικαιώματα των μειονοτήτων, η ρητορική μίσους απέναντι στους μετανάστες, στο ισλάμ και σε κάθε μορφής ετερότητα (εθνική, θρησκευτική ή έμφυλη), η υπεράσπιση «παραδοσιακών» αξιών περί πατρίδας, θρησκείας και οικογένειας[5], η διεκδίκηση επιστροφής στην εθνική οικονομία και η στερεοτυπική αντίληψη περί ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού. Ο εθνικισμός συνδυάζεται με μια εξιδανικευμένη «ευρωπαϊκή ταυτότητα» που θεωρείται ότι απειλείται από το ισλάμ και τη μετανάστευση.

Αιτίες της διεισδυτικότητας του ακροδεξιού λόγου

Οι αιτίες της έλξης που προκαλεί η Άκρα Δεξιά (από υπερσυντηρητική, εθνικιστική και ξενοφοβική έως ανοιχτά ρατσιστική και αντιδημοκρατική) στους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους είναι σύνθετες.

Ένα κεντρικό θέμα της ακροδεξιάς ρητορικής αποτελεί η αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση και η συσπείρωση στο έθνος-κράτος. Αυτό συμπεριλαμβάνει τον ευρωσκεπτικισμό και την άρνηση περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας που ενέχει η πολιτική ενοποίηση της ΕΕ. Επίσης, η έλλειψη διαφάνειας στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες λαμβάνονται ερήμην των εκλεγμένων εθνικών αντιπροσώπων στο Ευρωκοινοβούλιο, θρέφει την εμπάθεια απέναντι στις «Βρυξέλλες».

Επίσης, για το πιο σκληροπυρηνικό τμήμα της Άκρας Δεξιάς, η αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος βρίσκεται υπό αίρεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τονίζονται η διαφθορά της πολιτικής τάξης και η συσσώρευση πλούτου και εξουσίας στα χέρια των πολιτικών, ενώ παράλληλα αμφισβητείται η λειτουργία και η αποτελεσματικότητα των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Για τις νεοφασιστικές ή νεοναζιστικές οργανώσεις, αλλά και για τα κόμματα του ακροδεξιού λαϊκισμού, πιο κρίσιμος θεωρείται ο ρόλος του ηγέτη και του μαζικού κόμματος. Πρότυπο διακυβέρνησης αποτελεί ο πολιτικός αυταρχισμός και η δυναμική άσκηση της εξουσίας στο όνομα του έθνους. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο πως μια μεγάλη μερίδα των ακροδεξιών κομμάτων γοητεύεται από την πολιτική του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η πιο σημαντική παράμετρος είναι πως η Άκρα Δεξιά κεφαλαιοποιεί την οικονομική ανασφάλεια των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων στοχοποιώντας τις ελίτ και τους ξένους, χωρίς όμως να αμφισβητεί το ίδιο το νεοφιλελεύθερο οικονομικό σύστημα, τον καταναλωτισμό και την ελπίδα της κοινωνικής ανόδου. Προσφέρει, δηλαδή, μια εύκολη διέξοδο στην οργή των μη προνομιούχων, καθιστώντας τους μετανάστες αποδιοπομπαίους τράγους, ακόμα και στις χώρες που οι αριθμοί τους είναι αναλογικά χαμηλοί. Σύμφωνα με την ακροδεξιά αντίληψη, η ανεργία, η εγκληματικότητα και οι οξυμένες οικονομικές ανισότητες (ταξικές και περιφερειακές) δεν οφείλονται στην καπιταλιστική συσσώρευση πλούτου στα χέρια ενός όλο και μικρότερου ποσοστού της επιχειρηματικής ελίτ, αλλά στον εργασιακό ανταγωνισμό από τους νεοφερμένους μετανάστες «που μάς παίρνουν τις δουλειές».

Τα στερεοτυπικά σχήματα δαιμονοποίησης των μεταναστών εξυπηρετούν την οχύρωση των ευρωπαϊκών μεσοστρωμάτων γύρω από την έννοια της πολιτισμικής υπεροχής της Ευρώπης και την προάσπιση των όποιων ταξικών τους προνομίων απέναντι στους ξένους προλετάριους που μπορεί να ανατρέψουν τις ισορροπίες. Λειτουργώντας στη βάση της διάκρισης «εμείς» και οι «άλλοι», τα στερεότυπα ενισχύουν την αυτό-εικόνα της ομάδας που τα εκφράζει και τονίζουν την θέση της στην κοινωνική ιεραρχία. Στόχος τους είναι να καταστήσουν σαφή τη διάκρισή της οικείας ομάδας από άλλες ομάδες, οι οποίες γίνονται συνήθως αντιληπτές ως υποδεέστερες[6]. Όπως αναφέρει ο Sherif, το υποτιμητικό στερεότυπο αποτελεί ένα εργαλείο που νομιμοποιεί σχέσεις κυριαρχίας[7]. Υπό αυτή την έννοια, οι μετανάστες υφίστανται διπλή απαξίωση: ταξική και πολιτισμική. Οι πιο ευάλωτες, φτωχοποιημένες τάξεις των «γηγενών» Ευρωπαίων έχουν την τάση να υιοθετούν τέτοιες ξενοφοβικές και ρατσιστικές αντιλήψεις, προκειμένου να αναδείξουν το μόνο σχετικό πλεονέκτημά τους απέναντι στους νεοφερμένους από τον λεγόμενο «τρίτο κόσμο»: την εθνική, χριστιανική και ευρωπαϊκή τους ταυτότητα.

