1. Με την απόφαση 1918/2025, το Συμβούλιο της Επικρατείας σε ολομέλεια απέρριψε αίτηση για την ακύρωση κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε σε εκτέλεση και κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του ν. 5094/2025 για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα από ιδιωτικούς φορείς παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων με τη μορφή των λεγόμενων ‘νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης’. Για να καταλήξει στην κρίση αυτή, το δικαστήριο έκρινε παρεμπιπτόντως ότι οι σχετικές διατάξεις του νόμου δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Το –προφανές– πρόβλημα των διατάξεων αυτών είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος, «[η] ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση» (παρ. 5), «[ο]ι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί» και «[τ]ο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα» (παρ. 6), ενώ «[η] σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται» (παρ. 8 εδ. β΄)[1]. Επικαλούμενο μια σειρά διατάξεων του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαστήριο έκρινε ότι, αν ερμηνευτούν «σε συμφωνία» ή «σε αρμονία» με το ενωσιακό δίκαιο, οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα από ιδιώτες παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων[2].

Πιο συγκεκριμένα, στη σκέψη 29 της απόφασης διατυπώνεται η κρίση ότι, ερμηνευόμενες «σε αρμονία» με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και «ενόψει» των νεότερων νομοθετικών και νομολογιακών δεδομένων του δικαίου αυτού, οι διατάξεις των παρ. 5 και 8 εδ. β΄ του άρθρου 16 του Συντάγματος έχουν την έννοια πως «δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχόμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από χώρα συμβεβλημένη στη GATS, κατά τους όρους ειδικού νόμου, με τον οποίο διασφαλίζεται το υψηλό επίπεδο σπουδών και η ακαδημαϊκή ελευθερία»[3]. Τρία μέλη της σύνθεσης διατύπωσαν την ειδικότερη, αλλά πάντως συγκλίνουσα, γνώμη ότι, ερμηνευόμενη «υπό το φως» του ενωσιακού δικαίου, η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 16 του Συντάγματος έχει την έννοια ότι «δεν αντίκειται κατ’ αρχήν στο Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτά λειτουργούν υπό καθεστώς που κατοχυρώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία και δεν έχουν κερδοσκοπικό ή εμπορικό χαρακτήρα»[4].

Η διαφορά μεταξύ της ερμηνείας του δικαστηρίου και της συγκλίνουσας γνώμης κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Η μία αναφέρεται σε παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων –χωρίς αναφορά σε ‘ιδιώτες’– και θέτει τον όρο του ‘υψηλού επιπέδου σπουδών’, η άλλη αναφέρεται σε ιδρύματα ‘από ιδιώτες’ (= ιδιωτικά) και θέτει ως όρο να μην έχουν ‘κερδοσκοπικό ή εμπορικό χαρακτήρα’. Και, κυρίως, η μία ερμηνεύει τις διατάξεις των παρ. 5 και 8 εδ. β΄ του άρθρου 16, ενώ η άλλη μόνο της παρ. 5. Δεν είναι σαφές, και πάντως δεν προκύπτει από την απόφαση, πού στηρίζεται και σε τί αποσκοπεί αυτή η διαφοροποίηση. Αν μη τι άλλο, αμφότερες οι ερμηνείες συμπίπτουν ως προς τον όρο διασφάλισης της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Αλλά, φευ, από την απόφαση απουσιάζει οποιαδήποτε σκέψη σχετικά με το αν, πώς και κατά πόσο με το ν. 5094/2024 διασφαλίζεται πράγματι η ακαδημαϊκή ελευθερία των νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

2. Στο σημείωμα αυτό δεν προτίθεμαι να σχολιάσω την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Η απόφαση έχει ήδη δεχθεί πολύ σοβαρές και τεκμηριωμένες κριτικές[5]. Ασφαλώς θα ακολουθήσουν κι άλλες. Και, βεβαίως, η πιο εμπεριστατωμένη –ίσως κάπως σκληρή, αλλά απολύτως δίκαιη– κριτική διατυπώνεται στην ίδια την απόφαση από μειοψηφία οκτώ μελών της σύνθεσης[6]. Ο λόγος που δεν θα ασχοληθώ με την ουσία της κρίσης του δικαστηρίου είναι πως, όταν φτάνουμε στο σημείο να χρειάζεται να επιχειρηματολογούμε για τα αυτονόητα, αυτά έχουν πάψει πια να είναι αυτονόητα. Δεν προτίθεμαι να συμμετάσχω σε μια συζήτηση που θέτει σε αμφισβήτηση έναν από τους ελάχιστους κοινούς τόπους στους οποίους, ακόμα κι αν διαφωνούμε σε όλα τα άλλα, όλοι (θα έπρεπε να) συμφωνούμε: ότι κάθε διάταξη, κάθε λέξη του Συντάγματος κάτι σημαίνει και ότι δεν υπάρχει λέξη του Συντάγματος που να μη σημαίνει τίποτε.

Στην απόφαση 1918/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει την εντιμότητα να πει –αν πράγματι αυτό πιστεύει– ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος έρχονται σε αντίθεση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επειδή το δίκαιο αυτό υπερέχει των εθνικών δικαίων, περιλαμβανομένων των συνταγμάτων τους, πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες οι συνταγματικές διατάξεις, προκειμένου να εφαρμοστούν οι υπερ-ισχύουσες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Με μια τέτοια κρίση θα μπορούσε κάποιος να αντιπαρατεθεί και να διαφωνήσει. (Προσωπικά, θα διαφωνούσα σφόδρα). Αντ’ αυτού, το δικαστήριο κάνει κάτι πρωτοφανές και, εν δυνάμει, εξαιρετικά επικίνδυνο που, κατ’ αποτέλεσμα, αποκλείει οποιονδήποτε διάλογο. Ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 16, αλλά προκειμένου να διασφαλίσει τη συν-εφαρμογή και των –όχι ακριβώς αντίθετων, κατά το δικαστήριο, αλλά απλώς διαφορετικών: ας τις πούμε ‘αντίρροπες’– διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, αποδίδει στις συνταγματικές διατάξεις ένα νόημα που δεν έχουν και δεν θα μπορούσαν να έχουν. Εν ολίγοις, διαστρεβλώνει το περιεχόμενό τους. Οι λέξεις των διατάξεων καταλήγουν να μη σημαίνουν αυτό που όλοι διαβάζουμε, αλλά το ακριβώς αντίθετό τους. Δηλαδή, τελικά, να μη σημαίνουν τίποτε[7]. Αυτή είναι μια κρίση θεμελιωδώς εσφαλμένη, με την έννοια ότι δεν είναι καν υποστηρίξιμη.

«Wrong the day it was decided», είναι μια σχεδόν θρυλική φράση που γράφηκε σε μιαν απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ αναφερόμενη σε παλαιότερη απόφαση του ίδιου[8]. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για την απόφαση 1918/2025. Η οποία ‘επάξια’ μπαίνει στη χορεία των θεμελιωδώς εσφαλμένων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, μαζί με εκείνες για την ιθαγένεια σε μετανάστες δεύτερης γενιάς[9] και για το μάθημα των θρησκευτικών[10]. Με συνέπειες, φοβάμαι, πολύ πιο βαθιές από τις αποφάσεις εκείνες.

