Το βιβλίο του Alain Supiot, Όταν κυβερνούν οι αριθμοί: Παραδόσεις στο College de France (2012-2014),[1] συνιστά μια εντονότατη και, ταυτόχρονα, ιδιαίτερα οξυδερκή κριτική του φαινομένου που ο συγγραφέας αποκαλεί «διακυβέρνηση μέσω των αριθμών» και ορίζει συνοπτικά ως τη σταδιακή μετατροπή του Νόμου στο «εργαλείο μιας καθολικής Αγοράς η οποία δεσμεύει τους πάντες σε έναν ατελείωτο ανταγωνισμό, ρυθμίζοντας όλες τις πλευρές της ζωής με βάση τον οικονομικό υπολογισμό» (σ. 12). Μολονότι στο βιβλίο τεκμηριώνεται ότι κανένας κλάδος του δικαίου δεν έχει παραμείνει ανεπηρέαστος από την ανωτέρω αντίληψη, το σύντομο αυτό σημείωμα περιορίζεται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για δύο αλληλένδετους λόγους. Πρώτον, επειδή, για την προώθηση της ιδέας της διακυβέρνησης μέσω των αριθμών και, κατ’ επέκταση, για τις αρνητικές επιπτώσεις της τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο –στο ατομικό δεσπόζει η αντικειμενικοποίηση του εαυτού, στο συλλογικό ο μαρασμός του κράτους και η συνακόλουθη αναβίωση φεουδαρχικού τύπου δεσμών υποτέλειας μεταξύ προσώπων (αλλά και μεταξύ επιχειρήσεων)– ο Supiot, ένας εκ των κορυφαίων σύγχρονων Γάλλων νομικών με διεθνή ακτινοβολία, θεωρεί υπεύθυνη, σε μεγάλο βαθμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεύτερον, διότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χάρη σε κάποια μοναδικά γνωρίσματά του (την άμεση ισχύ του στις εθνικές έννομες τάξεις, την υπεροχή του έναντι τυχόν αντίθετων διατάξεων του εθνικού δικαίου) έχει την ικανότητα να διαμορφώνει ισχυρές τάσεις στο εσωτερικό των κρατών-μελών.

Πριν εστιάσουμε στη σχετική ανάλυση, θα πρέπει, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, να διευκρινίσουμε ότι ο Supiot δεν είναι αντιευρωπαϊστής, δεν είναι, δηλαδή, κατ’ αρχήν εχθρικός προς το ιδεώδες της ολοένα στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, την πορεία προς την οποία διασφαλίζει, υποτίθεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση[2]. Στέκεται όμως κριτικά απέναντι σε ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά της, παρόντα εξαρχής, από την εποχή που δημιουργήθηκε ως Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, όταν δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα θεσμικό οικοδόμημα για την εξυπηρέτηση ενός αποκλειστικά οικονομικού σχεδίου, αλλά και σε πολλές από τις επιμέρους πολιτικές της, ιδίως σε όσες υιοθετήθηκαν αφότου είχαν κυριαρχήσει παγκοσμίως τα προστάγματα του νεοφιλελευθερισμού (ή ακροφιλελευθερισμού, όπως προτιμά να τον ονομάζει ο συγγραφέας).

