I. Εισαγωγικές επισημάνσεις

H Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας (στο εξής: ΣΧΕ) είναι μια μεικτή διεθνής συμφωνία που θεσπίζει ένα πολυμερές πλαίσιο για την προώθηση της μακροπρόθεσμης συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στον τομέα της ενέργειας. Στην ουσία, αποτελεί τη δεσμευτική αποτύπωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι υπογράφοντες την τελική πράξη της Διάσκεψης της Χάγης για τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Ενέργειας του 1991 με στόχο την ενθάρρυνση των ενεργειακών επενδύσεων μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και πρώην σοβιετικών οικονομιών και την ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΣΧΕ Υπογράφηκε στη Λισσαβώνα στις 17 Δεκεμβρίου 1994 και τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο του 1998, μαζί με το Πρωτόκολλο του Χάρτη Ενέργειας για την ενεργειακή απόδοση και τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήματα. Πέραν των διατάξεων που περιλαμβάνει σχετικά με το εμπόριο και τη διαμετακόμιση ενεργειακών πρώτων υλών και προϊόντων, τη μεταφορά ενεργειακής τεχνολογίας και την προστασία του περιβάλλοντος, προβλέπει και μηχανισμό επίλυσης διαφορών, δυνάμει του οποίου οποιοσδήποτε επενδυτής ενός συμβαλλομένου μέρους μπορεί να κινήσει διαδικασία κατά άλλου συμβαλλομένου μέρους ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου (άρθρο 26 της ΣΧΕ). To 2015, συμπληρώθηκε από τον Διεθνή Ενεργειακό Χάρτη, ο οποίος αποτελεί μια μη δεσμευτική πολιτική δήλωση που αντικατοπτρίζει ορισμένες από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές προκλήσεις του 21ου αιώνα και αποσκοπεί στην ενίσχυση μιας φιλικής προς το περιβάλλον διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας.

ΙΙ. Αποτυχία των προσπαθειών ευθυγράμμισης της ΣΧΕ με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης

Σήμερα, η ΣΧΕ αριθμεί συνολικά 49 συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση[1], ως διεθνής οργανισμός, μαζί με την Ευρατόμ, καθώς και η πλειονότητα των κρατών μελών. Ωστόσο, ελλείψει ουσιαστικής επικαιροποίησης των διατάξεών της από τη δεκαετία του ΄90, έχει καταστεί πλέον εντελώς αναχρονιστική και δεν συμβαδίζει με τα σύγχρονα πρότυπα προστασίας των επενδύσεων και τις διεθνείς δεσμεύσεις των συμβαλλομένων μερών για το κλίμα. Το 2018, δρομολογήθηκε διαδικασία για τον εκσυγχρονισμό της με πρωτοβουλία της Ένωσης και των κρατών μελών, προκειμένου να υιοθετηθούν νέα πρότυπα προστασίας των επενδύσεων και να προωθηθούν οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης. Ένα από τα ζητήματα που απασχόλησε ιδιαιτέρως τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της αφορά την αμφιλεγόμενη προστασία που επιφυλάσσεται στις επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, η οποία δεν συνάδει με τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή[2] και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας[3]. Σοβαρή ανησυχία εγείρει κυρίως το γεγονός ότι μεγάλες εταιρείες άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου κινούν διαιτητικές διαδικασίες βάσει της ΣΧΕ και διεκδικούν υπέρογκες αποζημιώσεις από κυβερνήσεις συμβαλλομένων μερών με σκοπό την αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίζονται ότι υφίστανται από την εφαρμογή πρωτοβουλιών που περιλαμβάνουν δράση για το κλίμα και αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας [π.χ. σταδιακή κατάργηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από άνθρακα, απαγόρευση των γεωτρήσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, απαγόρευση της υδραυλικής θραύσης («fracking»)][4]. Για τον λόγο αυτό, οι διαπραγματευτικές προσπάθειες της Ένωσης επικεντρώθηκαν, μεταξύ άλλων, στη συμπερίληψη στην εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ διατάξεων για την κατάργηση της προστασίας των υφιστάμενων επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα και τον αποκλεισμό κάθε νέας αντίστοιχης επένδυσης από την προστασία της ΣΧΕ.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις για τον δραστικό περιορισμό της προστασίας που απολαύουν τα ορυκτά καύσιμα αποτέλεσαν αντικείμενο πολύμηνων διαπραγματεύσεων, οι οποίες όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο, με τα περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη να τάσσονται τελικά υπέρ της διατήρησης της προστασίας. Κατά την έκτακτη συνεδρίαση της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας στις 24 Ιουνίου 2022, έπειτα από 15 γύρους χρονοβόρων διαπραγματεύσεων, επετεύχθη μια «κατ’ αρχήν συμφωνία» (agreement in principle) επί του σχεδίου εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ[5]. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια της Ένωσης να διαπραγματευτεί μια γενική εξαίρεση από την παροχή προστασίας για όλες τις επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με τη συμπληρωματική πρόταση που είχε υποβάλει στη Γραμματεία του Χάρτη Ενέργειας τον Φεβρουάριο του 2021, προτάθηκε ως αντιστάθμισμα η υιοθέτηση ενός «μηχανισμού ευελιξίας», ο οποίος θα επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, να αποκλείσουν σταδιακά την προστασία των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα στην επικράτειά τους, λαμβάνοντας υπόψη τους ατομικούς στόχους τους για την ενεργειακή ασφάλεια και το κλίμα. Στο πλαίσιο αυτό, μόνον η Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο εκδήλωσαν την πρόθεση να κάνουν χρήση του εν λόγω μηχανισμού. Η Ένωση, ειδικότερα, επέλεξε να εισαγάγει εξαίρεση από την παροχή προστασίας για όλες τις νέες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα μετά την 15η Αυγούστου 2023 και για όλες τις υφιστάμενες επενδύσεις μετά από 10 έτη από την έναρξη ισχύος ή την έναρξη προσωρινής εφαρμογής των τροποποιήσεων της ΣΧΕ. Στις 19 Αυγούστου 2022, τα τελικά σχέδια αποφάσεων που περιέχουν τα αναθεωρημένα κείμενα κοινοποιήθηκαν σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, προκειμένου να εγκριθούν ομόφωνα κατά την 33η συνεδρίαση της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας στις 22 Νοεμβρίου 2022. Την 5η Οκτωβρίου 2022, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τον καθορισμό της θέσης που έπρεπε να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης σε σχέση με τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις, και μια αντίστοιχη πρόταση για την Ευρατόμ (όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στη Συνθήκη Ευρατόμ)[6]. Η κατεύθυνση που δόθηκε από την Επιτροπή ήταν να υποστηριχθεί η έγκριση των προτεινόμενων τροποποιήσεων από το σύνολο των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη της ΣΧΕ.