Για να αντιληφθούμε τις συνέπειες της κρίσης του δικαστηρίου, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η απόφαση 1918/2025 δεν αναγνωρίζει απλώς μιαν εξαίρεση σε έναν κατά τα λοιπά ισχύοντα συνταγματικό κανόνα. Αναιρεί, δηλαδή κατ’ ουσία και κατ’ αποτέλεσμα καταργεί, τον ίδιο τον κανόνα. Το άρθρο 16, όπως όλοι διαβάζουμε, λέει ότι ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται «αποκλειστικά» από αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με καθηγητές που είναι δημόσιοι λειτουργοί και ότι η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες «απαγορεύεται». Η αναγνώριση της δυνατότητας ίδρυσης παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων σημαίνει ότι κυριολεκτικά οποιοσδήποτε μπορεί πλέον να ιδρύσει πανεπιστήμιο στην Ελλάδα. Αρκεί να βρει και να συνάψει (κάποιου είδους) συμφωνία με πανεπιστήμιο ενός από τα είκοσι επτά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τα εκατόν εξήντα έξι κράτη μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου[11] που είναι συμβαλλόμενα στη συμφωνία GATS. Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που δεν βρει, κάποιος που θέλει διακαώς να ιδρύσει πανεπιστήμιο στην Ελλάδα έχει πάντα τη δυνατότητα να ιδρύσει πανεπιστήμιο σε μια από τις χώρες αυτές, που θα του επιτρέψει να ιδρύσει και ελληνικό παράρτημα. Ενδεχομένως να είναι δύσκολο, αλλά σίγουρα όχι ανέφικτο. Οι λέξεις του άρθρου 16 δεν σημαίνουν πια τίποτε. Το ‘απαγορεύεται’ έγινε: ‘επιτρέπεται, αν και έχει μια δυσκολία, καθώς πρέπει να βρεθεί συνεργαζόμενο μητρικό πανεπιστήμιο άλλης χώρας’. Το ‘αποκλειστικά’ έγινε: ‘στην πράξη, λόγω του επενδυτικού κόστους και των περιορισμένων μεγεθών της ελληνικής αγοράς, τα περισσότερα –αλλά, και πάλι, ποτέ δεν ξέρει κανείς’.

Για αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι δεν έχει νόημα οποιαδήποτε κριτική στην ουσιαστική κρίση της απόφασης 1918/2025. Είναι όχι απλώς παράδοξο και ενοχλητικό, αλλά κυρίως επικίνδυνο να επιχειρηματολογεί κάποιος για τα αυτονόητα. Το πιο κρίσιμο στην απόφαση, άλλωστε, δεν είναι το τί έκρινε το δικαστήριο, η ουσία της υπόθεσης, αλλά ο τρόπος που το έκρινε. Οι σημαντικότερες συνέπειες της, συνακόλουθα, δεν είναι για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση. Είναι για το Σύνταγμα και την κανονιστικότητά του, για το Συμβούλιο της Επικρατείας και, εν γένει, την ελληνική δικαστική εξουσία και, ευρύτερα, για το μέλλον της επιστήμης του δημοσίου δικαίου στη χώρα μας. Στο σημείωμα αυτό περιορίζομαι, υπό το πρίσμα αυτό, σε ορισμένες σημειολογικού χαρακτήρα παρατηρήσεις επί της απόφασης. Τη σημειολογία της χρονικής ακολουθίας που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης. Τη σημειολογία των λέξεων της απόφασης: το τί λέει –και τί παραλείπει– και πώς (και πόσο) τα λέει. Και, κυρίως, τη σημειολογία των μεθοδολογικών επιλογών του δικαστηρίου.

Η σημειολογία του χρόνου: Ο χρόνος έχει σημασία

3. Ο ν. 5094/2024 τέθηκε σε ισχύ, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 13 Μαρτίου 2024[12]. Η πρώτη κανονιστική πράξη για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου για τα νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εκδόθηκε την 1η Οκτωβρίου του ίδιου έτους[13]. Αίτηση για την ακύρωση της πράξης αυτής ασκήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 28 Νοεμβρίου. Η αίτηση συζητήθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 11 Απριλίου 2025. Το δικαστήριο διασκέφθηκε για να αποφασίσει στις 2 και στις 13 Ιουνίου του ίδιου έτους. Την επομένη, στις 14 Ιουνίου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με το αποτέλεσμα της διάσκεψης επί της υπόθεσης[14]. Η απόφαση δημοσιεύθηκε τελικά στις 24 Οκτωβρίου 2025 και το πλήρες κείμενό της δόθηκε στη δημοσιότητα την επομένη.

Η εκκρεμοδικία διήρκεσε συνολικά λιγότερο από έντεκα μήνες. Η υπόθεση εκκαθαρίστηκε ήδη στους εξήμισι μήνες, με την ανακοίνωση της έκβασής της. Ταχύτατα. Δεν μπορεί παρά να χαιρετίσει κάποιος τη μέριμνα του δικαστηρίου να διευθετηθεί το ταχύτερο αυτή η ενοχλητική εκκρεμότητα –η συνταγματική αμφισβήτηση– που προκαλούσε αβεβαιότητα στο ‘επιχειρείν’, εν προκειμένω το εμπόριο υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης. Τη διευκόλυνση του ‘επιχειρείν’, άλλωστε, φαίνεται πως έχει τα τελευταία αρκετά χρόνια αναγάγει, περίπου μονοθεματικά, σε κεντρικό στόχο των δικονομικών μεταρρυθμίσεων και ο νομοθέτης.

Κατά ευτυχή –για το ‘επιχειρείν’, πάντα– σύμπτωση, η ανακοίνωση της έκβασης της υπόθεσης συνέπεσε, Ιούνιο μήνα, με την ολοκλήρωση του σχολικού έτους και των πανελλαδικών εξετάσεων. Περίπου ταυτόχρονα με την πλημμυρίδα των διαφημίσεων διαφόρων εκπαιδευτικών οργανισμών προς άγρα απογοητευμένων από τις επιδόσεις τους στις εξετάσεις υποψηφίων. Η σύμπτωση συνεχίστηκε με τη δημοσιοποίηση του πλήρους κειμένου της απόφασης άμα τη ενάρξει του ακαδημαϊκού έτους, τον Οκτώβριο. Ε, να μη χαθεί και το εξάμηνο.

Η σημειολογία των λέξεων: Οι λέξεις έχουν σημασία[15]

4. Ακολουθούν τρεις παρατηρήσεις καθαρά μορφολογικού χαρακτήρα: για λέξεις που λέει, ή παραλείπει, η απόφαση. Οι παρατηρήσεις είναι ενδεικτικές, θα μπορούσαν να γίνουν κι άλλες. Με διαφορετικούς τρόπους, και οι τρεις υποδηλώνουν αμηχανία. Το δικαστήριο φαίνεται πως έχει συναίσθηση ότι διαβαίνει κάποιο Ρουβίκωνα. Η, εύλογη, ανασφάλεια που συνοδεύει κάθε τέτοιο διάβημα εκδηλώνεται ενίοτε με εκφραστικό πληθωρισμό ή συλλογιστικό μαξιμαλισμό. Οι δυο (θεμελιωδώς εσφαλμένες) αποφάσεις που προαναφέρθηκαν είναι χαρακτηριστικές. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο νόμος για την απονομή ιθαγένειας σε μετανάστες δεύτερης γενιάς αντίκειται σε –ούτε μία ούτε δύο, αλλά– επτά διαφορετικές συνταγματικές διατάξεις[16]. Έκρινε επίσης ότι το πρόγραμμα του μαθήματος των θρησκευτικών αντίκειται σε έξι διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ[17]. Ο πληθωρισμός στην επίκληση των διατάξεων που παραβιάζονται είναι ένδειξη ανασφάλειας και αμηχανίας. Αντιλαμβανόμενο πόσο επισφαλής είναι η κρίση του, το δικαστήριο νιώθει την ανάγκη να τη στηρίξει σε όσο γίνεται περισσότερες διατάξεις. Αν η αντισυνταγματικότητα ήταν προφανής, θα αρκούσε η αναφορά στη συνταγματική διάταξη ή αρχή που παραβιάζεται, χωρίς πρόσθετα φτιασίδια. Σε αντίθεση με εκείνες τις δύο αποφάσεις, η απόφαση 1918/2025 δεν καταλήγει σε κρίση αντισυνταγματικότητας. Εδώ το δικαστήριο εκδηλώνει την αμηχανία και την ανασφάλειά του με άλλους τρόπους, και όχι με την πληθωριστική επίκληση συνταγματικών διατάξεων που παραβιάζονται.

5. Η απόφαση αφιερώνει, στη μείζονα σκέψη του συλλογισμού, χίλιες εννιακόσιες εβδομήντα επτά (1.977) λέξεις στην ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων[18] και έντεκα χιλιάδες οκτακόσιες πενήντα επτά (11.857) λέξεις στην ερμηνεία διατάξεων του ενωσιακού δικαίου[19]. Έξι φορές περισσότερες. Παρότι ούτε μία διάταξη του ενωσιακού δικαίου δεν απαντά ευθέως στο κεντρικό ζήτημα της δίκης: αν είναι επιτρεπτή η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Κάτι στο οποίο απαντούν ευθέως τουλάχιστον δύο διατάξεις του Συντάγματος –στην πραγματικότητα, όπως είδαμε, τρεις: οι παρ. 5, 6 και 8 του άρθρου 16.

Οι συνταγματικές διατάξεις φαίνεται να οδηγούν μονοσήμαντα στο συμπέρασμα πως δεν είναι επιτρεπτή η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Και αυτό, πάντως, ισχυρίζονται οι αιτούντες την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Το αντίδικο Δημόσιο και οι παρεμβαίνοντες στη δίκη επικαλούνται διατάξεις του ενωσιακού δικαίου οι οποίες, κατά τη γνώμη τους, αντιστρέφουν το παραπάνω συμπέρασμα, στο οποίο θα κατέληγε κάποιος αυθόρμητα, προτείνοντας μια διαφορετική και, κυρίως, καινοφανή (επαν)ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων. Στοιχειώδεις αρχές διαφάνειας, ερμηνευτικής εντιμότητας και ισηγορίας θα επέτασσαν να παρουσιαστούν εξίσου τόσο η ‘αυθόρμητη’ και, λίγο πολύ, προφανής ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων, που συμβαίνει να είναι η μέχρι τότε πάγια νομολογία του ίδιου του δικαστηρίου, όσο και η αναίρεσή της ενόψει των ‘νεώτερων’ [sic] δεδομένων[20]. Αντ’ αυτού, το δικαστήριο υπερπροβάλλει αυτά τα τελευταία, υποβαθμίζοντας βάναυσα, στριμώχνοντάς τα σε λίγες παραγράφους, τα μέχρι την τελευταία απόφασή του ‘δεδομένα’, περιλαμβανομένης της ίδιας της νομολογίας του. Τα οποία βολικά –και, κυρίως, ενοχικά– παρασιωπά.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το δικαστήριο μεταστρέφει νομολογία του, χωρίς καν να μπει στον κόπο να μας πει ποια είναι (ήταν) η νομολογία του αυτή. Μόλις δυόμισι χρόνια πέρασαν από την απόφαση 178/2023, όπου είχε κρίνει πως η αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών που απονέμεται από συνεργαζόμενο με πανεπιστήμιο άλλου κράτους μέλους ημεδαπό εκπαιδευτικό φορέα «δεν αντίκειται στο άρθρο 16 του Συντάγματος […], εφόσον δεν εξομοιώνονται πλήρως» οι τίτλοι αυτοί με εκείνους που χορηγούν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής[21]. Η απόφαση 1918/2025 αποφεύγει να μάς πει τί λέει η απόφαση αυτή, όπως βεβαίως και πολλές άλλες πριν απ’ αυτή[22]. Στις 1.977 λέξεις που αφιέρωσε στην ερμηνεία του Συντάγματος, το δικαστήριο δεν χώρεσε μερικές για την μέχρι τότε νομολογία του επί του άρθρου 16 παρ. 5, 6 και 8. Αντιθέτως, βρήκε χώρο για να παραπέμψει –και μάλιστα περισσότερες φορές την καθεμιά– σε αποφάσεις του από το 1945, το 1951 και το 1960, πολύ προτού θεσπιστεί το Σύνταγμα του 1975[23].

Κυρίως, η απόφαση 1918/2025 παραλείπει να αξιολογήσει ένα άλλο ‘παλαιότερο’ δεδομένο: ότι σε τρεις διαδοχικές συνταγματικές αναθεωρήσεις, η πιο πρόσφατη εκ των οποίων μόλις έξι χρόνια πριν, επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς –και, επομένως, απορρίφθηκε– η αναθεώρηση του άρθρου 16, που ωστόσο είχε θεωρηθεί αναγκαία προκειμένου να επιτραπεί η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το ζήτημα έθεσε η μειοψηφία, επισημαίνοντας ότι η επιλογή του συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης ως δημόσιας υπηρεσίας «επιβεβαιώθηκε πανηγυρικώς μεταγενεστέρως, όταν κατά τις αναθεωρήσεις του Συντάγματος των ετών 2001, 2008 και 2019 […] αποκρούστηκε ρητώς και κατηγορηματικώς η πρόταση αναθεωρήσεως του άρθρου 16»[24]. Εξαναγκάζοντας το δικαστήριο σε μιαν εμφανέστατα αμήχανη απάντηση που το εκθέτει. «Το γεγονός δε ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος δεν έχουν εισέτι αναθεωρηθεί, παρά το γεγονός ότι επιχειρήθηκε τούτο, κατ’ επανάληψη, δεν ασκεί επιρροή», λέει το δικαστήριο, «διότι η μη αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων […] συνδέεται με ζητήματα, που ανάγονται αποκλειστικά στο έργο και τη λειτουργία του αναθεωρητικού νομοθέτη, και δεν αφορά το πεδίο της ερμηνείας του ισχύοντος δικαίου από τα Δικαστήρια»[25].

Αυτή είναι μια εξωφρενική θέση. Ανεξαρτήτως του ότι αποτελεί περίπου κοινό τόπο η επιβεβαιωτική λειτουργία της αναθεώρησης για τις διατάξεις του που δεν αναθεωρούνται[26], κατεξοχήν μάλιστα όταν απορρίπτεται προταθείσα αναθεώρησή τους, το δικαστήριο εδώ αντιφάσκει με τον εαυτό του. Μας λέει πως η συμπεριφορά του νομοθέτη, εν προκειμένω του αναθεωρητικού, κατά τη θέσπιση του δικαίου ‘δεν αφορά’ τη δικαστική ερμηνεία του τεθέντος δικαίου –με άλλα λόγια, πως τα πεδία της θέσπισης και της ερμηνείας του δικαίου είναι στεγανά– στην ίδια απόφαση όπου έχει αξιοποιήσει ερμηνευτικά πλείστα στοιχεία από τη νομοπαραγωγική διαδικασία (εκθέσεις, συζητήσεις στη βουλή κλπ.) τόσο του Συντάγματος του 1975, της αναθεώρησης του 2001 όσο και του ν. 5094/2024[27]. Και όχι μόνον αυτό. Το ίδιο το δικαστήριο, σε άλλο σημείο της απόφασης, επικαλείται το γεγονός ότι «έχει, κατ’ επανάληψη, επιχειρηθεί η αναθεώρηση» της συνταγματικής απαγόρευσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι αυτή δεν συνιστά στοιχείο της εθνικής ταυτότητας της Ελλάδας[28].

Η ξεδιάντροπη χρήση δύο μέτρων και δύο σταθμών ή double standards –το έργο ή η αδράνεια του νομοθέτη ‘αφορά’ την ερμηνεία του δικαίου όταν προάγει το συλλογισμό μας, αλλά ‘δεν την αφορά’ όταν τον δυσχεραίνει– καθιστά ακόμη πιο θλιβερή την απαξία του δικαστηρίου να εξετάσει το μείζον ζήτημα που θέτει η μειοψηφία. Η απόρριψη της πρότασης αναθεώρησης του άρθρου 16 σε τρεις διαδοχικές αναθεωρήσεις είναι ένα κρίσιμης, ενδεχομένως καταλυτικής, σημασίας ερμηνευτικό δεδομένο. Το δικαστήριο καταδέχεται να αφιερώσει σ’ αυτό μόλις εκατόν οκτώ λέξεις, ‘ξεπετώντας’ το με ένα κραυγαλέα προσχηματικό και αυτοαναιρούμενο μεθοδολογικό εφεύρημα για τη δήθεν διάκριση των πεδίων του νομοθέτη και του ερμηνευτή.

6. Στη μείζονα σκέψη του συλλογισμού της απόφασης, το δικαστήριο επικαλείται και ερμηνεύει εννιά συνταγματικές διατάξεις: Τα άρθρα 2 παρ. 1 (αρχή της αξίας του ανθρώπου), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας), 16 παρ. 1, 5 και 8 (ελευθερία διδασκαλίας, μορφή ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και απαγόρευση ίδρυσής τους από ιδιώτες), 25 παρ. 1 εδ. δ΄ (αρχή αναλογικότητας) και 28 παρ. 2-3 με την εκεί ερμηνευτική δήλωση (περιορισμοί της κυριαρχίας και ευρωπαϊκή ενοποίηση)[29].

Πλην εκείνων του άρθρου 16, οι υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις κινούνται στο περιθώριο του ζητήματος που απασχολεί την απόφαση (αν είναι επιτρεπτή η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων). Η επίκληση του άρθρου 2 παρ. 1 δεν προσφέρει απολύτως τίποτε στο συλλογισμό –συνιστά έκφραση συνταγματικού μαξιμαλισμού για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο. Υποτιμά τη νοημοσύνη μας να υπονοείται πως η συνταγματική απαγόρευση του εμπορίου υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης μπορεί να θίγει την αξία του ανθρώπου. Μικρή αξία έχει επίσης η επίκληση της γενικής ελευθερίας του άρθρου 5 παρ. 1, (υπο)νοούμενης ως ελευθερία του εμπορίου, όταν υπάρχει η ειδική –σε σχέση μ’ εκείνη– διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 για την ελευθερία της διδασκαλίας, που καλύπτει με επάρκεια και την ελευθερία ίδρυσης και λειτουργίας επιχειρήσεων παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών[30]. Πολλώ δε μάλλον που, όπως το ίδιο το δικαστήριο αναγνωρίζει, επικαλούμενο πάγια νομολογία του, με το «ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως και λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων», που αναγνωρίζεται από τις παρ. 1 και 8 του άρθρου 16, «δεν παρέχεται απλώς η δυνατότητα ασκήσεως ιδιωτικής επιχειρήσεως στο πλαίσιο του άρθρου 5 του Συντάγματος, αλλά δημοσίου λειτουργήματος από ιδιωτικό φορέα υποκείμενο σε κρατικό έλεγχο και εποπτεία»[31].

Σε συνταγματικό επίπεδο, τα πράγματα είναι αρκετά απλά. Από την κατά την παρ. 1 του άρθρου 16 ελευθερία της διδασκαλίας απορρέει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, που τυποποιείται και ρητά στην παρ. 8 (προκειμένου να προβλεφθεί η υπαγωγή της ιδιωτικής εκπαίδευσης σε κρατική εποπτεία)[32]. Περιορισμό αυτού του ατομικού δικαιώματος, και κατ’ επέκταση της γενικής –σε σχέση μ’ αυτό– ελευθερίας της διδασκαλίας, θέτουν άλλες διατάξεις του άρθρου 16 ειδικά όσον αφορά την ανώτατη εκπαίδευση. (Πρακτικά, το ζήτημα που κλήθηκε να επιλύσει το δικαστήριο μπορεί να συμπυκνωθεί στο ερώτημα αν, και πώς, το ενωσιακό δίκαιο επηρεάζει τη σχέση της –γενικής– ελευθερίας της διδασκαλίας κατά την παρ. 1 έναντι του –ειδικού– περιορισμού της στην ανώτατη εκπαίδευση από άλλες διατάξεις του άρθρου 16). Οι άλλες αυτές διατάξεις, που θέτουν περιορισμό στην παρ. 1 αναφέρθηκαν ήδη, στην αρχή αυτού του σημειώματος: είναι η παρ. 5 που προβλέπει τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως αποκλειστικό τύπο οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης, η παρ. 8 εδ. β΄ που απαγορεύει τη σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες και η παρ. 6 που προβλέπει ότι όσοι διδάσκουν στην ανώτατη εκπαίδευση επιτελούν δημόσιο λειτούργημα, ενώ ειδικά οι καθηγητές είναι δημόσιοι λειτουργοί.

Ενώ όμως το δικαστήριο παραθέτει και ερμηνεύει, μετά την παρ. 1, τις παρ. 5 και 8 εδ. β΄[33], από το συλλογισμό του απουσιάζει παντελώς η παρ. 6 του άρθρου 16. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, από τις τέσσερις όλες κι όλες διατάξεις του άρθρου 16 που συγκροτούν το συνταγματικό πυρήνα του ζητήματος το οποίο κλήθηκε να επιλύσει, το δικαστήριο παραλείπει τη μία. Σε κανένα σημείο του συλλογισμού της απόφασης δεν μνημονεύεται καν η παρ. 6. Αναφορά σε «καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού» γίνεται μόνον από την ειδικότερη (συγκλίνουσα) γνώμη τριών μελών της σύνθεσης –αν και πάλι χωρίς μνεία της παρ. 6[34]. Κατά τα λοιπά, μόνον η μειοψηφία όχι μόνον επικαλείται και ερμηνεύει την παρ. 6, αλλά επίσης τη συσχετίζει με άλλες συνταγματικές διατάξεις που προβλέπουν τη συμμετοχή καθηγητών σε ειδικά ανώτατα δικαστήρια[35].

Η απαξία που δείχνει το δικαστήριο απέναντι στο Σύνταγμα με την αγνόηση διατάξεών του είναι όχι απλώς εξωφρενική, αλλά σκανδαλώδης. Ιδίως αν αντιπαραβληθεί με την επιμέλεια που επιδεικνύει όταν συγκεντρώνει, επικαλείται και ερμηνεύει κάθε διάταξη (πάνω από είκοσι πέντε συνολικά) του πρωτογενούς και του παράγωγου ενωσιακού δικαίου, περιλαμβανομένης της συμφωνίας GATS, που μπορεί να έχει κάποιαν, οσοδήποτε απομακρυσμένη, σχέση με την υπόθεση[36]. Σαν να μην έφτανε ότι το δικαστήριο παρασιωπά την μέχρι τότε νομολογία του την οποία μεταστρέφει με την απόφασή του, αποκρύβει επιπροσθέτως ακόμα και συνταγματικές διατάξεις που (υποτίθεται ότι) είναι μπροστά στα μάτια μας.

Το δικαστήριο μάς λέει τελικά ότι οι διατάξεις του ν. 5094/2024 δεν αντίκειται στις παρ. 5 και 8 εδ. β΄ του άρθρου 16 του Συντάγματος, εάν αυτές ερμηνευτούν ‘σε αρμονία’ με το ενωσιακό δίκαιο. Δεν μάς λέει όμως αν αντίκεινται ή όχι στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου[37]. Και, κυρίως, πώς πρέπει να ερμηνευτεί η παρ. 6 ‘σε αρμονία’ με το ενωσιακό δίκαιο ώστε να μην προκύπτει αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών διατάξεων.

Μένουν έτσι μια σειρά από ζητήματα ανοιχτά. Επιτελεί το διδακτικό προσωπικό των νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης δημόσιο λειτούργημα; Είναι οι καθηγητές τους δημόσιοι λειτουργοί; Παύονται μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 88 παρ. 4 του Συντάγματος μετά από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς; Αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους; Και περαιτέρω: Συμμετέχουν στη σύνθεση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100, του δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99, του ειδικού δικαστηρίου (μισθοδικείου) του άρθρου 88 παρ. 2, του ανώτατου πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 91; Επιτρέπεται δικαστικοί λειτουργοί να εκλεγούν κατά το άρθρο 89 παρ. 2 μέλη του διδακτικού προσωπικού νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης; Εξαιρούνται οι καθηγητές των τελευταίων κατά την παρ. 2 του άρθρου 56 από τα κωλύματα εκλογιμότητας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου[38];

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εν πολλοίς ρητορικά. Όχι όμως εξωφρενικά. Είναι απορίες που προκύπτουν, καταρχήν ευλόγως, από την αντιπαραβολή διατάξεων του ν. 5094/2024 και του Συντάγματος. Στην απόφαση 1918/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας απαξιοί να ασχοληθεί με το Σύνταγμα. Η αδιαφορία του για τα συνταγματικά ζητήματα γίνεται ακόμα πιο σοκαριστική, αν αντιπαραβληθεί με τη μέγιστη επιμέλεια που επιδεικνύει προκειμένου να θέσει και να απαντήσει ζητήματα που ανακύπτουν από το ενωσιακό δίκαιο. Διεκδικώντας τρόπον τινά ρόλο οιονεί αυθεντικού ερμηνευτή του. Παρακάμπτοντας, μάλιστα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που όσο να ’ναι είναι μάλλον καταλληλότερο γι’ αυτό το ρόλο.

7. Σε μιαν από τις σκέψεις της απόφασης περιέχεται, κατά λέξη και σε αυτό το γλωσσικό τύπο, η εξής φράση: «ως επαγγελματική εκπαίδευσις κατά την έννοιαν της Συνθήκης νοείται τόσον η ανωτέρα όσον και η πανεπιστημιακή εκπαίδευσις»[39].

Οι δικαστικές αποφάσεις είναι, όπως οι νόμοι και οι διοικητικές πράξεις, μέσα άσκησης κρατικής εξουσίας. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι δικαστικοί λειτουργοί είναι φορείς κρατικής εξουσίας. Η κρατική εξουσία υποχρεούται να επικοινωνεί με τους πολίτες, στους οποίους απευθύνονται οι πράξεις της, στον επίσημο γλωσσικό τύπο του κράτους. Ο δικαστικός λειτουργός ως πρόσωπο δικαιούται, ενασκώντας ατομική ελευθερία του, να εκφράζεται σε όποιο γλωσσικό τύπο επιθυμεί. Όμως οι δικαστικές αποφάσεις –ούτε καν των μονομελών συνθέσεων, πόσο μάλλον των πολυμελών– δεν συνιστούν μορφή έκφρασης του δικαστή που τις συντάσσει. Και, πάντως, ως άσκηση κρατικής εξουσίας, δηλαδή αρμοδιότητας, η έκδοση δικαστικής απόφασης δεν νοείται να συνιστά ταυτόχρονα άσκηση οποιασδήποτε ελευθερίας. Η διατύπωση δικαστικής απόφασης σε γλωσσικό τύπο διαφορετικό από τον επίσημο του ελληνικού κράτους δεν επιτρέπεται. Το ατόπημα χρεώνεται στον δικαστή που έχει την ευθύνη θεώρησης της δικαστικής απόφασης.

Έχει άραγε τόση σημασία;, θα αναρωτηθεί κάποιος. Πόσο μάλλον που δεν αποτελεί σκέψη του συλλογισμού της απόφασης, αλλά ειδικότερης συγκλίνουσας γνώμης. Η νομική σημασία της παρατήρησης μπορεί να είναι συζητήσιμη (κατά τη γνώμη μου, όχι ανύπαρκτη), η σημειολογική σημασία της όμως όχι. Τέτοιες μικρές, σχεδόν αδιόρατες –αλλά όχι αόρατες: γίνονται ακριβώς για να τις δούμε– κινήσεις συνιστούν δηλώσεις. Που, βεβαίως, έχουν συνδηλώσεις. (Κατά τη γνώμη μου, τέτοια κίνηση υπήρξε και η, προφανώς σκόπιμη, παρασιώπηση της παρ. 6 του άρθρου 16). Η συνδήλωση της επιλογής ενός ‘προσωπικού’ γλωσσικού τύπου για τη σύνταξη έστω ενός ελάχιστου τμήματος της απόφασης είναι ένα κλείσιμο του ματιού για τον πραιτορικό τρόπο διάπλασης του δικαίου από το δικαστήριο: Όχι μόνον αποφασίζουμε ό,τι θέλουμε, αλλά το αποφασίζουμε και σε όποιο γλωσσικό τύπο θέλουμε. Είναι, με άλλα λόγια, μια –έστω μικρή– επίδειξη ισχύος.

Η σημειολογία (και ιδεολογία) της μεθοδολογίας: Αντίστροφος οριτζιναλισμός και ελιτιστικός ευρωπαϊσμός

8. Το πιο σκοτεινό –όχι από την άποψη της διαφάνειας, αντιθέτως ο συλλογισμός του δικαστηρίου είναι εδώ κρυστάλλινα σαφής– σημείο της απόφασης 1918/2025 είναι η συσχέτιση της συνταγματικής απαγόρευσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων με τα δικτατορικά συντάγματα και, πάντως, με τις ‘ιδιαίτερες’ περιστάσεις της μεταπολίτευσης του 1974-75. Κατά το δικαστήριο, ο τύπος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως αποκλειστική μορφή των φορέων ανώτατης εκπαίδευσης επιλέχθηκε «κατά τον χρόνο θέσπισης του Συντάγματος του έτους 1975, υπό την ιδιαίτερη συγκυρία και τις εξαιρετικές ιστορικές περιστάσεις, λόγω της προηγηθείσας δικτατορίας»[40]. Η αποκλειστικότητα αυτή, συνεχίζει το δικαστήριο, «με την εξαίρεση των Συνταγμάτων του 1968 και του 1973 της περιόδου της δικτατορίας, δεν απαντάται σε κανένα από τα προϋφιστάμενα Συντάγματα»[41]. Ενώ επίσης ανάλογες ρυθμίσεις απαγόρευσης ιδιωτικών φορέων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης «δεν απαντώνται σε άλλα ευρωπαϊκά Συντάγματα»[42]. Το δεύτερο από τα παραπάνω ερμηνευτικά δεδομένα επαναλαμβάνεται εμφατικά και στην ελάσσονα πρόταση: «το σύνολο σχεδόν των ελληνικών Συνταγμάτων από τις απαρχές του σύγχρονου ελληνικού Κράτους (με την εξαίρεση των Συνταγμάτων της δικτατορίας και του ισχύοντος Συντάγματος, του οποίου, πάντως, έχει, κατ’ επανάληψη, επιχειρηθεί η αναθεώρηση)», υπερθεματίζει το δικαστήριο, «επέτρεπαν την ίδρυση ιδιωτικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων»[43].

Εδώ υπάρχει μια σοβαρή ανακρίβεια –στα όρια της διαστρέβλωσης. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του δικαστηρίου, ήδη το άρθρο 16 παρ. 4 του Συντάγματος του 1952 προέβλεπε: «Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα αυτοδιοικούνται υπό την εποπτείαν του Κράτους, οι δε καθηγηταί τούτων είναι δημόσιοι υπάλληλοι»[44]. Επίσης, η μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προϋπήρχε των χουντικών συνταγμάτων, που απλώς την τυποποίησαν. Τέλος, ο ισχυρισμός ότι ‘από τις απαρχές του ελληνικού κράτους’ επιτρεπόταν η ίδρυση ‘ιδιωτικών’ πανεπιστημίων θα είχε ίσως θέση σε δικόγραφο, για τη δημιουργία εντυπώσεων, απάδει όμως προς το κύρος απόφασης ανώτατου δικαστηρίου. Πότε ακριβώς και πόσα ιδιωτικά πανεπιστήμια λειτούργησαν στην Ελλάδα; Ακόμη κι αν θεωρηθεί ως τέτοιο η Πάντειος –κάτι κάθε άλλο παρά αυτονόητο– σίγουρα δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιδιωτικές η Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιώς και η αντίστοιχη της Θεσσαλονίκης, που προήλθαν από πρωτοβουλία επιμελητηρίων. Πόσο μάλλον που αρχικά ιδρύθηκαν ως ανώτερες σχολές και μόνον αργότερα έγιναν ανώτατες.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του δικαστηρίου ότι αντίστοιχη απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν απαντά σε άλλο ευρωπαϊκό σύνταγμα θα είχε οπωσδήποτε θέση, και ερμηνευτική σημασία, σε απόφαση ευρωπαϊκού δικαστηρίου που χρησιμοποιεί καταστατικά τη δικαιοσυγκριτική μέθοδο. Είναι αμφίβολο αν εισφέρει κάτι –και πάλι, πλην της δημιουργίας εντυπώσεων– στην απόφαση εθνικού ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου που καλείται να κρίνει ένα αμιγώς εθνικό-συνταγματικό ζήτημα: αν εθνική νομοθεσία παραβιάζει διατάξεις του εθνικού Συντάγματος (όχι του ευρωπαϊκού δικαίου).

Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Το κύριο ζήτημα στην υπόθεση που κρίθηκε με την απόφαση 1918/2025 είναι η νομιμότητα της προσβληθείσας κανονιστικής πράξης. Το αναγκαίο παρεμπίπτον ζήτημα είναι αν ο νόμος δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η πράξη αντίκειται στο Σύνταγμα. Στη δίκη αυτή δεν τίθεται, ούτε κυρίως ούτε παρεμπιπτόντως, το ζήτημα αν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος αντίκεινται στο ενωσιακό δίκαιο. Τέτοιο ζήτημα θα είχε τεθεί, για παράδειγμα, αν είχε προσβληθεί πράξη που απέρριπτε, κατ’ επίκληση των συνταγματικών διατάξεων, αίτημα ενδιαφερόμενου να παράσχει υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτή θα ήταν μια υπόθεση ενωσιακού δικαίου, όπου τίθεται το παρεμπίπτον ζήτημα αν η εθνική νομοθεσία που αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο. Αντιθέτως, με την απόφαση 1918/2025 κρίθηκε υπόθεση (εθνικού) συνταγματικού δικαίου. Το ενωσιακό δίκαιο υπεισέρχεται εδώ όχι αυτοτελώς (δεν είναι εφαρμοστέο δίκαιο), αλλά μόνον ως ερμηνευτικό δεδομένο –ένα μεταξύ περισσότερων– που φωτίζει την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων. Η παρατήρηση αυτή έχει συνέπειες τόσο για την κατάστρωση του ερμηνευτικού συλλογισμού όσο και για τη φορά του ελέγχου του νόμου. Για τα οποία, πάντως, το δικαστήριο αδιαφόρησε πλήρως, μετατρέποντας μιαν υπόθεση ελέγχου του νόμου έναντι του Συντάγματος σε υπόθεση ελέγχου του Συντάγματος έναντι του ενωσιακού δικαίου.

Ο πιο σημαντικός –κυριολεκτικά, καταλυτικής σημασίας– ισχυρισμός του δικαστηρίου έγκειται στη συσχέτιση της απαγόρευσης των ιδιωτικών πανεπιστημίων με την ‘ιδιαίτερη συγκυρία’ και τις ‘εξαιρετικές περιστάσεις’ της μεταπολίτευσης. Η έμμεση πλην σαφέστατη συνδήλωση του ισχυρισμού αυτού είναι, βεβαίως, πως η συγκυρία εκείνη έχει πια εκλείψει, καθώς οι περιστάσεις έχουν μεταβληθεί ριζικά. Αυτή η μεταβολή είναι που τελικά επιτρέπει στο δικαστήριο –κυριολεκτικά, το απενοχοποιεί– να (μεθ)ερμηνεύσει τις διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος –δηλαδή, τελικά, να τις (παρ)ερμηνεύσει– δίνοντας στις λέξεις τους (‘αποκλειστικά’, ‘απαγορεύεται’) νόημα αντίθετο απ’ αυτό που όλοι διαβάζουμε. Δηλαδή αδιαφορώντας για τις λέξεις.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το δικαστήριο μάς λέει ότι οι λέξεις του Συντάγματος είναι εν προκειμένω ξεπερασμένες. Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να τις παίρνουμε τοις μετρητοίς, κατά γράμμα. Μπορούμε να τις αντικαταστήσουμε με άλλες, καλύτερες. Χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στον κόπο, ούτε να χάνουμε χρόνο, να τις ξαναγράψουμε ‘σωστές’ στο συνταγματικό κείμενο. Συν τοις άλλοις, διότι τα συνταγματικά κείμενα τα γράφουν και τα ξαναγράφουν εκλεγμένοι αντιπρόσωποι. Που έχουν την κακή συνήθεια να λαμβάνουν υπόψη –έστω κατ’ ελάχιστο, έστω σπανίως– τη βούληση αυτών που τους εκλέγουν. Γιατί να το υποστούμε αυτό, όταν υπάρχουν άλλοι που ξέρουν καλύτερα από μας για μας ποιες είναι οι ‘σωστές’ λέξεις που θα έπρεπε να υπάρχουν στο Σύνταγμα;

9. Το δικαστήριο δεν κρίνει με βάση το Σύνταγμα που έχουμε, αλλά με βάση το Σύνταγμα που θα ήθελε να έχουμε. Η απόφαση 1918/2025 δεν θα ήταν σε τίποτα διαφορετική αν, αντί αυτού που έχουμε, ίσχυε το λεγόμενο ‘καινοτόμο Σύνταγμα’[45]. Οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί ειλικρινά να πιστεύουν ότι ένα Σύνταγμα χωρίς τις επίμαχες λέξεις στο άρθρο 16 θα ήταν πολύ καλύτερο απ’ αυτό που έχουμε. Οπωσδήποτε θα ήταν πολύ καλύτερο για τις ελίτ αυτής της χώρας –τμήμα της οποίας μπορεί να είναι (ή να νιώθουν ότι είναι) και οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν έχουμε ένα τέτοιο σύνταγμα. Αυτό που έχουμε είναι αρκετά διαφορετικό. Εξακολουθεί να περιέχει κάποιες ενοχλητικά επίμονες λέξεις.

Τη ‘λύση’ στο πρόβλημα –πώς θα ‘εκσυγχρονίσουμε’ το Σύνταγμα χωρίς να αλλάξουμε τις λέξεις του;– τη δίνει μια ελάχιστα συγκαλυμμένη μεθοδολογική επιλογή που κάνει το δικαστήριο και την οποία θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ‘αντίστροφο οριτζιναλισμό’. Ο οριτζιναλισμός (originalism) είναι μια μέθοδος ερμηνείας του Συντάγματος, ιδιαίτερα δημοφιλής στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, που αποδίδει ερμηνευτική προτεραιότητα στο νόημα των λέξεων έτσι όπως γινόταν, γενικά, αντιληπτές όταν θεσπίστηκε το Σύνταγμα (original meaning) ή έτσι όπως τις αντιλαμβάνονταν, ειδικά, οι συντάκτες του (original intent)[46]. Παρότι η μέθοδος εμφανίζεται ως ουδέτερη, στην πραγματικότητα προάγει (υπερ)συντηρητικές ερμηνείες, αφού καθιστά ερμηνευτικά κρίσιμες τις αντιλήψεις που είχαν οι άνθρωποι πολλά χρόνια, ακόμα και αιώνες, πριν από την εποχή μας.

Η ερμηνευτική μέθοδος της απόφασης 1918/2025 αποτελεί το αντεστραμμένο είδωλο του οριτζιναλισμού. Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε προϊόν αυτού που αποκλήθηκε ‘μεταπολιτευτικός συμβιβασμός’[47]. Παρότι κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικό, όπως προκύπτει από τη σφοδρή κριτική που δέχθηκε από την Αριστερά[48], το Σύνταγμα αυτό –όπως, πριν απ’ αυτό, το βραχύβιο και εν πολλοίς θνησιγενές Σύνταγμα του 1927– περιείχε πάντως κάποιες, έστω ελάχιστες, παραχωρήσεις στις λαϊκές μάζες. Κοινωνικά δικαιώματα, εργασιακές και συνδικαλιστικές ελευθερίες και, σε συμβολικό επίπεδο, προπαντός το άρθρο 16 ηχούν πλέον παράταιρα στην εποχή της νεοφιλελεύθερης και νεοσυντηρητικής επέλασης. Καθόλου τυχαία, πρόκειται ακριβώς για το μέρος που απαλείφεται από προτάσεις όπως το προαναφερθέν (υποτιθέμενο) ‘καινοτόμο Σύνταγμα’. Ο αντίστροφος οριτζιναλισμός που αποτυπώνεται στην απόφαση 1918/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας συνίσταται στην αναγνώριση αντίστροφης ερμηνευτικής προτεραιότητας, δηλαδή στην ερμηνευτική υποβάθμιση –σε οριακές περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, μέχρις εξαφανίσεως– όσων διατάξεων απηχούν το μεταπολιτευτικό συμβιβασμό, έχοντας πάψει να εναρμονίζονται με την κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη) ιδεολογία.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο των μεθοδολογικών επιλογών του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν είναι πολύ μακριά από τις απόψεις που διατύπωσε, πριν όχι πολύ καιρό, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 16 απορρέει από «ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις μιας άλλης εποχής, που εδώ και καιρό έχουν εξαλειφθεί αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να το παραδεχθεί δημόσια», και αποτελεί «ντροπή της δημοκρατίας μας»[49]. Ένα, καταρχήν, εύλογο ερώτημα που θα μπορούσε να θέσει κάποιος είναι: Και το άρθρο 120 παρ. 4 («Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων»); Το άρθρο 93 παρ. 4, ειδικά για τα δικαστήρια; Ο όρκος που δίνουν οι δικαστικοί λειτουργοί να φυλάττουν πίστη στην πατρίδα και να υπακούν στο Σύνταγμα[50]; Όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα;

Με την απόφαση 1918/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας δίνει μιαν ιδιοφυή –όσο, δυστυχώς, και καταστροφική– απάντηση: Βεβαίως και εξακολουθούμε να υπακούμε και να τηρούμε το Σύνταγμα. Όμως το Σύνταγμα όπως το εννοούμε εμείς. Δηλαδή το Σύνταγμα όπως «εντάσσεται τη δεδομένη χρονική στιγμή στο σύνολο της εννόμου τάξεως, εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς»[51] και όπως ερμηνεύεται ‘σε αρμονία’ με το ενωσιακό δίκαιο, ώστε να αποκαθαρθεί από τα παρωχημένα στοιχεία του μεταπολιτευτικού συμβιβασμού. Το –σαφέστατο– ιδεολογικό πρόσημο του αντίστροφου οριτζιναλισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκαλύπτεται, καθώς εμφανίζεται ως μηχανισμός εναρμόνισης του Συντάγματος με το καθόλου σύστημα του δικαίου και, προπαντός, με το ενωσιακό δίκαιο. Ο ευρωπαϊσμός του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι, ωστόσο, μεροληπτικός. Αρνούμενο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι η ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου είναι «τόσο προφανής […] ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας»[52], παρότι οκτώ μέλη της σύνθεσης μειοψήφησαν θεωρώντας πως έπρεπε να υποβληθεί το ερώτημα[53] –γεγονός που, από μόνο του, καθιστά εγγενώς αντιφατική την κρίση του δικαστηρίου– το δικαστήριο αυτοαναιρείται. Η επιλεκτική και, τελικά, εργαλειακή επίκληση του ενωσιακού δικαίου ακυρώνει το προσωπείο της ‘εναρμόνισης’.

Ποιο Σύνταγμα;

10. Αυτού του είδους ο ελιτιστικός, και επιλεκτικός, ευρωπαϊσμός του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι καταστροφικός, διότι μας αφήνει με περισσότερα διαφορετικά συντάγματα: Το Σύνταγμα όπως το εννοούμε εμείς, σε αντιδιαστολή προς το Σύνταγμα όπως το εννοούν άλλοι. Από τη στιγμή που εγκαταλείπουμε το γράμμα, τις λέξεις του Συντάγματος –έσχατο όριο, αφετηρία και τέλος κάθε ερμηνείας– εγκαταλείπουμε και την ασφάλεια δικαίου, εν προκειμένω την ασφάλεια Συντάγματος.

Σχολιάζοντας την απόφαση 1918/2025, το Editorial της Νομαρχίας γράφει: «Αυτό δεν είναι μια αιτιολογία δικαστικής απόφασης»[54]. Θα μπορούσε κάποιος να υπερθεματίσει: «Αυτό δεν είναι μια δικαστική απόφαση». Περισσότερο από επίλυση ορισμένης διαφοράς, η απόφαση μοιάζει μάλλον με δήλωση προθέσεων ή, ίσως ακόμα, πίστεως. Σίγουρα μοιάζει επίσης με διακήρυξη: Το Συμβούλιο της Επικρατείας εννοεί να λειτουργεί ως –οιονεί, κατ’ αποτέλεσμα, de facto, οι χαρακτηρισμοί ποικίλλουν– συνταγματικό δικαστήριο[55]. Οι συνέπειες για τη νομιμοποίηση, επομένως και για το ίδιο το μέλλον, του δικαστηρίου απ’ αυτόν τον αργόσυρτο μετασχηματισμό του είναι άδηλες.

Άδηλες, αλλά πάντως όχι ευοίωνες, είναι και οι συνέπειες για το ελληνικό Σύνταγμα και, γενικότερα, για το ελληνικό δημόσιο δίκαιο. Τον περασμένο μήνα διενεργήθηκε ο εισαγωγικός διαγωνισμός για το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στην κατεύθυνση Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. Στο διαγωνισμό υπήρξε αρνητικό ρεκόρ συμμετοχής. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να φθίνει το ενδιαφέρον νέων νομικών επιστημόνων για έναν κλάδο του δικαίου όπου οι λέξεις –το αντικείμενο και το εργαλείο, ταυτόχρονα, της επιστήμης του δικαίου– μπορεί να σημαίνουν τόσο αυτό που όλοι διαβάζουμε όσο και το ακριβώς αντίθετό του.

 

[1] Η έμφαση προστέθηκε.

[2] ΣτΕ 1918/2025 ολομ, σκέψη 29. Λόγος για ερμηνεία «σε αρμονία»/«εναρμόνιση» με το ενωσιακό δίκαιο γίνεται στις σκέψεις 23, 28, 29, 32, 34, 37 και 38 της απόφασης, για ερμηνεία «σύμφωνη»/«σε συμφωνία» με το ενωσιακό δίκαιο στις σκέψεις 8, 23, 33. Στη σκέψη 34 γίνεται επίσης λόγος για ερμηνεία «‘φιλική’» προς το ευρωπαϊκό δίκαιο (η λέξη εντός εισαγωγικών στην απόφαση), ενώ στη σκέψη 29 για ερμηνεία «υπό το φως» του ενωσιακού δικαίου.

[3] ΣτΕ 1918/2025 ολομ, σκέψη 29.

[4] Idem, σκέψη 29 in fine (ειδικότερη γνώμη τριών μελών της σύνθεσης).

[5] Βλ. ιδίως την ευσύνοπτη αλλά διεισδυτική κριτική στη Νομαρχία (nomarchia.gr), Editorial της 31.10.2025.

[6] ΣτΕ 1918/2025 ολομ, σκέψη 33 (γνώμη μειοψηφίας οκτώ μελών της σύνθεσης).

[7] Όταν μια διάταξη σημαίνει αυτό που λέει αλλά και το ακριβώς αντίθετό της, τότε δεν σημαίνει τίποτε. Αυτή είναι μια καθαρά λογική κρίση. Δεν είναι –και δεν χρειάζεται να είναι– νομική κρίση.

[8] Βλ. Jack Balkin, «‘Wrong the Day it Was Decided’: Lochner and Constitutional Historicism». Boston University Law Review 85 (2005), σ. 677 επ.

[9] ΣτΕ 460/2013 ολομ., Αρμενόπουλος 2013, σ. 789 επ., με τις εκεί παρατηρήσεις.

[10] ΣτΕ 660/2018 ολομ., Αρμενόπουλος 2018, σ. 1550 επ., με τις εκεί παρατηρήσεις.

[11] Κατάλογος των κρατών μελών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου υπάρχει στην ιστότοπο του οργανισμού, https://www.wto.org/english/thewto_e/whatis_e/tif_e/org6_e.htm.

[12] ΦΕΚ Α΄ 39/13.3.2024.

[13] ΦΕΚ Β΄ 5460/1.10.2024. Πρόκειται για την απόφαση 7341/26.9.2024 του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Πολιτισμού με τίτλο «Εκκίνηση διαδικασίας υποβολής αιτήσεων περί χορήγησης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτημάτων Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Καθορισμός διεθνών αναγνωρισμένων οίκων που κατατάσσουν παγκοσμίως πανεπιστημιακά ιδρύματα».

[14] Η από 14.6.2025 ανακοίνωση του Προέδρου είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Συμβουλίου της Επικρατείας, https://www.adjustice.gr/webcenter/portal/ste/.

[15] Αν και με διαφορετική (μη σημειολογική) έννοια, στις λέξεις –και τη σημασία της γραμματικής ερμηνείας στο δίκαιο– αναφέρεται και ο Σπύρος Βλαχόπουλος, «Οι λέξεις και το Σύνταγμα: Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025», constitutionalism.gr, 27.10.2025, στην επί της απόφασης κριτική του.

[16] ΣτΕ 460/2013, ό.π., σκέψεις 10 και, κατά παραπομπή, 5.

[17] ΣτΕ 660/2018, ό.π., σκέψη 19.

[18] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψεις 5-8.

[19] Idem, σκέψεις 9-24.

[20] Αναφορά σε «νεώτερα» (σε αυτόν τον γλωσσικό τύπο, αντί του ορθού στη νέα ελληνική ‘νεότερα’) νομοθετικά και νομολογιακά δεδομένα του ενωσιακού δικαίου γίνεται στις σκέψεις 25, 27, 28 και 29 της απόφασης.

[21] ΣτΕ 178/2023 ολομ., σκέψη 15 (η έμφαση προστέθηκε).

[22] Τη νομολογία που παρασιωπά –αποκρύβει;– η απόφαση παρουσιάζει η μειοψηφία: ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 33 (γνώμη μειοψηφίας οκτώ μελών της σύνθεσης).

[23] Το δικαστήριο επικαλείται την απόφαση ΣτΕ 134/1945 ολομ. στη σκέψη 5 δύο φορές, ξανά στη σκέψη 7, όπου ενσωματώνει και παράθεμα απ’ αυτή, και εκ νέου στη σκέψη 29. Επικαλείται επίσης τις αποφάσεις ΣτΕ 26/1951 και 1486/1960 ολομ. δύο φορές, στις σκέψεις 5 και 7.

[24] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 33 (γνώμη μειοψηφίας οκτώ μελών της σύνθεσης).

[25] Idem, σκέψη 37.

[26] Βλ., τελείως ενδεικτικά, Ευάγγελος Βενιζέλος, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 111.

[27] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψεις 6 (αναφορά στην εισήγηση του βουλευτή Δ. Νιάνια στην Ε΄ αναθεωρητική βουλή), 8 (αναφορά στην «εκπεφρασμένη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη» του 2001 επί του άρθρου 28 του Συντάγματος), 28 (εκτενής αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του ν. 5094/2024) και 34 (αναφορά στην ίδια αιτιολογική έκθεση).

[28] Idem, σκέψη 29.

[29] Idem, σκέψεις 5-8.

[30] Βλ., ενδεικτικά, Αντώνης Μανιτάκης, «Η ελευθερία της παιδείας και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, με αφορμή την αιφνίδια νομοθετική ρύθμιση υπαγωγής σε προηγούμενη άδεια των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών (γνμδ.)», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2009, σ. 87 επ.

[31] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 5 in fine.

[32] Ακόμα κι αν απουσίαζε η παρ. 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, το ατομικό δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων θα απέρρεε από την ελευθερία της διδασκαλίας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου σε συνδυασμό με τη γενική οικονομική ελευθερία του άρθρου 5 παρ. 1. Η κανονιστική σημασία της τυποποίησης του δικαιώματος στην παρ. 8 του άρθρου 16 δεν έγκειται τόσο στη διακήρυξή του όσο μάλλον στην πρόβλεψη ότι η ιδιωτική εκπαίδευση υπάγεται σε κρατική εποπτεία και το διδακτικό προσωπικό της σε ιδιαίτερο υπηρεσιακό καθεστώς. Σ’ αυτό το πνεύμα και η πάγια νομολογία του δικαστηρίου, βλ. ΣτΕ 2376/1988 ολομ., Αρμενόπουλος 1989, σ. 1034 επ., κ.ά.

[33] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψεις 5-7.

[34] Idem, σκέψη 29 (ειδικότερη γνώμη τριών μελών της σύνθεσης).

[35] Idem, σκέψη 33 (γνώμη μειοψηφίας οκτώ μελών της σύνθεσης).

[36] Idem, σκέψεις 9-24.

[37] Σε περίπτωση που διέλαθε της προσοχής του δικαστηρίου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος έχει ως εξής: «Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους».

[38] Βλ. Ακρίτας Καϊδατζής, «Ιδιωτικά Α.Ε.Ι.: Μια διευκρίνιση και κάποια ερωτήματα», στο constitutionalism.gr, (πρόσβαση: 04.11.2025).

[39] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 29 (ειδικότερη γνώμη τριών μελών της σύνθεσης, η έμφαση προστέθηκε). Μολονότι στην απόφαση δεν δίνεται ως παράθεμα εντός εισαγωγικών, η φράση αυτή προέρχεται αυτούσια από σκέψη της απόφασης ΣτΕ 1671/2010, σκέψη 8.

[40] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 6.

[41] Idem, σκέψη 7.

[42] Idem, σκέψη 7 in fine.

[43] Idem, σκέψη 30 (η έμφαση προστέθηκε).

[44] Η έμφαση προστέθηκε. Η ‘παράλειψη’ της παρ. 6 του σημερινού άρθρου 16 από το συλλογισμό της απόφασης αποδεικνύεται πολύ βολική για τον ισχυρισμό του δικαστηρίου ότι, από όλα τα ελληνικά συντάγματα, μόνο τα συντάγματα της δικτατορίας και αυτό του 1975 προέβλεψαν απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημίων.

[45]  Νίκος Αλιβιζάτος et al., Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Η Καθημερινή, Αθήνα 2016. Στο άρθρο 14 του εκεί προτεινόμενου σχεδίου προβλέπεται: «Τα πανεπιστήμια, δημόσια και ιδιωτικά, αυτοδιοικούνται» (παρ. 5 εδ. β΄). «Με νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών επιτρέπεται η παραχώρηση εκτάσεων σε αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα για την εγκατάσταση παραρτημάτων τους στη χώρα» (παρ. 6 εδ. α΄) (ό.π., σ. 18).

[46]  Για μια καλή εισαγωγή βλ. Ilan Wurman, A Debt Against the Living: An Introduction to Originalism, Cambridge University Press, Cambridge 2017, πρβλ. κριτικά Eric Segall, Originalism as Faith, Cambridge University Press, Cambridge 2018.

[47]  Δανείζομαι τον όρο από τον Χαράλαμπο Κουρουνδή, «Οι ρίζες της μεταπολίτευσης: Κυβέρνηση ‘Εθνικής Ενότητος’ και λαϊκός ριζοσπαστισμός μετά την κατάρρευση της δικτατορίας», nomarchia.gr, (πρόσβαση: 04.11.2025).

[48]  Βλ. Χαράλαμπος Κουρουνδής, Το Σύνταγμα και η Αριστερά: Από τη ‘βαθεία τομή’ του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, Νήσος, Αθήνα 2018.

[49] Βασίλειος Φλωρίδης, «Άρθρο 16: Η ντροπή της δημοκρατίας μας», εφημ. Η Καθημερινή, 09.07.2023.

[50] Άρθρο 41 παρ. 7 του ν. 4938/2022.

[51] ΣτΕ 1918/2025 ολομ., σκέψη 37.

[52] Idem, σκέψη 32.

[53] Idem, σκέψη 33 (γνώμη μειοψηφίας οκτώ μελών της σύνθεσης).

[54] Νομαρχία, Editorial της 31.10.2025, ό.π.

[55] Ό.π. Θα μπορούσε κάποιος εδώ, ακολουθώντας το παράδειγμα της απόφασης ΣτΕ 1918/2025, να επισημάνει πως κανένα ελληνικό Σύνταγμα δεν προέβλεψε ποτέ τη λειτουργία συνταγματικού δικαστηρίου πλην των δύο χουντικών συνταγμάτων.

+ posts

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντά του είναι οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής, ο δικαστικός έλεγχος του νόμου, η ελληνική συνταγματική ιστορία και ιστορία του συνταγματικού δικαίου. Είναι επιστημονικός υπεύθυνος στο ερευνητικό πρόγραμμα PopCon (Populist Constitutionalism, Λαϊκιστικός συνταγματισμός). Έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό επιστημονικών μελετών και τρεις μονογραφίες: «Ο συνταγματισμός του Εικοσιένα: Η συνταγματική πρακτική της Επανάστασης μέσα από τις πηγές, 1821-1827» (2021), «Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων στην Ελλάδα, 1844-1935» (2016), και «Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων» (2006).

Μετάβαση στο περιεχόμενο