1) Προσεγγίζοντας το δικαίωμα στην κατοικία

α) Το περιεχόμενο του δικαιώματος στην κατοικία: προκαταρκτικές επισημάνσεις

Η εξασφάλιση επαρκούς και ικανοποιητικής στέγασης αποτελεί προϋπόθεση για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου[1], αλλά και κοινωνικό δικαίωμα[2]-συνταγματικό σκοπό[3], που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 21, παρ. 4 Συντάγματος (στο εξής: Σ). Στην οικεία διάταξη ορίζεται ότι «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους». Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί, η κανονιστική διατύπωση του Συντάγματος είναι πιο εύγλωττη από τη θεωρία[4]. Οι όροι «ειδική φροντίδα» και «μέριμνα», οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο άρθρο 21 Σ, υποδηλώνουν α) την ανάγκη ενεργοποίησης του δικαιώματος για κοινωνική πρόνοια[5] από τον νομοθέτη, μέσω της συγκρότησης ενός συστήματος-δικτύου διανομής αγαθών ή υπηρεσιών[6], β) τη διασφάλιση των απαιτούμενων πόρων για τη σύσταση και τη λειτουργία του (άρθρο 4, παρ. 5 Σ)[7] και γ) την εξαίρεση της εκπλήρωσης των σχετικών υποχρεώσεων από τη δημοκρατική αντιπαράθεση[8].

Τούτων λεχθέντων, ο συνταγματικός σκοπός δεν ταυτίζεται απολύτως με το δικαίωμα που υλοποιεί. Αντίθετα, σκοπός και δικαίωμα «αναλύονται σε μια κανονιστική ‘δέσμευση’, η οποία γνωρίζει διάφορες διαβαθμίσεις ως προς το περιεχόμενο της κανονιστικότητάς της»[9]. Έτσι, όσον αφορά το δικαίωμα στην κατοικία, γίνεται δεκτό ότι η ικανοποίησή του δεν απολήγει κατ’ ανάγκη σε απόκτηση κυριότητας από τον δικαιούχο[10], αλλά μπορεί να ικανοποιηθεί και με τη μορφή της μίσθωσης ή της δωρεάν παραχώρησης καταλύματος[11], της χορήγησης επιδόματος στέγασης[12], της χορήγησης άτοκου ή χαμηλότοκου δανείου[13], της απαλλαγής από τον φόρο για την απόκτηση πρώτης κατοικίας[14] κλπ. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 21, παρ. 4 Σ μετασχηματίζεται σε δικαίωμα για προσιτή στέγη[15]. Από την άλλη, η συνδυαστική ανάγνωση των άρθρων 17 και 21, παρ. 4 Σ φαίνεται να ευνοεί μια ερμηνεία σύμφωνα με την οποία «το δικαίωμα στην ιδιοκτησία δεν προστατεύεται μόνο ως υφιστάμενη κατάσταση, αλλά και ως προσδοκία απόκτησης ιδιόκτητης έκτασης για την κάλυψη αναγκών στέγασης»[16]. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η εν λόγω εκδοχή, τότε το άρθρο 21, παρ. 4 Σ μοιάζει να εγγυάται κάτι περισσότερο από την προσιτή στέγη: την προσιτή ιδιοκατοίκηση[17]. Εξάλλου, θεωρείται κοινός τόπος ότι η εκχώρηση ιδιοκτησιακού καθεστώτος αποτελεί την πιο πλήρη και οριστική μορφή επίλυσης του στεγαστικού προβλήματος[18], η οποία εξελικτικά δύναται να οδηγήσει στην επίτευξη του optimum του δικαιώματος, «όταν δηλαδή όλοι θα έχουν στέγη, κατάλληλη, επαρκή και αξιοπρεπή, και άρα, το κράτος δεν θα χρειάζεται να μεριμνά για κανέναν»[19]. Τέλος, η τελεολογική ερμηνεία της οικείας διάταξης δεσμεύει το νομοθέτη να μη λαμβάνει μέτρα, «που επιβαρύνουν ή δυσχεραίνουν την απόκτηση κατοικίας»[20].

β) Φορείς και καθολικός χαρακτήρας του δικαιώματος στην κατοικία

Φορείς του δικαιώματος στην κατοικία είναι τα «μέλη του κοινωνικού συνόλου»[21] (άρθρο 25, παρ. 1 Σ), δηλαδή όλοι οι διαμένοντες στην ελληνική επικράτεια, Έλληνες και αλλοδαποί[22]. Μάλιστα, η προστατευτική του εμβέλεια καταλαμβάνει και τους παράτυπους μετανάστες[23], αν και για τους τελευταίους υποστηρίζεται ότι δεν προϋποτίθεται το ίδιο ελάχιστο επίπεδο «καταλληλότητας» των συνθηκών στέγασης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, λόγω του προσωρινού χαρακτήρα της διαμονής τους στη χώρα[24].

Ζήτημα εγείρεται σχετικά με τον καθολικό ή επιλεκτικό χαρακτήρα του δικαιώματος[25]. Είναι γεγονός ότι η έλευση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης[26] αποτελεί αρνητικό ορόσημο στην εξέλιξη των κοινωνικών δικαιωμάτων[27]. Τα τελευταία επιχειρήθηκε να απαξιωθούν ποικιλοτρόπως, όχι μόνο διαμέσου της αμφισβήτησης της ρητής συνταγματικής τους θεμελίωσης[28], αλλά πολύ περισσότερο μέσω μιας διαρκούς προσπάθειας συρρίκνωσης του κύκλου των δικαιούχων τους[29]. Συγκεκριμένα, επιδιώχθηκε η πλήρης αποκοπή τους από την έννοια του ατόμου και η αναχρονιστική[30] ταύτισή τους με ένα αμελητέο υποσύνολο των δικαιούχων των λοιπών δικαιωμάτων, τους αναξιοπαθούντες[31]. Έτσι, και το δικαίωμα στην κατοικία συχνά εμφανίζεται απολύτως συνυφασμένο με τους αστέγους[32]. Τούτη η αντίληψη ενισχύεται και από τις επιλογές του νομοθέτη, ο οποίος για πολύ καιρό αρκέστηκε σε «μια καθαρά υπολειμματική προσέγγιση, που καλύπτει μόνο ακραίες και ορατές περιπτώσεις» αστεγίας[33], διαμορφώνοντας ένα «φτωχό σε πόρους, κατακερματισμένο και ξενωνοκεντρικό» σύστημα επείγουσας στεγαστικής κάλυψης (Ανοικτά Κέντρα Ημέρας Αστέγων, Υπνωτήρια, Κέντρα Μεταβατικής Φιλοξενίας)[34]. Βεβαίως, κατά τη χάραξη κοινωνικής πολιτικής, είναι εύλογο να δίδεται μια προτεραιότητα στην προστασία των πιο αδύναμων μελών του κοινωνικού συνόλου[35]. Τούτο όμως δεν αναιρεί τον καθολικό χαρακτήρα του δικαιώματος, αντίθετα προσδιορίζει τον βαθμό συμμετοχής του εκάστοτε ατόμου σε αυτό[36].

γ) Το περιεχόμενο του δικαιώματος στην κατοικία ενόψει του καθολικού του χαρακτήρα

Εν προκειμένω, η καθολική όψη του δικαιώματος στην κατοικία αναδεικνύεται, κατά μείζονα λόγο, όταν κάποιος κινδυνεύει να στερηθεί της στέγης του[37]. Συνεπώς, η καθιέρωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας μοιάζει ενδεδειγμένη, ιδίως και υπό το φως της αρχής ότι το κράτος οφείλει να προλαμβάνει καταστάσεις τις οποίες ύστερα θα κληθεί να αντιμετωπίσει[38]. Περαιτέρω, η καθολικότητα του δικαιώματος αναδεικνύεται και κατά τη θέσπιση περιορισμών στο πλαίσιο ιδιωτικών μισθωτικών σχέσεων, αν και για την τελευταία αυτή περίπτωση υποστηρίζεται ότι «οι περιορισμοί δεν μπορούν να είναι αδιάκριτοι, αλλά πρέπει να τελούν σε γεωγραφική και οικονομική συνάφεια προς τις περιοχές στις οποίες εντοπίζονται μισθωτικές πιέσεις»[39]. Τέλος, η διατύπωση του άρθρου 21, παρ. 4 Σ («στεγάζονται ανεπαρκώς») επιβάλλει την καθιέρωση ενός «κατώτατου επιτρεπτού ορίου στέγασης»[40]. Κατά καιρούς, έχουν εκφρασθεί ενστάσεις για τον αόριστο και ανοιχτό χαρακτήρα της εν λόγω  διατύπωσης[41], η οποία πάντως απορρέει από την ιστορική και πολιτισμική σχετικότητα των κοινωνικών αγαθών[42].

Σύμφωνα με τη νομολογία, η επάρκεια μιας κατοικίας κρίνεται βάσει της συνάρτησης του εμβαδού[43] προς τον αριθμό των διαμενόντων σε αυτή[44] και από την εν γένει «κατάστασή» της[45]. Εξειδικεύοντας τούτη τη δεύτερη παράμετρο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων έχει αποφανθεί ότι η «καταλληλότητα» ενός οικήματος εξαρτάται από α) την κατασκευαστική και στατική του επάρκεια, β) την εξασφάλιση βασικών ανέσεων, γ) την πλήρωση των προδιαγραφών υγείας και υγιεινής και δ) τη σύνδεση με τα οικεία δίκτυα ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, αποχέτευσης και αποκομιδής απορριμμάτων[46]. Μάλιστα, στη θεωρία υποστηρίζεται -ενόψει της κλιματικής κρίσης- ότι η «καταλληλότητα της στέγης» οφείλει να επαναπροσδιορισθεί λαμβάνοντας υπόψη και την περιβαλλοντική διάσταση[47]. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των χαρακτηριστικών αποτελεί ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2, παρ. 1 Σ)[48]. Η ερμηνευτική συμβολή της εν λόγω αρχής είναι τόσο ισχυρή, ώστε η συνδυαστική ανάγνωσή της με το άρθρο 24 Σ απολήγει στην εξαγωγή ενός νεοπαγούς κοινωνικού δικαιώματος που σχετίζεται με την οικιστική οργάνωση: του δικαιώματος στην αξιοπρεπή κατοικία[49]. Εν προκειμένω, η πλήρωση του «κατώτατου επιτρεπτού ορίου στέγασης» συνδέεται με την πολεοδομική διαμόρφωση της περιοχής στην οποία βρίσκεται το υπό εξέταση κτήριο[50]. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός πρέπει να εγγυάται τους καλύτερους δυνατούς όρους διαβίωσης[51], ενώ  η διαμορφούμενη περιοχή οφείλει να διαθέτει όλες τις αναγκαίες υποδομές για τη μόνιμη διαβίωση και οργάνωση της προσωπικής και οικογενειακής ζωής των κατοίκων της[52]. Μάλιστα, οι προβλεπόμενες υποδομές δεν θα πρέπει να εξαντλούνται στην κάλυψη αμιγώς των βιοτικών αναγκών των μελών του κοινωνικού συνόλου, αλλά θα πρέπει να ευνοούν και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους[53]. Συναφώς, υποστηρίζεται ότι -κατά τη ζωνοποίηση της πόλης- ο πολεοδομικός νομοθέτης οφείλει να περιλαμβάνει όλους όσους θα μπορούσαν να προσδοκούν την ένταξή τους σε αυτή, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές κατοικίες για όλα τα εισοδήματα[54]. Υπό αυτό το πρίσμα, η καθολική όψη του δικαιώματος στην κατοικία φαίνεται να πλαισιώνει θεσμικά το αίτημα για τη «δίκαιη πόλη», δηλαδή τη συγκρότηση του αστικού χώρου με γνώμονα την κοινωνική ισότητα[55].

δ) Η ευχέρεια του νομοθέτη να ενεργοποιήσει το δικαίωμα στην κατοικία: μια οριοθέτηση

Σύμφωνα με την κρατούσα αντίληψη, ο νομοθέτης απολαμβάνει ευρέα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας αναφορικά με τον χρόνο δραστηριοποίησής του στους τομείς των άρθρων 21-24 Σ. Αυτή η παραδοχή δεν είναι απολύτως ακριβής. Η ευχέρεια εκτίμησης της πολιτικής εξουσίας ως προς την πραγμάτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να είναι απεριόριστη[56]. Σύμφωνα με την Επιτροπή του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, η θετική υποχρέωση που γεννούν τα δικαιώματα δεύτερης γενιάς δεν είναι απλώς «συμπεριφοράς», αλλά και «αποτελέσματος»[57]. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για το δικαίωμα στην κατοικία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής για την κατάρτιση του Συντάγματος 1975[58], η χρήση των όρων «μέριμνα» και «φροντίδα», στο άρθρο 21 Σ, δεν είναι υπαλλακτική. Αντίθετα, εισάγει μία διάκριση με ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος: «η μεν φροντίς δημιουργεί επιτακτικόν καθήκον, η δε μέριμνα δημιουργεί σχέσιν ερεύνης και εν διαπιστώσει υπάρξεως ανάγκης την πλήρωσιν αυτής. (…) Εκεί όπου θα έπρεπε να ασκηθή μία αναντίρρητος επιτακτική πολιτική καλύψεως αναγκών και ιδιαιτέρως εις την λεγομένην λαϊκήν στέγην, εισηγήθην εις την Επιτροπήν ότι θα έπρεπε να μείνει η λέξις ‘φροντίς’ δια τη δημιουργίαν επιτακτικού καθήκοντος του Κράτους διά κάλυψιν της ελλειπούσης σήμερον στέγης των πτωχότερων τάξεων»[59]. Είναι σαφές ότι ο κανονιστικός πυρήνας του δικαιώματος στην κατοικία δεσμεύει την πολιτεία σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς το «αν», το «πώς» και το «πότε» θα αναπτυχθεί ορισμένη κοινωνική πολιτική και όχι μόνο ως προς τον σκοπό που αυτή οφείλει να επιδιώκει[60]. Ο νομοθέτης υποχρεούται να ενεργοποιήσει το άρθρο 21, παρ. 4 Σ, λαμβάνοντας άμεσα μέτρα αποτελεσματικά, διεκπεραιωτικά και χωρίς διακρίσεις[61] που διασφαλίζουν, τουλάχιστον, τον πυρήνα του δικαιώματος στην κατοικία[62].

Είναι ευεξήγητο ότι η εν λόγω υποχρέωση καταλαμβάνει και την ανεύρεση των απαιτούμενων προς τούτο πόρων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η πολιτεία πρέπει «να αναλάβει το βάρος λήψεως των κατάλληλων μέτρων, εφόσον έχει (και) την οικονομική δυνατότητα» να το πράξει[63]. Στην πραγματικότητα η δυνατότητα αυτή δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Tα κοινωνικά δικαιώματα δεν αποτελούν μονομερείς θετικές παροχές του κράτους προς τα μέλη μιας ιδιωτικής κοινωνίας αυτόνομων παραγωγών, εν είδη φιλανθρωπίας[64]. Η πρακτική των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανανοηματοδοτείται από τη μετατροπή των ατομικών μέσων παραγωγής σε κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία[65]. Σε αυτό το πλαίσιο, τα υποκείμενα «που προστατεύονται εν ονόματι του κοινωνικού δικαιώματος δεν παίρνουν από τα χέρια του κράτους κάτι που δεν τους ανήκει»[66]. Αντιθέτως, η πολιτεία μεσολαβεί, προκειμένου να αναδιανεμηθεί -υπό μορφή αγαθών ή υπηρεσιών[67]– η υπεραξία, που παράγεται από την εργασία των μελών του κοινωνικού συνόλου[68]. Όσο παράγεται πλούτος θα υπάρχουν και οι πόροι για την χρηματοδότηση των κοινωνικών παροχών[69]. Τούτη η διαπίστωση δεν αντιτίθεται προς την ανάγκη κατάρτισης ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και την τήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας[70]. Τουναντίον, υποδεικνύει ότι οι υφιστάμενοι πόροι οφείλουν να επιμερίζονται με γνώμονα τη συνταγματική κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων και όχι το αντίστροφο[71].

2) Ο παραγκωνισμός του δικαιώματος στην κατοικία από το νομοθέτη

Εντούτοις, παρά την ισχυρή δογματική του θεμελίωση, το δικαίωμα στην κατοικία δεν έχει κατορθώσει να αποκρυσταλλωθεί θεσμικά[72]. Με άλλα λόγια, ο καθορισμός της έμπρακτης εφαρμογής του εξακολουθεί να αποτελεί κοινωνικό αιτούμενο[73]. Τούτη η υστέρηση αποδίδεται διαχρονικά κυρίως σε τρείς παράγοντες: α) Στην έλλειψη εθνικού προγράμματος λαϊκής στέγης[74] και στην ανυπαρξία ενιαίου φορέα για την υλοποίηση του[75], β) στην αντιμετώπισή του στεγαστικού προβλήματος -εκ του πλαγίου- μέσω της αυτοστέγασης[76], της αντιπαροχής[77]  και αργότερα του φθηνού τραπεζικού δανεισμού[78] και γ) στην αποσπασματική ανάπτυξη θετικών κρατικών πολιτικών με καθαρά επιλεκτικό χαρακτήρα[79]. Από την άποψη αυτή, τον πλέον σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ). Η δράση του μεθοδεύθηκε μέσω του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος[80] και αφορούσε ανταποδοτικού τύπου στεγαστικές παροχές, απευθυνόμενες αποκλειστικά σε μισθωτούς[81] με χαμηλά εισοδήματα[82]. Μολονότι δεν είχε καθολικό χαρακτήρα, το αποτύπωμα του έργου του δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο[83]. Ο ΟΕΚ χαρακτηρίστηκε ως «Εθνικός Εργολάβος και Τραπεζίτης των φτωχών»[84]. Υπολογίζεται ότι «κατασκεύασε περίπου 580 οικισμούς και 65.000 σπίτια (…), αγόρασε και παρέδωσε (…) χιλιάδες έτοιμες κατοικίες, χορήγησε 500.000 δάνεια με χαμηλά επιτόκια και επιδότησε ενοίκια σε 100.000 οικογένειες τον χρόνο». Η κατάργησή του (το 2012), δίχως την παράλληλη πρόβλεψη ενός λειτουργικά ισοδύναμου μηχανισμού ή μέτρου στεγαστικής πρόνοιας[85], δεν επέφερε απλώς τη μείωση του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου, αλλά προσέβαλε ευθέως τον πυρήνα του δικαιώματος στην κατοικία[86], όπως και την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρθρο 25, παρ. 1 Σ)[87]. Ομοίως, για τους ίδιους λόγους, προβληματίζει και η κατάργηση του ν. 3869/2010, που κατοχύρωνε την προστασία της κύριας κατοικίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά[88]. Παλαιότερα, είχε εκφρασθεί η εκτίμηση ότι «η αποκατάσταση των κοινωνικών δικαιωμάτων της μεσαίας τάξης» προϋπέθετε «την επάνοδο της πολιτικής, δηλαδή την έξοδο από τη δημοσιονομική επιτροπεία»[89]. Εν προκειμένω συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η αναίρεση της καθολικής όψης του δικαιώματος στην κατοικία αποτέλεσε πολιτική επιλογή και πραγματοποιήθηκε μετά την τυπική έξοδο της χώρας από το τρίτο μνημόνιο[90].

