Η εντεινόμενη τα τελευταία χρόνια κρίση εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς τη Δικαιοσύνη, διαβρωτική για την ίδια τη δημοκρατία, δεν οφείλεται μόνο στα, οπωσδήποτε υπαρκτά, ελλείμματα θεσμικής ανεξαρτησίας και λογοδοσίας[1]. Οφείλεται, τουλάχιστον εξίσου, σε αναποτελεσματικές πτυχές της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, με τις οποίες έρχονται σε επαφή στην καθημερινότητα οι (πέραν του δικαστή) παράγοντες της δίκης και τελικά οι πολίτες, μορφώνοντας εμπειρικά άποψη.

Στο πεδίο των διοικητικών διαφορών ουσίας, μείζονα ρόλο στην αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας διαδραματίζει το πλαίσιο εξουσιών του δικαστή που διαγράφει το άρθρο 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Κ.Δ.Δ.). Κατ’ αναλογίαν προς τον άξονα µετάδοσης ενός οχήματος που συνδέει το κιβώτιο ταχυτήτων µε τους τροχούς, το άρθρο αυτό λειτουργεί ως μετασχηματιστής της δικαιοδοτικής κρίσης σε διοικητική αρμοδιότητα. Η υφιστάμενη, όμως, διάρθρωση του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ., φαίνεται να μην ανταποκρίνεται πλέον στο πνεύμα των καιρών για αποτελεσματική δικαστική προστασία.

Στο παρόν άρθρο τίθενται ένα εισαγωγικό πλαίσιο όσον αφορά τα ζητήματα από τα οποία οφείλει να διέλθει ενδεχόμενη αναθεώρηση πτυχών του ανωτέρω άρθρου. Αναλυτικές θέσεις επί των ζητημάτων αυτών για τους ενδιαφερόμενους διαλαμβάνονται στη συνοπτική μονογραφία του συντάκτη του παρόντος «Περί των εξουσιών του δικαστή ουσίας – Μια πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ.» (Πρόλογος: Ι. Συμεωνίδη), προσφάτως εκδοθείσα από τις Εκδόσεις Σάκκουλα[2].

Α. Η αναγκαιότητα αναθεώρησης

1. Η υστέρηση των εξουσιών του διοικητικού δικαστή σε σχέση με την απαίτηση για αποτελεσματική δικαστική προστασία

Η μόνη, ως γνωστόν, τροποποίηση που έχει χωρήσει από τη θέσπιση του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ., αφορούσε την, με το ν. 3900/2010, πρόβλεψη, κατ’ απόκλιση των πάγιων ρυθμίσεων, ειδικού πλαισίου άσκησης εξουσιών για το φορολογικό δικαστή. Οι σχετικές ρυθμίσεις (παρ. 5) εξακολουθούν να δεσπόζουν ως μνημείο της μνημονιακής περιόδου, παρά την προφανή δυσκολία να τεκμηριωθεί δικαιοκρατικά η υστέρηση των δικονομικών δικαιωμάτων του φορολογούμενου σε σχέση με τις λοιπές κατηγορίες διαφορών.

Στα 25 έτη που μεσολάβησαν από τη θέσπιση του Κώδικα, η αντίληψη για το περιεχόμενο της δικαστικής προστασίας εξελίχθηκε σημαντικά. Συστατικά στοιχεία της σύγχρονης πλέον θεώρησης, η οποία διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό υπό την επίδραση της νομολογίας του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αλλά και του ενωσιακού δικαίου[3], αποτελούν η λήψη υπόψη παραμέτρων ασφάλειας δικαίου πριν την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, η πρόνοια του δικαστή για την εφαρμογή της απόφασής του ήδη κατά την έκδοσή της και τέλος, ο κατά το δυνατόν περιορισμός των περιπτώσεων αναπομπής υποθέσεων στη Διοίκηση και κατ’ επέκταση ανακύκλησης των διαφορών. Τα εν λόγω προτάγματα δεν είχαν ληφθεί βεβαίως επαρκώς υπόψη κατά την αρχική διάστρωση της διάταξης, ο δε δικαστής κινήθηκε αρκετά συντηρητικά εντός των γραμματικών ορίων της[4], με προφανή έγνοια τη μη παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, η οποία και αποτελεί τον υπόρρητο κανόνα της διάταξης. Εν πάση περιπτώσει, το «οπλοστάσιο» του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ. φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον στις απαιτήσεις των καιρών για αποτελεσματική δικαστική προστασία.

