Στην επέτειο των πενήντα χρόνων από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, οφείλουμε να αναστοχαστούμε όχι μόνο για τη σημασία του ως καταφύγιο του πολίτη απέναντι στην τυρρανία της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά και τη δική μας ευθύνη ως ερμηνευτών και εφαρμοστών του δικαίου. Γιατί, όσοι καλούμαστε να υπηρετούμε το δίκαιο, έχουμε, όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Μάνεσης, το ιερό καθήκον να είμαστε «φύλακες τόσο του Συντάγματος όσο και της πολιτικής ελευθερίας».[1]

Θα ξεκινήσω με ένα ερώτημα: Πόσο αυτονόητη είναι σήμερα η δεσμευτικότητα του Συντάγματος; Ή μήπως ζούμε μια εποχή σταδιακής αποδυνάμωσής του, όπου το Σύνταγμα χάνει την κανονιστική του ικμάδα και μετατρέπεται σε έναν κατάλογο οδηγιών που καλό είναι να τηρούνται, αλλά που μπορεί και να παρακάμπτονται, όταν το απαιτεί η βούληση της εκάστοτε εξουσίας;

1. H αποδυνάμωση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος

Παραδείγματα αποδυνάμωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος υπάρχουν, δυστυχώς, αρκετά. Το πιο χαρακτηριστικό, κατά τη γνώμη μου, είναι το άρθρο 86 για την ευθύνη των υπουργών, μια διάταξη που περισσότερο από κάθε άλλη έχει τραυματίσει το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης. Πιστεύω ότι έχει έρθει η ώρα να αναθεωρηθεί, ώστε η αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης να περάσει στην τακτική δικαιοσύνη, ενισχύοντας έτσι την ισονομία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Ωστόσο, όσο το άρθρο 86 του Συντάγματος παραμένει σε ισχύ, οφείλουμε να τηρούμε όλα τα στάδια που αυτό προβλέπει. Η κυβερνητική πλειοψηφία δεν δικαιούται να υποκαθιστά την προανακριτική επιτροπή με μια απλή εξεταστική, όπως συνέβη πρόσφατα στην υπόθεση των δύο υπουργών που φέρονται να εμπλέκονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η παραβίαση του άρθρου 101Α του Συντάγματος, που όριζε ότι τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών επιλέγονται με πλειοψηφία 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων. Το 2019 το άρθρο αυτό αναθεωρήθηκε με έκπτωση της αναγκαίας συναίνεσης στα 3/5, έτσι ώστε να προσαρμοστεί το Σύνταγμα στις παραβιάσεις του. Πρoσφάτως νομοθετήθηκε γενική απαγόρευση των συναθροίσεων σε τμήμα της πλατείας Συντάγματος, μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος, που επιτρέπει περιορισμούς μόνο κατ’ εξαίρεση, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση και υπό τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας. Τέλος, το Σύνταγμα μπορεί να παραβιάζεται και δια παραλείψεως. Όταν η Πολιτεία δεν εκδίδει τους αναγκαίους εκτελεστικούς νόμους, οι διατάξεις του μένουν γράμμα κενό. Ενδεικτικά, η παράγραφος 5 του άρθρου 96 του Συντάγματος για την εξομοίωση των στρατιωτικών με τους τακτικούς δικαστές και η παράγραφος 6 του άρθρου 73 του Συντάγματος για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, παραμένουν μέχρι σήμερα ανενεργές.[2]

