O Δημήτρης Δημούλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή της Fundação Getulio Vargas (Σάο Πάολο Βραζιλίας), μεταφράζει και σχολιάζει απόσπασμα από το έργο του Μπέρτολτ Μπρέχτ Tuiroman (1933-1935)

Β 10[1]

(…) Κάποιοι αξιωματικοί απήγαγαν τον Λι-Κε[2] και την Ρο[3], εκτέλεσαν τον άντρα σε ένα δάσος και ούρλιαζαν στη γυναίκα ενώ την κλωτσούσαν και τη χτυπούσαν στο πρόσωπο με τα κοντάκια των όπλων τους: «Τι θές, βρωμόγρια; Να τα κάνεις μπάχαλο και να καταστρέψεις τον χιλιετή κιμεζικό[4] πολιτισμό;». Την ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου και πέταξαν το πτώμα σε ένα κανάλι.

Αυτό το συμβάν φαίνεται θλιβερό, αλλά αποτελεί το σημείο έναρξης της κυριαρχίας των Νου-Με-Δί[5].

Πράγματι μόνο τότε κατόρθωσε ο υπαξιωματικός Νάουκ[6] με την ιδιότητα του Υπουργού Αμύνης να αφοπλίσει πλήρως τον λαό. Στην αυτοκρατορική περίοδο, είχε παραμεληθεί η πολεμική ικανότητα του Νάουκ, λόγω της ταπεινής του καταγωγής. Αλλά με την αιματηρή καταστολή του λαού κατάφερε να την αποδείξει και επίσης να καταρρίψει την προκατάληψη των κυρίαρχων που πολλές φορές αρνούνται να χρησιμοποιήσουν έναν άνθρωπο ως σφαγέα μόνο και μόνο γιατί έχει λαϊκή καταγωγή.

Απελευθερωμένοι πλέον από κάθε πρόσκομμα, οι Νου-Με-Δί μπορούσαν να προσφέρουν στον λαό ένα νέο Σύνταγμα. Το πλέον φιλελεύθερο του κόσμου.

Η σύνταξη του κειμένου αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσχερές έργο.

Αρχικά υπήρξε δυσκολία στο να βρεθεί άτομο ικανό να το συντάξει. Στρατιές ολόκληρες είχαν σπουδάσει νομικά, αλλά είχαν μεγάλη δυσκολία να πιστέψουν ότι το δίκαιο είναι δίκαιο. Και όσοι υπερέβησαν αυτή τη δυσκολία έγιναν καθηγητές νομικής και συνεπώς δεν ήταν πλέον σε θέση να προτείνουν κάτι για τη βελτίωση του δικαίου. Από την άλλη μεριά, όσοι είχαν αίσθηση του δικαίου απέφευγαν σχολαστικά οτιδήποτε είχε σχέση με τα νομικά και άρα δεν είχαν ιδέα για το πώς συντάσσονται οι νόμοι.

Ανάμεσα στους Νου-Με-Δί του Κόμματος Ίσης Μεταχείρισης του Λαού δεν βρέθηκε ούτε ένας που να μπορεί να αναλάβει αυτό το έργο. Και οι Νου-Με-Δί των θρησκευτικών Κομμάτων δεν έδειχναν ενδιαφέρον για το θέμα.

Οι λαϊκοί και ρασοφόροι θεοσεβούμενοι Νου-Με-Δί ήταν αρκετά απασχολημένοι με το να επαναφέρουν στην πατρίδα τους θεούς τους, οι οποίοι είχαν καταταγεί, όλοι ανεξαιρέτως, εθελοντές στον Μεγάλο Πόλεμο. Οι θεότητες έγιναν μανιακοί δολοφόνοι και ρίχτηκαν στον πόλεμο που ενέπλεξε 38 χώρες. Τίποτε δεν μπορούσε να τους σταματήσει. Όποιος Νου-Με-Δί είχε γράψει βιβλία ως νέος τα ξεφύλλιζε, αναζητώντας παραθέματα που να αναφέρονται στον πόλεμο για να αποδείξει ότι διαπνεόταν ανέκαθεν από φιλοπόλεμο πνεύμα. Ήταν παντελώς ανίκανοι να δούν ένα όπλο μπροστά τους και να μην το ευλογήσουν. Αρκούσε να προσαρτηθεί ένα κομματάκι γης ή κάποιο ορυχείο για να οδηγηθούν σε παράκρουση. Έφερναν τις καμπάνες τους για φτιαχτούν κανόνια. Με τα δάχτυλα υψωμένα και με φλογισμένα βλέμματα προέτρεπαν τον λαό να σηκώσει τους σταυρούς και να σπάσει τα κεφάλια των αντιπάλων. Και με μεγάλη δυσαρέσκεια αποδέχονταν την αποστρατεία των πεσόντων.

Ο θεοσεβoύμενοι Νου-Με-Δί είχαν μεγάλη δυσκολία να απομακρύουν τους θεούς τους από αυτό το βρωμερό και χαμένο πόλεμο χωρίς να λερώσουν τελείως τα λευκά μαντήλια τους. Για να τους τιμωρήσουν όταν επέστρεψαν, τους έβαλαν να καθήσουν σε μια γωνία εντελώς αριστερά.

Οι θεοσεβούμενοι Νου-Με-Δί δεν σταματούσαν να ολοφύρονται στις διασκέψεις για την ειρήνη και να λένε μεταμελημένοι ότι διαπράχθηκαν πολλά αμαρτήματα.

Εν τέλει ο Βαϊ-Μά[7] κατάφερε να ξετρυπώσει ανάμεσα στους δημοκρατικούς έναν άνθρωπο με τον οποίο θυμόταν ότι είχαν πιει μια μπύρα. Ήταν νομομαθής και ονομαζόταν Γου-Ρου-Πί[8]. Του ανατέθηκε η εργασία.

Ο Γου-Ρου-Πί ενημέρωσε τη σύζυγό του ότι εκείνη και ο γιος τους θα έπρεπε να σφίξουν το ζωνάρι για μερικούς μήνες και ξόδεψε το μισό μισθό του για να αγοράσει μια τεράστια κούτα φτηνά πούρα. Έδωσε την κούτα σε έναν κουβαλητή που μίσθωσε για την περίσταση και οι δύο μαζί κατευθύνθηκαν προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης όπου άρχισαν αμέσως τα προβλήματα.

Ο θυρωρός δεν είχε ενημερωθεί για την άφιξη της επιτροπής συντάξεως του πιο φιλελεύθερου Συντάγματος του κόσμου και δήλωσε αδυναμία να τους παραχωρήσει μια αίθουσα.