Αντιμέτωποι με άτυπες διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό, πολλοί μετανάστες στρέφονται, και αυτοί αμυντικά, σε μια συσπείρωση γύρω από την «ταυτότητα». Στη Γαλλία, πολλοί τρίτης γενιάς Γάλλοι με αραβική καταγωγή, καταδικασμένοι στην ανεργία και στον μαρασμό στα υποβαθμισμένα προάστια, νιώθοντας έντονα τον κοινωνικό σνομπισμό ή τον ανοιχτό ρατσισμό σε κάθε συναναστροφή τους με τους Γάλλους «από κούνια», καταλήγουν είτε σε επεισοδιακά ξεσπάσματα βίας, είτε στο πολιτικό ισλάμ. Ο Olivier Roy παρατηρεί ότι ο ισλαμισμός δεν έχει να κάνει πραγματικά με τη θρησκεία, αλλά αποτελεί την πιο δυναμική οδό ριζοσπαστικοποίησης στις αρχές του 21ο αιώνα[8]. Για τον λόγο αυτό, στη φάση όξυνσης του φαινομένου, καταγραφόταν μια τάση στράτευσης ακόμη και μη μουσουλμάνων. Στην Ευρώπη, ο τζιχαντισμός αφορούσε νέους απολύτως εκδυτικισμένους που μισούσαν το σύστημα και τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν.

Έτσι, τα ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων μετατρέπονται σε «πολιτισμικές συγκρούσεις». Λειτουργώντας ως αυτοεκλπηρούμενες προφητείες, οι κουλτουραλιστικές θεωρίες περί ασυμβίβαστων πολιτισμικών διαφορών και «μη αφομοιώσιμων πληθυσμών», παράγουν απτά αποτελέσματα, αποξενώνοντας πολλούς μετανάστες και εμποδίζοντας την κοινωνική τους ένταξη.

Στον ακροδεξιό λόγο, η ίδια η μετανάστευση παρουσιάζεται ως μια επιλογή, όχι ως αδήριτη ανάγκη, ενώ συγχρόνως καμία αναφορά δεν γίνεται σε πρόσφυγες. Η πολύ διαδεδομένη θεωρία συνωμοσίας της «Μεγάλης αντικατάστασης» υποστηρίζει πως η Ευρώπη απειλείται από ένα οργανωμένο σχέδιο άλωσής της από τους Αφρικανούς και Ασιάτες μετανάστες[9]. Οι μουσουλμάνοι αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη καχυποψία. Κατά συνέπεια, η νέα μορφή του ευρωπαϊκού ρατσισμού, η οποία αντικατέστησε σχεδόν τον αντισημιτισμό, δεν είναι άλλη από την ισλαμοφοβία[10]. Το ισλάμ ταυτίζεται με τη βία, την τρομοκρατία, την οπισθοδρομική άρνηση της δυτικής νεωτερικότητας. Η γενίκευση είναι κραυγαλέα και στηρίζεται στην πλήρη άγνοια για τις διαφορές ανάμεσα στις πολλές εκδοχές του ισλάμ, την ιστορική εξέλιξη κάθε περιοχής και τις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας. Με αφετηρία τις παραπάνω προσλήψεις της πραγματικότητας δεν είναι δύσκολο να αναπαραχθούν από την Άκρα Δεξιά τα οριενταλιστικά στερεότυπα που διακρίνουν την «πολιτισμένη Δύση» από το «σκοταδιστικό ισλάμ».

Οι αντιλήψεις αυτές δεν απέχουν πολύ από τον κυρίαρχο λόγο των συντηρητικών κομμάτων στην ΕΕ, που προασπίζονται την Ευρώπη-φρούριο και συχνά συνδέουν τη μετανάστευση με την εγκληματικότητα, την τρομοκρατία και τον φόβο της «πολιτισμικής αλλοίωσης». Προς επίρρωση αυτών, το 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέταξε τη διαχείριση της μετανάστευσης σε νέο χαρτοφυλάκιο που ονομάστηκε αρχικά «Προστασία του Ευρωπαϊκού τρόπου ζωής», ενώ μετά τις αντιδράσεις για τις προφανείς ξενοφοβικές συνδηλώσεις του μετονομάστηκε σε «Προώθηση του Ευρωπαϊκού μας τρόπου ζωής».

Εκδοχές και ιδιαιτερότητες της ελληνικής ακροδεξιάς

Στην Ελλάδα, η άνοδος της Άκρας Δεξιάς μετά το 1990 συνδέθηκε με δύο διαφορετικές αλλά συγκλίνουσες εξελίξεις: το μεταναστευτικό ζήτημα, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και τον εθνικισμό σε σχέση με τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».

Η ελληνική ακροδεξιά έχει βεβαίως τις ρίζες της στον μεσοπολεμικό φασισμό της ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς) και του Μεταξικού καθεστώτος, στη μετεμφυλιακή εθνικοφροσύνη και στην επταετή Δικτατορία του 1967-74. Μετά την πτώση της Χούντας, οι νοσταλγοί της παρέμεναν σε επιφυλακή, αλλά στο περιθώριο, καθώς η δημοκρατική Μεταπολίτευση και η περίοδος της σοσιαλιστικής ευφορίας επί ΠΑΣΟΚ δεν τους επέτρεπαν να εκδηλωθούν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού παγκοσμίως, η επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία και η εθνικιστική έξαρση του Μακεδονικού έδωσαν ευκαιρία σε άτομα του ακροδεξιού και εθνικιστικού χώρου να αποκτήσουν βήμα και επιρροή[11]. Ήταν η περίοδος που ο δηλωμένος ιδεολόγος του φασισμού Κωνσταντίνος Πλεύρης (ιδρυτής του κόμματος της 4ης Αυγούστου το 1965)[12] φιλοξενούνταν σε τηλεοπτικές εκπομπές και καλούνταν να μιλήσει σε σχολεία ως ειδήμων για την αρχαία ιστορία. Από την άλλη πλευρά, η ανάμειξη της Εκκλησίας στα δημόσια πράγματα κατά τη δεκαετία του 2000 υπήρξε ένας πρόσθετος παράγοντας που ενίσχυσε τον συντηρητισμό και τον ελληνορθόδοξο σωβινισμό στο ευρύ κοινό[13].