2. Δυναμική ερμηνεία και όρια αυτής

Η υπονόμευση της δεσμευτικής δύναμης του Συντάγματος δεν προκύπτει μόνο από την ευθεία παραβίασή του. Μπορεί να συντελείται και μέσω της ερμηνείας, όταν αυτή δεν περιορίζεται στην εφαρμογή, αλλά μεταβάλλει το ίδιο το περιεχόμενό του, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αναθεώρησης. Η λεγόμενη δυναμική ερμηνεία έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ισχυρό έρεισμα, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων. Αυτονόητα το Σύνταγμα είναι ένα ζωντανό κείμενο, που οφείλει να συνδιαλέγεται με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα κάθε εποχής. Στη νομολογία των Ηνωμένων Πολιτειών αποκαλείται «Living Constitution», ενώ τα δικαστήρια του Καναδά κάνουν λόγο για ένα «Living Tree», που αναπτύσσεται και προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντός του.[3] Στη χώρα μας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε παραδείγματα αυτής της εξελικτικής προσέγγισης: τη διεύρυνση της έννοιας της οικογένειας στο άρθρο 21 του Συντάγματος, ώστε να περιλαμβάνει και τις ενώσεις ατόμων του ίδιου φύλου, ή την επέκταση της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας στο άρθρο 17 του Συντάγματος, ώστε να καλύπτει όχι μόνο τα εμπράγματα, αλλά και τα ενοχικά δικαιώματα.[4]

Εξάλλου, μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Σύνταγμα δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική πηγή του συνταγματικού δικαίου. Υπό τις συνθήκες ενός πολυεπίπεδου συνταγματισμού, το εθνικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο. Όπως επισημαίνει η πλειοψηφία της απόφασης 1918/2025 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για τα μη κρατικά ΑΕΙ, το Δικαστήριο οφείλει να «αναζητά την έννοια της ρύθμισης εν όψει του γράμματος αλλά και του σκοπού του, όπως η εκάστοτε ρύθμιση εντάσσεται τη δεδομένη στιγμή στο σύνολο της εννόμου τάξεως, εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς, ώστε να καταστεί δια της ερμηνείας κατά το δυνατόν, ένα συνεκτικό σύνολο».

Η δυναμική ερμηνεία, ωστόσο, έχει αυτονόητα όρια. Το πρώτο και θεμελιώδες όριο είναι το γράμμα του Συντάγματος. Όπως υποστήριξε η μειοψηφία στην ίδια απόφαση του ΣτΕ, «η επιλογή του ερμηνευτή γίνεται μεταξύ περισσότερων νοηματικών εκδοχών που, για να είναι υποστηρίξιμες, απορρέουν, κατ’ αρχήν, από το γράμμα της διάταξης ή το πλέγμα των διατάξεων, όπως αυτή επιρρωνύεται και από τις λοιπές ερμηνευτικές μεθόδους. Η ερμηνεία, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι praeter, σε καμία, όμως, περίπτωση contra legem.» Το Σύνταγμα, ακόμη κι αν είναι ζωντανό δέντρο, έχει ρίζες: αναλλοίωτες αξίες που δεν μπορούν να μεταβάλλονται κατά τις επιδιώξεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Ή, όπως τόνιζε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ο ερμηνευτής «δεν μπορεί να αγνοήσει τον πυρήνα του νοήματος που έχει τεθεί από τον ιστορικό συντακτικό νομοθέτη στο συγκεκριμένο κείμενο».[5]