2. Τα όρια διεύρυνσης των εξουσιών του δικαστή ουσίας

Ως γνωστόν, το ισχύον άρθρο 79 Κ.Δ.Δ. θεμελιώνεται στη διάκριση ανάμεσα σε περιπτώσεις εκφοράς οριστικής δικαστικής κρίσης (παρ. 2) και αναπομπής (παρ. 3 και 4). Η επανεξέταση της διάταξης προϋποθέτει μια ουσιαστική θεώρηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, η οποία είναι ταυτόσημη όχι με τη θεωρητική και τυπολογική της καθαρότητα, αλλά με το εκτεταμένο φαινόμενο της διασταύρωσης των λειτουργιών[5]. Κατά τη ratio της νομοθετικής σύλληψης, το δικαστήριο ουσίας οφείλει να ενεργεί ως διοίκηση δεύτερου βαθμού, αφού προηγουμένως έχει προηγηθεί κρίση του αρμοδίου οργάνου ληφθείσα με νόμιμη διαδικασία[6]. Πρόκειται για θεώρηση με ρίζες στην εξέλιξη της διοικητικής δικαιοσύνης στη Γαλλία, όπου, κατά την παραδοσιακή αντίληψη, η διάκριση διοικητικής δικαιοσύνης (jurisdiction administrative) και ενεργούς διοίκησης (administration active)[7]απαγόρευε στον διοικητικό δικαστή τόσο να εκδίδει διοικητικές πράξεις όσο και να συμπεριφέρεται σαν Διοίκηση[8], υπό την έννοια της μη προσφυγής σε εξουσίες διοικητικής φύσεως.

Το ερώτημα μέχρι που είναι δυνατόν ή επιβεβλημένο να εκτείνονται οι εξουσίες του διοικητικού δικαστή ουσίας δεν είναι δυνατόν να λάβει ικανοποιητική απάντηση αποκλειστικά υπό το πρίσμα της παραβίασης της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών ως δογματικού σχήματος. Υπό μια σύγχρονη ματιά, το ως άνω ερώτημα θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ή καλύτερα να μετασχηματιστεί στο αν η εκάστοτε διεύρυνση των εξουσιών του δικαστή ουσίας συμβάλλει ή υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Το τελευταίο αυτό ερώτημα και κατ’ επέκταση το κριτήριο το οποίο εισάγει, θα μπορούσε να αναλυθεί στους ακόλουθους τρεις κανόνες:

α) η μεταφορά επιπλέον εξουσιών στο δικαστή ουσίας να είναι πρόσφορη, να αφορά δηλαδή λειτουργική άσκηση διοικητικής αρμοδιότητας την οποία είναι σε θέση να εκφέρει, γεγονός που δεν συντρέχει επί διοικητικής αρμοδιότητας με τεχνικό περιεχόμενο,

β) η μεταφορά επιπλέον εξουσιών να μην συνεπάγεται άσκοπη, υπέρμετρη ή ακόμα και ιδιαίτερα σοβαρή επιβάρυνση του δικαστικού έργου λόγω της μετακύλησης υποχρεώσεων της Διοίκησης στον δικαστή[9] και τελικά την πρόκληση επιπλέον καθυστερήσεων στην ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης,

γ) η περαιτέρω ενίσχυση των εξουσιών του δικαστή ουσίας να μην ενθαρρύνει σε συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και γενικά, την ανευθυνότητα ή ακόμα και την απραξία της Διοίκησης, υπό την έννοια της πρόχειρης ή διεκπεραιωτικής απλώς διοικητικής τακτοποίησης των εκκρεμών υποθέσεων, επαφιόμενη στην ρύθμισή τους από τον διοικητικό δικαστή.