Η κρίση του Μακεδονικού υπήρξε η αφορμή για τη διοργάνωση μαζικών εθνικιστικών κινητοποιήσεων, αλλά και για την επανεμφάνιση στην κεντρική πολιτική σκηνή δύο εκδοχών της Άκρας Δεξιάς για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση: της εξτρεμιστικής, νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, κατά τη διάρκεια των συλλαλητηρίων του 1992-93[14], και του υπερσυντηρητικού, εθνικιστικού Δικτύου 21, που οργανώθηκε με την υποστήριξη του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της ΝΔ, Αντώνη Σαμαρά[15]. Μια σειρά εθνικών κρίσεων (Μακεδονικό, Ίμια, Οτσαλάν, δημοψήφισμα στην Κύπρο), η όξυνση της ξενοφοβίας απέναντι στους μετανάστες, καθώς και το ζήτημα των ταυτοτήτων, που ενορχήστρωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, οδήγησαν στην επικράτηση μιας εμπρηστικής εθνικιστικής ρητορικής στον δημόσιο λόγο και στα ΜΜΕ.

Οι συνθήκες αυτές πρόσφεραν εύφορο έδαφος στη δημιουργία του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού (ΛΑΟΣ) από τον πρώην βουλευτή της ΝΔ, Γιώργο Καρατζαφέρη[16], στη μετεξέλιξη της Χρυσής Αυγής σε πολιτικό κόμμα και στην εμφάνιση μιας σειράς άλλων μικρότερων κομμάτων της Άκρας Δεξιάς που μοιράζονταν τις ψήφους του ακροδεξιού χώρου έως τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Η οικονομική κρίση του 2010 και το σοκ που υπέστη η ελληνική κοινωνία οδήγησαν στην πλήρη αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη, με την κατάρρευση των ποσοστών ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και τον κατακερματισμό των κομματικών δυνάμεων[17]. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011-12, η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής από το 2012 έως τη δίωξη και την καταδίκη των ηγετικών στελεχών της[18], καθώς και η συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015-2019 με το εθνικο-λαϊκιστικό κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝΕΛ) του Πάνου Καμμένου, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας δεξαμενής συνειδητών ακροδεξιών ψηφοφόρων που δύσκολα επαναπατρίζονται στα mainstream κόμματα.

Η Νέα Δημοκρατία επί αρχηγίας Αντώνη Σαμαρά επιχείρησε να προσελκύσει μέρος αυτών των ψηφοφόρων με τη μεταγραφή των τριών πιο δημοφιλών βουλευτών του ΛΑΟΣ, Άδωνι Γεωργιάδη, Θάνου Πλεύρη και Μάκη Βορίδη (ιδρυτή και αρχηγού του Λεπενικού «Ελληνικού Μετώπου» μεταξύ 1994-2005). Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος επίσης συμπεριέλαβε και τους τρεις στις κυβερνήσεις του. Ως πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μάλιστα, αποφάσισε να εναντιωθεί απολύτως στη Συμφωνία των Πρεσπών το 2018-2019, παρότι η ΝΔ είχε ρητά συμφωνήσει από την εποχή Καραμανλή με την αναζήτηση λύσης μέσω μιας σύνθετης ονομασίας. Η συμμετοχή των στελεχών της ΝΔ στα συλλαλητήρια και οι κατηγορηματικές δηλώσεις τους περί «επιζήμιας», «αντεθνικής» ή και «προδοτικής» συμφωνίας συνέβαλαν στην ενίσχυση των ποσοστών της ΝΔ στις εκλογές του 2019. Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυσαν και νομιμοποίησαν τον εθνικιστικό λόγο που εκφραζόταν προνομιακά από ακροδεξιά κόμματα και οργανώσεις[19].

Η ελληνική ακροδεξιά από τις εθνικές εκλογές 2023 έως τις Ευρωεκλογές 2024

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023 υπήρξε διάσπαση της ακροδεξιάς ψήφου πρωτίστως σε τρία πολιτικά κόμματα, που όμως συγκέντρωσαν συνολικά 12,8 % των έγκυρων ψηφοδελτίων και 34 έδρες. Τα κόμματα αυτά εκπροσωπούν διαφορετικές τάσεις της Άκρας Δεξιάς[20]:

–  Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου ιδρύθηκε το 2016. Το 2019, με σημαία την αντίθεση στη Συμφωνία των Πρεσπών, εξέλεξε 10 βουλευτές συγκεντρώνοντας 3,70%, ενώ το 2023 το κόμμα αύξησε το ποσοστό του σε 4,44% και εξέλεξε 16 βουλευτές. Ο Βελόπουλος έγινε γνωστός κατά τη δεκαετία του 1990 από τις εκπομπές του σε περιφερειακά κανάλια, όπου υποστήριζε σκληρές εθνικιστικές θέσεις για το Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά, διανθισμένες με ανορθολογικές και συνωμοσιολογικές θεωρίες. Είχε εκλεγεί βουλευτής του ΛΑΟΣ (2004-2012) και αργότερα της ΝΔ (2012-2015). Η Ελληνική Λύση, με κεντρικό σύνθημα «Πρώτα η Ελλάδα, πρώτα οι Έλληνες», υποστηρίζει νατιβιστικές, αντιμεταναστευτικές, αντιευρωπαϊκές και φιλορωσικές θέσεις. Στη διάρκεια της πανδημίας πρωτοστατούσε στην καταγγελία της χρήσης μασκών και εμβολίων.

–  Το Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα – Νίκη ιδρύθηκε το 2019 από τον θεολόγο εκπαιδευτικό Δημήτρη Νατσιό και εξέλεξε 10 βουλευτές τον Ιούνιο 2023 με ποσοστό 3,70%. Υποστηρίζεται από ορθόδοξες χριστιανικές οργανώσεις και μοναχούς του Αγίου Όρους, εκφράζει βαθιά θρησκευόμενες, υπερσυντηρητικές, ξενοφοβικές και εθνικιστικές θέσεις, ενώ οργανώθηκε από κύκλους που μετείχαν στην κινητοποίηση εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών στη Βόρεια Ελλάδα. Στη συνέχεια συμμετείχε ενεργά στο αντιεμβολιαστικό κίνημα. Ο Δ. Νατσιός ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλαν το βιβλίο Ιστορίας της ομάδας Ρεπούση το 2006-2007, ενώ στη συνέχεια είχε εκπομπή στο τοπικό κανάλι 4Ε της Κεντρικής Μακεδονίας με μεγάλη απήχηση.