3) Ο δικαστής αντιμέτωπος με τη νομοθετική αδράνεια: μια περιορισμένη συμβολή  

Η κατάργηση των κυριότερων θεσμών που αποσκοπούν στην υλοποίηση και προαγωγή του δικαιώματος στην κατοικία φαίνεται να περιορίζει ουσιωδώς τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας του[91]. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το ΣτΕ, από το άρθρο 21, παρ. 4 Σ δεν απορρέει ευθεία και άμεση υποχρέωση του κράτους για παροχή κατοικίας σε αιτούντα, ελλείψει προηγούμενης νομοθετικής εξειδίκευσης [92]. Κατά την ίδια συλλογιστική, το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να απονείμει στέγη σε όποιον την στερείται.

Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι το δικαίωμα στην κατοικία έχει διατυπωθεί υπό μορφή «συνταγματικής εντολής», ενώ θα ήταν νοητή «η νομική του διάπλαση ως δημοσίου υποκειμενικού δικαιώματος», προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν υπέρμετρη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού[93]. Η τελευταία αυτή παραδοχή δεν είναι απολύτως ακριβής. Από τη στιγμή που ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε να προστατεύσει ορισμένο υποκειμενικό αγαθό (για χάρη του προσωπικού βιοτικού συμφέροντος εκάστου των μελών του κοινωνικού συνόλου), όσο γενική ή χαλαρή και αν είναι η σχετική διατύπωση, πρέπει να θεωρηθεί ότι καθιερώνει ένα δημόσιο υποκειμενικό δικαίωμα[94]. Ενδεικτική προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η απόφαση υπ’ αριθ. 356456/2010 του Conseil d’ État, σύμφωνα με την οποία εναπόκειται μεν στις κρατικές αρχές να ενεργοποιήσουν το δικαίωμα στη στέγη, όμως «μια σημαντική πλημμέλεια στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος μπορεί να σημαίνει (…) βαριά και προδήλως παράνομη παραβίαση θεμελιώδους ελευθερίας»[95]. Εξάλλου, είναι άλλο ζήτημα η ύπαρξη ενός υποκειμενικού δικαιώματος per se[96] και «άλλο θέμα η έκταση της σχετικής δικαστικής προστασίας ως προς τη δυνατότητα προβολής αγώγιμης αξίωσης που (…) εξαρτάται κυρίως από την ιστορική εφαρμογή του δικαιώματος»[97]. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει υποστηριχθεί ότι η απουσία νομοθετικής ενεργοποίησης του άρθρου 21, παρ. 4 Σ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, παρ. 1 και 5, παρ. 1 Σ, ενδέχεται να γεννά αξίωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις για την αστική ευθύνη του κράτους (τουλάχιστον για τους αστέγους)[98]. Πάντως, τα υφιστάμενα νομολογιακά δεδομένα δεν φαίνεται να επαληθεύουν την εν λόγω πρόταση ούτε προοιωνίζουν σχετική μεταστροφή της νομολογίας του ΣτΕ[99].

Βεβαίως, το δικαίωμα στην κατοικία θα μπορούσε να αποτελέσει περιορισμό άσκησης άλλων δικαιωμάτων ή και εργαλείο για μια σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων[100]. Εντούτοις, δεν υφίσταται «ούτε μία ‘μεγάλη’ δικαστική απόφαση στη νομολογία της κρίσης που ο συλλογισμός της να θεμελιώθηκε ευθέως στο άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος και όχι σε κάποιο νόμο»[101]. Απότοκο τούτης της προσέγγισης αποτελεί και η μη ανατροπή εκείνων των νομοθετικών αποφάσεων (κατάργηση ΟΕΚ και ν. 3869/2010), που αντιτίθενται ευθέως στο περιεχόμενο του δικαιώματος στην κατοικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κρατούσα, στη νομολογία, ερμηνεία «από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 21 παρ. 4 του Συντάγματος δεν δύναται να συναχθεί ότι απορρέει υποχρέωση της Διοίκησης να εξαιρεί την κατάσχεση της πρώτης κατοικίας (…) από τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (…)»[102]. Ωστόσο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, κατά την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων, τα διοικητικά δικαστήρια προσφεύγουν ενίοτε στις αρχές «της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας»[103] για να προστατεύσουν την πρώτη και μοναδική κατοικία του οφειλέτη- αφού ο ΚΕΔΕ δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για αναζήτηση λιγότερο επαχθών λύσεων[104]. Βεβαίως, η επίκληση του άρθρου 21, παρ. 4 Σ θα προσέδιδε «μεγαλύτερη ερμηνευτική διαφάνεια και αξιοπιστία»[105] στον δικανικό συλλογισμό, ο οποίος δεν θα βασιζόταν απλώς σε μια εύπλαστη γενική αρχή, αλλά σε μία ερμηνευτικά ισότιμη συνταγματική διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η λύση, μολονότι ενδεδειγμένη, φαίνεται να αφορά μόνο τους κατέχοντες, δηλαδή όσους διαθέτουν λοιπά επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να εκπληρώσουν την οφειλή τους και όχι εκείνους που βρίσκονται σε πραγματική κατάσταση ανάγκης.

4) Κοινωνικά δικαιώματα: μεταξύ νομιμοποίησης του αστικού κράτους και της δράσης των κοινωνικών κινημάτων

Η αδυναμία ή και απροθυμία των θεσμών να ανταποκριθούν σε πάγια ζητήματα με υλικό διακύβευμα αφυπνίζουν τα συλλογικά αντανακλαστικά των βαλλόμενων κοινωνικών ομάδων. Σύμφωνα με μία διαδεδομένη άποψη, το Σύνταγμα είναι η νομική έκφραση και αποκρυστάλλωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων[106], τις οποίες ρυθμίζει και ταυτόχρονα εκφράζει, εξυπηρετώντας πρωτίστως τα συμφέροντα της οικονομικά κυρίαρχης τάξης[107]. Επειδή, όμως αποτελεί προϊόν συμβιβασμού, εμπεριέχει και ορισμένα στοιχεία αμφισβήτησης του status quo[108], επιβεβαιώνοντας τη διττή του φύση ως κανονιστικού και πολιτικού κειμένου[109]. Η κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ως επιμέρους εκφάνσεων της αρχής του κοινωνικού κράτους[110], και η ένταξή τους στον σκληρό πυρήνα του Συντάγματος[111]  -σε ένα πρώτο επίπεδο- συνδέεται με την ιδεολογική και νομιμοποιητική βάση του σύγχρονου αστικού κράτους, το οποίο αναλαμβάνει «να χειριστεί αποτελεσματικά (…) το σύνολο των προβλημάτων του κοινωνικού σχηματισμού»[112]. Συναφώς, η συναίρεση του πολιτικού φιλελευθερισμού με τη δημοκρατία πραγματώνεται στο επίπεδο της «δίκαιης κατανομής»[113]. Στην πράξη, τα κοινωνικά δικαιώματα εμφανίζονται  -συνήθως- ως νομικά αντίδοτα που, αν πετύχουν, οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες «ατομικές βελτιώσεις και αναδιατάξεις της ταξικής ισορροπίας»[114].

Ωστόσο, η μη ανατροπή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης είναι αυτή που οριοθετεί -τελικά- την προοπτική εξέλιξής των κοινωνικών δικαιωμάτων, θέτοντας παράλληλα και τα θεμέλια για την υποβάθμιση τους[115]. Με δεδομένο ότι δεν συντελείται ουσιώδης μεταφορά πόρων από την αστική τάξη[116], η τελευταία, διατηρώντας ακέραιη την οικονομική και πολιτική της επιρροή, δύναται να την αξιοποιεί για να συρρικνώσει το περιεχόμενό τους[117]. Υπό αυτή την έννοια φαίνεται να επαληθεύεται ο σκεπτικισμός του Μάνεση ότι «κοινωνικοποίηση του κράτους χωρίς κοινωνικοποίηση των συμφερόντων, και βασικά των μέσων παραγωγής (…), είναι αδιανόητη»[118].

Έτσι, όταν οξύνεται η ένταση μεταξύ της τυπικής ισότητας και της κοινωνικής ανισότητας[119], η επίκληση των κοινωνικών δικαιωμάτων λειτουργεί απονομιμοποιητικά για την εξουσία, ανοίγοντας «νέα πεδία στην πολιτική αντιπαράθεση»[120]. Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο, τα κοινωνικά δικαιώματα υπερβαίνουν τη θεσμική τους διάσταση[121] και «δεν διεκδικούνται αποκλειστικά στα δικαστήρια ή τη Βουλή»[122]. Αντίθετα, εμφανίζονται ως συνθήματα, επικλήσεις και οδηγοί στους πολιτικούς αγώνες[123], ξαναβρίσκοντας κάτι από την αρχετυπική τους ουσία ως πάγιες διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος[124]. Εξ αυτού, τα ατομικά δικαιώματα συλλογικής δράσης αναγνωρίζονται ως η αναγκαία βιόσφαιρα των κοινωνικών δικαιωμάτων[125], μιας και για την αποτελεσματική προστασία και προαγωγή τους δεν αρκούν μονάχα οι θεσμοθετημένες διαδικασίες[126]. Σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιούνται μηχανισμοί, όπως η αυτοοργάνωση, η δημοκρατία της βάσης και τα κοινωνικά κινήματα[127], που μέσω της δράσης τους συνδιαλέγονται με το πολιτικό σύστημα. Συμβαίνει όμως, ορισμένες φορές, εκφάνσεις των λαϊκών κινητοποιήσεων να κείνται πέραν των στενών ορίων της νομιμότητας[128]. Η αντίθεση συμφερόντων που προκύπτει από αυτή τη συνθήκη απολήγει συχνά σε δικαστικές διαμάχες. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κοινωνικά δικαιώματα επανέρχονται στη θεσμική τους διάσταση, συμβάλλοντας στην ορθή νομική αντιμετώπιση των πραγματικών καταστάσεων που ανακύπτουν κατά τη διεκδίκησή τους.

5) Τα κοινωνικά κινήματα κατοικίας και οι καταλήψεις ως εναλλακτική μορφή στέγασης

Ειδικότερα, όσον αφορά το δικαίωμα στην κατοικία, η τελευταία αποτελεί το πεδίο εκείνο στο οποίο αναδεικνύεται εναργέστερα η θεμελιώδης καπιταλιστική αντίφαση μεταξύ της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος[129]. Η διπλή ιδιότητά της στέγης ως βιοτικού αγαθού και ως παραγωγικού κλάδου της οικονομίας, την τοποθετεί στο επίκεντρο κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες εκδηλώνονται όταν το κράτος αφίσταται του ρυθμιστικού και παρεμβατικού του ρόλου. Η κατάργηση των μηχανισμών μέσω των οποίων υλοποιούταν το άρθρο 21, παρ. 4 Σ, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη νομοθετική αδράνεια και την όξυνση των επιπτώσεων της οικονομικής και στεγαστικής κρίσης, ιδίως στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, συνέδραμαν αποφασιστικά στην ανάδυση του κοινωνικού κινήματος κατοικίας στην Ελλάδα.

Την πλέον δυναμική μορφή δράσης τούτου του κινήματος αποτελεί το φαινόμενο των καταλήψεων[130] εγκαταλελειμμένων κτηρίων -συνήθως[131]– του Δημοσίου ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου[132]. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για κτήρια-κελύφη, τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας στέγης. Ωστόσο, με τη συνδρομή συλλογικοτήτων ή και μεμονωμένων ακτιβιστών, οι συγκεκριμένοι χώροι αναμορφώνονται[133], ώστε να ανταποκρίνονται στις κύριες βιοτικές ανάγκες όσων διαμένουν σε αυτούς. Εξάλλου, η θέση τους στο κέντρο των πόλεων επιτρέπει στα μέλη των καταλήψεων αφενός να αξιοποιούν το σύνολο των υποδομών και κοινωνικών υπηρεσιών που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή[134], αφετέρου να μετέχουν στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα που εξελίσσονται στον δημόσιο χώρο[135]. Πάντως, η κατάληψη -ως κινηματική δράση- δεν περιορίζεται πάντοτε μόνο στην ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των μελών της. Πολλές φορές, εξίσου σημαντική για τους καταληψίες εμφανίζεται η «δυνατότητα συλλογικής διαμόρφωσης της καθημερινότητας μέσα από το πρίσμα του πολιτικού λόγου»[136]. Έτσι, το κατειλημμένο κτήριο αποκτά συμβολικό βάρος και μετατρέπεται σε επιφάνεια προβολής συνθημάτων και δηλώσεων, απευθυνόμενα προς την εξουσία και το κοινωνικό σύνολο[137]. Εντούτοις, αυτή η παράμετρος φέρνει συχνά τις καταλήψεις αντιμέτωπες με τις δημόσιες αρχές, που επιχειρούν να τις εκκενώσουν ενόψει (και) του παράνομου χαρακτήρα τους[138].

α) Πέρα από την παρανομία: η θέαση των καταλήψεων στέγης υπό το πρίσμα του δικαιώματος στην κατοικία και η ερμηνευτική συμβολή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ

Η προσέγγιση του εν λόγω φαινομένου με νομικούς όρους αποτελεί μια σύνθετη διαδικασία, που εγκυμονεί κινδύνους για τον ερμηνευτή του δικαίου. Οι καταλήψεις, καίτοι παράνομες, «δεν είναι ατυχήματα εξωτερικά́ ως προς το νόμο ούτε κοινωνιολογικά́ απρόοπτα»[139]. Αντίθετα, εμφανίζονται ως μια μορφή «αυτοδύναμης» εκπλήρωσης του δικαιώματος στην κατοικία, που ενεργοποιείται εξαιτίας των παραλείψεων του νομοθέτη να αναλάβει άμεσα μέτρα αποτελεσματικά και διεκπεραιωτικά στον τομέα της στέγης. Σε επίπεδο δικαστικής προστασίας η σύγχυση είναι αναμενόμενη, καθότι η εξεταζόμενη διαφορά δεν περιλαμβάνει δύο αντίθετες εμπράγματες αξιώσεις. Οι καταληψίες δεν διεκδικούν την κυριότητα των ακινήτων στα οποία καταλύουν, αλλά την κοινωνική τους χρήση[140]. Ακόμη όμως και αν αξίωναν την κυριότητα τους, τα περιθώρια για την ευόδωση του σχετικού αιτήματος με επιτυχία θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Έτσι, σε περίπτωση που ο κατειλημμένος χώρος ανήκει σε ιδιώτη (κάτι που συμβαίνει, μάλλον, σπάνια), ίσως να έβρισκε εφαρμογή το άρθρο 1045 ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία[141]. Αναφορικά όμως με τα ακίνητα του Δημοσίου, ισχύει το άρθρο 4, παρ. 1 ν. 3127/2003, σύμφωνα με το οποίο η κτήση κυριότητας επιτρέπεται: «εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά μέχρι την (…) 19-03-2003»[142]. Είναι προφανές ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης δεν συμβαδίζουν με την προπεριγραφείσα πρακτική των καταλήψεων, που βασικά αποτελούν μια ενσυνείδητη πράξη οικειοποίησης ενός αλλότριου χώρου.

Αντιστοίχως, η νομοθεσία για την προστασία των δημόσιων κτημάτων εμφανίζεται ιδιαίτερα ανελαστική. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 1 α.ν. 263/1968, πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής συντάσσεται «κατά του αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενου οιουδήποτε δημοσίου κτήματος». Δηλαδή, κατά οποιουδήποτε (φυσικού ή νομικού) προσώπου που καταλαμβάνει αυθαίρετα ακίνητο, ανήκον στην ιδιωτική ή δημόσια περιουσία του Δημοσίου ή της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ)[143], «με σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων»[144]. Για να στοιχειοθετηθεί η έννοια της κατάληψης δεν αρκεί απλή κατοχή του ακινήτου, αλλά ενέργειες, που προσιδιάζουν «με την κτήση δικαιωμάτων από τον παρανόμως καταλαβόντα, ήτοι η απόλυτη και αποκλειστική εξουσία επί αυτού»[145]. Συνεπώς, αναδεικνύεται ως ουσιώδες στοιχείο η «διάνοια κυρίου» του καταληψία, η οποία «εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του (…) σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει (…) την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα»[146]. Τέλος, κατά το άρθρο 15 ν. 719/1977, η «αληθής έννοια (…) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968 είναι ότι αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του χρόνου ενάρξεως της κατοχής του κτήματος»[147], καθώς το δικαίωμα του Δημοσίου να εκδίδει τα σχετικά πρωτόκολλα «δεν συνάπτεται με κάποιου είδους παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία»[148]. Τα αυτά ισχύουν και για τα ακίνητα ιδιοκτησίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (άρθρο 1, παρ. 1 ν.δ. 31/1968)[149]. Κατά τα λοιπά, η ελληνική έννομη τάξη δεν διαθέτει ειδικότερο θεσμικό πλαίσιο για τη λειτουργία ή τη νομιμοποίησή των καταλήψεων[150], κυρίως ενόψει της ένστασης ότι «οποιοσδήποτε άστεγος θα μπορούσε να εισβάλλει» και να παραμένει σε έναν χώρο, «επικαλούμενος κατάσταση ανάγκης»[151]. Από την άλλη, η απουσία συγκεκριμένης νομοθετικής πρόβλεψης δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη γενική ευχέρεια εκκένωσης των κατειλημμένων κτηρίων. Η επικράτηση μιας τέτοιας ερμηνείας θα ήταν ασύμβατη με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25, παρ. 1 Σ) και τον εν γένει προσωποκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος[152], καθότι θα επέφερε αντικοινωνικά αποτελέσματα.

Η λύση του ζητήματος πρέπει να αναζητηθεί με βάση το άρθρο 21, παρ. 4 Σ και όχι ερήμην αυτού. Εντούτοις, η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής επεξεργασίας στο πλαίσιο του σταθμιστικού ελέγχου από τα δικαστήρια[153]. Τα τελευταία δεν είναι εξοικειωμένα με τη χρήση του δικαιώματος στην κατοικία, το οποίο μοιάζει να γίνεται αντιληπτό περισσότερο ως τμήμα του νομοθετημένου ή πολιτικού, παρά του νομολογημένου Συντάγματος[154]. Ως εκ τούτου, παρίσταται επιτακτική ανάγκη -κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου της αναλογικότητας- ο δικαστής να ανατρέξει σε έτερα νομικά κείμενα «με στοιχεία συνταγματικής ποιότητας»[155], προκειμένου να προσδώσει στη σχετική διάταξη «το μείζον κανονιστικό περιεχόμενο». Δηλαδή, «το περιεχόμενο που προσφέρει τη μείζονα προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου και βέβαια των εγγυήσεων της δημοκρατίας»[156]. Ειδικότερα, όσον αφορά την εξεταζόμενη περίπτωση, η ΕΣΔΑ αποτελεί εκείνο το νομικό κείμενο που συμβάλλει ουσιωδέστερα στην κανονιστική πύκνωση του άρθρου 21, παρ. 4 Σ[157].