Η αναθεώρηση λοιπόν του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ. διέρχεται μέσα από απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα-κόμβους: 1. Δικαιολογείται η πρόβλεψη διακριτής δικονομίας για τις φορολογικές (και τελωνειακές) διαφορές σε σχέση με τις λοιπές διαφορές ουσίας; Αν όχι, υφίσταται πεδίο σύγκλισης των αποκλινουσών ρυθμίσεων με τις γενικές και προς ποια κατεύθυνση; 2. Παρίσταται σκόπιμη η αναλογική εφαρμογή και από το δικαστή ουσίας των εξουσιών που απονεμήθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας με το ν. 4274/2014; 3. Μπορεί να ενισχυθεί η προοπτική ταχύτερης και ακριβέστερης εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης; 4. Παρίσταται εφικτός ο περιορισμός των περιπτώσεων αναπομπής υποθέσεων στη Διοίκηση;

Β. Οι προοπτικές του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ.

1. Πεδία σύγκλισης γενικών και ειδικών (φορολογικών) ρυθμίσεων του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ.

Καταρχάς επανεξέτασης χρήζει, σε ένα τουλάχιστον βαθμό, η εξαιρετικά περιορισμένη έκταση του αυτεπάγγελτου ελέγχου στις φορολογικές (και τελωνειακές) διαφορές. Πέραν του αυτεπάγγελτου ή μη ελέγχου από τον διοικητικό δικαστή της ορθής νομικής βάσης, τον οποίον είναι αμφίβολο αν δύναται να εγγυηθεί με συνέπεια η διοικητική δικαιοσύνη στη συνθήκη της διαρκούς και συχνά χαοτικής μεταβολής του εγχώριου φορολογικού πλαισίου, θα πρέπει να επανεξεταστεί αν θα ήταν σκόπιμο ο αυτεπάγγελτος έλεγχος να συμπεριλάβει εκ νέου την τυχόν αναρμοδιότητα της φορολογικής αρχής, αλλά και να εκταθεί ρητώς στο υποστατό ή μη του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, όπως λ.χ. το ανυπόστατο δημοσιευτέας κανονιστικής πράξης[10].

Περαιτέρω, εφόσον ουδεμία δικαιολογητική βάση συντρέχει υπέρ της διαφοροποιημένης θεώρησης των διαδικαστικών τύπων στη φορολογική διαδικασία, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο απάλειψης ή, αντίστροφα, γενίκευσης υπό όρους, της προβλεπόμενης (άρθρο 79 παρ. 5 β΄ Κ.Δ.Δ.) υποχρέωσης απόδειξης βλάβης από την παραβίαση του τύπου ή της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. Η υφιστάμενη έννοια αναφοράς («βλάβη που δεν αποκαθίσταται αλλιώς») παρίσταται μάλλον προβληματική. Παράλληλα όμως, επιβεβλημένη παρίσταται η θέσπιση ενός γενικού και αντικειμενικού κανόνα που θα εξαρτά τις συνέπειες για το κύρος της πράξης από την in concreto βαρύτητα του διαδικαστικού σφάλματος και την επίδρασή του στην ουσιαστική νομιμότητά της[11]. Τούτο καταδεικνύει τόσο η εγχώρια νομολογιακή εμπειρία, όπου για χρόνια η επίκληση από το διοικούμενο της παραβίασης διαδικαστικών τύπων υπήρξε συχνά παρελκυστική, όσο και η εξέλιξη της αντίληψης περί διαδικαστικών σφαλμάτων στη νομολογία του ΔΕΕ[12] και των ηπειρωτικών εννόμων τάξεων[13], όπου η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εξαρτάται από τη δυνατότητα επίδρασης της διαδικαστικής πλημμέλειας στο περιεχόμενό της[14].