–  Οι Σπαρτιάτες έχουν σκληρά εθνικιστικό, αντιδημοκρατικό και μιλιταριστικό στίγμα. Το κόμμα ιδρύθηκε από τον Βασίλη Στίγκα το 2017, αλλά μπήκε στη Βουλή στις εκλογές του Ιουνίου 2023 με ποσοστό 4,68% (12 έδρες) μετά την ανοιχτή στήριξη από τον φυλακισμένο Ηλία Κασιδιάρη. Στην πορεία, όμως, ο Β. Στίγκας ήρθε σε σύγκρουση με τους βουλευτές του που καθοδηγούνταν από τον Κασιδιάρη. Η εισαγγελία ξεκίνησε έρευνα για εξαπάτηση του εκλογικού σώματος, ενώ τον Απρίλιο του 2024 ο Άρειος Πάγος απέκλεισε το κόμμα των Σπαρτιατών από τη συμμετοχή στις Ευρωεκλογές. Δεν είναι σαφές ακόμα πού θα κατευθυνθούν οι ψηφοφόροι του στην αναμέτρηση της 9ης Ιουνίου. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για στρατευμένους ακροδεξιούς νεότερων ηλικιών και παλιούς ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής.

Παρά το υψηλό ποσοστό και τη συσπείρωση της ΝΔ στις εκλογές του 2023, υπήρξε αξιοσημείωτη μετακίνηση ψηφοφόρων από τη ΝΔ προς τα ακροδεξιά κόμματα. Αιτίες αυτής της μετακίνησης αποτέλεσαν η δυσαρέσκεια για την εκρηκτική άνοδο των τιμών και του κόστους διαβίωσης, η «ρεαλιστική» μεταστροφή της κυβέρνησης Μητσοτάκη στο θέμα των Πρεσπών, το κίνημα κατά των εμβολίων και η αντίθεση στα αυστηρά μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας την πρώτη περίοδο, καθώς και η φιλορωσική στάση του εθνικιστικού χώρου και κάποιων εκκλησιαστικών κύκλων, σε αντίθεση με την αμέριστη υποστήριξη της Ουκρανίας και της νατοϊκής πολιτικής από την κυβέρνηση. Αργότερα, τα ακροδεξιά κόμματα επένδυσαν στην καταγγελία και καταψήφιση του νόμου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και εν γένει στην υποστήριξη αντιδραστικών απόψεων σχετικά με την τεκνοθεσία και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. Το θέμα αυτό υπήρξε προνομιακό πεδίο για την προσέλκυση προς την Ελληνική Λύση και τη Νίκη συντηρητικών ψηφοφόρων της ΝΔ.

Στις επικείμενες ευρωεκλογές, παρότι η ΝΔ προηγείται με μεγάλη διαφορά, οι διαρροές προς την Ελληνική Λύση αναμένεται να αυξηθούν. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δίνουν στο κόμμα του Βελόπουλου ποσοστό γύρω στο 8% πανελλαδικά και πολύ μεγαλύτερο στη Μακεδονία, ενώ η Νίκη κινείται γύρω στο 3%. Η αμφιλεγόμενη απόφαση, άλλωστε, του Κ. Μητσοτάκη να συμπεριληφθεί ο Φρέντι Μπελέρι στο ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ αποδόθηκε ανοιχτά στην προσπάθεια συγκράτησης ψηφοφόρων που έλκονται από την Άκρα Δεξιά. Προς το παρόν πάντως δεν διαφαίνεται πιθανότητα κάποιο ακροδεξιό κόμμα να συγκεντρώσει ποσοστό άνω του 10%. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται να συμβεί στο μέλλον, αν υπάρξει περιθώριο συμμαχιών και ανάδειξη κατάλληλης ηγεσίας.

Εντωμεταξύ, η πιθανή αποφυλάκιση του Νίκου Μιχαλολιάκου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεμπλοκής του στα πολιτικά πράγματα, αν και δεν φαίνεται να έχει πια ικανή επιρροή. Από την άλλη πλευρά, ο Ηλίας Κασιδιάρης παραμένει ενεργός και φιλοδοξεί να ηγηθεί ενός νέου κόμματος όταν αποφυλακιστεί. Δεδομένου ότι το προφίλ και το παρελθόν του παραπέμπουν στον σκληρό, νεοναζιστικό και μιλιταριστικό εθνικισμό, που εξέφρασε την οργή μέρους της κοινωνίας την περίοδο της κρίσης, θεωρείται δύσκολο να φτάσει σε υψηλά ποσοστά υπό συνθήκες σχετικής ομαλότητας. Αντίστοιχης ιδεολογίας ομάδες και οργανώσεις δραστηριοποιήθηκαν στις κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό, όπως ο Ιερός Λόχος 2012 (έφεδροι ειδικών δυνάμεων), οργανώσεις αποστράτων και η νεοναζιστική Hellenic Resistance Department. Με πιο συντηρητικό εθνικιστικό προφίλ, ο γνωστός επιχειρηματίας Πρόδρομος Εμφιετζόγλου δημιούργησε το κόμμα «Πατριώτες» που θα συμμετάσχει στις Ευρωεκλογές, και μάλιστα ένας από τους υποψηφίους του υποστηρίζεται από τον Κασιδιάρη. Από τα παραπάνω συνάγεται πως στην ακροδεξιά υπάρχει κινητικότητα, αλλά και πολυδιάσπαση.