Σε ένα πρώτο επίπεδο, τούτη η διαπίστωση ίσως να φαίνεται παράδοξη, καθότι η προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν εμπίπτει ratione materiae στη Σύμβαση.  Εντούτοις, ήδη από τη δεκαετία του 1980, στο πλαίσιο αναζήτησης της κοινωνικής διάστασης της ΕΣΔΑ, αναπτύχθηκε η θεωρία των θετικών υποχρεώσεων του κράτους, σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέλη οφείλουν να εγγυώνται την ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων όσων βρίσκονται στην επικράτειά τους (άρθρο 1 ΕΣΔΑ)[158]. Η σταδιακή επικράτηση τούτης της αντίληψης, σε συνδυασμό με την πρόσληψη της Σύμβασης ως «ζωντανού εργαλείου»[159], επέτρεψε την εξαγωγή παράγωγων δικαιωμάτων και αξιώσεων κοινωνικού περιεχομένου από τις διατάξεις της[160]. Έτσι, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) οδήγησε στην έμμεση αναγνώριση ορισμένων πτυχών ενός δικαιώματος στην κατοικία[161].

β) Η «κατοικία» ως αυτόνομη έννοια στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ

Εκκινώντας από μια κρίσιμη ορολογική διευκρίνιση, επισημαίνεται ότι η «κατοικία»[162] εντάσσεται στον ευρύ κατάλογο των εννοιών, οι οποίες ερμηνεύονται αυτόνομα στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ[163]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, τούτη η ιδιότητα αποδίδεται σε οποιονδήποτε οριοθετημένο χώρο, εντός του οποίου αναπτύσσεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενός ατόμου[164]. Αυτή η διασταλτική προσέγγιση[165] ερείδεται -πρωτίστως- σε εμπειρικώς διαπιστώσιμα δεδομένα, όπως η ύπαρξη πραγματικών και διαρκών δεσμών ενός προσώπου με ένα τόπο[166], και αποσκοπεί στην προστασία όσο το δυνατόν περισσότερων μορφών διαβίωσης. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο αναγνωρίζει την ιδιότητα της κατοικίας, πέρα από ακίνητα, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, και σε άλλες κατασκευές, όπως αυτοσχέδια λυόμενα ή παραπήγματα, σκηνές[167], ακόμη και τροχόσπιτα[168]. Μάλιστα, ο δεσμός αυτός δεν χρειάζεται να είναι αδιάκοπος[169]. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι εάν ένα πρόσωπο δεν έχει κατοικήσει ποτέ ή έχει διαμείνει ελάχιστα ή έχει απομακρυνθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από έναν τόπο, τότε ενδέχεται η σύνδεση μεταξύ τους να είναι τόσο εξασθενημένη, «ώστε να μην εγείρεται κανένα ζήτημα βάσει του άρθρου 8»[170]. Τέλος, ακριβώς επειδή η κατοικία γίνεται αντιληπτή ως πραγματική συνθήκη, ο προσδιορισμός της δεν περιορίζεται από το σύννομο της κατοχής ή νομής του εξεταζόμενου κάθε φορά χώρου[171], ούτε από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς[172]. Η ευρύχωρη διάπλαση της έννοιας «κατοικία» από το δικαστήριο του Στρασβούργου επιτρέπει την υπαγωγή των καταλήψεων, που ικανοποιούν στεγαστικές ανάγκες[173], στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, το κοινωνικό αίτημα για παραμονή στους κατειλημμένους χώρους μετατρέπεται σε αξίωση σεβασμού της κατοικίας όσων διαβιούν σε αυτούς.

γ) Πρόσφορα παραδείγματα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ

Χαρακτηριστικό παράδειγμα που συμπυκνώνει το σύνολο των παραμέτρων του σχετικού προβληματισμού αποτελεί η υπόθεση Yordanova κατά Βουλγαρίας.  Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ αντιμετώπισε τη διοικητική αποβολή μιας κοινότητας Ρομά, η οποία κατέλαβε παράνομα και διέμενε από το 1960 σε έκταση κυριότητας του Δημοσίου στη Σόφια, η οποία πέρασε το 1996 στον έλεγχο του οικείου Δήμου. Στον αυτοσχέδιο καταυλισμό στεγάζονταν περίπου 300 άτομα και μέχρι το 2005 δεν είχε ανακύψει κανένα ζήτημα, ώσπου το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, η δημοτική αρχή αποφάσισε την εκκένωση του. Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν σύννομη την εν λόγω πράξη, με βάση τον κώδικα για τη Δημοτική Περιουσία, γεγονός που οδήγησε τους αιτούντες ενώπιον του δικαστηρίου του Στρασβούργου, επικαλούμενοι την παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[174].

Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα επίδικα καταλύματα συνιστούσαν πράγματι κατοικίες[175], ενώ περαιτέρω έκρινε ότι η διαταγή απομάκρυνσης των αιτούντων αποτελούσε επέμβαση[176] στο δικαίωμα σεβασμού τόσο της κατοικίας, όσο και της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής[177]. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παρ. 2 ΕΣΔΑ μια τέτοια επέμβαση θεωρείται καταρχήν ανεπίτρεπτη, εκτός εάν προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί αναγκαίο μέτρο, σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την επίτευξη ορισμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Παρότι στο σχετικό πρωτόκολλο δεν αναγράφονταν οι επιδιωκόμενοι σκοποί, το ΕΔΔΑ συνήγαγε ότι η διοικητική αποβολή απέβλεπε α) στην ανάκτηση περιουσιακού στοιχείου του Δημοσίου από πρόσωπα που δεν έχουν δικαίωμα χρήσης του[178], β) στην αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος[179] και γ) στην προστασία της δημόσιας υγείας, αντικαθιστώντας τα αυτοσχέδια καταλύματα που δεν διέθεταν δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης, από ένα σύγχρονο οικοδομικό συγκρότημα[180]. Μάλιστα, το ανωτέρω σχέδιο είχε εκπονηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, όμως δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο για την πραγματοποίησή του.

Ακολουθώντας την πάγια σχετική νομολογία του, το ΕΔΔΑ επικεντρώθηκε στον έλεγχο αναγκαιότητας της εν λόγω επέμβασης[181].  Καταρχήν, όσον αφορά τη χάραξη κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, το δικαστήριο αναγνωρίζει ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης στις εθνικές αρχές, προκειμένου να εναρμονίσουν τη δράση τους με την προαναφερθείσα διάταξη[182]. Εντούτοις, η ευχέρεια τους συστέλλεται ή διαστέλλεται ad hoc[183], εξαιτίας μιας σειράς κρίσιμων πραγματικών και νομικών παραγόντων που συνοδεύουν την κάθε υπόθεση[184], όπως η φύση και η σημασία του προστατευόμενου δικαιώματος, το είδος της περιοριζόμενης δραστηριότητας, η βαρύτητα του επιδιωκόμενου σκοπού κλπ.

Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι ο ισχυρός σύνδεσμος ανάμεσα στην κατοικία αφενός, στην προσωπική σφαίρα του ατόμου και την απόλαυση των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων του αφετέρου, επιτάσσει να περιορισθεί το εύρος της εκτίμησης της διοίκησης[185]. Η έκταση του περιορισμού αυτού συναρτάται με τον προηγούμενο έλεγχο ή μη της αναλογικότητας της πράξης διοικητικής αποβολής από εγχώριο δικαιοδοτικό όργανο[186]. Πρόκειται για ένα ζήτημα που άπτεται τόσο της διαδικασίας, όσο και της ουσίας της υπόθεσης[187]. Με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ δέχεται ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης, εφόσον οι εθνικές δικαιοδοτικές αρχές έχουν ήδη εξετάσει την επέμβαση με βάση το άρθρο 8, παρ. 2 ΕΣΔΑ. Σε αυτή την περίπτωση το δικαστήριο του Στρασβούργου αρκείται στην διαπίστωση της ορθότητας του διεξαχθέντος ελέγχου. Ειδικότερα, η διοικητική αποβολή από έναν τόπο, που εκλαμβάνεται ως κατοικία δεν μπορεί απλώς να βασίζεται στον παράνομο χαρακτήρα της κατάληψης[188]. Στην επίμαχη υπόθεση, ούτε η απόφαση της δημοτικής αρχής αναφερόταν στον εξυπηρετούμενο σκοπό[189], ούτε τα βουλγαρικά δικαστήρια προέβησαν στον απαιτούμενο έλεγχο αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, και μόνον εξ αυτού, παραβιαζόταν ήδη το περιεχόμενο της Σύμβασης.

Σε αντίθεση όμως με το παρελθόν[190], το ΕΔΔΑ δεν σταμάτησε τον έλεγχο του στην έλλειψη των διαδικαστικών εγγυήσεων (δηλαδή, την απουσία προηγούμενου δικαστικού ελέγχου). Επεκτάθηκε και στο ουσιαστικό σκέλος της υπόθεσης, αναδεικνύοντας ότι η δημιουργία κοινοτικής ζωής[191], σε συνδυασμό με τη μη πραγματοποίηση του σχεδίου οικοδομικής ανάπλασης της ευρύτερης περιοχής[192] και την ευαλωτότητα[193] των αποβληθέντων, αποτελούν κρίσιμα στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά τη διενέργεια των σταθμίσεων. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η απομάκρυνση μιας ολόκληρης κοινότητας, η οποία αναπτύχθηκε λόγω της αδράνειας του κρατικού μηχανισμού, είναι ποιοτικά ουσιωδώς διαφορετική από την έξωση ενός μεμονωμένου ατόμου[194]. Σύμφωνα, δε, με την πάγια αρχή του δικαίου που επισημάνθηκε παραπάνω, το κράτος δεν πρέπει να προκαλεί καταστάσεις, τις οποίες εν συνεχεία θα κληθεί να αντιμετωπίσει[195]. Ο διαφαινόμενος κίνδυνος αστεγίας εκατοντάδων μελών του καταυλισμού, τα οποία ανήκαν σε μία μη προνομιούχα ομάδα, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τις αρχές στην εξέταση εναλλακτικών λύσεων, όπως η νομιμοποίηση των υφιστάμενων κατοικιών, η σύνδεσή τους με το δίκτυο ύδρευσης/αποχέτευσης και η συνδρομή προς απόκτηση στέγης, εφόσον η απομάκρυνση τους είναι επιβεβλημένη[196]. Επισημαίνεται ότι η νομιμότητα μιας επιχειρούμενης έξωσης συναρτάται -κυρίως- με την «προσωπική κατάσταση» του αιτούντος έννομη προστασία. Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται το σύνολο των περιστάσεων, που περιβάλουν τη ζωή του ατόμου, με βάση την «αρχή της απόλυτης εξατομίκευσης», προκειμένου να διαγνωσθεί ο δυσανάλογος χαρακτήρας της απώλειας της κατοικίας του[197]. Η ένταξη του ατόμου σε μια ευάλωτη ομάδα (ως τέτοιες το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει: τους Ρομά, τα άτομα με νοητική στέρηση, τα άτομα σε καθεστώς περιορισμού της ελευθερίας τους, τους αιτούντες άσυλο, τα ΛΟΑΤΚΙ κλπ)[198] αποτελεί μεν ισχυρή ένδειξη για την εν λόγω συνθήκη[199], πλην όμως δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση αυτής. Εξάλλου, το δικαστήριο «δεν έχει αναπτύξει μια πλήρη δέσμη δεικτών, οι οποίοι να υποδεικνύουν –με ασφάλεια– μια ομάδα ως ‘ευάλωτη’», ούτε υφίσταται κάποιος γενικός ορισμός της ευαλωτότητας[200]. Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι τις τελευταίες δεκαετίες αναδύεται μια τάση στη νομολογία του δικαστηρίου, να εκλαμβάνεται η έλλειψη πρόβλεψης εναλλακτικών λύσεων -και μάλιστα εγκαίρως[201]– επίσης ως ένδειξη μείζονος σημασίας για το δυσανάλογο χαρακτήρα[202] των πραγματοποιούμενων εξώσεων/αποβολών[203] [204]. Υπό αυτή την οπτική λοιπόν, η αντίληψη ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σε παροχή κατοικίας μοιάζει να σχετικοποιείται[205]. Τέλος, η παραδοχή ότι η άμεση αποβολή των καταληψιών εμφανίζεται ως μη αναγκαία, ενόψει του γεγονότος ότι τα έργα οικιστικής ανάπλασης δεν είχαν αρχίσει καν να υλοποιούνται[206] υποκρύπτει μια ακόμα σοβαρότερη συνέπεια: Ότι, από μόνη της, η ανάκτηση περιουσιακού στοιχείου δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την απομάκρυνση μιας κοινότητας προσώπων, σε επισφαλή θέση, από την κατοικία τους[207].

Η τελευταία αυτή παρατήρηση αφορά πρωτίστως τις περιπτώσεις που ο νόμιμος ιδιοκτήτης της «κατοικίας» είναι το Δημόσιο ή άλλο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και όχι κάποιος ιδιώτης[208]. Βεβαίως, το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει τη λειτουργική δέσμευση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία[209]. Προϋποθέτει όμως τη διασφάλιση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του ως άνω περιοριζόμενου δικαιώματος και του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στην υπόθεση Παπαχελά και Amazon κατά Ελλάδος[210], η οποία αφορούσε την τριετή κατάληψη ενός ξενοδοχείου από πρόσφυγες και μετανάστες (με τη συνδρομή πολιτών) [211], το δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να διασφαλισθεί το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των προσφευγουσών (άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΔΣΑ)[212]. Τούτη η διαπίστωση δεν υπήρξε αυτόθροη. Το δικαστήριο του Στρασβούργου, κατά την εκφορά της κρίσης του, συνεκτίμησε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρίσκονταν οι καταληψίες, καθώς και τον ισχυρισμό των αρχών ότι η ως άνω συνθήκη διατηρούταν για λόγους κοινωνικής συνοχής και πρόνοιας[213]. Μάλιστα, ενόψει αυτών των παραδοχών, το δικαστήριο δέχθηκε ότι θα μπορούσε να γίνει ανεκτή η προσωρινή διαμονή των τελευταίων εντός του κτηρίου[214] (για εύλογο χρονικό διάστημα), μέχρις ότου να επιλυθεί το στεγαστικό τους πρόβλημα[215]. Ωστόσο, η παράλειψη της πολιτείας να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, προχωρώντας είτε στη μετεγκατάσταση είτε στη μίσθωση είτε στη μείωση του σχετικού φόρου, όπως και την απόσβεση των χρεών χρήσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού[216], κατέληξε στην πλήρη ανατροπή των ισορροπιών μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων και τη συνακόλουθη καταδίκη της χώρας[217].

δ) Υπαγωγή των συμπερασμάτων της νομολογίας του ΕΔΔΑ στην περίπτωση των καταλήψεων

Οι προαναφερθείσες αποφάσεις αναδεικνύουν το σύνολο των παραμέτρων, τις οποίες ο ερμηνευτής του δικαίου οφείλει να συνεκτιμήσει, εφόσον κληθεί να αντιμετωπίσει την εκκένωση μιας κατάληψης, που αποτελεί κατοικία με βάση το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Έτσι, εάν το κατειλημμένο κτήριο ανήκει στην κτήση του Δημοσίου (ιδιωτική ή δημόσια[218]), δεν είναι νοητή η άμεση αστυνομική παρέμβαση με σκοπό την εκδίωξη των διαμενόντων σε αυτό. Αντίθετα, πρέπει να προηγηθεί δικαστικός έλεγχος -που περιλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία- στο πλαίσιο του οποίου θα ληφθούν υπόψη α) η (μακρά) χρονική διάρκεια της κατάληψης[219], β) η γνώση της λειτουργίας της από τις αρμόδιες αρχές, γ) ο αριθμός των καταληψιών[220], δ) η ύπαρξη κοινοτικής ζωής (δηλαδή, η ανάπτυξη ισχυρών δεσμών ανάμεσα στους καταληψίες και με τον χώρο στον οποίο κατοικούν)[221], ε) η «προσωπική τους κατάσταση» και στ) ο κίνδυνος να περιέλθουν σε συνθήκες αστεγίας. Σε περίπτωση που πληρούνται τα ανωτέρω δεδομένα, υφίσταται μιας μορφή «αποδυνάμωση δικαιώματος» του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ευχέρειά του να ανακτήσει το κατειλημμένο περιουσιακό του στοιχείο. Η άποψη αυτή επιρρώνεται και από την πάγια θέση της ελληνικής νομολογίας ότι «με την έκδοση» των πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής «δεν (επιδιώκεται) αμέσως η επίτευξη συγκεκριμένου δημόσιου σκοπού, αλλά (…) η προστασία των δικαιωμάτων» του εκάστοτε Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου επί των ακινήτων του[222]. Βεβαίως, οι καταληψίες δύναται να απομακρυνθούν από το κτήριο, εφόσον εξυπηρετείται ορισμένος σκοπός δημοσίου συμφέροντος (τούτο ενδεχομένως να ευνοεί την ανάκτηση κατειλημμένων κτηρίων, τα οποία ανήκουν στη δημόσια κτήση του Δημοσίου και έχουν εγκαταλειφθεί, με σκοπό την αναβίωση του αρχικού τους σκοπού). Πάντως, και σε αυτή την περίπτωση, η επίκληση ενός τέτοιου λόγου δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη νομιμοποίηση της έξωσης. Αντίθετα, ενόψει και των πραγματικών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, θα πρέπει να εξετασθεί: α) εάν υπάρχουν λιγότερο επαχθείς τρόποι για την υλοποίηση του σκοπού[223], β) εάν (και κατά πόσο) η έξωση χρειάζεται να ολοκληρωθεί άμεσα και γ) εάν υφίστανται κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις για τη στέγαση όσων πρόκειται να αποστερηθούν την κατοικία τους[224]. Ειδικότερα, όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, επισημαίνεται ότι μόνη «η εξασφάλιση προσωρινής στέγης δεν θεωρείται ικανοποιητικό μέτρο: οι άστεγοι πρέπει να αποκτήσουν κατάλληλη στέγη για εύλογο χρόνο, ενώ τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή επαναφοράς τους στην προηγούμενη κατάσταση»[225]. Η διεξαγωγή του ελέγχου της αναλογικότητας κατά τον παραπάνω τρόπο αναδεικνύει το status mixtus του δικαιώματος στην κατοικία[226], αφού εκκινώντας από την αμυντική (αξίωση σεβασμού της κατοικίας) καταλήγει στη θετική του διάσταση, «στο αίτημα δηλαδή για επαρκή στέγαση»[227] [228]. Τούτη η προσέγγιση φαίνεται να είναι η ενδεδειγμένη, αφού ευθυγραμμίζεται και με τις απαιτήσεις του άρθρου 31, παρ. 2 ΕΚΧ, σύμφωνα με τον οποίο τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη και την μείωση του αριθμού των αστέγων.

6) Καταληκτικές σκέψεις

Τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται τόσο με την υλική υπόσταση του ανθρώπου, όσο και με τη δυνατότητα της ίσης συμμετοχής στους δημοκρατικούς θεσμούς[229]. Η υποβάθμισή τους σε μια εποχή οξυμένων ανισοτήτων και κρίσεων φαίνεται να αποκτά εσχατολογικές διαστάσεις για τους πολίτες και το πολίτευμα. Η στεγαστική επισφάλεια[230], μολονότι αποτελεί ένα διαχρονικό πρόβλημα για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, μόνο πρόσφατα επανήλθε στη δημόσια σφαίρα, καθότι απέκτησε διαταξικά χαρακτηριστικά[231]. Σύμφωνα με το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, η πρακτική των καταλήψεων μπορεί να γίνει ανεκτή -υπό προϋποθέσεις- ως κοινωνικό αντανακλαστικό απέναντι στον κίνδυνο της αστεγίας. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο όμως, εάν θα μπορούσε να αποτελέσει μια γενικευμένη εναλλακτική στρατηγική για την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος.