Στη συγκεκριμένη υπόθεση των μη κρατικών ΑΕΙ, το άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζει ρητά η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση (παράγραφος 5) και ότι απαγορεύεται η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες (παράγραφος 8). Όπως τόνισε η μειοψηφία στην προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ, «δεν μπορεί να επιχειρηθεί ερμηνεία του κανόνα δικαίου, και δη του συνταγματικού, η οποία να είναι αντίθετη στο σαφές και αναμφήριστο νόημα των λέξεων που την απαρτίζουν (…) ήτοι αντίθετη προς τον σημασιολογικό πυρήνα των περιεχομένων σε αυτόν εννοιών, όπως των λέξεων “αποκλειστικά” και “απαγορεύεται”, που απαντώνται στο εδ. α της παρ. 5 του άρθρου 16 και στο εδ. β της παρ. 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος». Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση είναι, κατά την άποψη της μειοψηφίας, δυνητικά επικίνδυνη, όχι μόνο επειδή αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, δομικών στοιχείων του κράτους δικαίου, αλλά και διότι οδηγεί σε συνταγματική αναθεώρηση μέσω της ψήφισης κοινού νόμου, η οποία κατόπιν επικυρώνεται από το ίδιο το Δικαστήριο. Έτσι, η αναθεώρηση ενός αυστηρού Συντάγματος, όπως το Σύνταγμα του 1975, πραγματοποιείται χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 110, κατά παράβαση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1, παράγραφος 2) και της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26). Το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 16 (παράγραφοι 5, 6 και 8) είναι τόσο σαφές, ώστε οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία να είναι contra constitutionem, τονίζουν οι δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου. Ή όπως υπενθυμίζει η παλαιά νομική ρήση, interpretatio cesat in claris, επί των σαφών δεν νοείται ερμηνεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπέρβασης της γραμματικής διατύπωσης του Συντάγματος αποτελεί και η ερμηνεία της παραγράφου 3 του άρθρου 117. Σύμφωνα με τη διάταξη «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για τον λόγο αυτό τον χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Η πλειοψηφία της απόφασης 2499/2012 της Ολομέλειας ΣτΕ, ερμηνεύοντας contra constitutionem, δέχθηκε ότι η διάταξη αυτή θεσπίστηκε κυρίως για την αποτροπή της οικοπεδοποίησης των δασών και των δασικών εκτάσεων και δεν απαγορεύει τη διάθεση αναδασωτέων εκτάσεων για σημαντικούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η εγκατάσταση πάρκων αιολικής ενέργειας. Η μειοψηφία, αντιθέτως, αφού χρησιμοποίησε όχι μόνο τη γραμματική αλλά και την ιστορική, τελολογική και συστηματική ερμηνευτική μέθοδο, υποστήριξε ορθά ότι «η ερμηνεία μιας διατάξεως εναντίον του γράμματός της (…) δεν είναι πάντως νοητή προκειμένου για συνταγματική διάταξη, κατά μείζονα δε λόγο όταν αυτή θεσπίζει ρητή και απόλυτη απαγόρευση (…). Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο κοινός νομοθέτης δύναται, επικαλούμενος σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, να θεσπίζει εξαιρέσεις από ρητή και απόλυτη  συνταγματική απαγόρευση, όπως η του άρθρου 117 παρ. 3, καθιστά αυτήν ανίσχυρη και ισοδυναμεί πράγματι με ανεπίτρεπτη άσκηση αναθεωρητικής εξουσίας».

Ένα ακόμη όριο στη δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος μπορεί να προκύψει από την ιστορική ερμηνεία, τη βούληση δηλαδή του συντακτικού ή αναθεωρητικού νομοθέτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες θέσπισης ή αναθεώρησης του Συντάγματος. Για παράδειγμα, κατά τη σύνταξη του Συντάγματος του 1975, η κυβερνητική πρόταση για τη δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων απορρίφθηκε ρητά. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εισαχθεί εκ των υστέρων μέσω δυναμικής ερμηνείας του άρθρου 29 του Συντάγματος. Ωστόσο, με την απόφαση 10/2025 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 29, παρ. 1 Συντάγματος -σύμφωνα με την οποία η δράση και η οργάνωση των κομμάτων πρέπει να υπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος- έχει κανονιστικό και όχι απλώς προγραμματικό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί δηλαδή μια lex imperfecta, αλλά μια διάταξη που μπορεί (και υπό προϋποθέσεις επιβάλλεται) να συνοδεύεται από έννομες συνέπειες, μέχρι και την απαγόρευση συμμετοχής ενός κόμματος στις εκλογές, όταν η οργάνωση και η δράση του αντιστρατεύεται την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η απόφαση αυτή έχει δεχθεί εύλογη κριτική, καθώς θεωρήθηκε ότι, αντί να φωτίζει το νόημα του άρθρου 29 του Συντάγματος, ουσιαστικά εισάγει ρύθμιση που ο συντακτικός νομοθέτης είχε ρητά απορρίψει.[6]