Η ευρύτερη επιρροή των ιδεών της Άκρας Δεξιάς

Η επιδραστικότητα του ακροδεξιού λόγου πρέπει να συνεκτιμηθεί με την υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς, η οποία διαπιστώνεται από σειρά ερευνών εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη σχετική έρευνα της Public Issue, μόλις 18% των ερωτώμενων δήλωσαν πως «μάλλον εμπιστεύονται» τη Βουλή, ενώ 79% ότι «μάλλον δεν την εμπιστεύονται», και μόλις 9% «μάλλον εμπιστεύονται» τα πολιτικά κόμματα, ενώ 87% ότι «μάλλον δεν τα εμπιστεύονται»[21]. Τα πολιτικά κόμματα καταγγέλλονται ως μηχανισμοί εξουσίας, προώθησης οικονομικών συμφερόντων, προσωπικών φιλοδοξιών και πελατειακών σχέσεων. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν το μέγεθος της κρίσης νομιμοποίησης του αντιπροσωπευτικού συστήματος και των δημοκρατικών διαδικασιών στην Ελλάδα.

Μια σειρά άλλων ερευνών, που εστιάζουν σε αξίες και απόψεις, επιτρέπουν να εκτιμηθεί η γενικότερη πολιτική / ιδεολογική στάση των πολιτών, πέρα από την κομματική τους προτίμηση. Η έρευνα της εταιρίας aboutpeople, η οποία διενεργήθηκε τον Οκτώβριο 2023 για λογαριασμό του Ινστιτούτου ΕΤΕΡΟΝ, εστίασε σε θέματα που ορίζουν την ακροδεξιά πολιτική τοποθέτηση[22]. Στις περισσότερες ερωτήσεις, οι απαντήσεις των συμμετεχόντων ακολουθούσαν την αναμενόμενη διαβάθμιση από την αριστερά έως την δεξιά και την Άκρα Δεξιά. Σε κάποια όμως θέματα παρατηρείται ευρύτερη σύγκλιση, με αυξημένα ποσοστά ταύτισης των ψηφοφόρων της κεντροδεξιάς, δεξιάς και ακροδεξιάς. Συγκεκριμένα:

Η μετανάστευση είναι το κεντρικό θέμα του ακροδεξιού λόγου εδώ και τρεις δεκαετίες. Οι ψηφοφόροι της ακροδεξιάς συνδέουν τους μετανάστες με την εγκληματικότητα και δεν θεωρούν πως οι τελευταίοι συμβάλλουν στην εθνική οικονομία. Σε συντριπτικά ποσοστά επίσης θεωρούν πως «οι μετανάστες/τριες απειλούν τον ελληνικό πολιτισμό». Το ίδιο, όμως, πιστεύει και ένα πολύ υψηλό ποσοστό των ψηφοφόρων της ΝΔ (77,8%), άνω των μισών του ΠΑΣΟΚ (55,5%) και το ένα τρίτο του ΣΥΡΙΖΑ (27,1%). Επίσης, οι ψηφοφόροι των Σπαρτιατών (72%) και της Ελληνικής Λύσης (64,7%) συμφωνούν με την επαναπροώθηση των μεταναστών/τριών «ακόμα και με κίνδυνο απώλειας ζωών». Στην ερώτηση αυτή, οι θρησκευόμενοι ψηφοφόροι της Νίκης έχουν χαμηλότερο ποσοστό (36,7%) και από αυτό της ΝΔ (43,4%). Συνολικά πάντως ένα σημαντικό ποσοστό Ελλήνων επιμένει στην αποτροπή εισόδου προσφύγων και μεταναστών με κάθε κόστος, αποδεχόμενο ρητά το ενδεχόμενο απώλειας της ζωής των ανθρώπων αυτών. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το Ναυάγιο της Πύλου με τους εκατοντάδες νεκρούς δεν φάνηκε να συγκινεί αρκετά την κοινή γνώμη.

Οι ψηφοφόροι και των τριών ακροδεξιών κομμάτων αξιολογούν αρνητικά τη Συμφωνία των Πρεσπών σε αναλογία 8-9 στους 10. Στο σύνολο του δείγματος επικρατούν οι αρνητικές γνώμες με μέσο όρο 50,4%, και αναλυτικά ανά κόμμα: Ελληνική Λύση 89,6%, Σπαρτιάτες 88,6%, Νίκη 78,3%, ΝΔ 63,5%, Πλεύση Ελευθερίας 60,5%, ΠΑΣΟΚ 42,7%, ΚΚΕ 30,5%, ΣΥΡΙΖΑ 7,4%. Ένας στους δύο ψηφοφόρους της ακροδεξιάς συμμετείχε στα συλλαλητήρια, πολύ λιγότεροι από τη ΝΔ και ελάχιστοι από τα άλλα κόμματα.

Στα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος η ακροδεξιά ξεχωρίζει για τις τάσεις απόρριψης των δημοκρατικών θεσμών, απαξίωσης των δικαιωμάτων και αποδοχής του αυταρχισμού. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη θανατική ποινή, η πρόταση επαναφοράς της συγκεντρώνει ευρύτερη συναίνεση στο σύνολο της δεξιάς: υπέρ δήλωσαν κατά πλειοψηφία οι ψηφοφόροι της ΝΔ (55,9%) και της Νίκης (52,2%), σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της Ελληνικής Λύσης (68,5%) και η συντριπτική πλειοψηφία των Σπαρτιατών (85,6%). Τέλος, με την άποψη πως η δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε «πολλές καλές όψεις» συμφωνεί το 50-60% των ψηφοφόρων των τριών ακροδεξιών κομμάτων και ένα διόλου αμελητέο 23,9% αυτών της ΝΔ. Όπως παρατηρεί η Κατερίνα Λαμπρινού, «στο σύνολο του δείγματος ο αντιδημοκρατικός πυρήνας, ένα 20% που συναινεί κατά περίπτωση σε ευθέως αντιδημοκρατικές επιλογές, υπερβαίνει το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων της ριζοσπαστικής Δεξιάς στις πρόσφατες εκλογές (13,9%)»[23].