Εξάλλου, ιδιαίτερες επιπλοκές εγείρονται ως προς την προοπτική γενίκευσης της εξουσίας επιμέτρησης του φορολογικού δικαστή (άρθρο 79 παρ. 5 γ΄ Κ.Δ.Δ.). Στην περίπτωση που η διοικητική αρχή παρέλειψε να ασκήσει την εξουσία επιμέτρησης (όπως και στην περίπτωση που άσκησε τη σχετική αρμοδιότητά της εσφαλμένα), η άσκηση σε ύστερο χρόνο μιας τέτοιας εξουσίας από τον ίδιο το διοικητικό δικαστή δεν διασαλεύει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Η γενίκευση, ωστόσο, μιας τέτοιας εξουσίας εκτιμάται μάλλον ως αλυσιτελής, διότι είναι αμφίβολο αν μια τέτοιου είδους δικονομική ρύθμιση θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο. Τούτο γιατί, σύμφωνα με την υφιστάμενη τουλάχιστον νομολογία, από το πεδίο εφαρμογής μιας εξουσίας πρωτογενούς επιμέτρησης εξαιρούνται οι περιπτώσεις εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού της υποκείμενης σε φορολογική επιβάρυνση σχέσης[15], με το σκεπτικό ότι τούτο θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του οικονομικού εφόρου από τα φορολογικά δικαστήρια και θα αποστερούσε, κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις, τα διάδικα μέρη της δυνατότητας πλήρους άμυνας σε όλα τα στάδια της φορολογικής δίκης[16]. Θα ήταν, πράγματι, δύσκολο να νοηθεί ένδικη διαφορά που η πράξη στηρίζεται μεν σε ορθό νομοθετικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης δεν επιβάλλει όμως τελικά κύρωση, δεδομένου ότι ο διοικούμενος δεν θα είχε έννομο συμφέρον να προβεί σε προσβολή της. Επιπλέον, ενόψει του κανόνα του άρθρου 79 παρ. 6 του Κ.Δ.Δ. που ρητώς απαγορεύει στο δικαστήριο να καταστήσει, με την απόφασή του, χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος, το δικαστήριο δεν θα μπορούσε στη (συνήθη στην πράξη) περίπτωση επιβολής ενιαίου προστίμου για πλείονες παραβάσεις, να υπερβεί, κατά την άσκηση της εξουσίας επιμέτρησης, το ήδη επιβληθέν ποσό. Κατ’ επέκταση, η Διοίκηση θα στερούταν της δυνατότητας να επιβάλλει, στο μετ’ αναπομπή στάδιο, αυτοτελείς κυρώσεις για πλείονες παραβάσεις, ως επέβαλε, κατά την ορθή της έννοια, η εφαρμοστέα διάταξη, το ύψος των οποίων (κυρώσεων) αθροιστικά θα μπορούσε ή, αναλόγως των περιστάσεων, θα έπρεπε να υπερβαίνει εκείνο της αρχικώς επιβληθείσας κύρωσης.