Όσον αφορά τη σχέση του ενωσιακού δικαίου με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο, οφείλουμε να θυμόμαστε, ότι τα κράτη προϋπήρχαν της ΕΟΚ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι εκείνα που της παραχώρησαν ορισμένες αρμοδιότητες, κι επομένως η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου ισχύει μόνο εντός των ορίων αυτών των δοτών αρμοδιοτήτων.[7] Μάλιστα μετά την αποτυχία θέσπισης ενός ευρωπαϊκού Συντάγματος, τα ανώτατα συνταγματικά δικαστήρια των περισσότερων κρατών-μελών και ιδίως της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, δεν αποδέχονται ανεπιφύλακτα την a priori υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι των εθνικών Συνταγμάτων τους. Ενδεικτική είναι η απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση NextGenerationEU της 06.12.2022[8], όπου κρίθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κοινότητα δικαίου που δεσμεύεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας και οφείλει να σέβεται τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών-μελών, επί των οποίων και θεμελιώνει την ύπαρξή της. Το Δικαστήριο διαφύλαξε, μάλιστα, για τον εαυτό του την αρμοδιότητα να ελέγχει αν οι πράξεις της Ένωσης υπερβαίνουν τα όρια του ενωσιακού δικαίου, αν δηλαδή κινούνται ultra vires, εισχωρώντας σε πεδία που ανήκουν στη σφαίρα του εθνικού Συντάγματος.

Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον λεγόμενο «Βασικό Μέτοχο»,[9] που αφορούσε στο ασυμβίβαστο μεταξύ επιχειρηματικών ιδιοτήτων ιδιοκτήτη, βασικού μετόχου, διευθύνοντος στελέχους επιχειρήσεων ΜΜΕ και εργολήπτη δημοσίων έργων  δεν μπορεί να συνιστά σε καμία περίπτωση παράδειγμα άκριτης υποταγής του εθνικού συνταγματικού δικαίου στο ενωσιακό. Και αυτό διότι η υπόθεση αφορούσε τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, ο οποίος πράγματι ανήκει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι σε εκείνη των κρατών μελών. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι το άρθρο 14, παρ. 9 του Συντάγματος είναι αντίθετο προς το ενωσιακό δίκαιο, αλλά ότι ο εφαρμοστικός νόμος 3021/2002 παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται τόσο στο εθνικό όσο και στο ενωσιακό δίκαιο.[10]

Αντιθέτως, στην υπόθεση των μη κρατικών πανεπιστημίων, η μειοψηφία της Ολομέλειας του ΣτΕ έκρινε ορθά ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 165 και 166 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, η Ένωση διαθέτει μόνο υποστηρικτική ή συμπληρωματική αρμοδιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης. Η οργάνωση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Επικαλούμενη την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μειοψηφία υπενθύμισε ότι ένα σύστημα δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που οργανώνεται και χρηματοδοτείται από το κράτος, εκπληρώνοντας τη βασική αποστολή του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί ελευθερίας εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, με βάση τη νομολογία τόσο του ΔΕΕ[11] (απόφαση Thelen Technopark Berlin GmbH, 18.1.2022) όσο και του ίδιου του ΣτΕ,[12] οι ανώτατοι δικαστές υποστήριξαν ότι η αρχή της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνεία contra legem του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, και πολύ περισσότερο σε ερμηνεία contra constitutionem. Για όλους αυτούς τους λόγους, όπως σημειώνει και ο καθηγητής Σπύρος Βλαχόπουλος, η θέση της πλειοψηφίας στην ως άνω απόφαση, η οποία τάχθηκε υπέρ της ερμηνευτικής κάμψης της αδιάστικτης γραμματικής διατύπωσης των εθνικών συνταγματικών διατάξεων στο όνομα της «σύμφωνης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.[13]