Μετά την οριστικοποίηση της «κατ’ αρχήν συμφωνίας» επί του σχεδίου εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ, ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη εκδήλωσαν έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις υπολείπονται των απαιτούμενων μέτρων για την υλοποίηση των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης και την επιτυχή μετάβαση στην καθαρή ενέργεια. Επισήμαναν, ειδικότερα, ότι ο «μηχανισμός ευελιξίας» αποτελεί ένα θετικό, αλλά πάντως ανεπαρκές, βήμα για την ευθυγράμμιση της ΣΧΕ με τη Συμφωνία των Παρισίων και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας[7]. Και τούτο, διότι επιτρέπει να διατηρηθεί η προστασία των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα – που μάλιστα μπορεί να προσεγγίσει μέχρι και την 20ετία που προβλέπεται στη ρήτρα λήξης ισχύος της ΣΧΕ[8] – μολονότι έχει διαπιστωθεί ότι απαιτούνται ταχύτερα αντανακλαστικά για την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου του περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα[9]. Κατά την άποψή τους, δεδομένης της δέσμευσης που έχει αναλάβει η Ένωση να προγραμματίσει την αναγκαία μετάβαση προς την επίτευξη του στόχου για κλιματική ουδετερότητα έως το 2050[10], θα ανέμενε κανείς ότι θα είχε διαπραγματευτεί επιτυχώς, στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της ΣΧΕ, αφενός, μια κατά πολύ συντομότερη περίοδο για τη σταδιακή κατάργηση της προστασίας των υφιστάμενων επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα και, αφετέρου, την de facto απαγόρευση όλων των νέων έργων ορυκτών καυσίμων, προκειμένου να παραμείνει σε τροχιά επίτευξης του στόχου μηδενικών καθαρών εκπομπών εντός χρονοδιαγράμματος. Παρόλα αυτά, από την έκβαση των διαπραγματεύσεων κατέστη σαφές ότι πολλά συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων εκβιομηχανισμένες χώρες υψηλού εισοδήματος (π.χ. Ιαπωνία), δεν διακατέχονται από κοινούς στόχους και φιλοδοξίες όσον αφορά την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας, τη διατήρηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε ασφαλή επίπεδα και τη στήριξη της πράσινης μετάβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η συμβιβαστική λύση της υιοθέτησης του προαιρετικού «μηχανισμού ευελιξίας» θεωρήθηκε μάλλον η πιο συνετή επιλογή.

Το κλίμα δυσαρέσκειας που προκλήθηκε μεταξύ των κρατών μελών από το μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων οδήγησε, με τη σειρά του, σε ματαίωση των προσπαθειών εκσυγχρονισμού συνολικά λόγω της αδυναμίας επίτευξης ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, στις 18 Νοεμβρίου 2022, για τη λήψη απόφασης της Ένωσης ή της Ευρατόμ που να επιτρέπει τη συμμετοχή σε ψηφοφορία για την έγκριση των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων κατά την 33η συνεδρίαση της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας[11]. Κατόπιν της ανεπιτυχούς έκβασης της διαδικασίας εκσυγχρονισμού, οι κυβερνήσεις κρατών μελών που εκδήλωναν πρόθεση μονομερούς αποχώρησης από την ολοένα και πιο παρωχημένη ΣΧΕ άρχισαν να πληθαίνουν[12]. Ενώ η πρωτοβουλία αυτή χαιρετίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – δεδομένου ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη της δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν συμβαλλόμενα μέρη της μη εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ, λόγω της προφανούς ασυμβατότητάς της με το ενωσιακό δίκαιο[13] και τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση – τονίστηκε η ανάγκη για συντονισμένη έξοδο, προκειμένου να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της Ένωσης και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου[14]. Με αφορμή την άποψη του Κοινοβουλίου ότι μια συντονισμένη έξοδος από τη ΣΧΕ είναι «η καλύτερη επιλογή» για την Ένωση, ακολουθούν ορισμένες σκέψεις σε σχέση με την ανάγκη για συντονισμένη δράση στις διαδικασίες αποχώρησης από τη ΣΧΕ. Προηγουμένως, για λόγους πληρότητας, αξίζει να υπενθυμιστεί γιατί η ΣΧΕ συνήφθη ως υποχρεωτικώς μεικτή συμφωνία και πώς εκδηλώνεται και οριοθετείται το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας στο σύνθετο πεδίο των μεικτών συμφωνιών.