Αιτίες της ανθεκτικότητας του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα

Τα παραπάνω δεδομένα προδίδουν την κυριαρχία μιας συντηρητικής, εθνοκεντρικής και ξενοφοβικής στάσης μεταξύ των πολιτών. Τέτοιες τάσεις δεν χαρακτηρίζουν μόνο την ακροδεξιά, αλλά την πλειονότητα των ψηφοφόρων στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, σε ηπιότερο ή πιο ακραίο βαθμό.

Η συνάφεια αντιλήψεων σε μια σειρά θεμάτων και τα κοινά μοτίβα της ρητορικής μεταξύ εκπροσώπων της κεντροδεξιάς, της ενσωματωμένης στη ΝΔ «σκληρής δεξιάς» και της Άκρας Δεξιάς επιτρέπουν στον ακροδεξιό λόγο να αγγίζει ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς να στιγματίζεται. Η γενικευμένη χρήση του όρου «λαθρομετανάστες», το προεκλογικό σύνθημα Σαμαρά το 2012 για την «ανακατάληψη των πόλεων» «που έχουν καταληφθεί από παράνομους μετανάστες»[24], οι ισχυρισμοί του αντιπροέδρου της ΝΔ Άδωνι Γεωργιάδη (σχολιάζοντας ναυάγιο με 12 νεκρούς μετανάστες το 2020) ότι «έχουμε πέσει θύμα ομαδικής προσπάθειας αλλοίωσης της χώρας»[25], το «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» του υποψήφιου ευρωβουλευτή της ΝΔ Γιώργου Αυτιά[26], αποτελούν ένα μικρό δείγμα της κανονικοποίησης του ακροδεξιού πυρήνα ιδεών[27]. Η υιοθέτηση εθνικιστικών και ξενοφοβικών θέσεων από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας, είτε γιατί τις συμμερίζονται, είτε για ψηφοθηρικούς λόγους, έχει οδηγήσει στην απόλυτη σχετικοποίηση του τι αποτελεί ακροδεξιά ή ρατσιστική αντίληψη.

Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες η ακροδεξιά στην Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε απομονωμένη και αποσυνάγωγη. Αντιθέτως, οι πολιτικές ηγεσίες, τόσο του κέντρου όσο και της κεντροδεξιάς, προσεγγίζουν τις θέσεις και τα στελέχη της. Ένα τμήμα της αστυνομίας, των δικαστών και των ενόπλων δυνάμεων δεν κρύβει τη συμπάθειά του προς τον χώρο αυτό[28]. Πολλοί και πολλές δημοσιογράφοι έχουν δώσει χρόνο και βήμα στους εκπροσώπους της, ενώ οι ξενοφοβικές και εθνικιστικές απόψεις δεσπόζουν στα τηλεοπτικά κανάλια μέσα σε ένα κλίμα κινδυνολογίας και ηθικού πανικού[29]. Τα στηρίγματα των κομμάτων και στελεχών της Άκρας Δεξιάς στο πολιτικό σύστημα, στον χώρο των ΜΜΕ και στους θεσμούς του κράτους, τους επιτρέπουν να συνδιαλέγονται επί ίσοις όροις με τα μεγάλα κόμματα στην κεντρική πολιτική σκηνή, αντίθετα από την αριστερά που έχει περιορισμένη πρόσβαση στα συστημικά μέσα ενημέρωσης.

Η επιρροή των ακροδεξιών, αντιφιλελεύθερων και εθνικιστικών ιδεών έχει βεβαίως βαθύτερες αιτίες. Μια κρίσιμη παράμετρος είναι ότι οι ιδέες του ελληνικού εθνικισμού και η αντίληψη περί υπεροχής του ελληνικού πολιτισμού είναι εμπεδωμένες στο εκπαιδευτικό σύστημα και στη δημόσια ιστορία. Σπανίως αμφισβητούνται, και όποιοι το κάνουν χαρακτηρίζονται «ανθέλληνες» και «εθνομηδενιστές». Σε μεγάλο βαθμό ο εθνικιστικός λόγος είναι καθαγιασμένος και «αυτονόητος». Όταν, για παράδειγμα, οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής μιλούσαν στη Βουλή εναντίον της Συνθήκης των Πρεσπών, τα επιχειρήματά τους δεν διέφεραν ουσιωδώς από αυτά των άλλων κομμάτων που την καταδίκαζαν (ΝΔ, ΑΝΕΛ, ΚΙΝΑΛ κλπ). Αυτό που διέφερε ήταν ο οξύτατος τόνος και η προτροπή σε βία.

Ωστόσο, η επανεμφάνιση της Άκρας Δεξιάς μετά το 1990 και η απότομη άνοδος των ποσοστών της Χρυσής Αυγής μετά το 2010 σχετίζονται σαφώς με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές της περιόδου, οι οποίες αποδυνάμωσαν την εμπιστοσύνη στα κόμματα εξουσίας, στο πολιτικό σύστημα και στους δημοκρατικούς θεσμούς[30]. Ο φόβος απέναντι στις αλλαγές που σημειώθηκαν στο διεθνές περιβάλλον (μεταδιπολικός κόσμος, η επονομαζόμενη «Νέα Τάξη Πραγμάτων», παγκοσμιοποίηση, μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, πολυπολιτισμικότητα), τα οικονομικά σκάνδαλα που στιγμάτισαν τα μεγάλα κόμματα, αλλά κυρίως το τραύμα της οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας, οι πολλαπλές κρίσεις που ακολούθησαν, η εργασιακή επισφάλεια και η οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια των πολιτών δημιούργησαν ρήξεις και, συνεπώς, ανέτρεψαν τους παλιούς κομματικούς συσχετισμούς.

Από τη χρεωκοπία και τα μνημόνια βγήκαν ενισχυμένα τα πολιτικά κόμματα που δεν είχαν ως τότε αναλάβει την εξουσία: η αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) και η ακροδεξιά (Χρυσή Αυγή). Η πρώτη δοκιμάστηκε στη διακυβέρνηση της χώρας με επιτυχίες και λάθη, υπέστη φθορά και διασπάστηκε. Το τοπίο στην κεντροαριστερά είναι πλέον τριχοτομημένο, δίνοντας το περιθώριο στη ΝΔ να κυβερνά ανενόχλητη. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς συνεχίζουν να παρουσιάζονται ως «αντισυστημικά» και να επενδύουν στην οργή και στους φόβους της κοινωνίας. Στην Ελλάδα έως σήμερα παραμένουν κόμματα διαμαρτυρίας, χωρίς προοπτική κυβερνησιμότητας.