3. Η θεσμική ευθύνη του ερμηνευτή του Συντάγματος

Η ιδέα ενός «ρέοντος» Συντάγματος δεν μπορεί να καταλήγει σε σιωπηρή αλλοίωσή του από τον δικαστή. Όταν η ερμηνεία υπερβαίνει τα όρια των νομικών μεθόδων για να προσαρμόσει το Σύνταγμα στα κελεύσματα των καιρών, τότε δεν γίνεται κατ’ εφαρμογή, αλλά παρά το Σύνταγμα. Ο επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Σωτήριος Ρίζος το είχε περιγράψει παραστατικά: Η ζητούμενη ελαστικότητα «είναι η κλίνη του Προκρούστη, επί της οποίας το δυστυχές σώμα του Συντάγματος, με αρχιβασανιστή τον δικαστή, θα λαμβάνει τις επιθυμητές διαστάσεις».[14] Και ο Αριστόβουλος Μάνεσης προειδοποιούσε: «Η παράβαση των κανόνων του τυπικού Συντάγματος δεν παύει να είναι παράβαση, επειδή επαναλαμβάνεται ή επειδή είναι κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένη».[15]

Σε συνθήκες ερμηνευτικού σχετικισμού, όπου κάθε εκδοχή εμφανίζεται ως θεμιτή και τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας αποδυναμώνονται, το δίκαιο χάνει τον χαρακτήρα του ως σταθερού κανόνα και μετατρέπεται σε πεδίο συνεχούς διαπραγμάτευσης. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος χαρακτήρισε εύστοχα αυτή την κατάσταση ως «νεοφεουδαρχική αναρχία» του σύγχρονου συνταγματισμού: μια εποχή όπου οι ευρηματικές ερμηνείες εξωραΐζουν την υποκατάσταση της ισχύος του δικαίου από το δίκαιο της ισχύος.[16] Ο επίτιμος σύμβουλος Επικρατείας Γιώργος Κουβελάκης προειδοποιούσε ότι ο ερμηνευτής του Συντάγματος, «καλό είναι να μη χρησιμοποιεί τη νομική τέχνη του για τη νομιμοφανή παραβίασή του».[17]  Έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι παραμένει σύστημα εγγυήσεων απέναντι στην εξουσία και όχι μηχανισμός επικύρωσής των αποφάσεών της. Και όταν οι περιστάσεις δείχνουν ότι χρειάζεται αλλαγή, οφείλει να αναγνωρίζει ότι η μόνη θεσμική οδός είναι η συνταγματική αναθεώρηση γιατί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας επιτάσσει τη συμμετοχή του ίδιου του λαού στη διαμόρφωση του Συντάγματός του.

Τέλος, το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, ως lex perfecta, επιβάλλει και στον πολίτη το καθήκον αντίστασης απέναντι σε κάθε αυθαιρεσία. Τον καλεί να βρίσκεται σε εγρήγορση όχι μόνο απέναντι στις φανερές παραβιάσεις, αλλά και στις ύπουλες καταστρατηγήσεις, όταν το Σύνταγμα φαίνεται να τηρείται, ενώ στην πραγματικότητα ερμηνεύεται για να εξυπηρετεί τους ισχυρούς. Ένα Σύνταγμα χωρίς αυστηρότητα παύει να είναι Σύνταγμα. Κι αν πράγματι είναι ένα ζωντανό δέντρο, ο ρόλος του ερμηνευτή δεν είναι να το μεταμορφώνει, αλλά να το προστατεύει και να το υπερασπίζεται, ώστε να μένει ριζωμένο στις αξίες της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.

[Το παραπάνω κείμενο αποτελεί Εισήγηση της συγγραφέως στο συνέδριο της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, που διοργανώθηκε στο Ναύπλιο, στις 31.10-1.11.2025, με θέμα «Το Σύνταγμα σε Δοκιμασία: Διαχρονικά Ζητήματα και Σύγχρονες Προκλήσεις».]

 

[1]  Μάνεσης Α., «Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», στο ο ίδιος, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, 1954-1969, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1980, σ. 35.