ΙΙΙ. Η ΣΧΕ ως υποχρεωτικώς μεικτή συμφωνία

Καταρχάς, πρέπει να αναφερθεί ότι υπό τον όρο «μεικτή συμφωνία» (mixed agreement) νοείται κάθε διεθνές συμβατικό κείμενο που καταρτίζεται και υπογράφεται τόσο από την Ένωση όσο και από τα κράτη μέλη της, αφενός, από άλλα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, αφετέρου[15]. Η προσφυγή στην τεχνική των μεικτών συμφωνιών είναι νομικά επιβεβλημένη, όταν το αντικείμενο μιας διεθνούς συμφωνίας εν μέρει εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης και εν μέρει υπερβαίνει το εύρος των εξουσιών που τα κράτη μέλη της έχουν απονείμει με τις Συνθήκες, χωρίς κανένα από τα τμήματα της συμφωνίας να έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με τα άλλα (mandatory mixity)[16]. Η περίπτωση αυτή, στην ουσία, αποτυπώνει τη λειτουργία της συνταγματικής αρχής της δοτής αρμοδιότητας [άρθρο 5, παρ. 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)]. Αντίθετα, η σύναψη μεικτής συμφωνίας είναι απλώς νομικά δυνατή, όταν πρόκειται για διεθνή συμφωνία που εμπίπτει σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας και για πολιτικούς, γεωπολιτικούς ή άλλους λόγους το Συμβούλιο επιλέγει να μην ασκήσει αρμοδιότητες που η Ένωση μοιράζεται με τα κράτη μέλη της (facultative mixity)[17]. Αντ’ αυτού, οι εν λόγω αρμοδιότητες ασκούνται από τα κράτη μέλη, τα οποία, ως ανεξάρτητα συμβαλλόμενα μέρη, είναι εκείνα που αναλαμβάνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις βάσει των τμημάτων της συμφωνίας που εμπίπτουν σε αυτές τις συντρέχουσες αρμοδιότητες[18].

Σε ό,τι αφορά τη ΣΧΕ, τα πρότυπα προστασίας των ξένων επενδύσεων που καθιερώνει στο μέρος ΙΙΙ αφορούν τόσο τις άμεσες όσο και τις μη άμεσες επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας. Οι μεν πρώτες εμπίπτουν ρητά, με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής ως αποκλειστική ενωσιακή αρμοδιότητα [άρθρο 3, παρ. 1, στοιχείο ε΄, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σε συνδ. με το άρθρο 207, παρ. 1, ΣΛΕΕ], οι δε δεύτερες, αποκαλούμενες συχνά και επενδύσεις χαρτοφυλακίου, εμπίπτουν σε συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών[19]. Ωστόσο, ο καθοριστικός λόγος, για τον οποίο η ΣΧΕ συνήφθη ως υποχρεωτικώς μεικτή συμφωνία είναι ότι στο άρθρο 26 αυτής προβλέπεται μηχανισμός επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών. Ο μηχανισμός αυτός δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί χωρίς τη συναίνεση των κρατών μελών, στον βαθμό που επιτρέπει την επίλυση των επενδυτικών διαφορών από διαιτητικά δικαστήρια και, ως εκ τούτου, συνεπάγεται την αφαίρεση διαφορών από τη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων και παρέμβαση στο σύστημα λειτουργίας του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής[20]. Αν ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών εξέλειπε, η σύναψη μεικτής συμφωνίας θα ήταν απλώς προαιρετική[21].

ΙV. Οριοθέτηση του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας στο πεδίο των μεικτών συμφωνιών

Στο σύνθετο πεδίο των μεικτών συμφωνιών ανακύπτουν συχνά σημαντικές δυσκολίες τόσο κατά τις διαδικασίες διαπραγμάτευσης, σύναψης ή αποχώρησης όσο και κατά την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Ένα χρήσιμο εργαλείο, συνταγματικής προέλευσης, για την άρση πιθανών δυσκολιών και τη διασφάλιση καλύτερων όρων για τη συμπόρευση της Ένωσης και των κρατών μελών στο κρίσιμο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων έχει αποδειχθεί η υποχρέωση στενής και ειλικρινούς συνεργασίας[22]. Η υποχρέωση αυτή, που σήμερα κωδικοποιείται ως γενική συνταγματική αρχή στο άρθρο 4, παρ. 3, της ΣΕΕ, πηγάζει από την ανάγκη για ενότητα και συνοχή στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, προκειμένου να δίνεται η εντύπωση μιας ενιαίας υπόστασης έναντι των αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών.

Μέσα από τη νομολογία του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) από πολύ νωρίς επισήμανε ότι τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης «οφείλουν να συνεργάζονται στενά κατά την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο της συναρμοδιότητάς τους να συνάπτουν μεικτές συμφωνίες»[23]. Το καθήκον συνεργασίας με στόχο τη διαμόρφωση κοινών θέσεων και την επίτευξη σαφούς συντονισμού στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων αντανακλά, στην ουσία του, μια αμοιβαία υποχρέωση σεβασμού και αλληλεγγύης μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών[24], η οποία διαφυλάσσει την αυτονομία της ενωσιακής έννομης τάξης και τα ιδιαίτερα συνταγματικά της χαρακτηριστικά ενώ, ταυτόχρονα, δεν δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου στις αντισυμβαλλόμενες τρίτες χώρες[25]. Επισημαίνεται ότι η υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας αφορά όλα τα στάδια «ζωής» μιας διεθνούς συμφωνίας, από τη διαπραγμάτευση έως την οριστική αποχώρηση, και δεν εξαρτάται από τη φύση της ενωσιακής αρμοδιότητας ούτε από ενδεχόμενο δικαίωμα των κρατών μελών να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις έναντι τρίτων χωρών[26]. Ακόμα και σε τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας, οι εξουσίες που καταλείπονται στα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούνται σε κλίμα αγαστής συνεργασίας και κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή. Φυσικά, η αρχή της συνεργασίας δεν φθάνει μέχρι του σημείου να αφαιρεί από τα κράτη μέλη τις αρμοδιότητές τους στο πλαίσιο μεικτής συμφωνίας. Απλώς εξαρτά την άσκησή τους από την τήρηση του καθήκοντος ενημέρωσης και διαβούλευσης με τα αρμόδια θεσμικά όργανα πριν την ανάληψη δράσης[27].