Ο Γου-Ρου-Πί έμεινε άναυδος. Είπε στον υπηρέτη του να τον περιμένει και πήγε απέναντι σε ένα κουρείο. Από εκεί τηλεφώνησε στον Βαϊ-Μά που βρισκόταν στην Καγκελαρία της Αυτοκρατορίας και εκνευρισμένος τον ενημέρωσε για την κατάσταση. Ο πολιτικός του υποσχέθηκε ότι θα τηλεφωνούσε πάραυτα στους αρμοδίους.

Αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει διότι τον απορρόφησαν οι πλέον επείγουσες κρατικές υποθέσεις. Και ανέθεσε στη σύζυγό του να πάει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και να δώσει εντολή να περάσει ο Γου-Ρου-Πί.

Ο υπηρέτης χάρηκε που είδε τον κύριο να επιστρέφει γιατί είχε φοβηθεί ότι θα το έσκαγε για να μην του πληρώσει τα συμφωνημένα και επίσης υπέθετε ότι η κούτα περιείχε μόνον άχρηστα έγγραφα. Ενώ περίμεναν στον διάδρομο, ο Γου-Ρου-Πί που φλεγόταν από την επιθυμία να συντάξει το Σύνταγμα εξέθεσε στον κουβαλητή τις βασικές ιδέες του.

«Σκέφτομαι να γράψω κάπως έτσι το Προοίμιο», είπε με ονειροπόλο ύφος. «Ο Κιμεζικός λαός, με ενότητα των φυλών του, αποφασισμένος να ανανεώσει και να εδραιώσει την Αυτοκρατορία με ελευθερία και δικαιοσύνη, να υπηρετήσει τον σκοπό της εσωτερικής και παγκόσμιας ειρήνης και να συμβάλει στην κοινωνική πρόοδο, θεσμοθετεί αυτό το Σύνταγμα»[9]. «Σου φαίνεται καλό;».

«Γιατί όχι;» είπε ο υπηρέτης λοξοκοιτώντας μια καθαρίστρια που έριχνε άφθονο νερό για να καθαρίσει τον διάδρομο κοντά τους και φαινόταν να ενδιαφέρεται για τη συζήτηση γιατί ο άγνωστος κύριος θύμιζε ένα παλιό αφεντικό της.

Ο Γου-Ρου-Πί συνέχισε, σηκώνοντας το ένα πόδι για να περάσει το σφουγγαρόπανο της καθαρίστριας. «Θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε περίοδο ειρήνης. Τι πρέπει να γράψουμε για να την εξασφαλίσουμε; Σκέφτομαι να γράψω τουλάχιστον 200 άρθρα».

«Και γιατί δεν γράφετε 300;» είπε ευγενικά η καθαρίστρια τη στιγμή που ο Γου-Ρου-Πί σταμάτησε να μιλάει για να πάρει μια ανάσα. «Θα έχετε δουλειά για περισσότερο καιρό και θα σας πληρώσουν παραπάνω. Να γράψετε 300, ίσως και 400».

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο Μέγαρο η εύσωμη σύζυγος του Βαϊ-Μά και χαιρέτησε τον νομομαθή. «Θα το λύσουμε άμεσα το πρόβλημα», είπε με αυτοπεποίθηση και κατευθύνθηκε προς τον θυρωρό. «Καλέ μου άνθρωπε, είμαι η Προεδρίνα της Αυτοκρατορίας και αυτός εδώ ο Κύριος έχει αναλάβει τη σύνταξη του νέου Συντάγματος. Θα πρέπει να του δοθεί ένα γραφειάκι».

Ο θυρωρός την κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Τον ενοχλούσε που η καθαρίστρια παρακολουθούσε τη σκηνή. «Εγώ δεν έχω πρόβλημα», απάντησε. «Αλλά πού είναι η άδεια;».

«Και για ποιο λόγο χρειάζεστε άδεια;», είπε η σύζυγος του Βαϊ-Μά και χαμογέλασε απολογητικά στον Γου-Ρου-Πί. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι ξέσπασε επανάσταση. Τους έχουν μάθει να είναι άβουλα όργανα. Ξέρεις, καλέ μου άνθρωπε, ότι βρισκόμαστε σε επανάσταση;».

Ο θυρωρός έχασε και τα τελευταία ίχνη υπομονής. Της απάντησε ξερά «Όχι» και αποσύρθηκε καμαρωτός στο κουβούκλιό του. Η σύζυγος του Βαϊ-Μά πήγε προς το μέρος του, αποφεύγοντας να διασταυρώσει το βλέμμα της με τον Γου-Ρου-Πί, προκειμένου να εξηγήσει στον θυρωρό, πίσω από το τζαμάκι του κουβουκλίου, τη σημασία της ιστορικής αλλαγής. Είχε μάθει από τον σύζυγο πώς να απευθύνεται στα λαϊκά στρώματα.

Ενώ η Προεδρίνα φωνασκούσε με τις πλάτες γυρισμένες στους άλλους, η καθαρίστρια έκανε νόημα στον νομομαθή να την ακολουθήσει. Ο Γου-Ρου-Πί, τον οποίο τράβηξε από το μανίκι ο αχθοφόρος, την ακολούθησε περπατώντας στις μύτες των ποδιών σε ένα μακρύ διάδρομο μέχρι που η γυναίκα τους άνοιξε την πόρτα μιας μεγάλης αίθουσας με μεγάλα γραφεία και ψηλή οροφή με γύψινα.

«Σήμερα μπορείτε να δουλέψετε εδώ», είπε με μητρικό ύφος. «Ξέρετε οι υπάλληλοι δεν έρχονται εδώ και αρκετό καιρό και ο θυρωρός δεν πρόκειται να σας βρει. Υπάρχουν πάμπολλες αίθουσες. Ξέρω καλά πόσο δύσκολο είναι να βρεις δουλειά τη σήμερον ημέρα».

Ο Γου-Ρου-Πί την ευχαρίστησε και άφησε την κούτα σε ένα από τα γραφεία. Τη στιγμή όμως που έψαχνε στην τσέπη του χρήματα για να δώσει στον αχθοφόρο, άκουσε αγριοφωνάρες που έρχονταν από την είσοδο. Φοβούμενος ότι η σύζυγος του Βαϊ-Μά θα είχε μπλεξίματα, παράτησε τους υποτακτικούς που ήθελαν να τον κρατήσουν εκεί και πήγε τρέχοντας στην είσοδο όπου είδε το φρικτό θέαμα της συμπλοκής του θυρωρού με την Προεδρίνα, η οποία με όλη της τη δύναμη τον χτυπούσε με την ομπρέλα της.

«Ο άντρας μου είναι Πρόεδρος της Αυτοκρατορίας», ούρλιαζε. «Εάν δεν κάνετε αυτό που σας λέω πάραυτα, θα σας στείλω στο εκτελεστικό απόσπασμα».