Αντί επιλόγου

Όσο κι αν τα ποσοστά των κομμάτων της Άκρας Δεξιάς καταγράφουν διακυμάνσεις στις εκλογές, η επιρροή των ιδεών της αγγίζει ένα ανησυχητικά μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας – όπως και της υπόλοιπης Ευρώπης. Μια ενδεχόμενη εκλογή, εξάλλου, του Donald Trump στην προεδρία των ΗΠΑ θα δώσει νέα ώθηση στις δυνάμεις της ριζοσπαστικής – εναλλακτικής (alt-right) δεξιάς.

Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου και η ετοιμότητα των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων να συνεργαστούν με όσα κόμματα της Άκρας Δεξιάς τηρούν τα δημοκρατικά προσχήματα ενισχύουν την απήχηση των τελευταίων και την πιθανότητα να κατακτήσουν την εξουσία. Σε μια Ευρώπη όπου τείνουν να ηγεμονεύσουν ως πρότυπα η αυταρχική διακυβέρνηση, ο επιθετικός εθνικισμός, η ξενοφοβία και η ομοφοβία, η διαιρετική τομή με τον αντίθετο πολιτικό πόλο, που υπερασπίζεται τις δημοκρατικές ελευθερίες και τις ιδέες της ισότητας, της αλληλεγγύης και των δικαιωμάτων, δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτη.

 

[1] «Mapped: Europe’s rapidly rising right», Politico, 24 Μαΐου 2024, σύνδεσμος: https://www.politico.eu/article/mapped-europe-far-right-government-power-politics-eu-italy-finalnd-hungary-parties-elections-polling/ · Vohra Α., «A Far·-Right Takeover of Europe Is Underway», Foreign Policy, 13 Μαρτίου 2024, σύνδεσμος: https://foreignpolicy.com/2024/03/13/eu-parliament-elections-populism-far-right/

[2] Βλ. Mudde C., The Far Right Today, Cambridge, Polity, 2019.

[3] Bernd R., «Germany’s AfD given boot from EU Parliament far-right group», Deutsche Welle, 23 Μαΐου 2024.

[4] Συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1 fm, 30 Μαΐου 2024.

[5] Βλ. Ρόγγας B., «Είναι ακροδεξιό το σύνθημα «Πατρίδα-Θρησκεία-Οικογένεια»;», News247 / The Magazine, 25 Μαΐου 2024, σύνδεσμος: https://www.news247.gr/magazine/politics/einai-akrodexio-to-sinthima-patrida-thriskeia-oikogeneia/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR0ekTLF1LsqN44zMVhvKMnJ3I8eUnzNmNfY_v3UVgpPcyiIw3Kr4_i6VUQ_aem_AaZR1DVAL7IAWNmJqcuCwE_zNgyqePFxDht-NXtiOpf_IzaxpHGZubKmL40HQ92xbAgNQxyPLbcTJbAIm0YCGQrq

[6] Βλ. Τajfel H., Turner J. C., «The social identity theory of intergroup behaviour», στο Austin W. G., Worchel St. (eds.), Psychology of Intergroup Relations (2nd ed.), Chicago, Nelson-Hall, 1986, σελ. 7-24.

[7] Sherif M., Sherif C. W., Social Psychology, New York, Harper-Inter, 1969· Amossy R., Herschberg Pierrot A., Stéréotypes et clichés, Paris, Nathan, 1997, σελ. 41.

[8] Roy Ο., «Le djihadisme est une révolte générationnelle et nihiliste», Le Monde, 23 Νοεμβρίου 2015· Roy Ο., “The Islamization of Radicalism”, Mada, 11 Ιανουαρίου 2016, σύνδεσμος: https://www.madamasr.com/en/2016/01/11/opinion/u/the-islamization-of-radicalism/

[9] Βλ. Camus R., Le grand remplacement, Paris, Reinharc, 2011· Chatterton Williams T., «The French Origins of “You Will Not Replace Us”. The European thinkers behind the white-nationalist rallying cry», New Yorker, 27 Νοεμβρίου 2017.

[10] Βλ. Taras R., Xenophobia and Islamophobia in Europe, Edinburgh, Edinburgh University Press, 2012· Perocco F., «Anti-migrant Islamophobia in Europe. Social roots, mechanisms and actors», REMHU, Revista Interdisciplinar da Mobilidade Humana, 26, 2018, σελ. 25-40.

[11] Βλ. Σκουλαρίκη Α., «Ο δημόσιος λόγος για το έθνος με αφορμή το Μακεδονικό (1991-1995): πλαίσιο, αναπαραστάσεις και ΜΜΕ», στο Μ. Κοντοχρήστου (επιμ.), Ταυτότητα και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στη σύγχρονη Ελλάδα, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σελ. 61-103.

[12] Η Βασιλική Γεωργιάδου χαρακτηρίζει το κόμμα του Κ. Πλεύρη ως «το φυτώριο της μεταπολιτευτικής Άκρας Δεξιάς». Βλ. Γεωργιάδου Β., Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα (1965-2018), Αθήνα, Καστανιώτης, 2019, σελ. 35-59.

[13] Βλ. Stavrakakis Υ., «Politics and Religion: On the “Politicization” of Greek Church Discourse», Journal of Modern Greek Studies, 21 (2), 2003, σελ. 153-181, DOI: 10.1353/mgs.2003.0019

[14] Η οργάνωση Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε από τον Νίκο Μιχαλολιάκο το 1983, αλλά για σχεδόν μια δεκαετία υπήρξε απολύτως περιθωριακή. Το 1992-1993 συμμετείχε οργανωμένα στα μαζικά συλλαλητήρια για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας», με σύνθημα: «Στα όπλα-στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια». Έκτοτε, άρχισε να της δίνεται λόγος σε κάποια τηλεοπτικά κανάλια και να αυξάνει τα μέλη της. Για την πορεία της Χ.Α. έως την εκλογή της στη Βουλή, βλ. Ψαρράς Δ., Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής, Ντοκουμέντα από την ιστορία και τη δράση μιας ναζιστικής ομάδας, Αθήνα, Πόλις, 2012.