Αφετηριακά, ο Supiot, όπως και πολλοί άλλοι, καταλογίζει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι ασκεί όσες εξουσίες τής έχουν εκχωρήσει τα κράτη-μέλη χωρίς επαρκείς εγγυήσεις δημοκρατικού ελέγχου. Καθόλου τυχαία, κύριοι θιασώτες της διακυβέρνησης μέσω των αριθμών είναι τα δύο θεσμικά όργανα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που απολαμβάνουν μόνον (ή, έστω, κυρίως) τεχνοκρατική νομιμοποίηση. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο στο σημείο αυτό. Αν και θα ήταν οπωσδήποτε λάθος να παραβλέψουμε όσες, ενίοτε τολμηρές, πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί για την ανάσχεσή του, γεγονός είναι ότι το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί και σήμερα να υφίσταται. Ανεξάρτητα δε από το αν συμφωνεί ή όχι κανείς με τη διαπίστωση του Supiot ότι «έχει καταστεί ιλιγγιώδες» (σ. 223), στο παρόν στάδιο εξέλιξης της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και, γενικότερα, στην παρούσα ιστορική συγκυρία, δεν διαφαίνεται προοπτική οριστικής θεραπείας του. Ούτε βούληση για τη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος με ομοσπονδιακή δομή υπάρχει (ουδέποτε υπήρξε), ούτε η σοβαρή κρίση την οποία διέρχεται η δημοκρατία, ακόμη και σε κράτη όπου έχει βαθιές ρίζες, αμφισβητείται. Τίποτε εξάλλου δεν εγγυάται ότι, εάν το δημοκρατικό έλλειμμα είχε εξαλειφθεί, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Κράτη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναντίρρητα δημοκρατικά, έχουν υποκύψει εδώ και καιρό στα κελεύσματα της διακυβέρνησης μέσω των αριθμών.

Από εκεί και πέρα, ο Supiot προσάπτει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφενός, ότι προτάσσει συστηματικά τα ατομικά (οικονομικά) συμφέροντα έναντι του γενικού και, αφετέρου, ότι ωθεί τα κράτη-μέλη να αγωνιούν για την επίτευξη αριθμητικών στόχων που δεν αποτυπώνουν απαραίτητα σωστά την κατάσταση επί του (κοινωνικού) πεδίου.

Η πρώτη βασική ένσταση του Supiot έχει να κάνει με τον παραμερισμό, στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αναγόμενης στο ρωμαϊκό δίκαιο διάκρισης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου. Για τον Supiot, η εν λόγω διάκριση είναι καίρια: το ιδιωτικό δίκαιο, που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των (μεμονωμένων) ατόμων οφείλει πάντα να υποτάσσεται στο δημόσιο δίκαιο που αποσκοπεί στην ευημερία του συνόλου. Με τα δικά του λόγια, «[η] δημόσια σφαίρα (…) πρέπει να στέκεται όρθια, ώστε οι σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών να υπακούουν σε ένα καθεστώς δικαίου (rule of law) και όχι στο δίκαιο του ισχυροτέρου» (σ. 230). Ταυτίζοντας το ευρωπαϊκό γενικό συμφέρον με την υπεράσπιση των οικονομικών ελευθεριών φυσικών και νομικών προσώπων, τις οποίες το ίδιο λεπτομερώς κατοχυρώνει και, παράλληλα, προκρίνοντας έναν εξαιρετικά ευρύ ορισμό της έννοιας της επιχείρησης, ώστε να καταλαμβάνει κάθε ιδιωτικό φορέα οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς να ενδιαφέρει αν η δραστηριότητά του αυτή ασκείται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλει καθοριστικά «στην αντιστροφή των αξιών δημόσιου – ιδιωτικού» (σ. 236). Στο πλαίσιο αυτό, η διαφορετική μεταχείριση που το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, το Δικαστήριο) επιφυλάσσει, από τη μία πλευρά, στα οικονομικά δικαιώματα, τα οποία αντιμετωπίζει ως εν δυνάμει καθολικά, και, από την άλλη, στα κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία μοιάζει να θεωρεί ότι δεν αφορούν παρά συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, είναι, κατά τον Supiot, αυθαίρετη και καθαρά ιδεολογική, δεδομένου ότι «δεν υπάρχει έννομη σχέση που να μην έχει ταυτοχρόνως τόσο οικονομική όσο και κοινωνική διάσταση» (σ. 237).