Τέλος, απολύτως θεμιτός, ως συνιστάμενος στην οριστική επίλυση των διαφορών, παρίσταται καταρχήν ο σκοπός της ρύθμισης της περ. δ΄ της παρ. 5 του άρθρου 79 Κ.Δ.Δ., η οποία προβλέπει την υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφαίνεται για την έκταση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης επί ακύρωσης παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Η διεύρυνση, εντούτοις, μιας τέτοιας επιταγής στο σύνολο των διαφορών ουσίας θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ως παραμέτρους τη μη υπέρμετρη επιβάρυνση του δικαιοδοτικού έργου και το εφικτό της εκφοράς πρωτογενώς κρίσης από το δικαστή. Βεβαίως, τυχόν θεσπιζόμενη συναφώς ρύθμιση δεν μπορεί να είναι εξαντλητική, αλλά επιμέρους πτυχές της θα προσδιοριστούν ειδικότερα στη νομολογία. Ρητός, εντούτοις, περιορισμός της εξουσίας του δικαστηρίου να αποφαίνεται για την ύπαρξη και έκταση του δικαιώματος αποκλειστικά σε περίπτωση δεσμίας αρμοδιότητας[17] δεν παρίσταται σκόπιμος. Τούτο καθόσον, πέραν της ρευστότητας στην πράξη της διάκρισης ανάμεσα σε δεσμία αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια[18], ένας τέτοιος περιορισμός θα εξοβέλιζε από την προοπτική παροχής αποτελεσματικότερης δικαστικής προστασίας ένα μεγάλο φάσμα περιπτώσεων με πεδίο περιορισμένης διακριτικής ευχέρειας για τη Διοίκηση, όπου ο δικαστής ουσίας θα μπορούσε να μορφώσει, αναλόγως βεβαίως των περιστάσεων, ασφαλή κρίση για τον σύννομο τρόπο άσκησης της διοικητικής αρμοδιότητας. Στο εν λόγω πλαίσιο σημαντικό ρόλο δύναται να διαδραματίζει ο ίδιος ο αιτούμενος δικαστικής προστασίας, ανάλογα με την τεκμηρίωση του σχετικού αιτήματός του ενώπιον του δικαστηρίου. Έτσι, όταν το σχετικό αίτημα δεν περιορίζεται στην ακύρωση της σχετικής παράλειψης της Διοίκησης να αποφανθεί[19], αλλά συνοδεύεται από την επίκληση ισχυρισμών και την προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την υπαγωγή του αιτούμενου δικαστικής προστασίας στον κανόνα δικαίου, καθίσταται σαφώς πιο ρεαλιστικό το ενδεχόμενο ο δικαστής να μπορέσει να αποφανθεί για την ύπαρξη και την έκταση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης.

2. Αναλογική εφαρμογή από τον δικαστή ουσίας των νεότερων εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή (άρθρο 22 του ν. 4274/2014)

Ως γνωστόν, με το ν. 4274/2014, προβλέφθηκε η δυνατότητα του ακυρωτικού δικαστή να εκδίδει προδικαστική απόφαση για την εκ των υστέρων κάλυψη των πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης (παρ. 3α), να περιορίζει την αναδρομικότητα του ακυρωτικού αποτελέσματος της δικαστικής απόφασης (παρ. 3β) και, τέλος, να μην ακυρώνει ατομική πράξη, όταν η παρανομία της κανονιστικής πράξης στην οποία αυτή στηρίχθηκε αφορά την εξωτερική της νομιμότητα. Αμέσως μετά τη θέσπιση του ως άνω νόμου, η δυνατότητα καθορισμού σε μεταγενέστερο χρόνο της επέλευσης των συνεπειών της ακύρωσης (παρ. 3β) εφαρμόστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας «αναλογικώς και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας», που άγονται προς εκδίκαση ενώπιών του μέσω του δικονομικού θεσμού της πρότυπης δίκης[20]. Αντίθετα, το Συμβούλιο της Επικρατείας ουδέποτε αναγνώρισε στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εξουσία αναλογικής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων ούτε όμως και τα τελευταία αξίωσαν την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρείχαν οι διατάξεις αυτές, οι οποίες, κατά τη διακήρυξη της νομολογίας, αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που το Ανώτατο Δικαστήριο διαθέτει απευθείας από το άρθρο 95 παρ.1 του Συντάγματος[21].

Η επέκταση και στο δικαστή ουσίας των ανωτέρω εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή παρίσταται επιβεβλημένη, καθόσον όχι μόνο ουδεμία δικαιολογητική βάση συντρέχει για την απόκλιση των δύο δικονομιών[22], αλλά και γιατί αρκετές διαστάσεις των εξουσιών αυτών (παρ. 3γ του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989) αναμένεται, με βάση τις ανάγκες και τα δεδομένα της δικαιοδοτικής πράξης, να βρουν πιο πρόσφορο πεδίο στις διαφορές ουσίας. Εξάλλου, η επεξεργασία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων επί μια δεκαετία από το Συμβούλιο της Επικρατείας παρέχει έναν χρήσιμο νομολογιακό οδοδείκτη προς τα κατώτερα δικαστήρια για τη χρηστή εφαρμογή τους.