[15] Πετρόπουλος Γ., «Δίκτυο 21: Οι εθνικιστές που ήθελαν να αντιγράψουν τη Φιλική Εταιρεία», Τα Νέα, 11 Απριλίου 2014, σύνδεσμος: https://www.tanea.gr/2014/04/11/politics/diktyo-21-oi-ethnikistes-poy-ithelan-na-antigrapsoyn-ti-filiki-etaireia/

[16] Ψαρράς Δ., Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2010· Γεωργιάδου Β., όπ. π., σελ. 132-169.

[17] Βούλγαρης Γ., Νικολακόπουλος Η. (επιμ.), 2012: Ο διπλός εκλογικός σεισμός, Αθήνα, Θεμέλιο, 2014.

[18] Γεωργιάδου Β., όπ. π., σελ. 170-207. Ellinas Α. Α., «The Rise of Golden Dawn: The New Face of the Far Right in Greece», South European Society and Politics, 18 (4), 2014, σελ. 543-565.

[19] Skoulariki Α., «Political Polarisation in Greece: The Prespa Agreement, Left/Right Antagonism and the Nationalism/Populism Nexus», South European Society and Politics, 25 (3-4), 2020, σελ. 411-439. DOI: 10.1080/13608746.2020.1932020

[20] Κάποια στοιχεία που παρατίθενται παρακάτω έχουν δημοσιευτεί εν μέρει στο κείμενο: Σκουλαρίκη Α., «Ακροδεξιά: συγκλίσεις και αποκλίσεις», Eteron, 7 Δεκεμβρίου 2023, σύνδεσμος: https://eteron.org/akrodexia-sygkliseis-kai-apokliseis/

[21] «Εμπιστοσύνη στους Θεσμούς. Η ετήσια έρευνα της Public Issue για το 2024», Μάρτιος 2024, σύνδεσμος: https://www.publicissue.gr/institutions-2024/

[22] Η πανελλαδική έρευνα «Ακτινογραφία της Ακροδεξιάς» διενεργήθηκε από την εταιρεία aboutpeople με δείγμα 3.058 ανδρών και γυναικών από τις 17 έως τις 20 Οκτωβρίου 2023. Σύνδεσμος: https://eteron.org/aktinografia-tis-akrodexias-geniki-anafora/

[23] Λαμπρινού Κ., «Όψεις της ακροδεξιάς ψήφου», Έτερον, 28 Νοεμβρίου 2023, σύνδεσμος:  https://eteron.org/opseis-tis-akrodexias-psifoy/

[24] «Σαμαράς: «Οι πόλεις μας έχουν καταληφθεί από λαθρομετανάστες”», News24/7, 29 Μαρτίου 2012, σύνδεσμος: https://www.news247.gr/politiki/samaras-oi-poleis-mas-exoun-katalifthei-apo-lathrometanastes/

[25] «Γεωργιάδης για πρόσφυγες: Έχουμε πέσει θύμα ομαδικής προσπάθειας αλλοίωσης της χώρας», CNN, 11 Ιανουαρίου 2020, σύνδεσμος: https://www.cnn.gr/politiki/story/203681/georgiadis-gia-prosfyges-exoyme-pesei-thyma-omadikis-prospatheias-alloiosis-tis-xoras

[26] «Αυτιάς: Κατεβαίνω στις ευρωεκλογές με το “Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια”», Το Βήμα, 12 Απριλίου 2024, σύνδεσμος: https://www.tovima.gr/2024/04/12/politics/aytias-katevaino-stis-eyroekloges-me-to-patris-thriskeia-oikogeneia/

[27] Για το σημαντικό αυτό ζήτημα, βλ. Σουβλής Γ., Βασιλάκη Ρ. (επιμ.), Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα. Φύλο, ΜΜΕ, Ένοπλες Δυνάμεις, Εκκλησία, Αθήνα, Ίδρυμα Ρόζας Λούξεμπουργκ, 2021.

[28] Βλ. Χριστόπουλος Δ. (επιμ.), Το βαθύ κράτος στη σημερινή Ελλάδα και η ακροδεξιά: αστυνομία, δικαιοσύνη, στρατός, εκκλησία, Αθήνα, Νήσος, 2014.

[29] Δουκαρέλη Κ., Μπραέσα Ν., «Συμβατικά ΜΜΕ και αντισυμβατικοί λόγοι: ηθικός πανικός και κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ρητορικής», στο Γ. Σουβλής, Βασιλάκη Ρ. (επιμ.), όπ.π., σελ. 70-120.

[30] Georgiadou V., Rori L., «Economic crisis, social and political impact. The new right-wing extremism in Greece», στο J. Pastor. & N. Rojas Pedemonte (eds), Anuari del Conflicte Social 2013, 3, 2013, σελ. 322-339.

Η Αθηνά Σκουλαρίκη είναι μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με γνωστικό αντικείμενο «Κοινωνιολογία του Εθνικισμού: λόγος και πολιτική». Η διδακτορική της διατριβή, που εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο Paris 2 υπό τη διεύθυνση του Καθηγητή R. Rieffel, έχει τίτλο: «Au nom de la nation : le discours public en Grèce sur la question macédonienne et le rôle des médias» (2005). Ειδικεύεται στην ανάλυση του πολιτικού και δημοσιογραφικού λόγου, στη μελέτη του εθνικισμού, σε θέματα ετερότητας και μειονοτήτων στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, ενώ έχει ερευνήσει εκτεταμένα και τις σύγχρονες πτυχές του Μακεδονικού ζητήματος.

Μετάβαση στο περιεχόμενο