Προκειμένου να εξασφαλίζεται ενιαία εκπροσώπηση της Ένωσης προς τα έξω, το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας μπορεί να μεταφράζεται μέχρι και ως υποχρέωση των κρατών μελών να απέχουν από μονομερείς ενέργειες («καθήκον σιωπής»), έως ότου ολοκληρωθούν εν εξελίξει εσωτερικές διαδικασίες, ιδίως εάν οι ενέργειες αυτές κρίνονται ικανές να θέσουν υπό διακύβευση την επιτυχή έκβαση των εσωτερικών διαδικασιών[28]. Αυτό ισχύει ακόμα και σε τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών. Πάντως, η υποχρέωση συνεργασίας δεν είναι απόλυτη, αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς χάριν θεσμικής ισορροπίας στο εσωτερικό της Ένωσης και σεβασμού της συνταγματικής αυτονομίας των κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, η εκπλήρωση του καθήκοντος συνεργασίας δεν μπορεί να συνεπάγεται παρέκκλιση από τους κανόνες που τίθενται από τις Συνθήκες (π.χ. μεταβολή στο σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων)[29] ή παράκαμψη των προβλεπόμενων διαδικασιών για λόγους αποτελεσματικότητας ή ευκολίας[30]. Σχετικά πρόσφατα, με τη Γνωμοδότηση 1/19, το ΔΕΕ διευκρίνισε, επίσης, ότι το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας στο πεδίο των μεικτών συμφωνιών δεν μπορεί να φθάνει στο σημείο να εμποδίζει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να ενεργούν εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων τους και δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων ψηφοφορίας που προβλέπονται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ[31]. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι Συνθήκες όχι απλώς δεν επιβάλλουν στο Συμβούλιο να αναμείνει, πριν προχωρήσει στη σύναψη μεικτής συμφωνίας εξ ονόματος της Ένωσης, την «κοινή συμφωνία» των κρατών μελών να δεσμευθούν από τη μεικτή συμφωνία στους τομείς που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους, αλλά του απαγορεύουν να εξαρτήσει την κίνηση της διαδικασίας αυτής από την προηγούμενη διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας «κοινής συμφωνίας».

Υπό το φως των ανωτέρω, πώς αξιολογείται η πρόσφατη μονομερής αποχώρηση της Ένωσης και της Ευρατόμ από τη ΣΧΕ και γιατί μια συντονισμένη έξοδος των κρατών μελών θα ήταν «η καλύτερη επιλογή»;

V. Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη αποχώρηση της Ένωσης και της Ευρατόμ από τη ΣΧΕ

Στις 7 Ιουλίου 2023, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την αποχώρηση της Ένωσης από τη ΣΧΕ, μαζί με αντίστοιχη σύσταση για την Ευρατόμ[32]. Μετά την ανεπιτυχή εξέλιξη των προσπαθειών εκσυγχρονισμού, η αποχώρηση φάνηκε να είναι αναπόφευκτη μιας και η παραμονή στη μη εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ θα σήμαινε αυτόματα παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες. Μόλις λίγες ημέρες πριν, στις 27 Ιουνίου 2024, η Ένωση και η Ευρατόμ κοινοποίησαν γραπτώς στην Πορτογαλία, η οποία έχει την ιδιότητα του επίσημου θεματοφύλακα της ΣΧΕ, την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν. Η κοινοποίηση αυτή ήρθε σε συνέχεια των εγκριτικών αποφάσεων του Συμβουλίου στις 30 Μαΐου 2024[33] και της προηγούμενης έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την τελευταία σύνοδο ολομέλειας τον Απρίλιο του 2024[34]. Στις 30 Μαΐου 2024, μαζί με τις δύο εγκριτικές αποφάσεις για την αποχώρηση της Ένωσης και της Ευρατόμ, το Συμβούλιο έλαβε δύο επιπλέον αποφάσεις για τον καθορισμό της θέσης που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης και της Ευρατόμ στην επόμενη συνεδρίαση της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας για τον εκσυγχρονισμό της ΣΧΕ[35]. Η δέσμη των τεσσάρων αποφάσεων είναι το αποτέλεσμα ενός πολιτικού συμβιβασμού που επετεύχθη στο Συμβούλιο, προκειμένου να επιτραπεί σε όσα κράτη μέλη επιθυμούν να παραμείνουν συμβαλλόμενα μέρη σε μια επικαιροποιημένη ΣΧΕ, να λάβουν μέρος στην επικείμενη ψηφοφορία και να υποστηρίξουν τον εκσυγχρονισμό της. Σχηματικά, ο πολιτικός συμβιβασμός αποτελείται από δύο πυλώνες: ο μεν πρώτος αφορά την αποχώρηση της Ένωσης και της Ευρατόμ από τη ΣΧΕ, ο δε δεύτερος αφορά τη δυνατότητα όσων κρατών μελών δεν εξετάζουν επί του παρόντος να αποχωρήσουν, να παραμείνουν συμβαλλόμενα μέρη στη ΣΧΕ υπό την προϋπόθεση του εκσυγχρονισμού της. Οι δύο πυλώνες, που επιτυγχάνουν μια ισορροπία αποδεκτή από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι και αναπτύσσουν τα αποτελέσματά τους παράλληλα.

Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, οδηγούμαστε στις εξής διαπιστώσεις ως προς την εκδήλωση του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας στη διαδικασία αποχώρησης και το μέλλον της ΣΧΕ. Πρώτον, η μη επίτευξη ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, τον Νοέμβριο του 2022, υπέρ του εκσυγχρονισμού της ΣΧΕ, η οποία οδήγησε στην κατάρρευση των προσπαθειών εκσυγχρονισμού, δεν αποτελεί παραβίαση του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας εκ μέρους των κρατών μελών που απείχαν από την ψηφοφορία της ΕΜΑ (Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία και Κάτω Χώρες). Το καθήκον συνεργασίας δεν μπορεί ούτε να προδικάζει το αποτέλεσμα εσωτερικών διαδικασιών ούτε να περιορίζει την πολιτική διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών στο Συμβούλιο[36].