[2] Καϊδατζής Α., «Ζητούμενο η τήρηση του Συντάγματος, όχι η αναθεώρησή του» στο https://www.constitutionalism.gr/zitoumeno-i-tirisi-tou-sintagmatos-oxi-i-anatheorisi-tou/ (πρόσβαση: 21.01.2026).

[3] Βλαχόπουλος Σ., Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος, Ευρασία, Αθήνα, 2014, σ. 36.

[4] Βλαχόπουλος Σ./Κοντιάδης Ξ., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2025, σ. 148.

[5] Μάνεσης Α., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1980, σ. 198.

[6] Τσιλιώτης Χ., «Οι αποφάσεις του ΑΕΔ για την ακύρωση της εκλογής 3 «Σπαρτιατών» βουλευτών. Άλλη μια δοκιμασία του Συντάγματος από την δικαστική εξουσία» στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/oi-apofaseis-tou-aed-gia-thn-akyrwsh-ths-ekloghs-3-spartiatwn-vouleutwn/#_ftn14 (πρόσβαση: 21.01.2026).

[7] Δρόσος Ζ. Γ., Les malheurs de la vertu ή: το άρθρο 16 και η κακομεταχείριση του συνταγματικού λόγου, Ευρασία, Απρίλιος 2025, σελ. 98.

[8] BVerfG, Urteil des Zweiten Senats vom 6. Dezember 2022-2 BvR 547/21-, Rn. 1-238.

[9] ΣτΕ Ολ 3470/2011.

[10]  Δρόσος Ζ.Γ, ό.π., σ. 113 και μειοψηφία ΣτΕ Ολομ. 1918/2025.

[11] ΔΕΕ, Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, απόφαση της 18.01.2022, Thelen Technopark Berlin GmbH, C-261/20, σκέψη 28.

[12] ΣτΕ Ολ 177/2023.

[13] Βλαχόπουλος Σ., «Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025», στο https://www.constitutionalism.gr/oi-lexeis-kai-to-sintagma-skepseis-gia-tin-ermineia-tou-syntagmatos-me-aformi-tin-olom-ste-1918- (πρόσβαση: 21.01.2026).

[14] Ρίζος Σ., «Η κρίση του Συνταγματικού Κράτους» ΤοΣ 1986, όπως παραπέμπεται από τον Δρόσο Ζ.Γ., ό.π., σ. 138.

[15] Μάνεσης Α., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, ό.π., σ. 181-183.

[16] Γιαννακόπουλος Κ., «Το άρθρο 16 του Συντάγματος στη δίνη του νεοφεουδαρχικού συνταγματισμού» στο https://www.constitutionalism.gr/to-arthro-16-tou-sintagmatos-sti-dini-tou-neofeoudarxikou-sintagmatismou/ (πρόσβαση: 21.01.2026)· Editorial 10.4.2025, στο https://nomarchia.gr/editorial-51/ (πρόσβαση: 21.01.2026).

[17] Κουβελάκης Γ. Ε., «Τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια ως δοκιμασία του κανονιστικού κύρους του Συντάγματος», στο https://www.constitutionalism.gr/ta-idiotika-pamepistimia-os-dokimasia-tou-kanonistikou-kirous-tou-sintagmatos/ (πρόσβαση: 21.01.2026).

+ posts

Η Βανέσσα–Παναγιώτα Ντέγκα είναι Εφέτης στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά. Είναι απόφοιτος του Προγράμματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Νομικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στην Ιστορία και Θεωρία του Δικαίου, με ειδίκευση στην Κοινωνιολογία του Δικαίου, από την ίδια Σχολή. Ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων διετέλεσε Υπεύθυνη Πρακτικής Άσκησης (εκπαιδεύτρια) των υποψηφίων Παρέδρων εκπαιδευτικών σειρών της Εθνικής Σχολής Δικαστών. Από τον Φεβρουάριο του 2025 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών.

Μετάβαση στο περιεχόμενο