Ο συγγραφέας επικαλείται διάφορα παραδείγματα για το πώς η νομολογία του Δικαστηρίου ευνοεί τα ατομικά οικονομικά συμφέροντα ακόμη και έναντι κανόνων που αντανακλούν το αξιακό υπόβαθρο των κρατών-μελών. Με σειρά αποφάσεών του –τελείως ενδεικτικά θα μνημονεύσουμε εκείνες στις υποθέσεις Viking (2007)[3] και Laval (2007)[4]–, το Δικαστήριο μεταχειρίζεται τις οικονομικές ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς ως τον κανόνα, ο οποίος ερμηνεύεται διασταλτικά, και τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, ιδίως τα συλλογικά, ως την εξαίρεση από τον ανωτέρω κανόνα, η οποία, ως τέτοια, ερμηνεύεται συσταλτικά και, επιπλέον, υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο αναλογικότητας. Και τούτο, παρά το γεγονός πως στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οικονομικές ελευθερίες και κοινωνικά δικαιώματα έχουν τυπικά το ίδιο κύρος. Διευκολύνει, επομένως, τις επιχειρήσεις να επικαλούνται το ενωσιακό δίκαιο για να αποφύγουν τη συμμόρφωση με κανόνες του εθνικού δικαίου (μιλάμε πάντοτε για πεδία όπου δεν έχει μεσολαβήσει εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών) που έχουν τεθεί για την προάσπιση δημόσιου συμφέροντος. Και όχι μόνον αυτό. Με αφετηρία την απόφαση στην υπόθεση Centros (1999)[5], τους επιτρέπει να επιλέγουν το πλέον ευνοϊκό για τις ίδιες δίκαιο, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος όπου δραστηριοποιούνται. Νομιμοποιεί, έτσι, πρακτικές law shopping εξόφθαλμα καταχρηστικές. Η πικρία του Supiot είναι εμφανής όταν σημειώνει πως «η προσφυγή σε σημαίες ευκαιρίας επεκτείνεται πλέον και στην ξηρά» (σ. 240).

Ο συγγραφέας δεν ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο αδιαφορεί πλήρως για τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα· υποστηρίζει ότι επιλέγει να τα θέτει σε δεύτερη μοίρα όποτε συγκρούονται με οικονομικές ελευθερίες, παρότι την άσκηση αυτών ακριβώς των ελευθεριών προορίζονται από τη φύση τους να τιθασεύσουν. Η κριτική του είναι εύστοχη και τη συμμερίζεται πλήθος ακαδημαϊκών. Το  Δικαστήριο υπήρξε διαχρονικά ένας από τους πιο ένθερμους υπερασπιστές των οικονομικών ελευθεριών. Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς του χρωστάει πολλά. Εντούτοις, μέχρι πριν από είκοσι πέντε χρόνια, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να του προσάψει ότι στερούταν κοινωνικών ευαισθησιών. Αυτό άλλαξε την περίοδο 2003-2015, η οποία σημαδεύτηκε από την έκδοση αποφάσεων που δίνουν συστηματικά και ξεκάθαρα το προβάδισμα στην Αγορά. Έκτοτε, πάντως, η νομολογία του, αν και συνεχίζει να έχει στο επίκεντρό της τις οικονομικές ελευθερίες, παρέχει ξανά και δείγματα έμπρακτου σεβασμού των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων[6].

Η δεύτερη -και, κατά τη γνώμη του γράφοντος, αποκαλυπτικότερη της διεισδυτικής του ματιάς- βασική ένσταση του Supiot συνοψίζεται στην εκτίμησή του ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδίδεται σε μια μεθοδική, αν και όχι πάντοτε επιτυχημένη, προσπάθεια «υποδούλωσης των κρατών-μελών στην επίτευξη αριθμητικών στόχων» (σ. 193), μιμούμενη τις πρακτικές πολλών (πολυεθνικών και όχι μόνο) εταιρειών σε σχέση με τους εργαζομένους τους. Πράγματι, σε ολοένα και περισσότερους τομείς πολιτικής, οι νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν αριθμητικούς στόχους τους οποίους τα κράτη-μέλη καλούνται στη συνέχεια να εξειδικεύσουν, διαθέτοντας, για τον σκοπό αυτό, μια κάποια ελευθερία. Οι στόχοι αυτοί συνοδεύονται όμως από δείκτες που παρέχουν μια αριθμητική ένδειξη τόσο της αναμενόμενης όσο και της επιτευχθείσας προόδου επιδόσεων, ώστε να διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου των κρατών-μελών. Όσο μεγαλύτερη η ελευθερία των κρατών-μελών, τόσο στενότερος ο έλεγχός τους. Εφόσον παρατηρηθούν σημαντικές αποκλίσεις από την αναμενόμενη πρόοδο, προβλέπεται η θέση σε κίνηση διορθωτικών μηχανισμών, δίχως να αποκλείεται και η επιβολή κυρώσεων.

Ο Supiot παραπέμπει, ορθά, στο παράδειγμα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ). Εντούτοις, προς επίρρωση των συμπερασμάτων του, θα αναφερθεί εδώ και ένα ακόμη, που δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο, μιας και προέκυψε αφού είχε κυκλοφορήσει και η δεύτερη (και πιο πρόσφατη) έκδοσή του, και που η επικαιρότητα έχει καταστήσει αρκετά οικείο, τουλάχιστον στην Ελλάδα: αυτό της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) για την περίοδο 2023-2027.

Η ΚΓΠ αποτελεί μία από τις μακροβιότερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την πιο δαπανηρή. Από το 2023 η υλοποίησή της γίνεται βάσει ενός νέου μοντέλου, το οποίο εστιάζει πολύ περισσότερο, συγκριτικά με το παρελθόν, στις μετρήσιμες επιδόσεις και τα ποσοτικά αποτελέσματα από ό,τι στην αυστηρή συμμόρφωση με τους οικείους κανόνες. Τα κράτη-μέλη απολαμβάνουν ευρύτατα περιθώρια ευελιξίας και ως προς τους ειδικότερους στόχους που επιθυμούν να επιτύχουν, καθένα ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και ανάγκες της γεωργίας του, και ως προς τον τρόπο αξιοποίησης των διαθέσιμων από την Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, για να εγκριθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι ειδικότεροι στόχοι κάθε κράτους-μέλους πρέπει να είναι αυστηρά ποσοτικοποιημένοι, ενώ ο έλεγχος του αν και κατά πόσον επιτυγχάνονται είναι διαρκής και πραγματοποιείται στη βάση πλειάδας συγκεκριμένων αριθμητικών δεικτών. Η μη ικανοποιητική επίτευξή τους ενδέχεται, μάλιστα, να οδηγήσει στη μείωση ή την αναστολή της προερχόμενης από την Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδότησης.

Στην περίπτωση των εργαζομένων, η μεγαλύτερη αυτονομία, σε συνδυασμό με την καθιέρωση διαδικασιών διαρκούς αξιολόγησης, έχει ως αποτέλεσμα την αδιάκοπη κινητοποίηση όλων των δυνάμεών τους, σε βάρος της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Στην περίπτωση των κρατών-μελών, η παραχώρηση μεγαλύτερης ευελιξίας, σε συνδυασμό με την απαίτηση να ελέγχεται στενά το πώς αυτή χρησιμοποιείται, συνεπάγεται την κατακόρυφη αύξηση του διοικητικού βάρους, οδηγώντας στην εγκαθίδρυση μιας σοβιετικού τύπου γραφειοκρατίας. Έτσι, τα εθνικά στρατηγικά σχέδια για την ΚΓΠ της περιόδου 2023-2027 καταλαμβάνουν έκαστο εκατοντάδες σελίδες (το ελληνικό πάνω από χίλιες) γεμάτες δυσνόητους τεχνικούς όρους. Όσο για το θεσμικό πλαίσιο υλοποίησής τους, αυτό κατά κανόνα απαρτίζεται από μία αρμόδια αρχή, έναν ή περισσότερους οργανισμούς πληρωμών, έναν οργανισμό συντονισμού, έναν ή περισσότερους οργανισμούς πιστοποίησης, μία διαχειριστική αρχή, διάφορους ενδιάμεσους φορείς, μία επιτροπή παρακολούθησης…

Η Ευρώπη βάζοντας «τον χάρτη στη θέση του εδάφους» (σ. 206) -υπό την έννοια ότι οι αριθμοί δεν αποκαλύπτουν πάντοτε την αλήθεια, αλλά και ότι υπάρχουν αγαθά μη δυνάμενα να μετρηθούν και, άρα, αποκλείονται αυτομάτως από την εικόνα- ακολουθεί για ακόμη μία φορά, με μικρές επιμέρους προσαρμογές, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Τείνει να εξομοιώνει τα κράτη και τις κοινωνίες με επιχειρήσεις και εφαρμόζει επάνω τους τις αντίστοιχες μεθόδους διοίκησης που έχουν αναπτυχθεί από όσους οικονομολόγους εξομοιώνουν τις επιχειρήσεις και τα άτομα με μηχανές ή δίκτυα υπολογιστών. Για τον Supiot, τέτοιου είδους εξομοιώσεις είναι το προϊόν ψευδοεπιστημονικών πεποιθήσεων.

[Το κείμενο αποτελεί, με ελάχιστες τροποποιήσεις και προσθήκες, απόδοση της προφορικής εισήγησης του συγγραφέα στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Alain Supiot, Όταν κυβερνούν οι αριθμοί: Παραδόσεις στο College de France (2012-2014), που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025. Οι υπόλοιποι ομιλητές ήταν ο Πέτρος Στάγκος, Ομότιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και η Άσπα Θεοχάρη, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Την εκδήλωση συντόνισε ο Βασίλης Τσιγαρίδας, Διδάκτορας Νομικής.].

 

[1] Κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις της Επιθεωρήσεως Εργατικού Δικαίου σε μετάφραση της Π. Κοντογεωργοπούλου. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και το βιβλίο του Το πνεύμα της Φιλαδέλφειας: Η κοινωνική δικαιοσύνη απέναντι στην ολοκληρωτική αγορά σε μετάφραση του Ε. Αγγελόπουλου.

[2] Βλ. άρθρο 1, εδάφιο β΄, ΣΕΕ.

[3] ΔΕΕ 11.12.2007, C-438/05 International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union, ECLI:EU:C:2007:772.

[4] ΔΕΕ 18.12.2007, C-341/05 Laval un Partneri, ECLI:EU:C:2007:809.

[5] ΔΕΕ 9.3.1999, C-212/97 Centros, ECLI:EU:C:1999:126.

[6] Βλ., μεταξύ άλλων, τις ΔΕΕ 23.3.2021, C-28/20 Airhelp, ECLI:EU:C:2021Q226, και ΔΕΕ 6.10.2021, C‑613/20 Eurowings, ECLI:EU:C:2021:820.

+ posts

Ο Δημοσθένης Λέντζης γεννήθηκε το 1978 στην Καβάλα, όπου ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το 1995 εισήχθη στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) από την οποία απέκτησε πτυχίο, μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και διδακτορικό δίπλωμα. Για την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του, με θέμα την αρχή της διαφάνειας στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έλαβε υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Από το 2005 έως το 2012 εργάσθηκε ως υπάλληλος διοίκησης στη Γενική Διεύθυνση «Βιβλιοθήκη, Έρευνα και Τεκμηρίωση» του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Λουξεμβούργο). Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να υπηρετήσει, ως Λέκτορας (2013-2018), ως Επίκουρος Καθηγητής (2018-2024) και ως Αναπληρωτής Καθηγητής (2024-σήμερα), στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Το έργο του (τέσσερις μονογραφίες και δεκάδες άρθρα και σχόλια σε δικαστικές αποφάσεις) εστιάζει σε βασικά ζητήματα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων στο αξιακό του υπόβαθρο, στις σχέσεις του με το εθνικό δίκαιο, στην εφαρμογή του από τα εθνικά δικαστήρια και στην προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται για τους Ευρωπαίους πολίτες.

Μετάβαση στο περιεχόμενο