Δεύτερον, η απόφαση 11 – μέχρι στιγμής – κρατών μελών να αποχωρήσουν μονομερώς από τη ΣΧΕ, ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της, στην οποία πρωτοστατεί η Ένωση, είναι αμφίβολο εάν παραβιάζει το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας στο πεδίο των μεικτών συμφωνιών. Μια εκσυγχρονισμένη ΣΧΕ θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να υποβληθεί προς κύρωση, αποδοχή ή έγκριση από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες (βλ. άρθρο 42, παρ. 3, της ΣΧΕ). Στο πλαίσιο αυτό, το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας δεν συνεπάγεται μια γενική υποχρέωση κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της τροποποιημένης ΣΧΕ[37], αν και θα μπορούσε να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου έναντι των αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών σε περίπτωση, για παράδειγμα, κράτους μέλους που ψήφισε υπέρ των προτεινόμενων τροποποιήσεων, αλλά στη συνέχεια παρακωλύει αδικαιολόγητα την κύρωση της εκσυγχρονισμένης ΣΧΕ[38]. Υπενθυμίζεται ότι το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας δεν φτάνει στο σημείο να μεταβάλει το σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών. Έτσι, τα κράτη μέλη, ενεργώντας αποκλειστικά στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, μπορούν να απορρίψουν το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για την τροποποίηση μεικτής συμφωνίας[39]. Μια γενική υποχρέωση κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης καθιστά άνευ νοήματος την εσωτερική διαδικασία για την κύρωση, την αποδοχή ή την έγκριση και ανατρέπει την ίδια τη λογική των μεικτών συμφωνιών, ενώ από την άποψη του διεθνούς δικαίου παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της συναίνεσης[40]. Οφείλουμε, πάντως, να αναγνωρίσουμε ότι στη νομολογία η υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας στο πλαίσιο μεικτής συμφωνίας έχει ερμηνευθεί ιδιαίτερα αυστηρά, σε μία περίπτωση όπου η μονομερής ενέργεια κράτους μέλους, μετά την έναρξη συντονισμένης ενωσιακής δράσης για το ίδιο ζήτημα, θεωρήθηκε ικανή να θίξει την αρχή της ενιαίας διεθνούς εκπροσώπησης της Ένωσης και των κρατών μελών και να εξασθενήσει τη διαπραγματευτική ισχύ τους έναντι των αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών της μεικτής συμφωνίας[41]. Στην περίπτωση της ΣΧΕ, συντονισμένη ενωσιακή δράση για τον εκσυγχρονισμό της θεωρείται ότι αναλήφθηκε τον Ιούλιο του 2019, οπότε και το Συμβούλιο έδωσε στην Επιτροπή εντολή να διαπραγματευτεί το σχέδιο εκσυγχρονισμού. Ενόσω βρίσκονταν σε εξέλιξη οι σχετικές διαδικασίες, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, να παρακολουθούν την πορεία των διαπραγματεύσεων, να διαβουλεύονται με τα αρμόδια θεσμικά όργανα και να ενημερώνουν την Επιτροπή για τις πολιτικές επιλογές τους ανάλογα με το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Με βάση τη στάση που τηρήθηκε από τα κράτη μέλη κατά το στάδιο αυτό, δεν φαίνεται ότι μπορούν να επιρριφθούν ευθύνες για παραβίαση του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας. Ούτε το γεγονός ότι, μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, ορισμένα κράτη μέλη θεώρησαν ότι η «κατ’ αρχήν συμφωνία» που επετεύχθη δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους και, ως εκ τούτου, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν, συνεπάγεται παραβίαση της υποχρέωσης συνεργασίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να απορρίπτουν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης για την τροποποίηση μεικτής συμφωνίας, ακόμα κι αν αυτό αποτελεί προϊόν συντονισμένης ενωσιακής δράσης[42].

Τρίτον, η απόφαση της Ένωσης να καταγγείλει τη ΣΧΕ στηρίχθηκε στην ίδια νομική βάση με την απόφαση για τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας εξ ονόματος της Ένωσης, ήτοι στο άρθρο 218, παρ. 6, στοιχ. α΄, σημ. v΄, της ΣΛΕΕ, και λήφθηκε σύμφωνα με την ίδια διαδικασία. Αξιοποιώντας όσα έγιναν δεκτά στη Γνωμοδότηση 1/19 (η οποία αφορούσε διαδικασία σύναψης μεικτής συμφωνίας) για να αξιολογήσουμε τη μονομερή αποχώρηση της Ένωσης από τη ΣΧΕ, διαπιστώνουμε ότι δεν θα μπορούσε να απαιτηθεί από το Συμβούλιο να αναγάγει, κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ, σε προϋπόθεση αποχώρησης της Ένωσης από τη ΣΧΕ την «κοινή συμφωνία» των κρατών μελών. Η αρχή της στενής συνεργασίας δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει, στην περίπτωση αυτή, τη μη τήρηση από το Συμβούλιο της διαδικασίας αποχώρησης από διεθνή συμφωνία που προβλέπει η Συνθήκη. Σε ό,τι αφορά τη στάση που θεσμικά θα ήταν πιο ορθό να τηρήσουν όσα κράτη μέλη παραμένουν συμβαλλόμενα μέρη στη ΣΧΕ, καταλήγουμε ότι η συντονισμένη έξοδος είναι, πράγματι, η πλέον κατάλληλη επιλογή για νομικούς, θεσμικούς, πολιτικούς, αλλά και καθαρά πρακτικούς λόγους. Όπως αναφέρει σε ανεπίσημο έγγραφό της η Επιτροπή, «η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από τις πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, να διευκολύνουν της υλοποίηση των καθηκόντων της Ένωσης και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της»[43]. Η παραμονή ορισμένων κρατών μελών στη ΣΧΕ οπωσδήποτε θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιζήμιες συνέπειες: θα έθιγε ενδεχομένως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πράξεις των θεσμικών οργάνων που αποφάσισαν την αποχώρηση της Ένωσης, δεν θα συνέβαλλε καθόλου στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων της ρήτρας λήξης ισχύος, θα ενίσχυε τις πιθανότητες να προκύψουν ενδοενωσιακές διαφορές, θα υπονόμευε την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ενέργεια και το κλίμα και θα επέτεινε την ήδη αυξημένη νομική αστάθεια. Επομένως, η συντονισμένη έξοδος είναι η πιο ενδεδειγμένη και βιώσιμη επιλογή από θεσμική και πολιτική άποψη, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί την ασφαλέστερη και απλούστερη νομική οδό για την άρση του αδιεξόδου της ΣΧΕ. Ακόμη, συμβάλλει στην προσπάθεια για ένα, κατά το δυνατόν, εναρμονισμένο χρονοδιάγραμμα για ολόκληρη την Ένωση σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες αποχώρησης, το οποίο, με τη σειρά του, ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα. Δεδομένου ότι η αποχώρηση των κρατών μελών θα υπόκειται στους ισχύοντες εθνικούς κανόνες, το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας θα συνεπάγεται, στην περίπτωση αυτή, την υποχρέωση να ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες εσωτερικές διαδικασίες εντός ευλόγου χρόνου και χωρίς περιττές καθυστερήσεις.