Συνεπώς, η επίλυσή του στεγαστικού προβλήματος διέρχεται κατ’ ανάγκη μέσα από την ενεργοποίηση της κρατικής παρέμβασης. Η πολιτεία οφείλει να διαμεσολαβεί, ώστε να διασφαλίζεται η καθολική πρόσβαση στο κοινωνικό αγαθό της κατοικίας[232], ακόμη και όταν η αγορά δεν έχει κίνητρα προς αυτή την κατεύθυνση[233]. Σε αυτό το επίπεδο προβάλλει εκ νέου το αίτημα της κοινωνικής δημοκρατίας[234] και προσαρμογής ή ακόμη και αλλαγής[235] του παρόντος συστήματος οικονομικής οργάνωσης[236], ιδίως εάν γίνει δεκτό ότι «η κεφαλαιοκρατική κοινωνία όχι μόνο δεν μπορεί καθόλου να εξαλείψει (…), μα απεναντίας είναι υποχρεωμένη να οξύνει» τις γενεσιουργές αιτίες της στεγαστικής κρίσης[237]. Εξάλλου, «δεν είναι η λύση του ζητήματος της κατοικίας που λύνει ταυτόχρονα και το κοινωνικό ζήτημα αλλά αντίθετα η λύση πρώτα του κοινωνικού ζητήματος, (…) που κάνει (…) δυνατή τη λύση του ζητήματος της κατοικίας»[238]. Τελικά, μοιάζει να επαληθεύεται, αλλά και να ανανοηματοδοτείται η διαπίστωση ότι «δεν υπάρχει σωτηρία (…) του υποκειμένου άλλη από την πολιτικοποίησή του»[239].[240]

 

[1] ΣτΕ 2287/2015, σκέψη 7: «(…) χορήγηση (…) παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή».

[2] Βλ. όμως και Sarigiannidis M. και Pervou I., «Adequate housing: Seeking justiciability through the right to property», Int. J. Human Rights and Constitutional Studies 2013 (1), σ. 30, σύμφωνα με τους οποίους το δικαίωμα στην κατοικία δεν είναι γνήσιο κοινωνικό δικαίωμα, αλλά βρίσκεται στο μεταίχμιο ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος.

[3] Στη συνταγματική θεωρία  η αντικειμενική όψη των κοινωνικών δικαιωμάτων εμφανίζεται με μια πληθώρα νομικών μορφών, όπως: οι κρατικοί στόχοι, οι κατευθυντήριες αρχές, οι συνταγματικές εντολές/εξουσιοδοτήσεις κ.α. Για μια επισκόπηση της σχετικής ορολογίας βλ. Στεργίου Α., «Η αναζήτηση κανονιστικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων: Με αφορμή τη διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 4 του Συντάγματος», ΤοΣ 1993, σ. 720.

[4] Μανιτάκης Α., «Επανεπίσκεψη της αδύναμης κανονιστικής δεσμευτικότητας των κοινωνικών δικαιωμάτων διά μέσου του σταθμιστικού συλλογισμού. Υπό καθεστώς μιας ευρωπαικής και παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς», ΤοΣ 2019, σ. 870-871.

[5] Η πλειοψηφία των ερμηνευτών δέχεται ότι το άρθρο 21 Σ καθιερώνει ένα ενιαίο δικαίωμα για κοινωνική πρόνοια και ότι στις επιμέρους παραγράφους μνημονεύονται ορισμένες εκφάνσεις του. Βλ. αντί άλλων Παπαρρηγοπούλου Π., «Άρθρο 21», σε Βενιζέλου Ε., Το Ελληνικό Σύνταγμα: Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2025, σ. 1085. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση του Θ. Μαναβή, στη συζήτηση της Ολομέλειας της Βουλής, κατά τη διαδικασία κατάρτισης του Συντάγματος, ότι «το θέμα της κατοικίας, της λαϊκής στέγης πρέπει να ρυθμισθεί με ιδιαίτερον άρθρον, διότι αποτελεί έτερον βασικόν πρωταρχικόν καθήκον της Πολιτείας». Ομοίως, η Β. Τσουδερού επεσήμανε ότι «μέσα σε ένα άρθρον ανακατεύονται πέντε σοβαρώτατα κεφάλαια της κοινωνικής πολιτικής ενός σύγχρονου κράτους. Αρχίζομεν από την οικογένειαν, πηγαίνομεν εις την πρόνοιαν, αναφέρουμε παρεμπιπτόντως την υγείαν, φθάνομεν εις την στέγασιν και τελικά καταλήγομεν εις τους αποδήμους(…).». Για μια αναλυτικότερη επισκόπηση βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 475-476.

[6] Καϊδατζής Α., «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία (14) 2025, σ. 209.

[7] Μάνεσης Α., «Η προβληματική της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο», Συνταγματική θεωρία και πράξη, τομ. 2, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2007, σ. 579.

[8] Καμτσίδου Ι., «Η ‘επικλησιμότητα’ των κοινωνικών δικαιωμάτων και η τριπλή υποχρέωση του κράτους κατά την προστασία τους», ΔιΔικ 2019, σ. 713.

[9] Καραβοκύρης Γ., Οι Συνταγματικοί Σκοποί: Το δημόσιο δίκαιο σε λειτουργική στροφή, Εκδόσεις του Κέντρου Ευρωπαικού Συνταγματικού Δικαίου, 2024, σ. 211.

[10] Λεβέντης Γ., «Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη», ΤοΣ 1976, σ. 177.

[11] Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 5η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 811.

[12] Στεργίου Α., Κοινωνικά Δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 249.

[13] Παπαρρηγοπούλου Π., «Άρθρο 21», σε Βενιζέλου Ε., Το Ελληνικό Σύνταγμα: Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2025, σ. 1082.

[14] Σαρρής Ε., «Η μη απαλλαγή από τη φορολογία για την απόκτηση πρώτης κατοικίας», Αρμ 2000, σ. 1450 επ.

[15] Βλ. ενδεικτικά: Σημείωμα: «Addressing Challenges to Affordable Housing in Land Use Law: Recognizing Affordable Housing as a Right», Harvard Law Review (4) 2022, σ. 1104 επ. Κατά τον Ι. Ιγγλεζάκη, Κοινωνικό κράτος δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σ. 136, το περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος «συνίσταται στην εξασφάλιση στέγης με οποιονδήποτε τρόπο».

[16] Τσεβάς Σ., «Δικαίωμα στο χώρο; Μια μελέτη για τη συμβολή της ιδιοκτησίας στη βιώσιμη ανάπτυξη του χώρου», e-Πολιτεία (13) 2025, σ. 127.

[17] Ό.π.

[18] Στεργίου Α., Κοινωνικά Δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 241· Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 5η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα 2023, σ. 811.

[19] Χριστοφορίδου Σ., «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σ. 555.

[20] Ιγγλεζάκης Ι., Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σ. 137.

[21] Όπως ορθά έχει αναδείξει ο Α. Μανιτάκης, Το υποκείμενο των Συνταγματικών Δικαιωμάτων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1981, σ. 245,  με την ιδιότητα του μέλους του κοινωνικού συνόλου δεν υπονοείται ο άνθρωπος γενικά και αφηρημένα, αλλά ο συγκεκριμένος άνθρωπος, όπως υπάρχει και ζει στην κοινωνική πραγματικότητα, μαζί με άλλους ανθρώπους, ενταγμένος σε κοινωνικές ομάδες, φορέας συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων, ταξικών χαρακτηριστικών κλπ.

[22] Καϊδατζής Α., «Κοινωνικά δικαιώματα, ιδιότητα του πολίτη και μετανάστες», σε Καβουνίδη Τ., Κόντη Α., Λιανό Θ. και Φακιόλα Ρ., Μετανάστευση στην Ελλάδα: Εμπειρίες, πολιτικές, προοπτικές, τομ. Β΄, Εκδόσεις ΙΜΕΠΟ, 2008, σ. 70-71.

[23] Κτιστάκις Γ., Μετανάστες & ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, σ. 143-144.

[24] Βλ. ΕΕΚΔ, Defence for Children International (DCI) κατά Ολλανδίας (47/2008), σκέψη 62, όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά με τη στέγαση των παράτυπων μεταναστών: «πρέπει να πληροί τις προδιαγραφές ασφαλείας, υγείας και υγιεινής, συμπεριλαμβανομένων των βασικών παροχών, όπως καθαρό νερό, επαρκή φωτισμό και θέρμανση».

[25] Δηλαδή, αν το δικαίωμα αφορά αδιακρίτως όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου ή ορισμένες κατηγορίες που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης.

[26] Bλ. αναλυτικά Χρυσόγονο Κ., Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των μνημονίων, Εκδόσεις Λιβάνη, 2013, passim.

[27] Σωτηρέλης Γ., Τα κοινωνικά δικαιώματα στη δίνη της οικονομικής κρίσης, ΕφημΔΔ 2013, σ. 298 επ.

[28] Οι αναλυτές της JP Morgan’s Europe Economic Research υπέδειξαν την ανάγκη αναθεώρησης των Συνταγμάτων των κρατών της ευρωπαϊκής περιφέρειας, καθότι ήταν «πολύ σοσιαλιστικά για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κρίση». Στη θεωρία, χαρακτηριστική ήταν η πρόταση των Ν. Αλιβιζάτου, Π. Βουρλούμη, Γ. Γεραπετρίτη, Γ. Κτιστάκι, Σ. Μάνου και Φ. Σπυρόπουλου να καταργηθεί «η λεπτομερειακή απαρίθμηση των επιμέρους κοινωνικών δικαιωμάτων που δεν διασφάλισε την ουσιαστική τους πραγμάτωση». Βλ. Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα, Εκδόσεις Καθημερινή, 2016, σ. 9. Πάντως, υποστηρίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναθεώρησης παρά μόνο για να αυξηθεί η παρεχόμενη προστασία τους. Συναφώς, τα επιμέρους κατοχυρωμένα κοινωνικά δικαιώματα δεν μπορούν να καταργηθούν ολοσχερώς ή να τρωθεί δραστικά η παρεχόμενη προστασία τους. Αυτό συμβαίνει διότι η αρχή του κοινωνικού κράτους από την οποία απορρέουν αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική αρχή, η οποία συγκαθορίζει την πολιτειολογική μορφή του κράτους. Βλ. Κατρούγκαλο Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 472· Ομοίως βλ. Βενιζέλο Ε., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2021, σ. 50.

[29] Καμτσίδου Ι., «Η ‘επικλησιμότητα’ των κοινωνικών δικαιωμάτων και η τριπλή υποχρέωση του κράτους κατά την προστασία τους», ΔιΔικ 2019, σ. 710.

[30] Υπενθυμίζεται ο «νόμος των φτωχών» (Poor Law), ο οποίος θεσπίσθηκε το 1601 στην Αγγλία, αλλά και το άρθρο 21 από «Τα δίκαια του ανθρώπου» του Ρ. Βελεστινλή: «Το κράτος χρεωστεί μίαν βοήθειαν εις τους δυστυχείς εγκατοίκους (…)».

[31] Σωτηρέλης Γ., «Τα κοινωνικά δικαιώματα στη δίνη της οικονομικής κρίσης», ΕφημΔΔ 2013, σ. 300.

[32] Βλ. ενδεικτικά Δελλή Γ., «Το Οικονομικό Σύνταγμα της Ελλάδας: Σύντομη επισκόπηση μιας πορείας 40 ετών με άδηλο μέλλον», ΤοΣ 2015, σ. 452· Σπηλιωτόπουλο Ε., «Η αρχή του κοινωνικού Κράτους Δικαίου: Σκέψεις για την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος», ΔτΑ 2006, σ. 1183-1184. Στο άρθρο 29 παρ.1 ν. 4052/2012 δίδεται ο νομικός ορισμός τους «αστέγου»: «Ως άστεγοι ορίζονται όλα τα άτομα που διαμένουν νόμιμα στη χώρα, τα οποία στερούνται πρόσβασης ή έχουν επισφαλή πρόσβαση σε επαρκή ιδιόκτητη, ενοικιαζόμενη ή παραχωρημένη κατοικία που πληροί τις αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές και διαθέτει τις βασικές υπηρεσίες ύδρευσης και ηλεκτροδότησης».

[33] Στεργίου Α., «Άρθρο 21 παρ. 4», σε Βλαχόπουλο Σπ., Κοντιάδη Ξ., Τασόπουλο Γ., Σύνταγμα: Ερμηνεία κατ’ άρθρο [Ηλεκτρονική Έκδοση], 2023, σ. 22

[34] Βλ. Υπ’ αρ. Δ. 23/οικ. 19061-1457/2016 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1336).

[35] Παυλόπουλος Π., Το «μετέωρο βήμα» της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, Εκδόσεις Gutenberg, 2021, σ. 264.

[36] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 637.

[37] Στεργίου Α., Κοινωνικά Δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 240.

[38] Χριστοφορίδου Σ., «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σ. 555.

[39] Παπανικολάου Κ., «Το κοινωνικό δικαίωμα των μισθωτών στην κατοικία· σκέψεις σχετικά με σταθμίσεις και συγκρούσεις κοινωνικών δικαιωμάτων», ΔιΔικ 2019, σ. 719.

[40] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 732.

[41] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση της Β. Τσουδερού στην Ολομέλεια της Βουλής: «Τι θα πη ανεπαρκώς στεγαζόμενοι; Το «ανεπαρκώς» χρειάζεται υποκειμενική κρίση . Σεις μπορείτε να είπητε ότι ένα δωμάτιο φθάνει για 4 άτομα. Και ο άλλος να είπη ότι δεν φθάνει. Δεν νομίζω ότι το ανεπαρκώς στεγαζόμενοι λέγει τίποτε». Βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 477.

[42] Κοντιάδης Ξ., Μαθήματα Κοινωνικής Διοίκησης και Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας, Εκδόσεις Παπαζήση, 2023, σ. 55. Ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει ότι «Η ελαστικότητά των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι (…) αποτέλεσμα του εγγενώς ανοιχτού και διαπραγματεύσιμου χαρακτήρα τους».

[43] Σύμφωνα με την ΟλΣτΕ 106/1991 το εμβαδόν μιας κατοικίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 25 τετρ. μέτρων, εφόσον μια οικογένεια πρόκειται να διαμείνει στο εσωτερικό της.

[44] ΣτΕ 2743/2004, σκέψη 5: « το σκέλος της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο κρίθηκε ότι το ποσοστό 16,6% σε μια παλαιά οικία 60 τ.μ. στα Χανιά που έχει ο αναιρεσίβλητος δεν καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες της εξαμελούς οικογένειάς του, ενόψει του εμβαδού της οικίας και του ποσοστού συνιδιοκτησίας του σε αυτή, σε σύγκριση με το εμβαδόν (100 τ.μ.) της εργατικής κατοικίας που του κληρώθηκε, είναι νόμιμο και επαρκές».

[45] ΔΠρΠειρ 2192/2006, σκέψη 3.

[46] Report on the right to housing in the light of European Standards and European good practices (ESC), 2024, σ. 8.

[47] Ενόψει της κλιματικής κρίσης, η κατοικία μετατρέπεται σε ένα είδος «περιβαλλοντικού καταφυγίου». Η «προώθηση της πράσινης αρχιτεκτονικής οδηγεί στην αύξηση των οικολογικών κατοικιών, συμβάλλοντας παράλληλα και στην πράσινη μετάβαση». Βλ. Στεργίου Α., «Τα κοινωνικά δικαιώματα στην ανθρωπόκαινο εποχή»: https://nomarchia.gr/τα-κοινωνικά-δικαιώματα-στην-ανθρωπό/ (πρόσβαση 8/12/2025)

[48] Παραράς Π., «Το κοινωνικό δικαίωμα για αξιοπρεπή κατοικία: Αξιοπρέπεια του ανθρώπου και έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου», ΔτΑ 1999, σ. 642-643.

[49] Ό.π., αλλά και Ανθόπουλος Χ., Νέες διαστάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001, σ. 156, ο οποίος αναδεικνύει και την ερμηνευτική συμβολή της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης για την ανάδυση νέων κοινωνικών δικαιωμάτων που δεν εγγράφονται ρητά, αλλά ενυπάρχουν στο Συνταγματικό κείμενο.

[50] Μάλιστα, το κυβερνητικό σχέδιο για τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 περιλάμβανε πρόταση εισαγωγής νέας παρ. 3 στο άρθρο 24 Σ, σύμφωνα με την οποία «το δικαίωμα στην κατοικία, οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης, οι αναγκαίες υποδομές», καθώς και το «περιβαλλοντικό ισοζύγιο» θα αποτελούσαν κριτήρια του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Σε κάθε περίπτωση, υποχρέωση εκτίμησης τούτων των παραγόντων απορρέει από την παρ. 2 εδ. β του άρθρου 24 Σ («κατά τους κανόνες της επιστήμης»). Βλ. Βενιζέλο Ε., Το αναθεωρητικό κεκτημένο: Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σ. 188 και 195.

[51] ΟλΣτΕ 173/1998, σκέψη 5.

[52] ΔΠρΠειρ 2192/2006, σκέψη 3.

[53] Βλ. την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρατήρηση της Β. Χρήστου, «Ο δημόσιος χώρος και η δίκαιη πόλη»: https://www.constitutionalism.gr/o-dimosios-xoros-kai-i-dikaia-poli/ (πρόσβαση 8/12/2025), σύμφωνα με την οποία «η οργάνωση του δημοσίου χώρου επηρεάζει συνολικά το σύστημα των βασικών ελευθεριών και τις ευκαιρίες που έχει κάποιος να τις ασκήσει. Για παράδειγμα, η απουσία μεγάλων πλατειών και άλλων κοινόχρηστων χώρων μπορεί να αποθαρρύνει την πολιτική συμμετοχή ή ευρύτερα την ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών. Επίσης, ορισμένες «άδικες γεωγραφίες» που, βεβαίως, έχουν και εισοδηματική βάση, επηρεάζουν σημαντικά τις ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης της προσωπικότητας. Όποιος κατοικεί κοντά σε ένα πάρκο ή κοντά στη θάλασσα έχει περισσότερες ευκαιρίες να είναι σωματικά υγιής. Άλλοι έχουν εύκολη πρόσβαση σε ανθυγιεινό φαγητό, γιατί μόνον τέτοιες επιλογές βρίσκονται κοντά τους ή κατοικούν πολύ μακριά από χώρους καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και έχουν λιγότερες ευκαιρίες να τις απολαύσουν. Αυτό, όμως, επηρεάζει τη ζωή και τις προοπτικές τους. (…) Η οργάνωση του δημοσίου χώρου μπορεί να εντείνει ή να μειώσει τις ανισότητες. (…) Η οργάνωση συμπεριληπτικών οικισμών είναι κομβικής σημασίας για την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών».

[54] Ό.π.

[55] Βλ. Μπουσδέκη Μ., Gentrification και εκτοπισμός: μια μελέτη και μερικές σκέψεις για το τι συμβαίνει στις γειτονιές μας, Εκδόσεις Δυσήνιος Τύπος, 2024, σ. 28-29, η οποία προσεγγίζει τον αστικό χώρο ως προϊόν, αλλά και προϋπόθεση αναπαραγωγής των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών σχέσεων.

[56] Κανελλοπούλου-Μαλούχου Ν., «Κανονιστικότητα και διακριτική ευχέρεια στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων: Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της νομιμοποιητικής βάσης της κρατικής εξουσίας», σε Ανθόπουλο Χ., Ηλιάδου Αι., Παπαδοπούλου Λ., Παπαχρήστο Ν. και Χρυσόγονο Κ., Η θεωρία της Συνταγματικής Πράξης: Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιζέλου (Τόμος Ανταποδοτικός), Εκδόσεις Σάκκουλα 2025, σ. 737.

[57] Βλ. Committee on Economic, Social and Cultural Rights, General Comment 3, The nature of States parties’ obligations (Fifth session, 1990), U.N. Doc. E/1991/23, annex III at 86 (1991), reprinted in Compilation of General Comments and General Recommendations Adopted by Human Rights Treaty Bodies, U.N. Doc. HRI/GEN/1/Rev.6 at 14 (2003).

[58] Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 474 επ.

[59] Η γνώμη αυτή διατυπώθηκε από τον Α. Κατσαούνη, βουλευτή της πλειοψηφίας (Νέα Δημοκρατία), ο οποίος συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις της αρμόδιας Επιτροπής για τη διαμόρφωση του άρθρου 21 Σ. Οι παρόντες Κ. Στεφανάκης (υπ. Δικαιοσύνης) και Δ. Παπασπύρου (εισηγητής της πλειοψηφίας) δεν αμφισβήτησαν το νόημα που αποδόθηκε στην εν λόγω διάκριση. Εξάλλου, ο Α Κατσαούνης ήταν αυτός που εξέφρασε την αντίληψη της πλειοψηφίας σχετικά με αρχιτεκτονική του άρθρου και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό. Ο Δ. Παπασπύρου περιορίσθηκε σε επιμέρους σχόλια και παρατηρήσεις. Βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 480.

[60] Παπατόλιας Α., Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού Συνταγματισμού: Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, Εκδόσεις Παπαζήση 2020, σ. 54-55. Η υποχρέωση αυτή αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο σε περιόδους κρίσεων, φυσικών καταστροφών κλπ. Για το ζήτημα αυτό βλ. Τζατζάκη Β. Μ. και Αθηναίου Ευ., «Δικαιώματα δεύτερης γενεάς και φυσικές καταστροφές: Η προστασία του δικαιώματος στην υγεία και την κατοικία», ΠερΔικ 2022, σ. 356-357.

[61] Κανελλοπούλου-Μαλούχου Ν., «Κανονιστικότητα και διακριτική ευχέρεια στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων: Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της νομιμοποιητικής βάσης της κρατικής εξουσίας», σε Ανθόπουλο Χ., Ηλιάδου Αι., Παπαδοπούλου Λ., Παπαχρήστο Ν. και Χρυσόγονο Κ., Η θεωρία της Συνταγματικής Πράξης: Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιζέλου (Τόμος Ανταποδοτικός), Εκδόσεις Σάκκουλα 2025, σ. 738.

[62] Για την προβληματική του προσδιορισμού του σκληρού πυρήνα των κοινωνικών δικαιωμάτων βλ. Μανιτάκη Α., «Η κανονιστική διάσταση των σχέσεων κράτους δικαίου και κοινωνικού κράτους», ΤοΣ 1993, σ. 693.

[63] Βλ. την ΣτΕ 2029/1992, ΔιΔικ1993, σ. 1205.

[64] Βλάχος Γ., Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1979, σ. 127. Αποτελεί επιστημολογικό σφάλμα η προσομοίωση των δημόσιων οικονομικών με αυτά ενός ατόμου (δηλαδή, ο κρατικός ανθρωπομορφισμός). Βλ. Κατρούγκαλο Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 541.

[65] Για το ζήτημα αυτό βλ. Μηλιό Γ., Ο καπιταλισμός ως κοινωνικό σύστημα και η προέλευσή του: Η σημασία του κεφαλαίου για τις κοινωνικές επιστήμες στον 21ο αιώνα, Θέσεις 2016 (τεύχος 137).

[66] Βλάχος Γ., Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1979, σ. 127.

[67] Σπηλιωτόπουλος Ε., «Η αρχή του κοινωνικού Κράτους Δικαίου: Σκέψεις για την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος», ΔτΑ 2006, σ. 1182.

[68] Βλάχος Γ., Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1979, σ. 129. Ωστόσο, ο πλούτος αυτός δεν αναμεταβιβάζεται επιλεκτικά μόνο στους εργαζόμενους, αλλά στο σύνολο των διαμενόντων στην ελληνική επικράτεια, γεγονός που επιτρέπει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Βλ. Στασινοπούλου Ο., Κράτος πρόνοιας: ιστορική εξέλιξή-σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, Εκδόσεις Gutenberg, 2000, σ. 109-112.

[69] Το φορολογικό κοινωνικό κράτος αποτελεί «ενδογενές σύστοιχο» τούτης της συνταγματικά προβλεπόμενης διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Βλ. Στεργίου Α., Κοινωνικά δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 95.

[70] Τασόπουλος Γ., Η λαϊκή κυριαρχία και η πρόκληση της αμεροληψίας, Εκδόσεις Κριτική , 2014, σ. 354-361· Για τις πιθανές συνέπειες από τη θέσπιση ενός «χρυσού» δημοσιονομικού κανόνα στο Σύνταγμα βλ. Μαντζούφα Π., «Ο ‘χρυσός’ δημοσιονομικός κανόνας στο Σύνταγμα: Λύση του προβλήματος ή ένα ακόμα εμπόδιο στην οικονομική προσαρμογή και στην προστασία των δικαιωμάτων», σε Ακριβοπούλου Χ. και Παπαχρήστο Ν., Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος (Συνέδριο 25-26 Φεβρουαρίου), Εκδόσεις Σάκκουλα, 2013, σ. 123 επ.

[71] Γιαννακόπουλος Κ., «Το ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: ‘να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο’», ΕφημΔΔ 2015, σ. 425.

[72] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 732.

[73] Βλάχος Γ., Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1979, σ. 155.

[74] Κοτζάμπαση Α., «Άρθρο 21», σε Σπυρόπουλο Φ., Κοντιάδη Ξ., Ανθόπουλο Χ. και Γεραπετρίτη Γ., Σύνταγμα: Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2017, σ. 532.

[75] Χαρακτηριστική υπήρξε η πρόταση της Ένωσης Κέντρου – Νέες Δυνάμεις σύμφωνα με την οποία το άρθρο 21 παρ. 4 Σ θα έπρεπε να διατυπωθεί ως εξής: «Ενιαίος κρατικός φορεύς μεριμνά δια την εξασφάλισιν στέγης εις τους στερούμενους τοιαύτης Έλληνας εντός των οικιστικών περιοχών, αναπτύσσων ή αναπλάσσων αυτάς». Βλ. Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 482. Όπως ανέφερε ο Θ. Μαναβής στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη διαδικασία κατάρτισης του Συντάγματος 1975 «με το θέμα της λαϊκής στέγης ασχολούνται πάμπολλαι υπηρεσίαι εις τρόπον ώστε να υπάρχει παντελής έλλειψις συντονισμού και αναρχία». Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, σ. 476.

[76] Κυρίως υπό τη μορφή χορήγησης οικοδομικών υλικών και οικονομικών επιδοτήσεων, αλλά και μέσω της νομιμοποίησης αυθαιρέτων. Για το ζήτημα αυτό βλ. ιδίως Κάλφα Κ., Αυτοστέγαση τώρα! Η αθέατη πλευρά της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα, 2023, Εκδόσεις Futura.

[77] Η αντιπαροχή συνίσταται στη συμφωνία μεταξύ ενός οικοπεδούχου και ενός κατασκευαστή για την ανέγερση κτιρίου και την κατανομή μεταξύ τους της κυριότητας των διαμερισμάτων ή/και γραφείων και καταστημάτων που προκύπτουν από τη διαδικασία, με βάση κάποιο αρχικό συμβόλαιο που αποτυπώνει τη συμμετοχή της κάθε πλευράς στη σχετική επένδυση. Για το ζήτημα αυτό βλ. αναλυτικά Μαλούτα Θ. και Σπυρέλλη Σ., Η πολυκατοικία της αντιπαροχής και ο κάθετος κοινωνικός διαχωρισμός, Κοινωνικός Άτλας της Αθήνας, 2015.

[78] Τις δεκαετίες 1990-2010 υπήρξε αύξηση της στεγαστικής πίστης των Ελλήνων που σε συνδυασμό με τη μείωση των επιτοκίων οδήγησε στη μερική υποκατάσταση της ανάγκης για κρατική παρέμβαση από τον τραπεζικό δανεισμό. Βλ. Κουραχάνη Ν., Στεγαστική κρίση και στεγαστικής πολιτική: προκλήσεις και προοπτικές, Έρευνα με τη σύμπραξη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων ΓΣΕΒΕΕ, 2023, σ. 38.

[79] Βλ. ενδεικτικά το Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Παλιννοστούντων (1990) για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων της πρώην ΕΣΣΔ.

[80] Στεργίου Α., Κοινωνικά δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 244.

[81] Κουραχάνης Ν., Στεγαστική κρίση και στεγαστικής πολιτική: προκλήσεις και προοπτικές, Έρευνα με τη σύμπραξη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων ΓΣΕΒΕΕ, 2023, σ. 35.

[82] Άλλες προϋποθέσεις για την απόκτηση κατοικίας μέσω του ΟΕΚ αποτελούσαν: η έλλειψη πρώτης κατοικίας και λοιπών περιουσιακών στοιχείων, ο χρόνος ασφάλισης και η επιτυχής έκβαση διαδικασίας κλήρωσης. Βλ. Παπαευαγγέλου Θ., «Στέγαση-εργατική κατοικία», ΕΔΚΑ 1992,σ. 665.

[83] Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του κοινωνικού συνόλου είναι μισθωτοί.

[84] Απόσπασμα ανακοίνωσης-καταγγελίας του Μ. Κρητικού υπάλληλου του πρώην ΟΕΚ και μέλους του ΔΣ του συλλόγου εργαζομένων του ΟΑΕΔ. Εντοπισμένο σε Τέλος στην ομηρία των οικιστών του πρώην ΟΕΚ, Η Εποχή (19/11/2017).

[85] Βλ. Ηλιοπούλου-Στράγγα Τ., Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018, σ. 195-199, η οποία επισημαίνει ότι δεν επιτρέπεται η παντελής κατάργηση νόμων που εξειδικεύουν την προστασία ενός κοινωνικού δικαιώματος.

[86] Βλ. Στεργίου Α., Κοινωνικά δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 245· Πλάκα-Καραπέτη Μ., «Το δικαίωμα στη στέγαση. Νομική θεμελίωση, περιεχόμενο και μορφές δικαστικής προστασίας»: https://nomarchia.gr/το-δικαίωμα-στη-στέγαση-νομική-θεμελί/ (πρόσβαση 8/12/2025). Αυτού του είδους οι παρεκκλίσεις έχουν οδηγήσει τμήμα της θεωρίας να υποστηρίξει την ανάγκη εισαγωγής στο Σύνταγμα ρητής διάταξης, σύμφωνα με την οποία «Το επίπεδο διαβίωσης και εργασίας που εκάστοτε πράγματι διαμορφώνεται με βάση τις πολιτικές υλοποίησης των προνοιών των προηγούμενων άρθρων δύναται να μεταβάλλεται  ανάλογα με τις επικρατούσες κάθε φορά κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας τους και τα συναφή κοινωνικά κεκτημένα». Βλ. Αυδίκο Γ. και Καλτσώνη Δ., Το Σύνταγμα της Ελεύθερης Ελλάδας, Εκδόσεις Τόπος, 2022, σ. 39.

[87] Κανελλοπούλου-Μαλούχου Ν., «Κανονιστικότητα και διακριτική ευχέρεια στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων: Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της νομιμοποιητικής βάσης της κρατικής εξουσίας», σε Ανθόπουλο Χ., Ηλιάδου Αι., Παπαδοπούλου Λ., Παπαχρήστο Ν. και Χρυσόγονο Κ., Η θεωρία της Συνταγματικής Πράξης: Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιζέλου (Τόμος Ανταποδοτικός), Εκδόσεις Σάκκουλα 2025, σ. 735.

[88] Ο ν. 4738/2020 που θέσπισε το νέο πτωχευτικό κώδικα δεν προέβλεψε σχετικό ισοδύναμο μέτρο. Βλ. Χριστοφορίδου Σ., «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σ. 556.

[89] Καϊδατζής Α., «Υπάρχουν κοινωνικά δικαιώματα στην εποχή των μνημονίων;»: https://www.constitutionalism.gr/υπάρχουν-κοινωνικά-δικαιώματα-στην-ε/ (πρόσβαση 8/12/2025).

[90] Έκτοτε, σε περιόδους κρίσης, το Κράτος έχει λάβει μέτρα για την αναστολή των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, αυτή η μέριμνα περιορίζεται πάντοτε σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές (βλ. την ΠΝΠ της 8ης Οκτωβρίου 2023 αναφορικά με την αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης στην περιφέρεια της Θεσσαλίας λόγω της «κακοκαιρίας Daniel») και διαρκεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (βλ. το ν. 4790/2021 για την αναστολή της διενέργειας αναγκαστικών εκτελέσεων και πλειστηριασμών λόγω της πανδημίας του Covid-19).

[91] Βλ. Κουρουνδή Χ., Το Σύνταγμα & η Αριστερά: Από τη βαθεία τομή του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, Εκδόσεις Νήσος, 2018, σ. 359 επ., ο οποίος αναλύει διεξοδικά τις προτάσεις της αντιπολίτευσης -στο πλαίσιο της κατάρτισης του Συντάγματος 1975- για την κατοχύρωση αγώγιμων κοινωνικών δικαιωμάτων.

[92] ΣτΕ 2029/1992, ΔιΔικ1993, σ. 1205, αλλά και ΔΕφΠειρ 2046/2023, ΔΕφΑθ 1411/2019. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από τη θεωρία, βλ. ενδεικτικά Παπαρρηγοπούλου Π., «Άρθρο 21», σε Βενιζέλου Ε., Το Ελληνικό Σύνταγμα: Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2025, σ. 1082.

[93] Λεβέντης Γ., «Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη», ΤοΣ1976, σ. 178.

[94] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 526 και 563· Δερβέναγας Α., Το Σύνταγμα της Ελλάδος: ερμηνεία κατ’ άρθρον, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1976, σ. 136, σύμφωνα με τον οποίο «αναγνωρίζονται εις τα άτομα ωρισμέναι εξουσίαι προς τον σκοπόν της απαλλαγής των από της οικονομικής καταπιέσεως και της εξασφαλίσεως της ευημερίας των».

[95] Conseil d’ Etat: Απόφαση υπ’ αριθ. 356456 της 10ης Φεβρουαρίου 2012, με σχόλιο της Η. Μωραΐτη, ΕφημΔΔ 2013, σ. 319επ.

[96] Ο νομικός αυτοπεριορισμός του κράτους (μέσω της συνταγματικής κατοχύρωσης κοινωνικών δικαιωμάτων) συνοδεύεται από την παράλληλη/αναγκαία προϋπόθεσή της αναγνώρισης υποκειμένων δικαίου. Βλ. Μανιτάκη Α., Κράτος Δικαίου και Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας (Ι), Εκδόσεις Σάκκουλα, 1994, σ. 112-113.

[97] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 526, Επίσης, ο ίδιος σε άλλο σημείο αναφέρει «(…) δεν εξαρτάται απολύτως η ύπαρξη υποκειμενικού δικαιώματος από την πρόβλεψη ενδίκου βοηθήματος (…). Είναι δεδομένο ότι το ένδικο βοήθημα παρέχει μείζονα προστασία, το γεγονός όμως αυτό δεν αρκεί για να αναγάγει τη δικονομία σε κριτήριο της κανονιστικότητας. (…) Δεν είναι η αγωγιμότητα προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός δικαιώματος, αλλά ακριβώς το αντίθετο», (σ. 567).

[98] Βλ. Στεργίου Α., Άρθρο 21 παρ. 4, σε Βλαχόπουλο Σπ., Κοντιάδη Ξ., Τασόπουλο Γ., Σύνταγμα: Ερμηνεία κατ’ άρθρο [Ηλεκτρονική Έκδοση], 2023, σ. 4· Κατρούγκαλο Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής: Θεσμοί παροχικής διοίκησης και κοινωνικά δικαιώματα στο σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1998, σ. 734. Ο τελευταίος μάλιστα επικαλείται τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία «υποχρέωση αποζημίωσης δεν γεννάται μόνο από πράξεις ή παραλείψεις της διοίκησης, αλλά και του νομοθέτη (Βλ. Παυλόπουλο Π., «Ευθύνη του κράτους για παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου», ΕλλΔνη 1990, σ. 390). Σχετικό δικαίωμα αναγνωρίζεται όταν συντρέχουν τρείς προϋποθέσεις: α) ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε να απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, β) η παραβίαση να είναι σοβαρή, γ) να υφίσταται αιτιώδης σχέση μεταξύ της ζημιάς και της σχετικής παραβίασης του κράτους. (…) Με τις αποφάσεις αυτές ενεργείται μια διπλή λειτουργία ομογενοποίησης: αφενός οριζόντια, με τη διαμόρφωση ενός κοινού δικαίου αποζημίωσης στο σύνολο των εννόμων τάξεων των κρατών μελών. Αφετέρου κάθετα, εξομοιώνοντας το καθεστώς και τις συνθήκες ευθύνης των κρατών μελών και των οργάνων της Ένωσης. Στη νομολογία του δικαστηρίου η υποχρέωση αποζημίωσης αποτελεί λογικό επακόλουθο της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι οποιουδήποτε αντίθετου εσωτερικού κανόνα και της ανάγκης πραγματικής και αποτελεσματικής εφαρμογής του. (…) Η κανονιστική υπεροχή και ενότητα του Συντάγματος επιβάλλουν αντίστοιχες λύσεις και στο επίπεδο των σχέσεων του Συνταγματικού με τον κοινό νομοθέτη» (σ. 532-533).

[99] Βλ. τον σχετικό προβληματισμό του G. Rosenberg (σε The Hollow Hope: Can Courts Bring About Social Change? [2η έκδoση], Εκδόσεις University of Chicago, 2008) για την προοπτική τα δικαστήρια να προκαλέσουν την κοινωνική αλλαγή.

[100] Στη θεωρία υποστηρίζεται ότι ο συνδυασμός των άρθρων 2 παρ. 1 και 21 παρ. 4 Σ κατοχυρώνουν την προστασία της πρώτης κατοικίας. Βλ. Τσενέ Δ., «Η συνταγματική προστασία της πρώτης κατοικίας»: https://www.syntagmawatch.gr/youth-view/h-syntagmatikh-prostasia-ths-prwths-katoikias/#_ftnref5 (πρόσβαση 8/12/2025).

[101] Καϊδατζής Α., «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία (14) 2025, σ. 214.

[102] ΔεφΘες 308/2025.

[103] Ό.π., ΔΕφΠειρ 2046/2023, 1536/2023, ΔΕφΑθ 1811/2022· Από θεωρία βλ. Στεργίου Α., Κοινωνικά Δικαιώματα: Γι’ έναν κόσμο λιγότερο άνισο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 243.

[104] ΣτΕ 359/2018, σκέψεις 4-5. Από τη θεωρία βλ. Μπουκουβάλα Β., «Σύγχρονα κρίσιμα ζητήματα του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων», ΔιΔικ 2018, σ. 400.

[105] Σωτηρέλης Γ., Σύνταγμα και δημοκρατία στην «εποχή της παγκοσμιοποίησης», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2000, σ. 359.

[106] Βλ. τη διεξοδική ανάλυση του Κουρουνδή Χ., Το Σύνταγμα & η Αριστερά: Από τη βαθεία τομή του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, Εκδόσεις Νήσος, 2018.

[107] Μάνεσης, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα 1980, σ. 16 και 61· Το Σύνταγμα του 1975 «αποτέλεσε προϊόν αυτού που αποκλήθηκε ‘μεταπολιτευτικός συμβιβασμός’. Παρότι κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικό, όπως προκύπτει από τη σφοδρή κριτική που δέχθηκε από την Αριστερά, το Σύνταγμα αυτό (…) περιείχε πάντως κάποιες, έστω ελάχιστες, παραχωρήσεις στις λαϊκές μάζες. Κοινωνικά δικαιώματα, εργασιακές και συνδικαλιστικές ελευθερίες και, σε συμβολικό επίπεδο, προπαντός το άρθρο 16 (…)». Βλ. Καϊδατζή Α., «Αντίστροφος οριτζιναλισμός και ελιτιστικός ευρωπαϊσμός: η σημειολογία της απόφασης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια»: https://nomarchia.gr/αντίστροφος-οριτζιναλισμός-και-ελιτ/ (πρόσβαση 8/12/2025).

[108] Καϊδατζής Α., «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία  2025, σ. 216.

[109] Βενιζέλος Ε., Μικρή εισαγωγή στο Σύνταγμα και στο Συνταγματικό Δίκαιο: Ένα εισαγωγικό μάθημα και μια συζήτηση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2023, σ. 6.

[110] Παπαδημητρίου Γ., Συνταγματικές μελέτες: Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2007, σ. 58-61.

[111] Κατρούγκαλος Γ., Το Κοινωνικό Κράτος της Μεταβιομηχανικής Εποχής, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 472.

[112] Βενιζέλος Ε., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2021, σ. 392.

[113] Bobbio Ν., Το μέλλον της Δημοκρατίας, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1993, σ. 145.

[114] Δουζίνας Κ., Το κράτος των δικαστών, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2025, σ. 130.

[115] Βλ. τις εύστοχες παρατηρήσεις του Κ. Δουζίνα, Μεταξύ απολογίας και ουτοπίας: Συνταγματισμός και κριτική θεωρία, Εκδόσεις Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2025, σ.9: «Η συνταγματική θεωρία είναι απόγονος της φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα και αναπαράγει τα αδιέξοδα της μητρικής θεωρίας. (…) Η ουτοπική πλευρά της mainstream νομικής θεωρίας υπόσχεται ελευθερία και δικαιοσύνη αλλά η άλλη πλευρά της αποκρύπτει την εξουσία που διαπερνάει τις κοινωνίες και μας συνιστά ως υποκείμενα».

[116] Rawls J., Justice as Fairness: A restatement, Εκδόσεις Harvard University, 2001, σ. 131 και 138.

[117] Βλ. Σβώλο A., Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, τύποις Πυρσού, 1928, σ. 95: «Η επίδρασις μάλιστα των οικονομικών οργανώσεων – trusts, cartels, ανωνύμων εταιρειών – τας οποίας ακριβώς δι’ αυτόν τον λόγον φοβείται η δημοκρατική συνείδησις εις πολλάς χώρας, είναι τόσον μεγάλη, ώστε πράγματι οικειοποιείται αυτήν ταύτην την ως θέλησιν του Κράτους εμφανιζομένην θέλησιν των εξουσιών».

[118] Αριστόβουλος Μάνεσης, «Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975», Συνταγματική θεωρία και πράξη, τομ. 2, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σ. 537.

[119] Τσαϊτουρίδης Χ., Δύναμη και δίκαιο: Το σώμα του νομικού υποκειμένου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2009, σ. 215.

[120] Καϊδατζής Α., «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία (14) 2025, σ. 216.

[121] Βλ. Parker D. R., «Εδώ, κυβερνά ο λαός»: Ένα Συνταγματικό Λαϊκίστικό Μανιφέστο, Εκδόσεις Παπασωτηρίου, 2021, σ. 117, ο οποίος παρατηρεί γλαφυρά: «Ακόμα και αν αισθάνεστε μια επιθυμία να πιστεύετε σε έναν, ισχυρό και αγνό, συνταγματισμό, θα πρέπει να αναγνωρίσετε ότι, όπως και κάθε άλλη ισχυρή επιθυμία, αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο στη σφαίρα της φαντασίας. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για οτιδήποτε υπερβαίνει την πολιτική. Το μόνο που υπάρχει είναι η πολιτική. Στο κάτω κάτω, αυτή έχει ήδη μεταβάλει θεμελιωδώς το συνταγματικό μας δίκαιο πολλές φορές (…)».

[122] Δουζίνας Κ., Το Κράτος των δικαστών, Εκδόσεις Παπαζήση, 2025, σ. 127.

[123] Ό.π., σ. 131.

[124] Παπαδοπούλου Λ., «Η κανονιστικότητα και εκδικασιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, και ταυτόχρονα μία συνηγορία υπέρ του status mixtus των δικαιωμάτων», ΤοΣ 2020, σ. 930.

[125] Σωτηρέλης Γ., «Τα κοινωνικά δικαιώματα στη δίνη της οικονομικής κρίσης», ΕφημΔΔ 2013, σ. 301.

[126] Μάνεσης Α., «Η προβληματική της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο», Συνταγματική θεωρία και πράξη, τομ. 2, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2007, σ. 582.

[127] Πούλου Α., «Τα βαλλόμενα κοινωνικά δικαιώματα και η σύγχρονη έννοια της κοινωνικής δημοκρατίας κατά τον Αριστόβουλο Μάνεση», ΤοΣ 2019, σ. 89.

[128] Σύμφωνα με τον Κ. Δουζίνα, Το Κράτος των δικαστών, Εκδόσεις Παπαζήση, 2025, σ. 141: «Οι διαδηλώσεις και η πολιτική́ ανυπακοή́ παραβιάζουν δευτερεύοντες νόμους προστασίας της δημόσιας τάξης για να αναδείξουν τις μεγάλες αδικίες της εξουσίας». Επισημαίνεται ωστόσο, ότι δεν είναι άγνωστη στην παράδοση του συνταγματισμού η ανάπτυξη δυναμικών φαινομένων, ακόμη και βίαιων όταν διακυβευόταν ο σεβασμός ενός δικαιώματος ή η τήρηση του Συντάγματος. Ο Larry Kramer σημειώνει ότι «ο όχλος (…) οργανωνόταν για να διαφυλάξει τις αξίες της κοινότητας απέναντι σε αδιάφορους ή αναποτελεσματικούς δημόσιους λειτουργούς και στην παράνομη ή αντισυνταγματική δράση. (…) Το πλήθος αυτό επέδειξε αξιοσημείωτη συνέπεια και ακρίβεια, τόσο ως προς την επιλογή των στόχων του, όσο και για την αποφυγή πρόκλησης τυχόν παράπλευρων βλαβών. (…) Η δράση του πλήθους ακολουθούσε άγραφους, εθιμικούς κανόνες σχετικά με το πόση βία ήταν αποδεκτή και ποιοι στόχοι θεωρούνταν θεμιτοί, γεγονός που επέτρεπε στους συγχρόνους να διακρίνουν τη συνταγματική (νομιμοποιημένη) κινητοποίηση του πλήθους από μια απλή ταραχή (riot)». Βλ. του ίδιου, The People Themselves: Popular Constitutionalism and Judical Review, Εκδόσεις Oxford University, New York 2004, σ. 27.

[129] Σιατίτσα Δ., «Κινήματα κατοικίας στην Ελλάδα μια ιστορική αναδρομή», σε Κουραχάνη Ν., Κατοικία και κοινωνία: Προβλήματα, πολιτικές και κινήματα, Εκδόσεις Διόνικος, 2019, σ. 334.

[130] Βλ. τους ορισμούς του Δ. Σπινέλλη, «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης ή αξιόποινη πράξη;», σε Σαμαρά-Κρίσπη Α., Αίνος Μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη: Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου των διεθνών σχέσεων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2015, σ. 341, σύμφωνα με τον οποίο κατάληψη είναι: «α) η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται κύριος ξένου εδάφους ή ξένης ιδιοκτησίας ή β) η αυθαίρετη ή δυναμική εγκατάσταση σε ένα χώρο από τον οποίο αρνούμαι να απομακρυνθώ». Ο H. Pruijt, «The logic of urban squatting», International Journal of urban and regional research 2013 [37], σ. 19 επ., διακρίνει 5 κατηγορίες αστικών καταλήψεων: α) οι καταλήψεις με βάση την ανάγκη της στέγασης, β) οι καταλήψεις ως μια εναλλακτική στρατηγική στέγασης, γ) οι καταλήψεις με σκοπό την ανάπτυξη ορισμένης επιχείρησης, δ) οι καταλήψεις με σκοπό τη συντήρηση κτηρίων-μνημείων, ε) οι πολιτικές καταλήψεις. Στην Ελλάδα παρατηρείται η συμπλοκή περισσότερων μορφών σε κάθε κατάληψη.

[131] Η κατάληψη ιδιωτικών κτηρίων είναι πολύ σπάνια και συνήθως πρόκειται για εγκαταλελειμμένους βιομηχανικούς χώρους και λιγότερο για κατοικίες.

[132] Σιατίτσα Δ., «Κινήματα κατοικίας στην Ελλάδα μια ιστορική αναδρομή», σε Κουραχάνη Ν., Κατοικία και κοινωνία: Προβλήματα, πολιτικές και κινήματα, Εκδόσεις Διόνικος, 2019, σ. 348.

[133] Πρόκειται για μια διαφορετική έκφανση του φαινομένου της αυτοστέγασης, η οποία δεν παρακινείται από τις κρατικές πολιτικές, αλλά αντίθετα είναι αποτέλεσμα διεργασιών του κοινωνικού συνόλου. Βλ. ενδεικτικά Ομάδα Σύνταξης, Rosa Nera… Το όνομα του κτιρίου και όχι της κατάληψης: https://www.parakritika.gr/05/09/2020/para-kritika/vinteo-rosa-nera-to-onoma-toy-ktirioy-kai-ochi-tis-katalipsis-ti-anaferetai-sto-diadiktyo/ (πρόσβαση 8/12/2025): «Τον Ιούνιο του 2004 μία αυτόνομη ομάδα κατέλαβε το κτίριο και το ανακήρυξε για πρώτη φορά ελεύθερο χώρο. Από ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο μετατράπηκε σε ένα χώρο στέγασης αλλά και σε ένα χώρο πολιτιστικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Με συλλογική εργασία, καθαρίστηκε ο χώρος από απορρίμματα, με προσωπικά έξοδα της ομάδας έγιναν επισκευές και η συντήρηση του κτιρίου».

[134] Τσέτουρα Α., Το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής εργασίας, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2022, σ. 372.

[135] Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη λειτουργία του δημοσίου χώρου ως ύστατου καταφυγίου των αστέγων. Οι τελευταίοι στερούμενοι ιδιωτικής κατοικίας ικανοποιούν εκεί όλες τους τις βιοτικές ανάγκες. Τούτη η πρακτική εγείρει ερωτήματα αναφορικά με το δικαίωμα πρόσβασης στον δημόσιο χώρο και σε σχέση με το ιδιοκτησιακό του καθεστώς. Συγκεκριμένα, ο άστεγος, ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, είναι εξορισμού δικαιούχος των κοινόχρηστων πραγμάτων και -καταρχήν- τα χρησιμοποιεί νομίμως. Δεδομένου όμως, ότι το περιεχόμενο και η έκταση της κοινοχρησίας ποικίλλει ανάλογα με το είδος του πράγματος, τον προορισμό και την επάρκειά του, ενώ η ίδια εκλαμβάνεται ως παροδική και όχι διαρκής, διερωτάται κανείς εάν η διαβίωση του αστέγου στον δρόμο ή στην πλατεία συνιστά μορφή άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης στον δημόσιο χώρο. Στο μέτρο που η διαβίωση ενός αστέγου δυσχερώς μπορεί να θεωρηθεί παροδική, υποστηρίζεται ότι με τη μονιμότητα της χρήσης του δημοσίου χώρου και ειδικότερα με την εγκατάσταση σε ένα σημείο αυτού (πχ παγκάκι, υπόγεια διάβαση κλπ) δημιουργείται ένας οιονεί ιδιωτικός χώρος (εντός του δημοσίου), που καταλαμβάνεται από τον άστεγο εις βάρος της κοινοχρησίας. Η άποψη αυτή οφείλει να αποκρουσθεί, καθότι ο εκτοπισμός των αστέγων ως ανεπιθύμητων από τον δημόσιο χώρο -αφ’ ης στιγμής ελλείπει ο ιδιωτικός χώρος στέγης- προσβάλλει την αξία του ανθρώπου, παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα στην κατοικία και οδηγεί σε ολοκληρωτικό αποκλεισμό τους από τον κοινωνικό ιστό. Συνεπώς, στη σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος του ευρέως ανώνυμου κοινού στον δημόσιο χώρο και του ειδικότερου δικαιώματος των αστέγων σε κατοικία, το πρώτο φαίνεται να υποχωρεί λόγω του ανθρωποκεντρισμού, που διέπει την έννομη τάξη  και του προορισμού του δημόσιου χώρου. Βλ. Γεωργίου Σ., Τα συνταγματικά θεμέλια του δημόσιου χώρου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2017, σ. 382-386.

[136] Ταβερναράκη Ρ., «Ο κατειλημμένος χώρος: το παράδειγμα των καταλήψεων στέγης», σε Μανωλίδη Κ., Μεταβολές και ανασημασιοδοτήσεις του χώρου στην Ελλάδα της κρίσης: Βιβλίο περιλήψεων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: Πολυτεχνική σχολή-Τμήμα αρχιτεκτόνων, 2013, σ. 82.

[137] Βλ. Φιλιππίδη Χ., Φωτοβολίδες μέχρι το τέλος του παλιού κόσμου, Εκδόσεις Futura, 2023, σ. 16 και 36-37, ο οποίος αναφέρεται στην πολιτική και κοινωνική ανασημασιοδότηση ελάσσονων χωρικοτήτων στο κέντρο της Αθήνας, όπως οι τηλεφωνικοί θάλαμοι.

[138] Σπινέλλης Δ., «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης ή αξιόποινη πράξη;», σε Σαμαρά-Κρίσπη Α., Αίνος Μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη: Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου των διεθνών σχέσεων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2015, σ. 352.

[139] Δουζίνας Κ., Το κράτος των δικαστών, Εκδόσεις Παπαζήση, 2025, σ. 141.

[140] Σταυρίδης Σ., Κοινός χώρος: η πόλη ως τόπος των κοινών, Εκδόσεις angelus novus, 2018, σ. 20-21.

[141] Πέρβου Ι., «Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας: επισημάνσεις από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ», Αρμ 2021, σ. 751.

[142] ΑΠ 585/2021, σκέψη 1.

[143] Παππάς Σπ., «Εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 966-971», σε Γεωργιάδη Α. και Σταθόπουλο Μ., Αστικός Κώδιξ: Κατ’ άρθρο ερμηνεία [τόμος 5], Εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλα, 1985, σ. 107-108· Βλ. επίσης Περτσελάκη Μ., Πρωτόκολλα και Δημόσια Κτήματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σ. 71. Σύμφωνα με τη συγγραφέα στην εν λόγω κατηγορία εντάσσονται όλα τα δημόσια κτήματα πλην των δασικών εκτάσεων. Δηλαδή, λιβάδια, βοσκοτόπια, αστικά ακίνητα, τουριστικά δημόσια κτήματα, κοινόχρηστοι χώροι κλπ. Επισημαίνει δε ότι για τον αιγιαλό και την παραλία (σ. 72). Για τις δασικές εκτάσεις υφίσταται ειδική νομοθεσία.

[144] Βλ. ενδεικτικά ΜΠρΘεσ 1306/2011.

[145] Περτσελάκη Μ., Πρωτόκολλα και Δημόσια Κτήματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σ. 77.

[146] Βλ. ενδεικτικά για την έννοια της διάνοιας κυρίου την ΑΠ 1981/2022, σκέψη 2.

[147] Βλ. ενδεικτικά από την πρόσφατη νομολογία: ΕφΠατρ 400/2018, ΜΠρΡοδ 2/2015 και από θεωρία Τζίφρα Π., Ασφαλιστικά μέτρα κατά τον ΚΠολΔ (4η έκδοση), 1985, σελ. 582.

[148] Περτσελάκη Μ., Πρωτόκολλα και Δημόσια Κτήματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σ. 76.

[149] ΑΠ 666/1972.

[150] Για το ζήτημα αυτό βλ. την εξαιρετική μονογραφία των O’ Mahony L. F. και Roark M., Squatting and the State: Resilient Property in an age of crisis, Εκδόσεις Cambridge University, 2022, σ. 92 επ., όπου περιγράφονται και αποτιμώνται συγκριτικά τα συστήματα κανόνων αντιμετώπισης των καταλήψεων σε: Ιρλανδία, Αγγλία και Ουαλία, Νότια Αφρική, Ισπανία και ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο αποκαλύπτει τη σύνθετη σχέση μεταξύ «γης, στέγασης, φτώχειας, ιδιοκτησίας, ιδιότητας του πολίτη και κοινωνικού αποκλεισμού».

[151] Σπινέλλης Δ., «Καταλήψεις-μορφή πολιτικής ή κοινωνικής δράσης ή αξιόποινη πράξη;», σε Σαμαρά-Κρίσπη Α., Αίνος Μνήμης καθηγητού Ηλία Κρίσπη: Συμβολές στην επιστήμη του δικαίου των διεθνών σχέσεων», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2015, σ. 349.

[152] Βλάχος Γ., Κοινωνιολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1979, σ. 151.

[153] Βλ. Παραρά Π., Σύνταγμα 1975-Corpus Ι: άρθρα 1-50, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1982, σ. 321.

[154] Βλ. Καϊδατζή Α., «Κοινωνικά Δικαιώματα και Κοινωνική Δημοκρατία», e-Πολιτεία (14) 2025, σ. 212 και 214

[155] Πινακίδης Γ., «Η συνταγματική υφή της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου», ΔτΑ 2007, σ. 80.

[156] Βενιζέλος Ε., «Η μετεξέλιξη της έννοιας του Συντάγματος-Το ‘επαυξημένο’ Σύνταγμα», ΕφημΔΔ 2023, σ. 609.

[157] Παραράς Π., «Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΔτΑ 2012, σ. 1160. Η ΕΣΔΑ μέσω του άρθρου 53 εγγυάται ένα κατώτατο επίπεδο προστασίας για τους πολίτες των συμβεβλημένων κρατών.

[158] Ηλιοπούλου-Στράγγα Τ., Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018, σ. 274.

[159] Πικραμένος Μ., «Το ΕΔΔΑ και το ΣτΕ: Ο διάλογος δύο δικαστηρίων με δικαιοπλαστική εξουσία μεγάλης έντασης», Ε-politeia (10) 2024, σ. 194.

[160] Ηλιοπούλου-Στράγγα Τ., Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018, σ. 241.

[161] Καταρχήν, η νομολογία του Στρασβούργου δεν μοιάζει να διαφοροποιείται από την εθνική, αφού αρνείται παγίως την ευθεία απόρροια από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ μιας υποχρέωσης του κράτους για παροχή στέγης (Βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ Chapman v. the United Kingdom, 2001, σκέψη 99, ΕΔΔΑ Hudorovic and others V. Slovenia, 2020, σκέψη 114). Εντούτοις, έχει κριθεί ότι η παράλειψη σχετικής συνδρομής -από πλευράς της πολιτείας- προς άτομο, το οποίο βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, ενδέχεται να οδηγεί σε παραβίαση της οικείας διάταξης, λόγω του ισχυρού αντίκτυπου στην ιδιωτική ζωή του τελευταίου (ΕΔΔΑ Marzari V. Italy, 1999). Μάλιστα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι εφόσον ο αιτών δικαστική προστασία πάσχει από αναπηρία, το βάρος αιτιολόγησης της άρνησης συνδρομής του για την ανεύρεση καταλύματος βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 μπορεί να είναι μεγαλύτερο από ό,τι σε άλλες περιπτώσεις (Βλ. ΕΔΔΑ Botta V. Italy, 1998, σκέψη 34). Βλ. Burbergs M., «How the right to respect for private and family life, home and correspondence became the nursery in which new rights are born», σε Brems E. και, Gerards J., Shaping Rights in the ECHR: The Role of the European Court of Human Rights in Determining the Scope of Human Rights, Εκδόσεις Cambridge University, 2013, σ. 323.

[162] ΕΔΔΑ Khatun and 180 others V. the United Kingdom, 1998.

[163] Letsas G., «The Truth in Autonomous Concepts: How to Interpret the ECHR», European Journal of International Law 2004 ,σ. 283.

[164] Καραβίας Μ., Άρθρο 8, σε Σισιλιάνο Λ. Α., Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2025, σ. 501.

[165] Η δυναμική τούτης της πρόσληψης του όρου υπερβαίνει ουσιωδώς το άρθρο 51 ΑΚ. Πάντως, ορθά επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος-ακριβής ορισμός της κατοικίας στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά μόνο επιμέρους εκφάνσεις του. Βλ. Δαγτόγλου Π., Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά Δικαιώματα [4η Έκδοση], Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ. 511.

[166] ΕΔΔΑ Gillow V. the United Kingdom, 1986, σκέψη 46.

[167] ΕΔΔΑ Winterstein and others V. France, 2013, σκέψη 141.

[168] ΕΔΔΑ Buckley V. the United Kingdom, 1996, σκέψη 54.

[169] Στην απόφαση Gillow V. the United Kingdom, 1986, (σκέψη 46), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ένα κενό επί 19 έτη ακίνητο μπορεί να θεωρηθεί κατοικία με βάση το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, με δεδομένο ότι οι αιτούντες παραμένουν ιδιοκτήτες και διατηρούν περιουσιακά στοιχεία (πχ έπιπλα) εντός αυτού, επιθυμώντας παράλληλα να εγκατασταθούν μόνιμα στο τελευταίο.

[170] ΕΔΔΑ Demopoulos V. Turkey, 2010, σκέψη 136. Η υπόθεση αφορούσε αίτημα Ελληνοκυπρίου να

αναγνωρισθεί ως κατοικία του ακίνητο στα κατεχόμενα. Bλ. αναλυτικά Paraskeva C. και Meleagrou E., Cyprus at the European Court of Human Rights, Εκδόσεις Brill, 2022, σ. 100 επ.

[171] Βλ. αντί άλλων ΕΔΔΑ Brezec V. Croatia, 2013, σκέψη 35.

[172] ΕΔΔΑ Mentes and others V. Turkey, 1997, σκέψη 73.

[173] Είναι προφανές ότι η λειτουργία της ως στέγη  (χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενός ατόμου) αποτελεί τη θεμελιώδη προϋπόθεση για την υπαγωγή μιας κατάληψης στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της κατάληψης πρέπει να εξαντλείται αποκλειστικά σε αυτή τη λειτουργία. Έτσι, και ένας χώρος πολλαπλών χρήσεων (πχ κατάλυμα, πολιτικό στέκι, καλλιτεχνικό εργαστήρι κλπ) μπορεί να χαρακτηρίζεται επίσης «κατοικία», εφόσον πράγματι αποτελεί τον τόπο διαβίωσης των καταληψιών (ύπαρξη σταθερών και διαρκών δεσμών με τον χώρο).

[174] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 6-19.

[175] Ό.π., σκέψεις 102-103.

[176] Το δικαστήριο στη νομολογία του έχει αναγνωρίσει μια πληθώρα μορφών επέμβασης στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας, όπως: α) κατεδάφιση ακινήτου από τις αρχές (ΕΔΔΑ Selcuk and Asker V. Turkey, 1998, σκέψη 86), β) άρνηση των αρχών να επιτρέψουν σε πρόσωπα που έχουν εκτοπισθεί να επιστρέψουν στις κατοικίες τους (ΕΔΔΑ Cyprus V. Turkey, 2001, σκέψη 174), γ) μετακίνηση των κατοίκων οικισμού σε άλλη περιοχή με συνδρομή των αστυνομικών αρχών (ΕΔΔΑ Noack and others V. Germany, 2000), δ) πράξη έξωσης, η οποία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί (ΕΔΔΑ Cosic V. Croatia, 2009, σκέψη 22) κ.α.

[177] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 105. Βλ. παρόμοιες σκέψεις σε ΕΔΔΑ Chapman V. the United Kingdom, 2001, σκέψη 73.

[178] Η ανάκτηση της περιουσίας του Δημοσίου δεν μνημονεύθηκε ρητά ως επιδιωκόμενος σκοπός στο corpus της πράξης διοικητικής αποβολής, αλλά συνήχθη ερμηνευτικά από το δικαστήριο. ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 110-111. Ομοίως και για τους λοιπούς σκοπούς. Ομοίως, ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, παρ. 69, ΕΔΔΑ McCann V. the United Kingdom, 2008, παρ. 48.

[179] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψεις 113.

[180] Ό.π., σκέψη 114. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ισχυρισμός ότι ο πραγματικός στόχος της δημοτικής αρχής ήταν η ιδιωτικοποίηση της εν λόγω έκτασης και η διάλυση του οικισμού των Ρομά. Ο.π., σκέψη 86.

[181] Ό.π., σκέψη 117. Ο έλεγχος της αναγκαιότητας καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος στις υποθέσεις, οι οποίες σχετίζονται με το δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας (άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Βλ. αντί πολλών άλλων ΕΔΔΑ Orlic V. Croatia, 2011, σκέψη 63.

[182]Βλ. ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, παρ. 82, ΕΔΔΑ Hudorovic and others V. Slovenia, 2020, σκέψη 141.

[183] Atalay S., «Housing and Social Control: Reassessing the Protection Asymmetries of Article 8 of the European Convention on Human Rights», Social & Legal Studies 2024, σ. 12.

[184] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 118.

[185] Ό.π., σκέψη 118.

[186] Αναλυτική επεξεργασία του συνόλου των κρίσεων (200) που αφορούν εξώσεις στο πλαίσιο της νομολογίας του ΕΔΔΑ (μέχρι και το 2024) ανέδειξε ότι η μη διενέργεια προηγούμενου ελέγχου αναλογικότητας από εγχώριο δικαιοδοτικό όργανο αποτελεί τον πλέον κρίσιμο παράγοντα για την αρνητική έκβαση μιας υπόθεσης. Η απόφαση Mc Cann V. the United Kingdom (2008) αποτελεί ορόσημο στη νομολογία του δικαστηρίου από αυτή την άποψη, αφού εισήγαγε την εν λόγω τάση. Βλ. Bruijn M., «X Factors and Tipping Points in Eviction Cases: A Statistical Analysis of Eviction Litigation of the European Court of Human Rights», Human Rights Law Review 2024 (24), σ. 15.

[187] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 127. Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί η διαπίστωση μη επαρκούς τήρησης των διαδικαστικών απαιτήσεων επιτρέπει την αυστηροποίηση της έντασης του δικαστικού ελέγχου σε υποθέσεις που αφορούν κοινωνικά δικαιώματα. Βλ. Πούλου Α., Μέτρα λιτότητας και Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η δικαστική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε εποχές κρίσης, ΔτΑ 2014, σ. 871-872.

[188] Το στοιχείο αυτό βέβαια συνεκτιμάται στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλογικότητας. Παλαιότερα, η νομολογία έδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στο στοιχείο της παρανομίας: «Αν η οικία εγκαταστάθηκε παράνομα σε ένα δεδομένο τόπο, το πρόσωπο που αμφισβητεί τη διαταγή εγκατάλειψής του χώρου βρίσκεται σε μια λιγότερο εύκολη κατάσταση. Το δικαστήριο δυσκολεύεται να χορηγήσει προστασία σε πρόσωπα που, αψηφώντας εν γνώσει τους την απαγόρευση του νόμου, εγκαθίστανται σε ένα τόπο». Βλ. Σαρμά Ι., Κράτος και δικαιοσύνη (1)· Ελευθερία με υπεροχή του δικαίου: Η νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, σ. 129.

[189] Βλ. σκέψεις και ΕΔΔΑ Bjedov V. Croatia, 2012, σκέψεις 70-71.

[190] ΕΔΔΑ Connors V. the United Kingdom, 2004, ΕΔΔΑ McCann V. the United Kingdom, 2008, ΕΔΔΑ Cosic V. Croatia, 2009.

[191] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 121.

[192] Ό.π., σκέψεις 109 και 127

[193] Βλ. Πάνου Ν., «Η ‘ευαλωτότητα’ στη νοµολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και η (µετα;)πανδηµική εποχή», e-Πολιτεία (6) 2023, σ. 235.

[194] ΕΔΔΑ, ο.π., σκέψη 121.

[195] Χριστοφορίδου Σ., Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή, ΤοΣ 2021, σ. 551.

[196] ΕΔΔΑ, ο.π., σκέψη 125.

[197] Βλ. ΕΔΔΑ Ivanova Cherkezov V. Bulgaria, 2016, σκέψη 53, που αφορά την προστασία ενός αυθαίρετου ακινήτου (από κατεδάφιση), το οποίο αποτελούσε την πρώτη και μοναδική κατοικία του αιτούντος έννομη προστασία. Βλ. το σχόλιο του Χειρδάρη Β., ΝοΒ 2016, σ. 2142-2143.

[198] Πάνου Ν., «Η ‘ευαλωτότητα’ στη νοµολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και η (µετα;)πανδηµική εποχή», e-Πολιτεία (6) 2023, σ. 237-238.

[199] Στην ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria οι πλειοψηφία των ερμηνευτών θεωρεί ότι η ταυτότητα των αιτούντων έννομη προστασία ως Ρομά διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο. Βλ. ενδεικτικά Micha E., «The long winding road towards justiciability of social rights during times of sovereign debt crisis», Annuaire International Des Droits De L’ Homme (7) 2014, σ. 594-595.

[200] Πάνου Ν., «Η ‘ευαλωτότητα’ στη νοµολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και η (µετα;)πανδηµική εποχή», e-Πολιτεία (6) 2023, σ. 238.

[201] ΕΔΔΑ Tuleshov and Others V. Russia, 2007, σκέψη 53. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες εντάχθηκαν σε πρόγραμμα κοινωνικής στέγης 2 έτη αφότου τους επιδόθηκε η πράξη αποβολής από την κατοικίας τους και 1 μήνα αφόρου υλοποιήθηκε.

[202] ΕΔΔΑ Stankova V. Slovakia, 2008, σκέψεις 60-63. Στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε απόφαση, η οποία επέβαλε στην αιτούσα να εγκαταλείψει την κοινωνική κατοικία που της είχε παραχωρηθεί, χωρίς να της έχει παρασχεθεί εναλλακτική ως προς τη στέγασή της. Εξ’ αντιδιαστολής το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από μια σειρά πρόσφατων γαλλικών υποθέσεων ενώπιον του ΕΔΔΑ, οι οποίες δικαίωσαν το γαλλικό Κράτος, καθότι το τελευταίο είχε παραχωρήσει καταλύματα έκτακτης ανάγκης στους αιτούντες έννομη προστασία. Βλ. ΕΔΔΑ Caldaras and Lupu V. France, 2022, σκέψη 21, ΕΔΔΑ Ciurar and others V. France, 2022, σκέψη 22.

[203] Remiche A., «Yordanova and Others v Bulgaria: The Influence of the Social Right to Adequate Housing on the Interpretation of the Civil Right to Respect for One’s Home», Human Rights Law Review 2012, σ. 798.

[204] Εν προκειμένω το ΕΔΔΑ φαίνεται να διαλέγεται με τη διάσημη απόφαση Grootboom του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ν. Αφρικής, που αφορούσε την αποβολή περίπου 500 ατόμων από έκταση που είχαν -παράνομα- καταλάβει, με αποτέλεσμα να βρεθούν άστεγοι. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νοτίου Αφρικής, για να εκφέρει κρίση ως προς το αν υπήρξε παραβίαση του Συντάγματος ήλεγξε: α) εάν η δημόσια εξουσία είχε λάβε προσήκοντα μέτρα για την υλοποίηση του δικαιώματος στην κατοικία (ενόψει και της εξεταζόμενης κατάστασης), β) εάν είχε ληφθεί ειδική μέριμνα για όσους βρίσκονται σε ιδιαίτερη ανάγκη ή ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι ο Συνταγματικός δικαστής της Ν. Αφρικής διαθέτει αυξημένες εξουσίες σε σχέση με τον Έλληνα ή τον δικαστή του Στρασβούργου, επιβάλλοντας στο νομοθέτη να αναπτύξει κατάλληλο στεγαστικό πρόγραμμα και υποδεικνύοντας σχετικές κατευθύνσεις για την υλοποίησή του. Βλ. Κατρούγκαλο Γ., Το θεμελιώδες δικαίωμα για κατοικία και η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου της Ν. Αφρικής Irene Grootboom (CCT 11/00), ΔτΑ 2004, σ. 1331 επ· ο ίδιος, «Νομική φύση και δεσμευτικότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων», σε Σωτηρέλη Γ. και Τσαϊτουρίδη Χ., Κοινωνικά Δικαιώματα και Κρίση του Κράτους Πρόνοιας, Εκδόσεις Σαββάλα, 2007, σ. 49. Το κείμενο της απόφασης Grootboom (CCT 11/00) παρατίθεται σε ΔτΑ 2004, σ. 1340 επ. Σε παρόμοια συμπεράσματα είχε καταλήξει και το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας στην υπόθεση Olga Tellis κατά Bombay Municipal Corporation (SCC 545), που αφορούσε αίτηση των κατοίκων των πεζοδρομίων και των παραγκουπόλεων της Βομβάης να παραμείνουν στα πεζοδρόμια της πόλης, παρά το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής που είχε εκδοθεί εναντίον τους από τις δημοτικές αρχές. Το δικαστήριο θεώρησε ότι από το δικαίωμα στη ζωή απορρέει ένα δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση. Για το λόγο αυτό άστεγοι που διανυκτέρευαν σε πρόχειρα καταλύματα δεν ήταν νόμιμο να απομακρυνθούν από αυτά δίχως κατάλληλες ουσιαστικές και δικονομικές εγγυήσεις. Τελικώς, αποφασίστηκε η παραμονή τους στους κατειλημμένους χώρους μέχρι το πέρας της εποχής των μουσώνων. Βλ. Naukarkar P. N., «Case Comment: Olga Tellis v Bombay Municipal Corporation», Jus Corpus Law Journal 2022, σ. 108 επ. · Pillay A., «Revisiting the Indian experience of economic and social rights adjudication: The need for a principled approach to judicial activism and restrain», International and Comparative Law Quarterly 2015, σ. 385 επ.

[205] Βεβαίως, η ίδια η απόφαση (ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012) στην σκέψη 130 επαναλαμβάνει ρητά ότι τέτοιου είδους δικαίωμα δεν κατοχυρώνεται.

[206] ΕΔΔΑ Yordanova and others V. Bulgaria, 2012, σκέψη 127.

[207] Έτσι και η ΕΔΔΑ Bjedov V. Croatia, 2012, σκέψεις 70-71, η οποίο αφορούσε μάλιστα μεμονωμένο άτομο και όχι κοινότητα.

[208] ΕΔΔΑ F.J.M. V. the United Kingdom, 2018, σκέψη 37 και 41-46. Σύμφωνα με την οποία, σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών η εγχώρια νομοθεσία έχει μεριμνήσει ήδη να σταθμίσει τα συμφέροντα των αντιμαχόμενων πλευρών και επομένως απομένει η εφαρμογή της. Ως εκ τούτου δεν εμφανίζεται εξίσου αναγκαίος ο προηγούμενος έλεγχος αναλογικότητας από δικαιοδοτικό όργανο. Από την άλλη στο πλαίσιο της ΕΔΔΑ Panova and others V. Ukraine, 2021, σκέψη 57, το δικαστήριο, παρότι επρόκειτο για διαφορά μεταξύ ιδιωτών, διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης λόγω μη διεξαγωγής προηγούμενου ελέγχου αναλογικότητας από εγχώριο δικαιοδοτικό όργανο. Ιδιαιτερότητα αυτής της υπόθεσης αποτελούσε ότι ιδιώτης εκμισθωτής έξωσε μισθωτή, ο οποίος όμως όταν συνήψε αρχικώς τη σχετική σύμβαση (πριν 14 έτη) το ακίνητο ανήκε στο Δημόσιο. Για μια κριτική προσέγγιση βλ. Bruijn M., X Factors and Tipping Points in Eviction Cases: A Statistical Analysis of Eviction Litigation of the European Court of Human Rights, Human Rights Law Review 2024 (24), σ. 22-23.

[209] Σύμφωνα με την Ι. Πέρβου, «Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας: επισημάνσεις από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ», Αρμ2021, σ. 752-753: «Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία λειτουργεί εξαρχής εξισορροπητικά σε μια εγγενή διελκυστίνδα ανάμεσα στο γενικό συμφέρον (ανάγεται αυτομάτως σε κοινωνική επιταγή) που είναι πιθανό να συγκρούεται με το ιδιωτικό».

[210] ΕΔΔΑ Παπαχελά και ΑΜΑΖΩΝ Α.Ε. κατά Ελλάδας, μτφρ. Καψάλη Α. Μ., ΤοΣ 2021, σ. 611 επ.

[211] Σημειώνεται ότι το εν λόγο κτήριο παρέμενε αναξιοποίητο τη στιγμή της κατάληψής του (δηλαδή, δεν λειτουργούσε ως ξενοδοχείο).

[212] Παπαδοπούλου Κ., «Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η κατάληψη ιδιωτικών κτηρίων για τη στέγαση προσφύγων και μεταναστών», ΠερΔικ 2020, σ. 590.

[213] ΕΔΔΑ, Papachela and Amazon S.A. V. Greece, 2020, σκέψεις 57-58.