Ο νομομαθής κατάφερε με πολύ μεγάλη δυσκολία να θέσει τέλος σε αυτή την άνιση σύγκρουση. Και ενώ διέσχιζαν την πλατεία που βρίσκεται μπροστά στο υπουργείο, ακολουθούμενοι από τον κουβαλητή με την κούτα, η γυναίκα του Βαϊ-Μα συνέχιζε να βρίζει χυδαία τον θυρωρό, με αποτέλεσμα οι διαβάτες να γυρίζουν και να την κοιτάνε ενοχλημένοι. Ο Γου-Ρου-Πι την αποχαιρέτησε στον επόμενο δρόμο και κατευθύνθηκε με τον κουβαλητή στο μακρόστενο δρομάκι Σε-σι, αναζητώντας ένα καφενείο όπου θα μπορούσε να οργανώσει τις σκέψεις του. Φοβόταν ότι θα ξεχνούσε το Προοίμιο για την ανανέωση και εδραίωση της Αυτοκρατορίας εάν δεν το έγραφε στο χαρτί. Βρήκαν ελεύθερο τραπέζι σε ένα καφενείο και ο νομομαθής ζήτησε από τον κουβαλητή να μείνει ακόμη μαζί του, διότι τον χρειαζόταν για να κουβαλήσει την κούτα. Εκείνος δέχθηκε πρόθυμα και πρόσθεσε ότι ονομάζεται Κέ. Άνοιξαν την κούτα, άρχισαν να καπνίζουν και στρώθηκαν στη δουλειά. Ως ένα από τα πρώτα άρθρα – που βέβαια δεν θα ήταν το πρώτο του Συντάγματος – ο Γου-Ρου-Πι έγραψε: «Η πνευματική εργασία, το δικαίωμα των συγγραφέων, εφευρετών και καλλιτεχνών τίθεται υπό την προστασία και την επιμέλεια της Αυτοκρατορίας». Ο υπηρέτης συμφώνησε πλήρως, δεδομένου ότι εκείνο το πρωί είχε κατανοήσει ότι η σύνταξη του Συντάγματος είναι μια τέχνη. «Για να το γράψετε πρέπει να σκαρφιστείτε πολλά πράγματα, έτσι δεν είναι;» σχολίασε, όχι χωρίς κάποια δόση συμπόνοιας, ο υπηρέτης. «Φοβάστε μήπως κάποιος αμφισβητήσει το συγγραφικό σας δικαίωμα;».

Ο Γου-Ρου-Πι έγνεψε αρνητικά με σκοτεινό βλέμμα. «Όχι, δεν το νομίζω», απάντησε πολύ συλλογισμένος.

«Δεν θα έπρεπε να γράψετε ‘τίθενται’;», ρώτησε δύσπιστα ο Κέ. «Είναι πολλά αυτά που πρέπει να τεθούν υπό προστασία. Δεν νομίζετε;».

Ο Γου-Ρου-Πι σκόπευε να κάνει τη διόρθωση και έτσι το Σύνταγμα θα είχε απαλλαγεί από αυτό το λάθος[10]. Αλλά εκείνη τη στιγμή ήρθε το γκαρσόν και τους διέκοψε, λέγοντάς ότι ζητά συγγνώμη, αλλά μερικοί πελάτες ενοχλήθηκαν από τη μυρωδιά των πούρων τους.

Με έναν αναστεναγμό μάζεψαν τα πράγματά τους και βγήκαν από το καφενείο.

«Το γκαρσόν έχει δίκαιο», είπε ο Γου-Ρου-Πι με ένοχο ύφος ενώ περπατούσαν. «Δεν έχουμε δικαίωμα να καπνίζουμε αυτά τα πούρα. Δεν βλάπτουν μόνον τους άλλους, αλλά και τη δική μας την υγεία. Θα μπορούσα να ακουμπήσω στην πλάτη σου και να σημειώσω στο τετράδιό μου ένα σχετικό άρθρο»;

Ο υπηρέτης κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, έτσι ώστε ο νομομαθής – που ήταν κοντύτερος – να μπορεί να σταθεί κοντά στην υδρορροή και να ακουμπήσει στην πλάτη του κουβαλητή.

«Γράφω εδώ», είπε ο νομομαθής με ζήλο, «ότι όλοι οι Κιμέζοι, χωρίς να θίγεται η προσωπική τους ελευθερία, έχουν το ηθικό καθήκον να χρησιμοποιούν τις διανοητικές και φυσικές τους δυνάμεις έτσι ώστε να αποβαίνουν χρήσιμες για το κοινωνικό σύνολο»[11].

Ο υπηρέτης προσπαθούσε να μείνει τελείως ακίνητος και υπερθεμάτισε: «Ενόσω με πληρώνετε για το χρόνο που σας διαθέτω, οι πλάτες μου είναι στη διάθεσή σας».

Λίγο αργότερα χώρισαν διότι το δρομάκι Σε-σί άρχισε να γεμίζει με πολύ λαό. Ο Κε υποσχέθηκε να περάσει αύριο το πρωί από το σπίτι του νομομαθούς και να του φέρει την κούτα. Ο Γου-Ρου-Πι είχε σοβαρούς λόγους να μη γυρίσει σπίτι με τόσα πούρα. Άναψε ένα τελευταίο και περπάτησε χαρωπά προς το σπίτι του, με ανοιχτό παλτό και τα κοντόχροντρα χέρια του πίσω από την πλάτη, σκεπτόμενος ακόμη το νέο άρθρο του που μελλοντικά θα εμφανιζόταν στο Σύνταγμα με τον αριθμό 163.

Αυτή η διάταξη, σκεπτόταν ο Γου-Ρου-Πι, γελώντας κάτω από τα μουστάκια του, δεν θίγει καθόλου την ελευθερία του Κιμέζου, αλλά και δεν του επιτρέπει να πάρει τον κακό δρόμο. Δεν έχει δικαίωμα να εξουθενώνεται λόγω ασιτίας ή να βλάπτει την υγεία του διαμένοντας σε υγρά ημιυπόγεια. Ήταν βέβαιο ότι κάποιοι πολίτες δεν θα εκπλήρωναν αυτό το καθήκον τους, αλλά έπρεπε να τους γίνει σαφές ότι με αυτή τη συμπεριφορά παραβίαζαν το Σύνταγμα!

Μετά το δείπνο, ο νομομαθής συναντήθηκε με τον κουνιάδο του, έναν τοπογράφο που είχε μείνει άνεργος. Στον κήπο ενός εστιατορίου συζήτησαν μπροστά σε ποτήρια μπύρας σχετικά με το Σύνταγμα. Όμως ο Γου-Ρου-Πι είχε αφήσει το τετράδιο στην κούτα με τα πούρα και έτσι αναγκάστηκε να σημειώσει στο χάρτινο σουβέρ το αξιομνημόνευτο πρώτο άρθρο του Συντάγματος: Η Κιμεζική Αυτοκρατορία είναι αβασίλευτη δημοκρατία. Η κρατική εξουσία πηγάζει από τον λαό. Ο νομομαθής σκέφτηκε, κάπως εκνευρισμένος, ότι αυτό θα έπρεπε να το μάθουν καλά άνθρωποι όπως ο θυρωρός του Υπουργείου.

Ο κουνιάδος έδωσε βασικά την εξής συμβουλή: «Να προστατεύσεις την ιδιοκτησία! Ξέρεις πολύ καλά τι είναι ικανοί να κάνουν εάν δεν τους σφίξουμε τα λουριά. Οι ανώνυμες εταιρίες δεν νοιάζονται καθόλου για τα ανθρωπάκια που αγόρασαν τη μετοχούλα τους βγάζοντας το ψωμί από το στόμα τους. Τα αρπάζουν όλα. Και ούτε θέλω να θυμάμαι τα πολεμικά δάνεια[12]. Σε μας η ιδιοκτησία έχει πάψει να προστατεύεται».

Ο Γου-Ρου-Πι υποσχέθηκε ότι θα σκεφτεί το ζήτημα. Αναζήτησε έναν τηλεφωνικό θάλαμο και τηλεφώνησε στην Καγκελαρία της Αυτοκρατορίας. Η γυναίκα του Βαϊ-Μά είχε ένα καλό νέο. Από αύριο μπορούσε να εγκατασταθεί σε γραφείο του προεδρικού μεγάρου. Έπρεπε όμως να πάει στο Κοινοβούλιο χωρίς να φαίνεται ότι έχει αποσκευές και με ύφος αδιάφορο, σαν να είχε πάει για κάτι ασήμαντο. Θα τον έβαζαν στο Προεδρικό Μέγαρο κρυφά από ένα μυστικό πέρασμα.

Πράγματι, την επόμενη μέρα ένα άτομο που φορούσε μαύρη μάσκα οδήγησε τον νομομαθή, τον κουνιάδο του – που δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει αυτή την ευκαιρία – και τον κουβαλητή με την κούτα μέσα από έναν υπόγειο διάδρομο σε μια μεγάλη αίθουσα με εντυπωσιακούς πίνακες στους τοίχους. Βλέποντας ότι ο συνοδός τους ήταν πολύ επιφυλακτικός και σχεδόν φοβισμένος, ο Γου-Ρου-Πί υποψιάσθηκε ότι θα επρόκειτο για σημαντικό πολιτικό πρόσωπο που θα πάθαινε ζημιά εάν αποκαλυπτόταν η ταυτότητά του. Ο άνθρωπος αρνήθηκε να πάρει μαζί του τον υπηρέτη, λέγοντας πως ήταν παρακεκινδυνευμένο. Και ούτε καν τους άφησε το κλειδί της αίθουσας.

Η πρώτη δουλειά των τριών ήταν να στήσουν ένα γραφείο για να μπορέσουν να δουλέψουν. Σε έναν από τους τοίχους ήταν στιβαγμένα κιβώτια που έφταναν ως την οροφή. Σίγουρα θα μπορούσαν να φτιάξουν με αυτά ένα θαυμάσιο γραφείο. Αποδείχθηκε όμως δύσκολο να τα κατεβάσουν. Ο κουβαλητής ανέβηκε στους ώμους του υποσιτισμένου τοπογράφου και καταϊδρωσε για να κατεβάσει δύο κιβώτια. Τα κιβώτια αυτά, όπως και όλα τα υπόλοιπα, είχαν μέσα αχρησιμοποίητες χειροβομβίδες που είχαν κρύψει στο Υπουργείο κάποιοι αξιωματικοί. Θα ήταν αρκετό να πέσει από τα χέρια του κουβαλητή ένα από τα κιβώτια αυτά και κανείς δεν θα άκουγε πλέον τίποτε για το Σύνταγμα και τους συντάκτες του. Το καλό ήταν πως ο υπηρέτης φοβόταν μήπως τους ακούσουν από τον κάτω όροφο και γι’ αυτό δεν πέταξε στο πάτωμα κανένα κιβώτιο.

Το παντελόνι του νομομαθούς σκίστηκε τριγωνικά από την προσπάθεια που έκανε να παρατηρεί τους άλλους. Προς το μεσημέρι είχε ετοιμαστεί το αυτοσχέδιο γραφείο. Όλοι ήταν ικανοποιημένοι και φάγανε με όρεξη τα ψωμάκια που είχε φέρει ο νομομαθής για πρωινό.

Μετά ο Γου-Ρου-Πί άνοιξε πάνω στο γραφείο από κούτες ένα τομίδιο πολύ φθαρμένο από τις αναγνώσεις, το οποίο περιείχε το πιο αγαπημένο δράμα των Κιμέζων. Ήταν η ιστορία ενός διανοούμενου που ξελογιάζει μια κοπέλα με τη βοήθεια του διαβόλου[13]. Έδωσε το τετράδιο στον κουνιάδο και άρχισε να υπαγορεύει, ενώ ο κουβαλητής κοιτούσε την πλατεία που βρισκόταν μπροστά από το μέγαρο, σκύβοντας από ένα πορτοπαράθυρο της αίθουσας. Ο Γου-Ρου-Πι πηγαινοερχόταν στην αίθουσα με μικρά βήματα και έβγαζε μεγάλα σύννεφα καπνού, διατυπώνοντας το μελλοντικό άρθρο 115: «Η κατοικία κάθε Κιμέζου είναι άσυλο και ως εκ τούτου απαραβίαστη».

«Θαυμάσιο», είπε ο κουνιάδος. «Έτσι πρέπει να διατυπώνονται τα άρθρα για να έχουν κύρος. Πρέπει να είναι λακωνικά και πλήρη».

«Ακόμα δεν είδες τίποτε», είπε ο Γου-Ρου-Πί. «Πρόσθεσε το εξής: Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη[14]. Γιατί αλλιώς θα βγαίνεις από το σπίτι και ο νόμος δεν θα σε προστατεύει πλέον». Ο κουνιάδος υπάκουσε.

«Γιατί δεν προσθέτεις στο Σύνταγμα ότι η σύνταξη ενός Συντάγματος έχει πάντοτε το ακαταδίωκτο; Έγραψες επίσης ότι καταργούνται όλες οι σωματικές ποινές;», ρώτησε ο τοπογράφος με ανησυχία. «Να ξέρεις ότι έχεις ευθύνη για την Άννα».

«Γράψε αυτό που σου υπαγορεύω», απάντησε ο Γου-Ρου-Πί με τα χέρια στην τσέπη: «Κάθε Κιμέζος έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του προφορικώς, εγγράφως, διά του τύπου και με άλλες ανάλογες μορφές. Ίσως και να προσθέσουμε: εντός των ορίων που θέτουν γενικές διατάξεις νόμου. Μια στιγμή! Ξεχάσαμε τις ‘εικόνες’. Οι απόψεις επιτρέπεται να εκφράζονται και με εικόνες εντός των ορίων που θέτουν… Α ναι, αυτό το είπαμε ήδη. Και τώρα: Ουδεμία σχέση εργασίας ή έργου μπορεί να εμποδίσει την άσκηση αυτού του δικαιώματος και καμιά δυσμενής συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί σε όποιον ασκεί αυτό το δικαίωμα[15]. Καταλαβαίνεις ότι αυτό ισχύει και για μένα σε σχέση με το Σύνταγμα. Και άρα προστατεύομαι. Γράψε επίσης: Δεν επιτρέπεται καμιάς μορφής λογοκρισία[16]».

«Και σχετικά με την κατοικία», είπε ο κουβαλητής. «Τί γίνεται όταν κάποιος δεν έχει σπίτι»;

«Σωστό!» είπε ο νομομαθής, που ξαφνικά έπαψε να βηματίζει. «Γράψε: Όλοι έχουν δικαίωμα να αποκτούν ακίνητα[17]. Φτάνει αυτό;»

Ο υπηρέτης τον κοίταξε επίμονα, αλλά ο νομομαθής ήταν ασυγκράτητος.

«Τι αξία έχει», είπε, «να ζεις σε παλάτι εάν δεν έχεις την ελευθερία σου; Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν τριάρια με όλα το κομφόρ και δεν τους επιτρέπεται να λένε τη γνώμη τους. Τι να το κάνουν το σπίτι;»

Ο κουνιάδος ενοχλήθηκε: «Δεν μπορεί να προσάπτεις στην Άννα το ότι ανησυχεί για την καριέρα σου. Πρέπει να σκεφτεί και το παιδί της».

«Εγώ δεν προσάπτω τίποτε στην Άννα», απάντησε αμέσως ο νομομαθής. «Έχω πρόβλημα με το κράτος που υποδουλώνει τους υπαλλήλους του και αποτρέπει τους αρίστους από το να εργασθούν στο Δημόσιο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό: Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν την ελευθερία πολιτικής άποψης[18]», υπαγόρευσε με ευφράδεια. «Καταλαβαίνεις; Εννοώ π.χ. τη θέση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Και κάτι άλλο: Είναι ελεύθερη η τέχνη, η επιστήμη και η διδαχή τους[19]. Νομίζω ότι εδώ δεν πρέπει να θέσουμε τον ίδιο περιορισμό. Για παράδειγμα, ποιος θα ήθελε να κρεμάσει στον τοίχο ένα τόσο μεγάλο πίνακα; Μόνο το κράτος. Και εκείνο μπορεί να αποφασίσει τι θα αγοράσει και τι όχι».

Και ενώ τα έλεγε αυτά, παρατηρούσε με ικανοποίηση τους πίνακες που απαθανατίζαν τη στέψη του Αυτοκράτορα Γου[20].

Πέρασαν το υπόλοιπο του απογεύματος συντάσσοντας διάφορες διατάξεις σχετικά με τη διοίκηση. Μέχρι που όλοι άρχισαν να πεινάνε.

Ο νομομαθής έψαξε στις τσέπες του παλτού του μήπως είχε περισσέψει κάποιο ψωμάκι, αλλά βρήκε μόνον ένα τσακαλωμένο κομμάτι λαδόκολας. Το ίσιωσε προσεκτικά για να το ξαναχρησιμοποιήσει σαν περιτύλιγμα.

«Λείπει κάτι σχετικά με την ελευθερία;» ρώτησε τους συνεργάτες του. «Μπάαα», είπε ο τοπογράφος.

Ο νομομαθής τον κοίταξε και για κάποιο λόγο εκνευρίστηκε.

«Έφτασε η ώρα της φασίνας», είπε θριαμβευτικά. «Νομίζεις ότι δεν γνωρίζω τα προνόμια των κατεχόντων; Οι τσιφλικάδες και οι βιομήχανοι όχι μόνο γεμίζουν τα στομάχια τους όσο τους κάνει κέφι, αλλά και ασκούν εξουσία όπως τους γουστάρει. Τελειώσανε τα ψέματα. Τώρα κυβερνάμε εμείς. Μπορεί να πεινάμε, αλλά κυβερνάμε. Και για αρχή, εμείς γράφουμε το Σύνταγμα. Έχει συμβολική σημασία, Φριτς, το ότι εμείς βρισκόμαστε εδώ. Δεν έχουμε τίποτε εναντίον της ιδιοκτησίας, αλλά τα προνόμια των κατεχόντων τελείωσαν οριστικά»[21].

Έδωσε μια γροθιά στο κιβώτιο με τις χειροβομβίδες και είπε με δυνατή φωνή:

«Η ανώτατη εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο»[22].

Αυτό το ξέσπασμα τον ηρέμησε. Βημάτιζε πάνω-κάτω στην άδεια αίθουσα όταν ξαφνικά συνοφρυώθηκε και πάλι. Είπε με ανησυχία:

«Εδώ τίθεται βέβαια το ερώτημα. Θα έχει το Κοινοβούλιο την αναγκαία ελευθερία; Γράψε: Οι Βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος συνολικά. Είναι υπεύθυνοι μόνον ενώπιον της συνείδησής τους και δεν δεσμεύονται από εντολές[23]. Εάν είναι υπεύθυνοι μόνον ενώπιον της συνείδησής τους θα είναι επαρκώς ελεύθεροι, δεν νομίζεις; Ιδίως εάν προσθέσουμε ότι δεν δεσμεύονται από εντολές των εκλογέων τους… Αυτό είναι αρκετό».

Κανείς δεν ερχόταν να τους παραλάβει. Δεν τολμούσαν να φύγουν μόνοι τους και με δυσαρέσκεια εξακολούθησαν να δουλεύουν μέχρι που σκοτείνιασε. Η τελευταία φράση που έγραψε ο τοπογράφος ήταν: Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται αποκλειστικά στον νόμο[24].

«Αλλά όταν πέφτει το σκοτάδι πρέπει οι δικαστές να σταματήσουν τις καταδίκες», είπε αγανακτισμένα ο αχθοφόρος. «Σε τέτοιες συνθήκες δεν μπορούν να διαβάσουν τον κώδικα».

«Μας ξεχάσανε», είπε ο κουνιάδος στενοχωρημένος.

Ο υπηρέτης άνοιξε προσεκτικά το μεγάλο παράθυρο και κοίταξε έξω. «Σε τι ύψος βρισκόμαστε άραγε;», ρώτησε.

Ο τοπογράφος στάθηκε δίπλα του. Μπροστά του διέκρινε ένα τηλεγραφόξυλο.

«Θέλετε να σας πω σε τι ύψος βρισκόμαστε;», ρώτησε με πολλή περηφάνεια. «Με τη βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να το υπολογίσουμε. Τα Συντάγματα μπορεί να γράφονται με τη φαντασία, αλλά για πρακτικά ζητήματα έχουμε ανάγκη την επιστήμη». Και άρχισε να τους εξηγεί ότι ήταν δυνατό να συναχθεί το ύψος του παραθύρου από το ύψος των τηλεγραφόξυλων που του ήταν γνωστό. Ήταν αρκετό να υπολογιστεί με το μάτι η απόσταση ανάμεσα στο τηλεγραφόξυλο και το κτίριο και μετά να εφαρμοσθεί το πυθαγόρειο θεώρημα.

«Εμένα μου αρκεί μια χονδρική εκτίμηση», είπε ο αχθοφόρος. «Αν είναι πάνω από τέσσερα μέτρα δεν πηδάω».

«Με τον χονδρικό υπολογισμό θα σπάσει το κεφάλι μας», σχολίασε ο τοπογράφος. «Θέλω να γνωρίζω εάν είναι επτά ή οκτώ μέτρα και η διαφορά μου φαίνεται μεγάλη». «Δεν έχει σημασία αυτό, όταν με ενδιαφέρει αν μπορώ να πηδήσω», επέμενε ο υπηρέτης, που για πρώτη φορά έδειχνε έξαλλος.

Αλλά και ο τοπογράφος θύμωσε.

«Αρχίστε να υποτιμάτε την επιστήμη και θα δείτε που θα καταλήξουμε»[25], είπε ουρλιάζοντας.

Ο υπηρέτης είπε μια βρισιά και ρώτησε τι θα συνέβαινε εάν κάποιος τους έπιανε μέσα στο κτίριο.

«Τίποτα», απάντησε ο Γου-Ρου-Πι χωρίς να το καλοσκεφτεί. «Αυτό όμως μου έδωσε μια ιδέα. Έχει ακόμη λίγο φως, γράψε: Όλοι οι Κιμέζοι έχουν δικαίωμα να συναθροίζονται ησύχως και αόπλως[26]».

«Αυτό θα σας το σβήσουν σίγουρα», είπε ο υπηρέτης. «Πάμε στοίχημα;»

«Προχωρώ και άλλο», απάντησε ο Γου-Ρου-Πι. «Ας υποθέσουμε ότι, παρά τη διάταξη αυτή, οι αρχές επιμένουν στην απαγόρευση κάποιων συγκεντρώσεων. Άρα να γράψουμε το εξής: Όλοι οι Κιμέζοι έχουν δικαίωμα να απευθύνουν αναφορές και παράπονα στις αρμόδιες αρχές[27]. Το λύσαμε και αυτό το πρόβλημα. Να δούμε τώρα πώς θα φύγουμε από δώ μέσα».

Ο αχθοφόρος, προσπαθώντας να φανεί χρήσιμος, κοίταξε ξανά έξω από το παράθυρο.

0Εντόπισε μια υδρορροή και κατάφερε να κατέβει. Ο Γου-Ρου-Πι του πέταξε τα ψιλά που είχε στην τσέπη.

«Φέρτε κάτι να φάμε» είπε χαμηλόφωνα. Ο υπηρέτης γύρισε μετά από τρεις ώρες. Αρχικά ήπιε μερικές μπυρίτσες και μετά άρχισε να ψάχνει τρόπο να βρει χρήματα για το φαγητό, κάνοντας κάποιο θέλημα. Βρήκε έναν λαθρέμπορο που ήθελε να μεταφέρει ένα μπαούλο στο σιδηροδρομικό σταθμό. Στο σκοινί που του έριξε ο Γου-Ρου-Πι έδεσε πέντε μπαγιάτικα ψωμιά και δύο ρέγκες. Και χάθηκε στο σκοτάδι.

Οι δύο άντρες πέρασαν μια ανήσυχη νύχτα και κοιμήθηκαν πάνω στα κιβώτια. Δεν έφαγαν πρωινό (ο αχθοφόρος επέστρεψε στις απασχολήσεις του και δεν ξαναφάνηκε) και σκέφτηκαν να ασχοληθούν με τα ζητήματα της ιδιοκτησίας.

Ο Γου-Ρου-Πι εγγυήθηκε τα κληρονομικά δικαιώματα, απαγόρευσε την τοκογλυφία και πρόσθεσε: Η ιδιοκτησία γεννά υποχρεώσεις. Η χρήση της πρέπει να εξυπηρετεί ταυτόχρονα το γενικό συμφέρον[28].

Δεν ανέπτυξαν περαιτέρω αυτό το σημείο γιατί πεινούσαν πολύ. Ο νομομαθής και ο κουνιάδος εντοπίσθηκαν τρεις μέρες μετά σε αξιοθρήνητη κατάσταση από έναν χαμηλόβαθμο υπάλληλο. Ωστόσο, οι συγκεχυμένες αναφορές στην οικονομική ζωή που συναντώνται στο τελευταίο κεφάλαιο του Συντάγματος δεν οφείλονται σε αυτές τις ατυχείς περιστάσεις[29]. Είναι αποτέλεσμα επίπονων και λεπτομερειακών διαβουλεύσεων σε διάφορες επιτροπές που απαρτίστηκαν από κάθε λογής Νου-Με-Δί. Όντως, από αυτό το σημείο και μετά, η σύνταξη του Συντάγματος ανατέθηκε σε ευρύτερους κύκλους.

Συγκλήθηκε η Εθνοσυνέλευση και, όπως είχε προβλέψει ο Βαϊ-Μά, δεν είχε ακόμη συνταχθεί το Σύνταγμα. Το προσχέδιο του Γου-Ρου-Πί πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων από στελέχη του Υπουργείου Εσωτερικών. Ανατέθηκε διαδοχικά και – ακολούθως ταυτόχρονα – σε πολυάριθμους Νου-Με-Δί η σύνταξη προσχεδίων. Ο Βαϊ-Μά τα διάβασε όλα αυτά και τα βρήκε τόσο παρόμοια με την πρόταση του Γου-Ρου-Πί, ώστε ζήτησε να του φέρουν τα καλάθια αχρήστων του Υπουργείου και κατάφερε να εντοπίσει το προσχέδιο με τη βοήθεια της γυναίκας του. Και μάλιστα έκλεισαν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, ώστε ο νομομαθής να μπορέσει να κάνει μερικές προσθήκες.

Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ξένους τουρίστες που επισκέπτονταν εκείνη την περίοδο μαζικά την Κίμα, διότι το γεν είχε καταρρεύσει και το κόστος ζωής ήταν πολύ χαμηλό. Έτσι ο Γου-Ρου-Πί αναγκάστηκε να υπαγορεύσει τα τελευταία άρθρα σε ένα δωματιάκι μπάνιου. Ο κουνιάδος επωφελήθηκε της ευκαιρίας και έκανε πέντε μπάνια σε δύο μέρες. Για να αντιμετωπίσει την τρομερή φτώχεια που έπληττε την Κίμα και την εντεινόμενη ανηθικότητα που αποτελούσε ταυτοχρόνως αίτιο και αποτέλεσμα της φτώχειας, ο Γου-Ρου-Πί επιφόρτισε τα σχολεία με το καθήκον να προάγουν ιδιαιτέρως την ηθική κατάρτιση των πολιτών[30]. Στις συνθήκες εκείνες, μόνον οι βράχοι ηθικής θα μπορούσαν να αντισταθούν στον πειρασμό του εγκλήματος και αυτό ίσχυε για τόσο τους καταπιεστές όσο και για τους καταπιεζόμενους. Κατά τον Γου-Ρου-Πί, όσο πιο διεφθαρμένο ήταν το κράτος, τόσο πιο αναγκαία ήταν η διαμόρφωση νομοταγών πολιτών. Και γι αυτό απαγόρευσε κάθε μορφή μισαλλοδοξίας. Η διάταξη: «Η διδασκαλία στα δημόσια σχολεία πρέπει να διεξάγεται με τρόπο που να μη θίγει το αίσθημα όσων σκέπτονται διαφορετικά»[31] αποτελούσε μια κάποια εγγύηση για το ότι θα γίνονταν σεβαστές οι ευαισθησίες των οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Από ανθρωπιστικής πλευράς, ένα θαυμάσιο άρθρο του Συντάγματος του Γου-Ρου-Πι είναι το 140 που αναφέρει με σαφή και καθαρό τρόπο: «Στο στρατιωτικό προσωπικό πρέπει να παραχωρείται ο αναγκαίος ελεύθερος χρόνος για την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων». Αυτό εξασφαλίζει ότι ο κιμέζος στρατιώτης, ακόμη και στις πιο σκληρές μάχες, θα έχει λίγο χρόνο για να κάνει την προσευχή του.

Ο Γου-Ρου-Πί αποσύρθηκε στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ως γραφείο και όπου για να πάρει ένα βιβλίο από τα ράφια έπρεπε να παραμερίσει τα ρούχα που στέγνωναν. Για πολύ καιρό, η γυναίκα του τον έψεγε γιατί φόρεσε στο Υπουργείο το καινούριο του κοστούμι και ο ίδιος έβλεπε με στενοχώρια το σχετικά μεγάλο τρίγωνο στο καλύτερο παντελόνι του, κάτι που δεν είχε προσέξει όσο ήταν απασχολημένος με το Σύνταγμα.

Η Εθνοσυνέλευση υπερψήφισε το σχέδιο του Γου-Ρου-Πί και προσέθεσε ρυθμίσεις για τη διοίκηση της Αυτοκρατορίας χωρίς μεγάλη συζήτηση. Με τον τρόπο αυτό, οι βουλευτές απέδειξαν, σε συμφωνία με το άρθρο 21, ότι είναι υπεύθυνοι αποκλειστικά ενώπιον της συνείδησής τους και δεν οφείλουν να υπακούουν σε εντολές.

 

[1] Απόσπασμα από το έργο Tuiroman που γράφτηκε μεταξύ 1933 και 1935 και έμεινε σε μορφή σημειώσεων. Μεταφράζεται εδώ το κεφάλαιο B 10 που φέρει τον τίτλο Die Tuiverfassung (Το Σύνταγμα των Τούι). Η Γερμανική Αυτοκρατορία κατάργησε τη βασιλεία στις 9 Νοεμβρίου 1918. Καίτοι το όνομα της χώρας δεν άλλαξε, η περίοδος από το 1919 μέχρι το 1933 (ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ) είναι γνωστή ως «Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Αυτό οφείλεται στο ότι το νέο Σύνταγμα τέθηκε σε ισχύ στην πόλη της Βαϊμάρης στις 11-8-1919. Πρόκειται για το «Σύνταγμα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας» που αποτέλεσε πρότυπο για πολλά ευρωπαϊκά Συντάγματα. Ο Μπρεχτ αφιερώνει το κείμενο στην περίοδο σύνταξης του Συντάγματος αυτού και στον (επι)κριτικό σχολιασμό άρθρων του.

Ακολουθούμε τη γερμανική συλλογική έκδοση Große kommentierte Berliner und Frankfurter Ausgabe, τ. 17 (επιμέλεια Werner Hecht, Jan Knopf, Werner Mittenzwei, Klaus-Detlef Müller, υπεύθυνος τόμου Wolfgang Jeske), Aufbau-Verlag (Berlin), Suhrkamp Verlag (Frankfurt am Main), 1989, σ. 52-64. Η έκδοση έγινε με βάση χειρόγραφα και δακτυλόγραφα του Μπρέχτ (© by Stefan S. Brecht 1967, 1989).

Τα σχόλια των Γερμανών επιμελητών βρίσκονται στις σελίδες 489-491 της έκδοσης. Μεταφράζουμε τα πιο σημαντικά με την ένδειξη ΣτΓΕ. Τα σχόλια του μεταφραστή επισημαίνονται ως ΣτΜ.

[2] Εννοεί τον Γερμανό κομμουνιστή Karl Liebknecht που δολοφονήθηκε από Γερμανούς στρατιωτικούς στις 15 Ιανουαρίου 1919 (ΣτΜ).

[3] Εννοεί την πολωνίδα κομμουνίστρια Rosa Luxemburg που δολοφονήθηκε από Γερμανούς στρατιωτικούς στις 15 Ιανουαρίου 1919 (ΣτΜ).

[4] Εδώ και στη συνέχεια η Γερμανία αναφέρεται ως «Κίμα». Οι επιμελητές της γερμανικής έκδοσης θεωρούν ότι «Κίμα» δηλώνει μόνο τη Βαϊμάρη (Große kommentierte Berliner und Frankfurter Ausgabe, τ. 17, σ. 480, 506). Αλλά η αναφορά σε χιλιετή συνέχεια δείχνει ότι ο όρος εννοεί τη Γερμανία διαχρονικά (ΣτΜ).

[5] Στο πρωτότυπο Tui. Πρόκειται για συντόμευση και μερική αναστροφή της λέξης Intellektueller (διανοούμενος) που μετετράπη σε Tellekt-Ueller-In. Αποδίδουμε τα περιπαικτικά ψευδώνυμα με σημασία παρόμοια με αυτή που έχουν για τον γερμανόφωνο αναγνώστη, διατηρώντας κατά το δυνατόν την «κινέζικη» αίσθηση που θέλησε να δημιουργήσει ο Μπρεχτ (ΣτΜ).

[6] Εννοεί τον στρατιωτικό Gustav Noske που ως υπουργός Αμύνης το 1919 διηύθυνε την αιματηρή καταστολή του εργατικού κινήματος το 1919 (ΣτΜ).

[7] Wei-wei (προφερόμενο στα γερμανικά Βάϊ-Βάϊ, θυμίζοντας τη Βαϊμάρη. Εννοεί τον Friedrich Ebert, ηγετικό στέλεχος και κατόπιν προέδρο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας που συνεργάστηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο με δεξιούς και κεντρώους και έγινε πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από το 1919 ως τον ξαφνικό θάνατό του το 1925. Προτιμήσαμε το «Βάϊ-Μά» για να αποφύγουμε την κωμικότητα του Βάϊ-Βάϊ (ΣτΜ).

[8] Sa-u-prhö. Εννοεί τον κεντρώο πολιτικό και νομομαθή Hugo Preuss που διορίσθηκε γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και ήταν βασικός συντάκτης του σχεδίου Συντάγματος της Βαϊμάρης. Ο Μπρεχτ αντιστρέφει το όνομά του, προτάσσοντας το Sa-u που σημαίνει στα γερμανικά «γουρούνα» (ΣτΜ).

[9] Προοίμιο του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Αυτή η διάταξη, όπως και πολλές στη συνέχεια, αποτελούν αυτούσια ή ελαφρά παραλλαγμένη απόδοση διατάξεων του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Αναφέρουμε σε υποσημείωση το σχετικό άρθρο του Συντάγματος με βάση τον ιστότοπο https://www.verfassungen.de/de19-33/verf19-i.htm. Το κείμενο του Συντάγματος είναι προσβάσιμο στα αγγλικά σε https://en.wikisource.org/wiki/Weimar_constitution (ΣτΜ).

[10] Άρθρο 158 του Συντάγματος της Βαϊμάρης. Το Σύνταγμα αναφέρει εσφαλμένα «τίθεται» (ΣτΓΕ).

[11] Άρθρο 163 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[12] Τα πολεμικά δάνεια με σκοπό τη χρηματοδότηση του πολέμου θεσπίστηκαν από το γερμανικό Κοινοβούλιο το 1914 με τη σύμφωνη ψήφο του Σοσιαδημοκρατικού Κόμματος. Λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού μετά το τέλος του πολέμου, οι δανειστές έχασαν τα χρήματά τους (ΣτΜ).

[13] Εννοεί τον Faust του Goethe (ΣτΓΕ).

[14] Άρθρο 114 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[15] Το άρθρο 118, 1 του Συντάγματος της Βαϊμάρης έχει ως εξής: «Κάθε Γερμανός έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα, εντός των ορίων που θέτουν γενικές διατάξεις νόμου, τη γνώμη του προφορικώς, εγγράφως, διά του τύπου, με εικόνες και με άλλες ανάλογες μορφές. Ουδεμία σχέση εργασίας ή έργου μπορεί να εμποδίσει την άσκηση αυτού του δικαιώματος και καμιά δυσμενής συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί σε όποιον ασκεί αυτό το δικαίωμα» (ΣτM).

[16] Άρθρο 118, 2 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτM).

[17] Άρθρο 111 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[18] Άρθρο 130 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[19] Άρθρο 142 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[20] Στα γερμανικά Wi. Εννοεί τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Wilhelm I που βασίλεψε από το 1871 ως το 1888 (ΣτΜ). Ίσως εννοείται ο πίνακας Kaiserproklamation (1877) του Anton von Werner (ΣτΓΕ).

[21] Το άρθρο 109 του Συντάγματος της Βαϊμάρης θεσπίζει την ισότητα όλων των Γερμανών ενώπιον του νόμου καθώς και την ισότητα ανδρών και γυναικών και καταργεί τα νομικά προνόμια των «ευγενών» (ΣτΜ).

[22] Τέτοιο άρθρο δεν υπάρχει στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης. Συντηρητικοί νομικοί θα υποστηρίξουν μάλιστα ότι ο Πρόεδρος της Αυτοκρατορίας και όχι το Κοινοβούλιο έχει τον καθοριστικό θεσμικό ρόλο σε περιόδους κρίσης (ΣτΜ).

[23] Άρθρο 21 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[24] Άρθρο 102 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[25] «Verachte nur Vernunft und Wissenschaft» (Τολμήστε να υποτιμήσετε τον ορθό λόγο και την επιστήμη), Goethe, Faust I, Studienzimmer, 1851 (ΣτΓΕ).

[26] Άρθρο 123 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[27] Άρθρο 126 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[28] Άρθρο 153, 3 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[29] Το προτελευταίο κεφάλαιο του Συντάγματος της Βαϊμάρης (άρθρα 151-165) έχει τον τίτλο «Η οικονομική ζωή» και περιέχει διατάξεις σοσιαδημοκρατικού χαρακτήρα (ΣτΜ).

[30] Άρθρο 148, 1 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

[31] Άρθρο 148, 2 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (ΣτΓΕ).

+ posts

Ο Δημήτρης Δημούλης είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή της Fundação Getulio Vargas (Σάο Πάολο Βραζιλίας). Έχει δημοσιεύσει μελέτες συνταγματικού δικαίου, συνταγματικής δικονομίας, θεωρίας του κράτους και θεωρίας του δικαίου. Διευθύνει το περιοδικό Revista brasileira de estudos constitucionais. Επιλεγμένες δημοσιεύσεις στα ελληνικά: «Κράτη κατά εργαζομένων. Παρεμβάσεις στην ελληνική κρίση» (Ταξιδευτής, 2016, σε συνεργασία), «Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό» (Νήσος, 2005, σε συνεργασία), «Η διάκριση των λειτουργιών ως συνταγματικός κανόνας» (Σάκκουλας, 2002) και «Το δίκαιο της πολιτικής» (Ελληνικά Γράμματα, 2001).

Μετάβαση στο περιεχόμενο