Τέταρτον, τα κράτη μέλη που επιθυμούν να παραμείνουν συμβαλλόμενα μέρη σε μια επικαιροποιημένη ΣΧΕ θα μπορέσουν να το πράξουν και να ψηφίσουν υπέρ του εκσυγχρονισμού της στην επόμενη συνεδρίαση της Διάσκεψης του Χάρτη Ενέργειας που θα λάβει χώρα έως το τέλος του 2024. Στο πλαίσιο ενός πολιτικού συμβιβασμού που επετεύχθη υπό τη βελγική προεδρία, αποκαλούμενου και ως «βελγικού οδικού χάρτη», τα κράτη μέλη έχουν εξουσιοδοτηθεί να λάβουν θέση στην επικείμενη συνεδρίαση, με την οποία θα εγκρίνουν ή τουλάχιστον δεν θα εμποδίζουν την έγκριση των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων της ΣΧΕ αναφορικά με θέματα που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης (και της Ευρατόμ). Το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας επιβάλλει, στην περίπτωση αυτή, συντονισμό και κοινές προσπάθειες μεταξύ της Ένωσης και των εν λόγω κρατών μελών, προκειμένου η παραμονή τους στη ΣΧΕ να μην έχει ως αποτέλεσμα να διακυβεύονται οι φιλοδοξίες της Ένωσης για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση ή να πλήττεται η εξωτερική της εικόνα εν γένει. Μολονότι η λύση αυτή συνεπάγεται σημαντική πολυπλοκότητα, δεδομένου ότι η Ένωση, η Ευρατόμ και 11 κράτη μέλη έχουν ήδη αποφασίσει να αποχωρήσουν από τη ΣΧΕ, λαμβάνει υπόψη ότι η στάση που τηρούν ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. Κύπρος, Ουγγαρία, Ελλάδα) ίσως υποδηλώνει στήριξη στη ΣΧΕ και επιθυμία για παραμονή. Επίσης, ανοίγει τον δρόμο για την ευόδωση των προσπαθειών εκσυγχρονισμού της ΣΧΕ προς όφελος και των συμβαλλομένων μερών που δεν είναι μέλη της Ένωσης, εξισορροπώντας με αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων. Πάντως, το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας επιβάλλει την οικειοθελή αποχώρηση όσων κρατών μελών έχουν παραμείνει στη ΣΧΕ, σε περίπτωση που δεν εγκριθούν τελικά οι σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις ή δεν τεθούν σε ισχύ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Πέμπτον, ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί το ζήτημα της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τη ΣΧΕ. Δεδομένου ότι στο πλαίσιο των μεικτών συμφωνιών η Ένωση και τα κράτη μέλη οφείλουν να ενεργούν μόνο στους τομείς των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους[44], τα κράτη μέλη που παραμένουν στη ΣΧΕ μπορούν να αναλαμβάνουν δράση στους τομείς αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης – που καλύπτουν ένα μεγάλος μέρος της ΣΧΕ – για όσο εξουσιοδοτούνται ρητά να το πράττουν (άρθρο 2, παρ. 1, ΣΛΕΕ). Και στην περίπτωση αυτή, όμως, απαιτείται στενή συνεργασία και συντονισμός, προκειμένου να διασφαλίζεται ομοιομορφία μεταξύ των κρατών μελών σε θέματα εξωτερικής εμπορικής πολιτικής[45].

VI. Τελικές διαπιστώσεις

Η μελέτη αυτή επιχείρησε να σχολιάσει μερικά μόνο από τα σημεία που πυροδοτούν έντονες συζητήσεις στον απόηχο της πρόσφατης μονομερούς αποχώρησης της Ένωσης και της Ευρατόμ από τη ΣΧΕ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι διαδικασίες αποχώρησης από πολυμερή μεικτή συμφωνία, όπως η ΣΧΕ, δημιουργούν ιδιαίτερα σύνθετα ζητήματα – τόσο ενωσιακού όσο και διεθνούς δικαίου – που δεν είναι πάντοτε εύκολο να απαντηθούν[46]. Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, μπορούμε, πάντως, να διαπιστώσουμε ότι μια συντονισμένη έξοδος από τη ΣΧΕ είναι η καλύτερη, αλλά όχι η μόνη νομικά δυνατή επιλογή. Η παραμονή ορισμένων κρατών μελών στη ΣΧΕ, ενώ η Ένωση, η Ευρατόμ και 11 κράτη μέλη έχουν ήδη αποφασίσει να αποχωρήσουν, συνεπάγεται σημαντική πολυπλοκότητα που αγγίζει τόσο ζητήματα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών όσο και ποικίλα ζητήματα διεθνούς δικαίου. Ο πολιτικός συμβιβασμός που επετεύχθη υπό τη βελγική προεδρία οπωσδήποτε δείχνει ευελιξία και εγγυάται τη δίκαιη εξισορρόπηση των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων μερών. Το εάν αυτή η ευελιξία θα λειτουργήσει τελικά προς όφελος της Ένωσης και των φιλόδοξων στόχων της για το κλίμα και την ενεργειακή μετάβαση μένει να φανεί στην πράξη.

 

[1] Απόφαση 98/181/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 23ης Σεπτεμβρίου 1997, σχετικά με τη σύναψη, από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, της συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας και του πρωτοκόλλου του Χάρτη Ενέργειας για την ενεργειακή απόδοση και τα σχετικά περιβαλλοντικά ζητήματα, ΕΕ 1998 L 69/1.

[2] Πρόκειται για συμφωνία σχετικά με την παγκόσμια μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου η οποία εγκρίθηκε κατά την 21η Διάσκεψη των μερών της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (γνωστή ως COP 21), Παρίσι, 30 Νοεμβρίου-12 Δεκεμβρίου 2015.

[3] 11.12.2019, COM(2019) 640 final.

[4] Πράγματι, ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών που συστήνει η ΣΧΕ επιτρέπει σε πολυεθνικές εταιρείες ορυκτών καυσίμων να αμφισβητούν τις κλιματικές πολιτικές που επηρεάζουν αρνητικά τις δραστηριότητές τους ή ματαιώνουν τους επιχειρηματικούς τους σκοπούς και να αξιώνουν εξοντωτικές αποζημιώσεις για τα διαφυγόντα κέρδη. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, οι αποζημιώσεις που διεκδικούν από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τα ποσά που πράγματι έχουν επενδυθεί. Βλ., για παράδειγμα, Klesch Group Holdings Limited & others v. European Union, ICSID Case No. ARB(AF)/23/1‧ Ascent Resources Plc and Ascent Slovenia Ltd v. Republic of Slovenia, ICSID Case No. ARB/22/21‧ RWE AG and RWE Eemshaven Holding II BV v. Kingdom of the Netherlands, ICSID Case No. ARB/21/4‧ Rockhopper Italia S.p.A., Rockhopper Mediterranean Ltd, and Rockhopper Exploration Plc v. Italian Republic, ICSID Case No. ARB/17/14.

[5] Energy Charter Secretariat, Decision of the Energy Charter Conference, Public Communication explaining the main changes contained in the agreement in principle, CCDEC 2022 10 GEN, 24 June 2022.

[6] 2022/0324 (NLE), COM(2022) 521 final και 2022/0323 (NLE), COM(2022) 522 final, αντίστοιχα.

[7] Βλ., συναφώς, Eckes, C., «The Autonomy of the EU Legal Order: The Case of the Energy Charter Treaty», European Papers, 8/2023, σσ. 1465-1494‧ Georgiou Ν. Α., «A modernised ECT reflecting EU values and objectives: a multilateral framework promoting energy investment in a sustainable way?», Europe and the World: A law review, 7/2023, σ. 5 επ.

[8] Βλ. άρθρο 47, παρ. 3, της ΣΧΕ σε συνδ. με το άρθρο 54 της Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών.

[9] Βλ., συναφώς, IISD Report «Navigating Energy Transitions: Mapping the road to 1.5°C», October 2022.

[10] Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα»), 09.07.2021, OJ L 243/1.

[11] Council decision on the position to be taken on behalf of the European Union at the 33rd meeting of the Energy Charter Conference, 14399/22.

[12] Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η Πολωνία, η Ισπανία, οι Κάτω Χώρες, η Γαλλία, η Σλοβενία, η Γερμανία, το Λουξεμβούργο, η Δανία και – όλως προσφάτως – η Πορτογαλία και η Ιρλανδία εξέφρασαν την πρόθεση να καταγγείλουν μονομερώς τη ΣΧΕ, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιταλίας που αποχώρησε το 2016. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι διαδικασίες αποχώρησης έχουν ολοκληρωθεί επισήμως για την Πολωνία, τη Γαλλία και τη Γερμανία (που δεν αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της ΣΧΕ από τον Δεκέμβριο του 2023) και για το Λουξεμβούργο (που δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος από τον Ιούνιο του 2024). Επιπλέον, αναμένεται η επίσημη έξοδος της Σλοβενίας εντός του Οκτωβρίου 2024, καθώς και της Ισπανίας, των Κάτω Χωρών και της Πορτογαλίας μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου 2025.

[13] Η ασυμβατότητα του μηχανισμού επίλυσης διαφορών που συστήνει το άρθρο 26 της ΣΧΕ, όπως ισχύει σήμερα, με το δίκαιο της Ένωσης έχει επιβεβαιωθεί από το ίδιο το Δικαστήριο. Βλ. συναφώς, ΔΕΕ, 06.03.2018, C-284/16, Achmea‧ ΔΕΕ, 02.09.2021, C-741/19, République de Moldavie‧ ΔΕΕ, 16.06.2022, Γνωμοδότηση 1/20, Avis rendu en vertu de l’article 218, paragraphe 11, TFUE (Traité sur la Charte de l’énergie modernisé).

[14] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2022 σχετικά με την έκβαση του εκσυγχρονισμού της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας [2022/2934(RSP)], παρ. 17-18, 20.

[15] Heliskoski J., «Mixed Agreements: The EU Law Fundamentals» στο Schütze R./Tridimas Τ. (επιμ.), Oxford Principles of European Union Law: The European Union Legal Order, Vol. I, OUP, Οξφόρδη 2018, σσ. 1174-1207.

[16] Holdgaard R., External Relations Law of the European Community: Legal Reasoning and Legal Discourses, Kluwer Law International, Alphen aan den Rijn. 2008, σ. 152. Βλ. και Προτάσεις Γεν. Εισαγγελέα στην C-600/14, Γερμανία/Συμβούλιο, σημείο 85.

[17] Rosas A., «The European Union and mixed agreements» στο Dashwood Α./Hillion C. (επιμ.), The general law of EC external relations, Sweet & Maxwell, Λονδίνο 2000, σ. 206.

[18] Ankersmit L., «Withdrawal from mixed agreements under EU law: the case of the Energy Charter Treaty», Europe and the World: A law review, 7/2023, σ. 4.

[19] Βλ. ΔΕΕ, 16.05.2017, Γνωμοδότηση 2/15, Accord de libre-échange avec Singapour, σκέψεις 225-244.

[20] Ibid, σκέψεις 292-293. Βλ. και ΔΕΕ, 06.03.2018, C-284/16, ό.π., σκέψη 58.

[21] ΔΕΕ, 05.12.2017, C-600/14, Γερμανία/Συμβούλιο, σκέψη 68. Πρβλ. και Cremona Μ., «Shaping EU Trade Policy post-Lisbon: Opinion 2/15 of 16 May 2017», European Constitutional Law Review, 14/2018, σ. 251.

[22] Αναλυτικά σε Sapardani M., «Coherence and consistency of EU external action: the duty of sincere cooperation in mixed agreements and its constitutional limits», HREL, 2020, σσ. 163-178.

[23] ΔΕΚ, 30.05.2006, C-459/03, Επιτροπή/Ιρλανδία, σκέψη 175.

[24] Neframi Ε., «The duty of loyalty: Rethinking its scope through its application in the field of EU external relations», CML Rev., 2010, σ. 324.

[25] Eckes C., EU Powers under External Pressure: How the EU’s External Actions Alter its Internal Structures, OUP, Οξφόρδη 2019, σ. 65.

[26] ΔΕΚ, 02.06.2005, C-266/03, Επιτροπή/Λουξεμβούργο, σκέψεις 58-60.

[27] Heliskoski J., «Adoption of Positions under Mixed Agreements (Implementation)» στο Hillion C./Koutrakos P. (επιμ.), Mixed Agreements Revisited: The EU and its Member States in the World, Hart Publishing, Οξφόρδη 2010, σ. 158.

[28] ΔΕΕ, 20.04.2010, C-246/07, Επιτροπή/Σουηδία, σκέψεις 74-75.

[29] ΔΕΚ, 15.11.1994, Γνωμοδότηση 1/94, Accords annexés à l’accord OMC, σκέψη 107.

[30] Προτάσεις Γεν. Εισαγγελέα στην C-28/12, Επιτροπή/Συμβούλιο, σημεία 84, 89.

[31] ΔΕΕ, 06.10.2021, Γνωμοδότηση 1/19, Convention d’Istanbul, σκέψεις 240-249, 258-259.

[32] 2023/0273 (NLE) COM(2023) 447 final και COM(2023) 446 final, αντίστοιχα.

[33] LIMITE 6509/24 και 6514/24.

[34] Βλ. Σύσταση σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την αποχώρηση της Ένωσης από τη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας [06509/2024 – C9‑0059/2024 – 2023/0273(NLE)], 11.04.2024.

[35] 2024/0057 (NLE) COM(2024) 104 final και 2024/0058 (NLE) COM(2024) 105 final, αντίστοιχα‧ LIMITE 9616/24 και 9617/24, αντίστοιχα.

[36] Eckes C., EU Powers under External Pressure: How the EU’s External Actions Alter its Internal Structures, ό.π., σ. 75.

[37] Έτσι και Van Der Loo G./Wessel R.A., «The non-ratification of mixed agreements: legal consequences and solutions», CML Rev., 54/2017, σ. 759.

[38] Στο ίδιο πνεύμα, De Baere G., Constitutional Principles of EU External Relations, OUP, Οξφόρδη 2008, σ. 256.

[39] Έτσι και Ankersmit L., «Withdrawal from mixed agreements under EU law: the case of the Energy Charter Treaty», ό.π., σ. 9.

[40] Van Der Loo G./Wessel R.A., «The non-ratification of mixed agreements: legal consequences and solutions», ό.π., σ. 744.

[41] ΔΕΕ, 20.04.2010, C-246/07, ό.π., σκέψεις 91, 104.

[42] Ankersmit L., «Withdrawal from mixed agreements under EU law: the case of the Energy Charter Treaty», ό.π., σ. 12.

[43] Non-paper from the European Commission: Next steps as regards the EU, Euratom and Member States’ membership in the Energy Charter Treaty, σ. 4.

[44] ΔΕΕ, 06.10.2021, Γνωμοδότηση 1/19, ό.π., σκέψεις 258-259.

[45] Editorial comments, «The dog that did not bark: The EU and the Energy Charter Treaty», CML Rev., 60/2023, σ. 12.

[46] Για μια αναλυτική παρουσίαση κρίσιμων ζητημάτων που δεν αναλύονται στην παρούσα μελέτη, ιδίως σε σχέση με τη ρήτρα λήξης ισχύος της ΣΧΕ (άρθρο 47, παρ. 3) και τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών (άρθρο 26), βλ., μεταξύ άλλων, Eckes C., «The Autonomy of the EU Legal Order: The Case of the Energy Charter Treaty», ό.π.‧ Morgandi T./Bartels L., «Exiting the Energy Charter Treaty under the law of treaties», King’s Law Journal, 34/2023, σσ. 145-169‧ Belyi A., «The Energy Charter process in the face of uncertainties», The Journal of World Energy Law & Business, 14/2021, σσ. 363-375‧ Roiger-Simek K., «The Modernization of the Energy Charter Treaty: Dead in the Water?», Austrian Review of International and European Law, 26/2021, σσ. 121-146.

+ posts

Η Μαρία Σαπαρδάνη είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στην οποία συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στον Τομέα Διεθνών Σπουδών. Σήμερα είναι δικηγόρος και Υποψήφια Διδάκτωρ του ίδιου Πανεπιστημίου, με αντικείμενο το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Διεθνές Επενδυτικό Δίκαιο. Για την εκπόνηση της διδακτορικής της διατριβής έχει λάβει υποτροφία από το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ) και από τη Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών DAAD με πόρους από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας. Από το 2019 εργάζεται ως επιστημονική συνεργάτιδα του ΚΔΕΟΔ, υπό την προεδρία του Ομ. Καθηγητή Βασίλειου Σκουρή. Αποτελεί μία εκ των συγγραφέων του έργου «Mutual trust in times of crisis of EU values: State of play and possible next steps» (Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020), το οποίο εκδόθηκε με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Fritz Thyssen Stiftung, ενώ συμβολές της έχουν φιλοξενηθεί σε συλλογικούς τόμους και νομικά περιοδικά. Οι δημοσιεύσεις της στην ελληνική και αγγλική γλώσσα αφορούν ζητήματα Ευρωπαϊκού Δικαίου, Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Διεθνούς Εμπορικού/Επενδυτικού Δικαίου και Δικαίου της Ενέργειας.

Μετάβαση στο περιεχόμενο