3. Απονομή στο δικαστή ουσίας εξουσίας προληπτικών διαταγών προς τη Διοίκηση

Είναι γνωστό ότι την τελευταία δεκαετία σε αρκετές περιπτώσεις, το Συμβούλιο της Επικρατείας εμπλουτίζει το διατακτικό των αποφάσεών του με διαταγές, άλλως εντολές προς τη Διοίκηση με σκοπό την καθοδήγησή της στην εφαρμογή των αποφάσεών του[23]. Οι διαταγές αυτές αποσαφηνίζουν πτυχές των υποχρεώσεων που πηγάζουν ήδη από το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης και οπωσδήποτε συμβάλλουν στην προοπτική άμεσης και ορθής εφαρμογής της απόφασης από τη Διοίκηση[24]. Η εξέλιξη της αντίληψης για το δικαίωμα δικαστικής προστασίας σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο[25] έχει προσπεράσει από καιρό την αναχρονιστική θεώρηση μιας τέτοιας εξουσίας διαταγών προς τη Διοίκηση ως ανεπίτρεπτη παρέμβαση της Δικαιοσύνης στο έργο της πρώτης[26].

Η παροχή στον δικαστή ουσίας μιας εξουσίας (δυνητικής) έκδοσης προληπτικών διαταγών δεν θα ανέτρεπε την υφιστάμενη ισορροπία μεταξύ των λειτουργιών που διαγράφει το Σύνταγμα[27]. Μια τέτοια εξουσία δεν θα ασκείται από το δικαστή αλόγιστα, αλλά όταν συντρέχουν «αποχρώσες ενδείξεις» προς τούτο, όπως ιδίως: i) η ανάγκη άμεσης εκτέλεσης της απόφασης εντός ταχθείσας προθεσμίας, ii) η δεδηλωμένη διοικητική δυστροπία ή αδράνεια εκ μέρους της Διοίκησης, όπως τούτο προκύπτει από τις πραγματικές περιστάσεις[28], iii) η εκ νέου υποβολή στο δικαστήριο υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε ήδη απόφαση, όπως για παράδειγμα επί παράνομης επανεπιβολής ρυμοτομικού βάρους ύστερα από άρση αυτού σε συμμόρφωση προς προηγούμενη δικαστική απόφαση[29].

Η απονομή στον δικαστή ουσίας μιας εξουσίας να εκδίδει διαταγές προς τη Διοίκηση θα ενίσχυε την επιτακτικότητα της δικαστικής απόφασης, δια της σαφήνειας και του ορισμού συγκεκριμένης προθεσμίας προς αυτήν να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Μάλιστα, στις περιπτώσεις που η προσθήκη διαταγής κρίθηκε από το δικαιοδοτικό σχηματισμό σκόπιμη, θα μπορούσε να παραλείπεται η υποχρέωση του επιλαμβανόμενου Τριμελούς Συμβουλίου του ν. 3068/2002 να εκδώσει σε πρώτο χρόνο το πρακτικό, με το οποίο θα καλούταν η υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία και αντίθετα, το Συμβούλιο να εκδίδει απευθείας απόφαση (άρθρο 3 παρ. 1), με την οποία θα διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση και θα επιβάλλεται η χρηματική ποινή. Σε πρακτικό επίπεδο, επί συνδρομής των προϋποθέσεων για τάχιστη συμμόρφωση της Διοίκησης, η αναμφίβολα χρονοβόρα διαδικασία του ν. 3068/2002 θα μπορεί να περιορίζεται, με την παράλειψη ενός σταδίου διάρκειας κατά κανόνα τριών έως έξι μηνών[30].

Περαιτέρω, απολύτως σκόπιμο θα ήταν η εξουσία διαταγών να συνοδεύεται από την απειλή επιβολής, εις βάρος της διοικητικής αρχής και υπέρ του προσφεύγοντος, συγκεκριμένης χρηματικής κύρωσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς το οριζόμενο μέτρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας[31]. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού δύνανται να αποτελούν, κατά τις προβλέψεις του ν. 3068/2002, η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδίδεται η απόφαση, οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης για το πρόσωπο του θιγομένου και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης[32]. Ακόμα, ίσως πιο δραστικό και οπωσδήποτε πιο αναλογικό θα ήταν η επαπειλούμενη κύρωση να προσδιορίζεται κλιμακωτά, π.χ. για κάθε ημέρα ή μήνα καθυστέρησης μέχρι την πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης[33]. Η μη έγκαιρη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το διατασσόμενο μέτρο θα βεβαιώνεται τελικά κατά τα εκάστοτε οριζόμενα για τη διαδικασία που ρυθμίζει τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, από το αρμόδιο Τριμελές Συμβούλιο με απόφασή του, η οποία θα προβαίνει, χωρίς τη μεσολάβηση περαιτέρω πρόσκλησης προς την υπόχρεη αρχή να συμμορφωθεί, σε τελική εκκαθάριση της κύρωσης, αποτιμώντας εκ νέου τα ανωτέρω κριτήρια σε συνδυασμό με την εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας (π.χ. τυχόν επιπλοκές) στο διαδραμόντα χρόνο.

Τέλος, η έκδοση διαταγών θα παρουσίαζε αυξημένη χρησιμότητα στις περιπτώσεις που από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η διοικητική πράξη έχει ήδη εκτελεστεί κατά ένα τουλάχιστον μέρος, οπότε και ο δικαστής μπορεί να υποδείξει τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Συναφής ρύθμιση του γερμανικού Κ.Δ.Δ. ορίζει ότι κατόπιν αίτησης, το δικαστήριο μπορεί επίσης να υποδεικνύει στη διοικητική αρχή τον τρόπο για την αντιστροφή της εκτέλεσης[34].

4. Ενίσχυση της δικαστικής προστασίας επί αναπομπής της υπόθεσης στη Διοίκηση

Τέλος, σκόπιμη θα ήταν η εξέταση παρεμβάσεων στο άρθρο 79 του Κ.Δ.Δ. με άξονα την ενίσχυση της μέριμνας του δικαστή για το μετ’ αναπομπή στάδιο άσκησης της διοικητικής αρμοδιότητας. Η μέριμνα αυτή θα μπορούσε να εκδηλωθεί με την παροχή κατευθύνσεων για την άσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας και με τον ορισμό προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η διοικητική αρμοδιότητα. Ακόμα και αν η δικαστική προστασία θα παρέμενε ατελής, υπό την έννοια της μη οριστικής διαμόρφωσης της έννομης σχέσης από το δικαστή, ο δικαιωθείς διάδικος θα γνώριζε πλέον ότι η εξέταση του αιτήματός του και γενικότερα η κίνηση και ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας θα συντελεστούν εντός ορισμένου χρόνου. Σε περίπτωση μη τήρησης της ταχθείσας προθεσμίας, ο δικαιωθείς διάδικος θα δύνατο να προσφύγει στο Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης για τη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης της Διοίκησης.

Περαιτέρω, η ακύρωση και η αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τη μεσολάβηση ενός χρονικού διαστήματος, ενίοτε σοβαρού, μέχρι την νομότυπη άσκηση της διοικητικής αρμοδιότητας και τελικά την έκδοση της οφειλόμενης νέας διοικητικής πράξης, εφόσον βεβαίως συντρέχει τέτοια περίπτωση. Στο διάστημα αυτό, είναι δυνατό να διαμορφωθούν πραγματικές καταστάσεις, ο δε δικαιωθείς οφείλει να αναμένει ένα στάδιο διοικητικής αδράνειας. