1. Η πρόσληψη του μέλλοντος και η ανατροπή της

Το τυπικό Σύνταγμα, ως ο γραπτός και αυστηρός θεμελιώδης νόμος του κράτους, παραπέμπει πάντοτε στο μέλλον, επιδιώκει να το δεσμεύσει. Αν τα ουσιαστικά και διαδικαστικά όρια της αναθεωρητικής διαδικασίας[1] είναι εξαιρετικά αυστηρά, ο συντακτικός νομοθέτης φιλοδοξεί να δεσμεύσει το μακρύτερο δυνατό μέλλον, αν πάλι είναι πιο ήπια το σχετικά πιο βραχύ μέλλον, καθιστώντας το Σύνταγμα πιο προσαρμόσιμο.

Όμως, η έννοια του μέλλοντος δεν αποτελεί μια προσλαμβάνουσα ή παράμετρο η οποία είναι σταθερή πολιτικά και ιδίως πολιτισμικά ή φιλοσοφικά σε όλη την εξέλιξη της ζωής των Συνταγμάτων. Ενώ παλαιότερα το πρόβλημα και της συνταγματικής θεωρίας αλλά και της πολιτικής επιστήμης ενέκειτο στην έρευνα μεταξύ των πιο διαχρονικών και των πιο εύκαμπτων όψεων του κοινωνικοπολιτικού συμβιβασμού που στηρίζει το Σύνταγμα[2] στην κλίμακα του μέλλοντος, των πιο στρατηγικών και πιο τακτικών όψεων αυτής της απόφασης[3], πλέον το ερώτημα έχει μετατοπιστεί στην ίδιαν τη θέαση ή πρόσληψη και το υποκειμενικό περιεχόμενο του «μέλλοντος». Το «μέλλον» στον 21ο αιώνα είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το «μέλλον» στους δύο ή και τρεις προηγούμενους αιώνες.

Εξηγούμαι. Προφανώς, η ανάπτυξη του συνταγματικού φαινομένου υπήρξε άμεσο προϊόν του Διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων. Παρά το γεγονός ότι ιδίως οι πιο φιλελεύθερες ή δικαιοκρατικές εκδοχές του συντακτικού νομοθέτη πάντοτε χαρακτηρίζονταν από έναν φόβο μπροστά στην πιθανότητα ανάδυσης μιας συγκεντρωτικής ή και αυταρχικής εξουσίας εξ ού και το ζήτημα των εγγυήσεων του Συντάγματος ως αποτρεπτικών ενός δυσμενούς μέλλοντος, είναι σαφές ότι το Μέλλον ξανοιγόταν μπροστά σε όλους ως βασικά ένα πεδίο βελτίωσης και πιθανόν και «τελείωσης» της ανθρώπινης κατάστασης τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Το Μέλλον ήταν το πεδίο της Προόδου[4].

H κοινή υποστήριξη της ιδέας της Προόδου από ένα ευρύτατο φάσμα υποστηρικτών του Διαφωτισμού προσέλαβε ιδίως στους 19ο και 20ο αιώνα πολύ διαφορετικές εκδοχές, συχνά αντιμαχόμενες μεταξύ τους[5]:

Ένα μέλλον απρόσκοπτης καπιταλιστικής ανάπτυξης, στηριγμένο στον ποσοτικό γιγαντισμό και την συνεχή ανάπτυξη της τεχνολογίας το οποίο θα συνέδεε, κατά τον ωφελιμισμό, το ατομικό καλό με το συλλογικό συμφέρον. Συνδεόμενο σταδιακά με την τεχνοκρατία.

Ένα μέλλον πολιτικής χειραφέτησης, που θα συνεδύαζε την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την δημοκρατία, συνδεόμενο αιτιακά με την καπιταλιστική ανάπτυξη αλλά και σχετικά αυτόνομο από αυτήν.

Ένα μέλλον σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό, που θα συνεδύαζε την εντατική βιομηχανική ανάπτυξη με την κοινωνική δικαιοσύνη και την εξαφάνιση των τάξεων. Αυτή η εκδοχή συνδυάζει τη μεγάλης έκτασης οικονομική ανάπτυξη του α’ μοντέλου με τις όψεις χειραφέτησης του β’, τις οποίες όμως διαβάζει πολύ διαφορετικά[6].

Παρατηρούμε ότι και τα τρία μοντέλα αυτά για το μέλλον όχι μόνο χαρακτηρίζονταν από μια «Αισιοδοξία του Φαντασιακού», μια μορφή Ουτοπίας, ιδίως μάλιστα το β’ και το γ’, αλλά και προϋπέθεταν ότι τόσο η οργάνωση της εργασίας όσο και της κοινωνίας θα λειτουργούσαν ως μια μεγάλη Παραγωγική ή Κοινωνική Μηχανή με συνειδητούς σκοπούς. Παρά το ότι σε άλλη περίπτωση οι σκοποί ήταν ατομικά ιδιοτελείς, ενώ σε άλλη κοινωνικά ανιδιοτελείς. Το μείγμα ήταν αντιφατικό, αλλά παραμένει γεγονός ότι η ιδέα της Μεγάλης Μηχανής στον εικοστό αιώνα συνδέεται επιπλέον με την λατρεία της επιτάχυνσης και της παραγωγικότητας και της γρήγορης μετάβασης στον σκοπό του σχεδίου. Από το Μανιφέστο του Φουτουρισμού (1908) και το φορντικό μεγάλο εργοστάσιο ως την εντατική σοβιετική εκβιομηχάνιση του 1930, μέσα από πολύ διαφορετικές παραλλαγές η Μηχανή, η Ταχύτητα και η Πρόοδος, καθώς και η Μαζική Κινητοποίηση[7] καθίστανται κεντρικά κοινωνικά μοτίβα. Σε όλα αυτά τα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους σχέδια, οι υποστηρικτές τους ήταν βέβαιοι ότι το μέλλον θα είναι από θετικό ως λαμπρό[8].

Στα τέλη του εικοστού αιώνα και στον 21ο αιώνα, η αισιόδοξη θεώρηση για το ανθρώπινο μέλλον έπαψε να είναι ευρέως πιστευτή. Μεσολάβησαν πολύ σημαντικές και καταιγιστικές ιστορικές εξελίξεις όπως το δυστοπικό φαινόμενο Άουσβιτς, δηλαδή η βιομηχανία της μαζικής εξόντωσης, η Χιροσίμα, οι σοβιετικές μαζικές εκκαθαρίσεις που συνδέονταν με τις κοινωνικές επιπτώσεις του εκεί μοντέλου ανάπτυξης (π.χ. μαζική υποχρεωτική κολλεκτιβοποίηση)[9], και τέλος η πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού το 1991, που, παρά τα έντονα δομικά προβλήματά του, αποτελούσε μια αντικειμενοποιημένη μορφή της Ουτοπίας έστω ως υπόσχεσης του μέλλοντος. Η τεχνολογική Πρόοδος απέδειξε ότι μπορεί να είναι και όργανο εξουθένωσης του ανθρώπου. Όλα αυτά μεταφράσθηκαν τελικά στο επίπεδο του πλανητικού συσχετισμού δυνάμεων στο τέλος του αιώνα σε μια τραγική ήττα και υποβάθμιση των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας έναντι εκείνων του κεφαλαίου.

Ο εικοστός πρώτος αιώνας είναι η πρώτη μετά από αιώνες ανθρώπινη εποχή όπου οι άνθρωποι, σε σημαντικό βαθμό, δεν πιστεύουν στο μέλλον ούτε στην Πρόοδο. Τόσο η οικονομική όσο και η επιστημονική και πολιτική υπόσχεση αντιμετωπίζονται ως είτε εξαπάτηση είτε δυστοπία. Όπως εξηγούν εξαιρετικά ο Ιταλός φιλόσοφος Franco Berardi και ο αείμνηστος Βρετανός κριτικός της πολιτιστικής σφαίρας Mark Fisher[10], παρατηρούμε στην εποχή μας μια «αργή ακύρωση του μέλλοντος» (“a slow cancellation of the future”) όπου ως μέλλον δεν εννοούμε μια κατεύθυνση κίνησης του χρόνου, αλλά την αισιόδοξη υποκειμενική -ψυχολογική πρόσληψη του μέλλοντος, και τις προσδοκίες που συναρθρώνονταν με αυτό. Αυτές οι προσδοκίες βασίσθηκαν στην υπόθεση ότι υπάρχει στο εξής ένα πλαίσιο συνεχούς βελτίωσης μέσα από τη σύνδεση οικονομίας, τεχνολογίας και πολιτικού αγώνα[11].

Χωρίς να μπορούμε να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, αυτή η θεώρηση περί «του τέλους του μέλλοντος» έχει τις εξής βασικές συνεπαγωγές:

την πολιτισμική απόγνωση[12], η οποία συνδέεται όχι μόνο με ένα καταθλιπτικό «μη μέλλον» αλλά και με την υπερφόρτωση του ανθρώπινου ψυχισμού από τα ψηφιακά ερεθίσματα.

την πλήρη παροντοποίηση του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς το μέλλον μεν εμφανίζεται ως μη υποσχόμενο τίποτε, ενώ το παρελθόν υπόκειται σε μια διαρκή σχετικοποίηση του όντος του και συνεχή ανακατασκευή. Υπό αυτήν την έννοια, οι Berardi και Fisher επαναφέρουν την έννοια του «φαντάσματος» (specter) του Ζακ Ντεριντά[13] ως μιας μορφής που αναφέρεται μεν σε κάτι που δεν είναι -πλέον- ζωντανό αλλά ασκεί -ακόμη- ενεργή επίδραση στο παρόν. Η παροντοποίηση μπορεί να νοηθεί και ως μια μορφή πολιτισμικής «στάσεως», μη μεταβλητότητας.

– τη συνεχή αναπαραγωγή πολιτιστικών προϊόντων, τα οποία αποτελούν επεξεργασμένες ρεπλίκες ή προσομοιώσεις[14] των πολιτιστικών αγαθών του παρελθόντος.

την απώλεια του βάθους του ιστορικού χρόνου υπό την έννοια ότι για παράδειγμα μια μουσική της δεκαετίας του 1960 μπορεί να μας φαίνεται πολύ πιο οικεία από ό,τι φαινόταν στην δεκαετία του 1980, όταν η απόσταση ήταν μόνο δύο δεκαετίες -και πέραν των ορίων των φαινομένων μόδας.

2. Η Πίστη στο Μέλλον κατά την Ε’ Αναθεωρητική Βουλή

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τα πρακτικά της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής και ιδίως το τμήμα τους που αφορά το άρθρο 110 Σ[15] και την οριζόμενη διαδικασία και όριο των μελλοντικών αναθεωρήσεων, διαπιστώνει, σε συμφωνία με τις παραπάνω γενικότερες σκέψεις, ότι όλες οι πολιτικές πτέρυγες της Βουλής διακατέχονται από μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ιστορική αισιοδοξία. Πράγμα απολύτως λογικό μετά την πτώση της δικτατορίας και την διαμόρφωση μιας πολιτικής συναίνεσης εξόδου από το διχοτομικό μετεμφυλιακό κράτος.

Με δεδομένο ότι το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε βασικά ένα Σύνταγμα πολιτικού συμβιβασμού[16], όλες οι δυνάμεις δέχονταν κατ’ αρχάς την ενίσχυση και διεύρυνση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και την το πρώτον ευρεία αναγνώριση των κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και τον εκτεταμένο κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία (οικονομικό Σύνταγμα)[17].

Όμως, παρ’ όλα αυτά, η προσέγγιση στην αναθεώρηση του Συντάγματος παρουσιαζόταν αποκλίνουσα μεταξύ της κυβερνητικής πλειοψηφίας (Νέα Δημοκρατία) και αντιπολιτευτικής μειοψηφίας (Κέντρο, ΠΑΣΟΚ, κομμουνιστική Αριστερά). Όχι μόνο η μειοψηφία διακρίνεται από μια διάθεση να διευρύνει τις πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις πέρα από τα όρια της πλειοψηφίας, αλλά και δεν επιθυμεί την ισχυρή δέσμευση του Συντάγματος από τον συγκυριακό πολιτικό συσχετισμό του 1975 αλλά την απελευθέρωση του μέλλοντος.

Τόσο ο Εισηγητής της μειοψηφίας Θεοχάρης Μαναβής όσο και οι Γεώργιος Μαύρος, Ανδρέας Παπανδρέου, Ηλίας Ηλιού κ.α. τονίζουν α) ότι δεν πρέπει να υπάρχει καμία χρονική προθεσμία έως την επόμενη Αναθεώρηση (πενταετία) β) ότι το εύρος των μη αναθεωρητέων διατάξεων οφείλει να είναι το ελάχιστο δυνατό και πιθανόν μόνο η βάση και η μορφή του πολιτεύματος[18]. Ιδίως μάλιστα, ο Μαναβής θα ζητήσει στην αναθεωρητική διαδικασία να μην υπάρχει καν η πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών στην μια από τις δύο Βουλές, αλλά μόνο η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών[19].

Ενώ η Αντιπολίτευση ζητά να αφεθεί το συνταγματικό μέλλον σημαντικά ελεύθερο και ανοιχτό, αντιθέτως η πλειοψηφία ενδιαφέρεται πιο πολύ για την ύπαρξη ορίων στην διαδικασία και για τη σταθερότητα και αντοχή του Συντάγματος στον χρόνο. Είναι σαν να λένε: ναι μεν έχουμε αποδεχθεί αρκετές κοινωνικές παραχωρήσεις, αλλά δεν θέλουμε ένας επόμενος άγνωστος συσχετισμός δύναμης να απελευθερώσει πλήρως ένα δημοκρατικό ή και σοσιαλιστικό πολιτικό δυναμικό[20].

Το κύριο ζήτημα αντιπαράθεσης και ο βασικός λόγος αποχώρησης στο τέλος της μειοψηφίας από την Βουλή ήταν οι υπερεξουσίες του ΠτΔ, όπου και εκεί η μειοψηφία έβλεπε ένα φραγμό προς μια μελλοντική αριστερή ή κεντροαριστερή κυβέρνησης να ασκήσει την αναδιανεμητική της νομοθετική της πολιτική.

Αν λοιπόν και υπήρξε ένα Σύνταγμα Συμβιβασμού, τόσο η θέση του Συντάγματος το 1975 όσο και η αναθεώρησή του τού 1986 υπήρξαν μη συναινετικές, κυρίως στο ζήτημα των υπερεξουσιών του ΠτΔ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι δυνάμεις στα αριστερά της Νέας Δημοκρατίας πίστευαν πάντοτε σε μια διεύρυνση της νομιμότητας στο μέλλον, προς τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό και την περαιτέρω κοινωνική αναδιανομή, την οποίαν ήθελαν να αφήσουν ανοιχτή.

Η Αναθεώρηση του 2001 υπήρξε άκρως συναινετική διαδικασία μεταξύ της ΝΔ και του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ[21] -περίπου 80 από τις 92 διατάξεις που αναθεωρήθηκαν ψηφίσθηκαν και από τα δύο κόμματα εξουσίας. Παρά το ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους για πρώτη φορά εμφανίζεται ρητώς στο άρθρο 25 παρ.1 Σ, υπάρχει πλέον μια υπόρρητη συμφωνία ότι αρχίζουμε να μεταβαίνουμε σε ένα επιλεκτικό και όχι καθολικό κοινωνικό κράτος. Τα ζητήματα της δέσμευσης του μέλλοντος αφορούν πλέον πιο πολύ α) νέου τύπου δικαιώματα όπως η προστασία στην πληροφόρηση (5Α Σ) και η προστασία των προσωπικών δεδομένων (9Α Σ) καθώς η τεχνολογία δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους επιτήρησης των ατόμων και β) στη διαφάνεια της δράσης των κρατικών θεσμών και τη συνταγματοποίηση των Ανεξαρτήτων Αρχών αλλά και στη διαφάνεια των κομμάτων. Τα προβλήματα αυτά ήταν προφανώς αντικειμενικώς υπαρκτά, χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι «φιλελεύθερες» λύσεις που επελέγησαν ήταν και οι πιο πρόσφορες καθώς μάλιστα ιδίως στο ζήτημα της κρατικής διαφάνειας και ελέγχου διόλου δεν επέλυσαν τις αιτίες τους (βλ. πχ την πρόσφατη υπόθεση υποκλοπών). Από την άλλη πλευρά, η πολιτική θέση της κυβέρνησης Σημίτη το 2001 αλλά και η κινηματική δράση το 2006-2007 απέτρεψαν -προσωρινά- την κατάργηση του αποκλειστικά δημοσίου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης. Τέλος, η ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 28 Σ για την ένταξη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έδειξε ότι πλέον τα δύο μεγάλα κόμματα είχαν συμφωνήσει στρατηγικά σε αυτόν τον προσανατολισμό[22].

Γενικότερα, έχει υποστηριχθεί από τον Ακρίτα Καϊδατζή ότι οι Αναθεωρήσεις του 2001, του 2008 και του 2019 δεν διακρίνονταν από το στοιχείο μιας στρατηγικής απόφασης για άσκηση «μεγάλης πολιτικής» και ουσιαστικά απαξίωσαν την αναθεωρητική διαδικασία, λειτουργώντας ως ιδεολογικό άλλοθι[23]. Η δε Αναθεώρηση του 2001 ήταν απλώς μια Αναθεώρηση βεβαιωτική των κοινωνικών εξελίξεων ή θωράκισης ήδη νομοθετικών πρωτοβουλιών[24].

3. Από την εμπειρία των Μνημονίων στην νομική παγίωση του νεοφιλελευθερισμού

Κατά τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, το πρόβλημα της ελληνικής συνταγματικής τάξης δεν ήταν πλέον η αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά η θέση του σε βασικές πλευρές του εκτός ισχύος[25]. Μέσω των Μνημονίων που στήριζαν τις Δανειακές Συμβάσεις και του ευρύτατου νομοθετικού πλαισίου σε εφαρμογή τους, διαμορφώθηκε μια παρασυνταγματική νομιμότητα[26]. Δίπλα στο Σύνταγμα και παρά το Σύνταγμα, ψηφίστηκε μια νομοθεσία που ουσιαστικά παραβίασε και όχι απλώς περιόρισε πολλά σημαντικά κοινωνικά δικαιώματα ή τα μετέτρεψε σε απλό ευχολόγιο. Επιπλέον δε, καταρράκωσε την κυριαρχία της χώρας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε την οριακή συνταγματικότητα του πρώτου Μνημονίου – ν.3845/2010 (απόφαση 668/2012 της Ολομελείας ΣτΕ) για λόγους οικονομικής «έκτακτης ανάγκης»[27] και υπό τον όρο επανεξέτασης, αν προέκυπταν και νέα δημοσιονομικά οικονομικά μέτρα που θα έκαμπταν προφανώς την αρχή της αναλογικότητας.

Μετά την προσχώρηση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 στη συνέχιση των Μνημονίων και τη νομοθετική εφαρμογή αυτής της πολιτικής απόφασης (συνέχεια και ενίσχυση ιδιωτικοποιήσεων, περιστολή κοινωνικών δικαιωμάτων, αυξήσεις εμμέσων φόρων, απελευθέρωση πλειστηριασμών, κ.λπ.) διαμορφώθηκε ένα ετερόκλητο πολιτικό φάσμα, το οποίο ουσιαστικά δεσμεύθηκε να κινηθεί στα πλαίσια ενός αποικιακού νεοφιλελευθερισμού. Εδώ ας σημειωθεί ότι δεν υπήρξε, παρά τον αντίθετο μύθο, καμία «έξοδος από τα Μνημόνια» αλλά μόνο από το συμβατικό σύστημα εκτάκτου δανεισμού. Τα Μνημόνια ως παρασυνταγματική νομοθεσία της χώρας όχι μόνο συνεχίσθηκαν μετά το 2018-2019, αλλά και τροποποιήθηκαν συχνά προς το χειρότερο σε βάρος του κοινωνικού κράτους. Επιπλέον, η τελευταία αναθεώρηση του 2019 χαρακτηρίστηκε από το παράδοξο ότι πέρασε από δύο Βουλές με διαφορετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία[28].

4. Δύο αρνητικές προοπτικές του μέλλοντος: διπλή νομιμότητα ή πλήρης αναθεωρητική αποδέσμευση από το κοινωνικό κράτος

Ξαναγυρνώντας στον αρχικό προβληματισμό: οι δυνάμεις που αρχικά, το 1975, αντιμετώπισαν με ενθουσιασμό το συνταγματικό μέλλον (όπως ιδίως η Αριστερά), και με δεδομένο βέβαια τον εκτεταμένο στο μεταξύ μετασχηματισμό τους, σήμερα δεν μπορούν λογικά παρά να είναι επιφυλακτικές ή αρνητικές προς μια επικείμενη αναθεώρηση. Τόσο για λόγους καθαρά πολιτικούς, όσο και για λόγους σταθερής εργαλειοποίησης της αναθεωρητκής διαδικασίας[29]. Αντιθέτως, η κεντροδεξιά δεν είναι πλέον η δύναμη της «σταθερότητας», αλλά πολύ θα ήθελε να αξιοποιήσει, μεταξύ άλλων, και την αναθεώρηση για να επικυρώσει τον υπέρ της σχετικά διαρκή πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων. Βεβαίως, και η κεντροδεξιά δεν είναι πλέον «σοσιαλμανής» όπως προ 50 ετών, όταν επέβαλε κρατικοποιήσεις, αλλά φανατικά νεοφιλελεύθερη. Η Δεξιά έγινε κινητική δύναμη και η Αριστερά στατική δύναμη, δεδομένου ότι μετεβλήθη στρατηγικά το «υλικό Σύνταγμα»[30].

Εντοπίζουμε στο σημείο αυτό δύο ήδη διαφαινόμενες εξελίξεις που και οι δύο είναι εξελίξεις «κρίσης»:

Η μια είναι η μη αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά η διαμόρφωση μιας διπλής νομιμότητας [31]. Μιας νομιμότητας δηλαδή σε γκρίζα ζώνη, όπου ένας συνταγματικός κανόνας ισχύει και δεν ισχύει ταυτόχρονα -με τη συνδρομή μάλιστα τα τελευταία χρόνια και των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Τρία παραδείγματα. Το πρώτο αφορά τις διατάξεις του ν. 5094/2025, άρθρα 131 και επ. για τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά ΑΕΙ, οι οποίες αντίκεινται σαφώς στο διαυγές αι αδιαμφισβήτητο γράμμα του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 Σ. Παρ’ όλα αυτά, μέσω της επίκλησης στην θεωρία του «ελαστικού» και «προσαρμόσιμου» Συντάγματος ή μέσω της επίκλησης μιας ορισμένης ερμηνείας του Συντάγματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και ιδίως την ελευθερία επιχειρηματικής εγκατάστασης του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, η απαγόρευση της παρ. 8 άρθρου 16 Σ καθίσταται ανενεργή (βλ. την απόφαση 1918/2025 ΣτΕ Ολομέλεια)[32]. To δεύτερο παράδειγμα αφορά τη σταδιακά μειωμένη προστασία των αναδασωτέων δασών και δασικών εκτάσεων παρά τα οριζόμενα στο άρθρο 117 παρ. 3 Σ. Με τις αποφάσεις Ολ ΣτΕ 2499/2012 και κυρίως 710/2020 πραγματοποιήθηκε μια νομολογιακή τομή: κρίθηκε με μια λογική καθαρά οικονομικού κόστους/οφέλους (cost/benefit analysis) ότι μπορεί να εγκατασταθούν για λόγους ζωτικού δημοσίου συμφέροντος δραστηριότητες και εγκαταστάσεις ΑΠΕ σε αναδασωτέα δάση και δασικές εκτάσεις και μάλιστα προτού ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία αναδάσωσης –συνεπώς υπό όρους μεταβολή του προορισμού τους. Το τρίτο παράδειγμα είναι ο χειρισμός από τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές της υπόθεσης των Τεμπών, όπου πραγματοποιήθηκε μια «περιγραφή» και καταστρατήγηση των ανακριτικών διαδικασιών με τρόπο που σκανδαλωδώς δεν συνέβαλε στην ανακάλυψη της αλήθειας, πρακτική που, όμως, «νομιμοποιήθηκε» από την ηγεσία του Αρείου Πάγου. Πρακτική που δείχνει ότι οι κρίσιμες διατάξεις για τη διάκριση εξουσιών και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (άρθρα 26 και 87 Σ) λειτουργούν ως πρόσχημα παρά ως δεσμευτική πραγματικότητα.

– Η δεύτερη εναλλακτική είναι η υπό τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων (με απουσία μιας θεσμικά, αλλά και κινηματικά δρώσας Αντιπολίτευσης) εκμαίευση μιας αυξημένης αναθεωρητικής πλειοψηφίας που θα ακύρωνε πλήρως τον κοινωνικό χαρακτήρα του Συντάγματος 1975 (τροποποίηση άρθρου 16, πιθανόν κατάργηση του άρθρου 106 Σ, υποβάθμιση των κοινωνικών δικαιωμάτων και στην συνταγματική τους οργάνωση κ.λπ.). και θα εγκαθιστούσε ένα επιχειρηματικό αποκλειστικά Σύνταγμα[33]. Πέραν των νομικών προβλημάτων μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, που ίσως θα άγγιζε τα ακραία όρια των πολιτικών επιλογών του αρχικού συντακτικού νομοθέτη, φαίνεται ότι προς το παρόν για λόγους πολιτικών εντυπώσεων δεν επιλέγεται αυτή η εκδοχή.

Καταλήγοντας: Ακολουθώντας τη γενικότερη τάση της μετανεωτερικότητας, η στάση μιας δύναμης που θα ήθελε την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας, πόσο μάλλον ένα βαθύτερο σοσιαλιστικό περιεχόμενο, αδυνατεί να συνδυάσει μια επικείμενη αναθεώρηση, με δεδομένο και αμετάβλητο τον ισχύοντα συσχετισμό πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, με μια θετική προσδοκία. Συχνά μάλιστα, την συνδέει εύλογα με την πολιτική δυστοπία. Στο ορατό μέλλον, ο χρόνος του Συντάγματος ομοιάζει πιο πολύ με την άμμο που περνά μέσα από την κλεψύδρα, παρά με το νερό που γεμίζει μια δεξαμενή.

[Το παραπάνω κείμενο παρουσιάσθηκε, σε μια πρώτη μορφή, στην ημερίδα που οργάνωσαν, στις 11 Δεκεμβρίου 2025, το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και ο Όμιλος Μαρξιστικών Ερευνών, με θέμα την αναθεώρηση του Συντάγματος.]

 

[1] Για την έννοια των ουσιαστικών και διαδικαστικών ορίων της Αναθεώρησης βλ. σε Βενιζέλο Ε., Τα όρια της Αναθεώρησης του Συντάγματος 1975, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 47 και επ., 203 και επ., Μάνεση Αρ., «Η Αναθεώρησις του Συντάγματος» στο Συνταγματική Θεωρία και Πράξη Ι, Α. Ν. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1980, σ.118 και επ. κ.α.

[2] Βλ. Ως προς την πολιτική έννοια του Συντάγματος ως έκφρασης ενός κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων, σε Μάνεση Αρ., Συνταγματικό Δίκαιο, Α. Ν. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 55 επ., και ιδίως σελ. 63,166.

[3] Για την έννοια των στρατηγικών και τακτικών όψεων του Συντάγματος και την διαπάλη για αυτές βλ. Ανθόπουλο Χ., «Ο χρόνος του Συντάγματος», Θέσεις, 13/1985), σ. 27 και επ., ιδίως σ. 32 και επ.

[4] Για μια κριτική στην έννοια μιας γραμμικής και μονοσήμαντα θετικά λειτουργούσας Προόδου δες Adorno Τh./Horkheimer M., Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, [1947], μτφρ. Ζήσης Σαρίκας εκδόσεις  Ύψιλον, Αθήνα 1986. Επίσης, Σορέλ Ζ., Οι Ψευδαισθήσεις της Προόδου, [1908], μτφρ. Φανή Παπαδοπούλου εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990.

[5] Βλ. αναλυτικά την προσέγγιση του Ιταλού φιλοσόφου Franco BerardiBifo”, After the Future, 2009, έκδοση στα αγγλικά το 2011 υπό την επιμέλεια των Gary Genosco και Nicolas Thurborn, ιδίως σ. 12-17.

[6] Δεν θεωρούμε ότι όλες οι μορφές του μαρξιστικού σοσιαλισμού ταυτίσθηκαν με αυτό το μοντέλο.

[7] Για την έννοια της μαζικής κινητοποίησης δες ιδίως το έργο του Juenger Ε., Der Arbeiter, Herrschaft und Gestalt, 1932.

[8] Για μια πρόσφατη κριτική στην τάση ποσοτικοποίησης των κοινωνικών και νομικών σχέσεων και γιγαντισμού του ρόλου της οικονομίας βλ. Supiot Α., Όταν κυβερνούν οι αριθμοί, μτφρ. Παυλίνα Κοντογεωργοπούλου. Εκδόσεις Επιθεωρήσεως Εργατικού Δικαίου, Αθήνα 2025.

[9] Βλ. σχετικά Μπελαντή Δ., Η Σοβιετική Εμπειρία 1924-1939 – από τον θάνατο του Λένιν ως το τέλος του Μεγάλου Τρόμου, τ. Α’, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2025, σ. 167-298 ως προς την υποχρεωτική κολλεκτιβοποίηση.

[10] Bλ. σε Fisher Μ., «The Slow Cancellation of the Future» στο Ghosts of My Life-Writings on Depression, Hauntology and Lost Futures, 2013, σ. 13-35. To βιβλίο πρόσφατα μεταφράσθηκε και στα ελληνικά ως «Η ακύρωση του μέλλοντος» από τις εκδόσεις Αντίποδες. Ο ίδιος έχει γράψει και το σημαντικό βιβλίo Capitalist Realism-Is there no alternative?, 2009. Στα ελληνικά Καπιταλιστικός Ρεαλισμός – υπάρχει άραγε εναλλακτική;, μτφρ. Θέμης Πανταζάκος, εκδόσεις Futura, Αθήνα, 2015.

[11] Δες σε Βerardi οπ.π., παρατίθεται και σε Fisher Μ. οπ.π. σ. 13.

[12] Δες και σε Brown W., «Resisting Left Melancholy», Boundary 2, 26, σ. 19-27.

[13] Derrida J., Φαντάσματα του Μαρξ – Το Κράτος του Χρέους, η Διεργασία του Πένθους και η Νέα Διεθνής, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα 1995.

[14] Baudrillard J., Simulacra and Simulation”, [1981], An Arbor, University of Michigan Press, 1994. Κυκλοφορεί και στα ελληνικά με τον τίτλο Ομοιώματα και Προσομοίωση, μτφρ. Στέφανος Ρέγγας, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2019.

[15] Πρακτικά Ολομελείας Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής, Αύγουστος 1975, σ. 872-892.

[16] Βλ. Μάνεση, Αρ., Συνταγματικό Δίκαιο» οπ.π. σ. 166-167.

[17] Σε εκείνη την περίοδο, και η Νέα Δημοκρατία διακρινόταν από την λογική του κρατικού παρεμβατισμού (βλ. κρατικοποιήσεις ομίλου Ανδρεάδη, Εμπορικής Τράπεζας Ναυπηγείων, ΚΤΕΛ, Ολυμπιακής Αεροπορίας κ.λπ.)

[18] Πρακτικά οπ.π. σ. 877, Θεοχάρης Μαναβής, σ. 880 Γεώργιος Μαύρος, σ. 881 Ανδρέας Παπανδρέου, σ. 881 Ηλίας Ηλιού, σ. 887 Δημήτρης Τσάτσος κ.α.

[19] Πρακτικά οπ.π. σ. 878, ομοίως και ο Ανδρέας Παπανδρέου σ. 881.

[20] Βλ. ιδίως τις τοποθετήσεις του εισηγητή της πλειοψηφίας Κ. Τρικούπη, Πρακτικά οπ.π. σ. 872 επ., του Υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Στεφανάκη σ. 884.

[21] Βλ. Παυλόπουλο Πρ., Η Αναθεώρηση του Συντάγματος υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας, Α. Λιβάνης, Αθήνα 2010, σ.18, 37, 43 κ.α.

[22] Σε Παυλόπουλο Π. οπ.π.

[23] Βλ. Καϊδατζή Α., «Γιατί δεν πρέπει να ξεκινήσει η Αναθεώρηση του Συντάγματος», www.nomarchia.gr, 6.12.2024. Αντιθέτως, η Αναθεώρηση του 1986. Βλ. για την Αναθεώρηση του 2001 και Βενιζέλο Ε., Το Σχέδιο της Αναθεώρησης του Συντάγματος – η γενική  εισήγηση της πλειοψηφίας στην Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, Α. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2000.

[24] Για το ζήτημα της διάταξης του άρθρου 14 παρ.9 Σ για τον βασικό μέτοχο που τέθηκε το 2001 και την περιπέτειά του βλ. Μανιτάκη Α., «Οι θεσμικές παρενέργειες της υπόθεσης Βασικός Μέτοχος» σε www.constitutionalism.gr, καθώς και απόφαση ΔΕΕ της 16-12-2008, C-213/07.

[25] Βλ. Κασιμάτη Γ., Οι παράνομες συμβάσεις δανεισμού της Ελλάδας, Λιβάνης, Αθήνα, 2011.

[26] Κατά αναλογία προς το μετεμφυλιακό κράτος όπου παρά τις διακηρυσσόμενες ελευθερίες του Συντάγματος 1952, η Αριστερά και τα μέλη της ουσιαστικά τίθονταν εκτός συνταγματικής προστασίας. Βλ. Αλιβιζάτο Ν., Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974 – όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1986.

[27] Ένα είδος οικονομικής έκτακτης ανάγκης κατ’ αναλογίαν του πολέμου ή της εσωτερικής αναταραχής ή κινήματος ένοπλης ανατροπής του άρθρου 48 Σ.

[28] Βλ. και Καϊδατζή, οπ.π.

[29] Βλ. για αυτό εκτενώς και Καϊδατζή, οπ.π.

[30] Ως προς την έννοια του «υλικού Συντάγματος» (materielle Verfassung, constituzione materiale), δηλαδή του συσχετισμού δύναμης που προσδιορίζει την ηγεμονική οργάνωση των κυρίαρχων τάξεων, βλ. Ανθόπουλο οπ.π. σ. 28 και υποσημ. 5, επίσης Μανιτάκη Α., «Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος και οι σχέσεις ΠτΔ και πρωθυπουργού»,  Το Σύνταγμα, 1982. Ο όρος ανήκει στον Ιταλό δημοσιολόγο Constantino Mortati και συνδέεται με την «απόλυτη έννοια του Συντάγματος» στον Schmitt C., Verfassungslehre, [1928], Duncker und Humblot 1957, σ. 3 και επ.

[31] Για την έννοια της δυαδικής νομιμότητας βλ. σε Fraenkel E., Der Doppelstaat – Justiz und Recht im dritten Reich”, [1940], Darmstadt 1984.

[32] Βλ. και editorial του περιοδικού nomarchia.gr της 31.10.2025. Επίσης, Γιαννακόπουλο Κ., «Η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος», www.nomarchia.gr, 28.11.2025. Ο συγγραφέας επισημαίνει τον κίνδυνο της καταστροφής του νοήματος των συνταγματικών κανόνων μέσω ορισμένων ερμηνευτικών μεθόδων.

[33] Για την κατάκλυση της ύστερης νεωτερικότητας από το «επιχειρείν» όπου όλοι μας είμαστε «επιχειρηματίες», βλ. Foucault Μ., Η γέννηση της βιοπολιτικής – Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας 1978-1979, μτφρ. Βασίλης Πατσόγιαννης, Πλέθρον, Αθήνα, 2012.

+ posts

Ο Δημήτρης Μπελαντής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1995 ανακηρύχθηκε Διδάκτορας της ίδιας Σχολής, υποστηρίζοντας τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Αντιτρομοκρατική Νομοθεσία και Αρχή του Κράτους Δικαίου», η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Α. Μάνεση και έγινε δεκτή με τον βαθμό «Άριστα». Είναι μαχόμενος δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) από το έτος 1988. Εξελέγη σύμβουλος του ΔΣΑ και μετέσχε στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά τις περιόδους 1998-1999 και 2014-2017. Έχει δημοσιεύσει, πέραν της διατριβής του (Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλας, Δίκαιο και Οικονομία, 1997), σειρά βιβλίων και επιστημονικών μελετών σχετικών με το δημόσιο δίκαιο, την κριτική του δικαίου, την πολιτική θεωρία και την κοινωνιολογία. Ξεχωρίζουν τα βιβλία «Αναζητώντας τον Εσωτερικό Εχθρό- Διαστάσεις της Αντιτρομοκρατικής Πολιτικής» (Εκδόσεις Προσκήνιο- Άγγελος Σιδεράτος, 2004) και «Αριστερά και Εξουσία- Ο Δημοκρατικός Δρόμος προς τον Σοσιαλισμό» (Εκδόσεις Τόπος, 2014) και οι μελέτες «Συνέπειες από την θέση του “Ενόπλου Ανθρωπισμού”: διευρυμένη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή νομιμοποίηση του πολέμου;» (Δικαιώματα του Ανθρώπου 6/2000, σ. 289-364) και «Η τρομοκρατία ως πολιτικό έγκλημα» (ΝοΒ 2003, σ. 965-974).

Μετάβαση στο περιεχόμενο