[214] Συναφής με την παραπάνω απόφαση εμφανίζεται και η γαλλική εφετειακή «Rue Dragon» της 15ης Σεπτεμβρίου του 1995. Η εν λόγω απόφαση ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατάληψης από αστέγους ενός κενού από πολύ καιρό κτηρίου, το οποίο ανήκε σε μια κατασκευαστική εταιρεία. Οι ιδιοκτήτες προσέφυγαν στο αρμόδια δικαστήριο, ζητώντας την έξωση των καταληψιών. Ενόψει και της αχρησίας στην οποία είχε περιπέσει ο χώρος, το δικαστήριο -στο πλαίσιο μιας in concreto στάθμισης μεταξύ του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και του δικαιώματος στην κατοικία- επέτρεψε στους τελευταίους να διαμείνουν προσωρινά στο κτήριο μέχρι να επιλυθεί το στεγαστικό τους πρόβλημα. Για τον σχηματισμό τούτης της απόφασης κρίσιμο ρόλο διαδραμάτισε η αρχή της αξίας του ανθρώπου. Βλ. αναλυτικότερα Τσεβρένη Β., Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σ.239-240.

[215] ΕΔΔΑ, Papachela and Amazon S.A. V. Greece, 2020,, σκέψη 63.

[216] Χριστοφορίδου Σ., «Η ανθρώπινη ανάγκη για στέγαση και η νομιμότητα μέσα από δραματικές σταθμίσεις του νόμου και του δικαστή», ΤοΣ 2021, σ. 551.

[217] Η καταδίκη επήλθε λόγω της ανατροπής της δίκαιης ισορροπίας. Συνεπώς, «η παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ δεν ήταν ένα αυταπόδεικτο γεγονός το οποίο κλήθηκε να επιβεβαιώσει το ΕΔΔΑ». Βλ. Πέρβου Ι., «Κατάληψη ακινήτων και δίκαιο ιδιοκτησίας: επισημάνσεις από την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ», Αρμ2021, σ. 755. Επί της ουσίας όλο το βάρος άσκησης κοινωνικής πολιτικής μετατέθηκε από το κράτος σε έναν ιδιώτη. Η αδράνεια εκ μέρους του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την -επί τριετία- αδυναμία εκμετάλλευσης του ακινήτου θα μπορούσε να θεωρηθεί συνώνυμη μιας de facto απαλλοτρίωσης.. Βλ. Παπαδοπούλου Κ., Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η κατάληψη ιδιωτικών κτηρίων για τη στέγαση προσφύγων και μεταναστών, ΠερΔικ 2020, σ. 594.

[218] Είναι ευεξήγητο ότι δεν μπορεί να αποτελέσει κατοικία με βάση το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ένα κατειλημμένο κτήριο του Δημοσίου, το οποίο είναι άμεσα ταγμένο στην εξυπηρέτηση ενός δημόσιου σκοπού (πχ ένα λειτουργούν σχολείο ή νοσοκομείο), καθότι η σύγκρουση των σκοπών, αλλά και η αυτεπάγγελτη ενεργοποίηση του άρθρου 168 ΠΚ, που αφορά τη διατάραξη της λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας, δεν θα επέτρεπαν εξορισμού να αναπτυχθεί η προσωπική και οικογενειακή ζωή του καταληψία στον εν λόγω χώρο για επαρκές χρονικό διάστημα. Αντίθετα, η κατάληψη ενός κτηρίου, που ανήκει μεν στην δημόσια κτήση του Δημοσίου, αλλά έχει εγκαταλειφθεί και (στην πράξη) δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό (πχ εγκαταλελειμμένο σχολείο ή νοσοκομείο) θα μπορούσε πράγματι να αναγνωρισθεί ως κατοικία, εφόσον πληρούνταν και οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει το ΕΔΔΑ.

[219] Ενδεικτικά: η κατάληψη των «προσφυγικών» της λεωφόρου Αλεξάνδρας συμπλήρωσε φέτος (2025) 16 χρόνια λειτουργίας. Βλ. Lifo Newsroom, «Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας – Η επόμενη μέρα για το τοπόσημο της Αθήνας»: https://www.lifo.gr/now/greece/ta-prosfygika-tis-leoforoy-alexandras-i-epomeni-mera-gia-toposimo-tis-athinas (πρόσβαση 8/12/2025).

[220] Την πολυπληθέστερη κατάληψη στον ελληνικό χώρο αποτελούν τα «προσφυγικά» της λεωφόρου Αλεξάνδρας στα οποία υπολογίζεται ότι κατοικούν 400-500 άτομα. Βλ. Lifo Newsroom, Τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας – Η επόμενη μέρα για το τοπόσημο της Αθήνας, ό.π.. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατάληψη προσφύγων-μεταναστών «Νοταρά 26» στην οποία διαμένουν κατά μέσο όρο 100 άτομα. Βλ. Άπατρις: Εφημερίδα δρόμου, Κανένας Μόνος! (23/5/2016).

[221] Ο χαρακτήρας των καταλήψεων ως στεγαστικές κολεκτίβες, σε συνδυασμό και με έτερες  λειτουργίες που ενδεχομένως φιλοξενούν, όπως συλλογική κουζίνα, δανειστική βιβλιοθήκη κλπ, ευνοεί κατεξοχήν την ανάπτυξη ισχυρών δεσμών μεταξύ των καταληψιών, που πολλές φορές σχετίζονται και οικογενειακώς. Τούτοι οι δεσμοί εκτείνονται και στη σχέση τους με τον χώρο στον οποίον διαβιούν, που τις περισσότερες φορές καθίσταται βιώσιμος χάρη στη δική τους παρέμβαση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για πρώην εγκαταλελειμμένα κτήρια, τα οποία -λόγω της κατάληψης- διανύουν έναν δεύτερο κύκλο ζωής.

[222]Βλ. ΣτΕ 2030/2014, σκέψη 6·  ΣτΕ 78/2020, σκέψη 7· ΑΕΔ 85/1991. Απώτερη συνέπεια τούτης της αντίληψης είναι η κατανόηση των πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής ως ιδιότυπων πράξεων, που φέρουν μεν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης, ελλείψει όμως του λειτουργικού κριτηρίου, κινούνται στον κύκλο των σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου. Βλ. Πρεβεδούρου Ε., «Η δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας στις διαφορές που απορρέουν από την αμφισβήτηση της νομιμότητας πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής: ΣτΕ 1152/2015», ΔιΔικ 2015, σ. 367.

[223] Το Δικαστήριο επιβάλλεται να προβεί σε έλεγχο της επιμέρους αρχής της αναγκαιότητας, χωρίς να είναι απαραίτητα πρόδηλη η έλλειψη αναγκαιότητας των επιδίκων μέτρων που έχουν προκριθεί από το κράτος.

[224] Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να μνημονευθεί το άρθρο 159 του ν. 4483/2017, που αφορά τους καταυλισμούς των Ρομά. Εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης στους τελευταίους δεν είναι αποδεκτές και αποτελούν εστία υγειονομικού κινδύνου, δίδεται στους ΟΤΑ η δυνατότητα μετεγκατάστασης τους είτε σε νέα προτεινόμενη κατάλληλη έκταση ή εντός του ίδιου χώρου, αρκεί να τηρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές. Για την πρακτική των αυθαίρετων απομακρύνσεων Ρομά (δίχως πρόβλεψη εναλλακτικών λύσεων) βλ. Παπαδοπούλου Α., «Ακολουθώντας τους Ρομά», Ανεξάρτητη Αρχή 2006, σ. 36-40.

[225] Κτιστάκις Γ., Μετανάστες & ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 143.

[226] Τσάτσος Δ., Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη δικαιώματα (Τόμος Γ), Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1988, σ. 216.

[227] Παπανικολάου Αικ., «Η πρόσβαση στην κατοικία ως διαρκές κοινωνικό αιτούμενο και όψη του σύγχρονου κράτους δικαίου», e-Πολιτεία (3) 2022, σ. 380.

[228] Η μη αναίρεση της πραγματικής συνθήκης της κατάληψης αποτελεί μορφή υλοποίησης του κοινωνικού δικαιώματος στην κατοικία σε δικαστικό επίπεδο. Βλ. Chrysogonos K., «The enforcement of social rights as a way of promoting redistributive equality», 2025 (προσχέδιο εισήγησης).

[229] Parker D. R., «Εδώ, κυβερνά ο λαός»: Ένα Συνταγματικό Λαϊκίστικό Μανιφέστο, Εκδόσεις Παπασωτηρίου, 2021, σ. 95-96: Προκειμένου να ενισχυθεί η συμμετοχή στον πολιτικό βίο, τα μέλη του κοινωνικού συνόλου «θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και να ενθαρρύνονται για να συμμετέχουν. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να τους δίνονται ευκαιρίες για να συμμετέχουν αποτελεσματικά (…)».

[230] Βλ. Ασημόπουλο Χ., Μαρτινάκη Σ. και Ασημοπούλου Μαρίνου Α., «Το πρόβλημα της έλλειψης στέγης και οι άστεγοι στην Ελλάδα: Αιτιολογικοί παράγοντες, ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις και οι δημόσιες πολιτικές πρόληψης και αντιμετώπισης», Κοινωνική Εργασία 2015, σ. 47-48.

[231] Engels F., Για το Ζήτημα της Κατοικίας, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2021, σ. 26. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η «στενότητα της κατοικίας δεν περιορίστηκε μόνο στην εργατική, αλλά έθιξε και τη μικροαστική τάξη».

[232] Η κατοικία αποτελεί «συλλογικό πόρο που πρέπει να προστατευτεί από τους κινδύνους που προκαλούν η κερδοσκοπική αγορά, η χρηματιστικοποίηση της κατοικίας, το χρέος και η επισφαλειοποίηση της εργασίας». Σε αυτό το πλαίσιο προτείνεται η ανάπτυξη των συνεταιρισμών κατοικίας και η συλλογική ιδιοκτησία. Βλ. Σιατίτσα Δ., Πού ζεις; Κατοικία στην Ελλάδα: επιπτώσεις της λιτότητας και προοπτικές, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, 2019, σ. 78-79.

[233] Καϊδατζής Α., Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2006,σ. 141-142.

[234] Κουρουνδής Χ., «Κοινωνική δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα στο έργο των Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση», σε Κεσσόπουλο Α. και Σωτηρέλη Γ., Από τον Αλέξανδρο Σβώλο στον Αριστόβουλο Μάνεση: Η κοινή θεωρητική θεμελίωση του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού, Εκδόσεις Ευρασία, 2022, σ. 135 επ.

[235] Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ ως ατομικό δικαίωμα, εντοπισμένο στον σκληρό πυρήνα των μη αναθεωρητέων διατάξεων του καταστατικού χάρτη (άρθρο 110 παρ. 1 Σ). Εξ αυτού, υποστηρίζεται ότι το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς έχει λάβει αυστηρή συνταγματική τυποποίηση. Η διαπίστωση αυτή χρήζει ορισμένων επισημάνσεων: εκείνο που προβλέπουν τα άρθρα 5 και 110 παρ. 1 Σ είναι η διασφάλιση ενός ελάχιστου αλλά ποιοτικά επαρκούς ορίου συμμετοχής του καθενός στην οικονομική και κοινωνική ζωή, μέσα από τους κατάλληλους θεσμούς (Βλ. Βενιζέλο Ε., Τα όρια της αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1984, σ. 171). Κατά τα λοιπά, ο ουδέτερος χαρακτήρας του ελληνικού οικονομικού Συντάγματος (Βλ. Αλιβιζάτο Ν., Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία: 1800-2010, 2011, Εκδόσεις Πόλις, σ. 500-501) καταλείπει ευρέα περιθώρια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει την εκάστοτε οικονομική και κοινωνική πολιτική, επιτρέποντας ικανές παρεμβάσεις για την εκπλήρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων (και πέρα από τον ελάχιστο πυρήνα τους). Βεβαίως, ο ανοιχτός χαρακτήρας του οικονομικού Συντάγματος δοκιμάζεται υπό το βάρος της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, που έχει αποκτήσει νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά (Βλ. Κατρούγκαλο Γ., «Η έξοδος από την κρίση στο φως του πολυεπίπεδου συνταγματισμού», ΔτΑ 2011, σ. 53). Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στα κοινωνικά δικαιώματα είναι διπολική: αφενός οι θεσμοί προτείνουν την οικονομική ευελιξία -κύριο αίτημα των επιχειρήσεων- κι από την άλλη διακηρύσσουν την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων στον ΧΘΔΕΕ. Η δημοσιονομική πολιτική που επέβαλε η ένωση «χρησίμευσε μέχρι πρότινος ως δούρειος ίππος για την διάλυση του κοινωνικού κράτους των κρατών μελών» (Βλ. Στεργίου Α., «Κοινωνική Ευρώπη. Στη στενωπό των εθνικών συμβιβασμών»: https://nomarchia.gr/κοινωνική-ευρώπη-στη-στενωπό-των-εθνι/, πρόσβαση 8/12/2025). Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα σύλληψης και υλοποίησης προοδευτικών οικονομικών πολιτικών συνδέεται με την ίδια τη δημοκρατική αρχή (Για το ζήτημα τριβής της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης με τη δημοκρατία βλ. Χρυσομάλλη Μ., Ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση: οικοδόμηση, εμβάθυνση, ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, σ. 238-255). Τούτο ισχύει ακόμα και μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ, οι οποίες, υπό φυσιολογικές τουλάχιστον συνθήκες, θα ήταν σφάλμα να ταυτισθούν με τον ακραίο φιλελευθερισμό (Στρατηλάτης Κ., Το πολιτικό σύστημα σε κρίσιμη καμπή, Παπαζήσης, σ. 163). Ευκταίο πάντως θα ήταν, μέτρα για την κοινωνική αλληλεγγύη να ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ο οδικός χάρτης για την προώθηση της ευρωπαϊκής ιδέας συνδέεται με την απορρόφηση της εθνικής αλληλεγγύης από την ενωσιακή (Βλ. Στεργίου Α., «Κοινωνική Ευρώπη. Στη στενωπό των εθνικών συμβιβασμών»: https://nomarchia.gr/κοινωνική-ευρώπη-στη-στενωπό-των-εθνι/, πρόσβαση 8/12/2025). Το μέλλον της Ευρώπης θα κριθεί από τον βαθμό στον οποίο θα κατορθώσει να ανταποκριθεί στο πλήθος των αναδυόμενων κοινωνικών προβλημάτων. Βεβαίως, εντός του υφιστάμενου πλαισίου δεν είναι νοητή η πλήρης κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ορθά έχει επισημανθεί ότι το κράτος, «ο μηχανισμός αυτός της επιβολής, ο οποίος εχρησιμοποιήθη και χρησιμοποιείται τοσάκις σήμερον δια να εξασφαλίζη νομικώς την οικονομικήν εκμετάλλευσιν μιας τάξεως παρ’ άλλης, ημπορεί να χρησιμεύση και δια την νομικήν άρσιν του ταξικού διαφορισμού δια της καταργήσεως της ατομικής ιδιοκτησίας και των στοιχείων εν γένει της ταξικής κοινωνίας, όταν η αντίστοιχος εξέλιξις αυτής θα έχει ήδη συντελεσθεί» (Βλ. Σβώλο Α., Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, τύποις Πυρσού, 1928, σ. 116). Πάντως, σε επίπεδο αναθεώρησης εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ριζοσπαστική πρόταση σε επιμέλεια Γ. Αυδίκου και Δ. Καλτσώνη, «Το Σύνταγμα της Ελεύθερης Ελλάδας». Σύμφωνα με τον δεύτερο «η υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής δεν είναι πρωτίστως συνταγματικό ζήτημα. Η ιστορική πείρα δείχνει, όμως, ότι η διεκδίκηση αλλαγών όσο και η επίτευξή και υλοποίησή τους αποτυπώνονται πάντοτε με όρους συνταγματικούς-νομικούς. Γίνεται, έτσι, το Σύνταγμα όχι μόνο αντανάκλαση της εξελισσόμενης πραγματικότητας, αλλά και ένα σημαντικό εργαλείο και όχημα των όποιων μεταβολών. (…) Οι προτεινόμενες εδώ αλλαγές αποτελούν ένα ελάχιστο πλαίσιο που είναι αναγκαίο προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλου τύπου δημοκρατία και μια άλλου τύπου κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη που έχει ανάγκη ο ελληνικός λαός». Η πρότασή τους διαρθρώνεται σε τέσσερις άξονες: κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, δημοκρατία, αλλαγές στην οικονομία και δικαιώματα (με έμφαση στα κοινωνικά) (Βλ. των ίδιων, Το Σύνταγμα της Ελεύθερης Ελλάδας, Εκδόσεις Τόπος, 2022, σ. 11 και 13). Tέλος, εύστοχη κρίνεται η πρόταση του Κ. Γιαννακόπουλου, να προσδιορισθεί ένα όριο πλούτου, σε αντιδιαστολή προς το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, η υπέρβαση του οποίου θα συνυπολογίζεται στην εκπλήρωση του καθήκοντος αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 Σ. Βλ. του ιδίου «Το ελληνικό Σύνταγμα και η επιφύλαξη του εφικτού της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων: ‘να είστε ρεαλιστές, να ζητάτε το αδύνατο’», ΕφημΔΔ 2015, σ. 431.

[236] Καραγέωργας Δ., Η οργάνωση της οικονομίας κατά το σχέδιο Συντάγματος, ΤοΣ 1975, σ. 314.

[237] Engels F., Για το Ζήτημα της Κατοικίας, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2021, σ. 76.

[238] Ο.π.

[239] Μανιτάκης Α., Το υποκείμενο των Συνταγματικών Δικαιωμάτων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1981, σ. 267.

[240] Το παρόν κείμενο γράφθηκε σε τέσσερις πόλεις: Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Καρπενήσι-Ιωάννινα. Ένα τμήμα του (κεφάλαια 5 και 6) παρουσιάσθηκε σε πρώιμη μορφή στο πλαίσιο του κοινού σεμιναρίου συνταγματικού δικαίου των νομικών σχολών του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ (Καρπενήσι Ιούνιος 2025). Ο γράφων επωφελήθηκε ιδιαίτερα από τις συζητήσεις του με τις συμφοιτήτριες και τους συμφοιτητές των δύο σχολών, καθώς και από τα σχόλια-επισημάνσεις των διδασκόντων (Γ. Δρόσου, Α. Καϊδατζή, Ι. Καμτσίδου, Γ. Καραβοκύρη, Π. Μαντζούφα, Ν. Σημαντήρα, Β. Χρήστου και Κ. Χρυσόγονου). Τους ευχαριστεί θερμά. Ευχαριστίες οφείλονται επίσης στον αν. καθηγητή Ι. Μαθιουδάκη, που συζήτησε με τον γράφοντα ορισμένες πτυχές του ζητήματος. Τέλος, ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη εκφράζεται στους Π. Αρβανίτη, Γ. Αρτουμά και Σ. Κατσίμη, που διάβασαν  το χειρόγραφο σε πολλά και διαφορετικά στάδια της εξέλιξης του.

+ posts

Ο Ευθύμης Σταλίκας είναι απόφοιτος (2024) της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και υποψήφιος Μ.Δ.Ε. του προγράμματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του ίδιου Πανεπιστημίου. Έχει λάβει υποτροφία από τη Νομική Σχολή του ΑΠΘ για τα ακαδημαϊκά έτη 2024-2026. Στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται το Συνταγματικό και το Διοικητικό Δίκαιο, η Συνταγματική Ιστορία και η Πολιτική Θεωρία. Είναι μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο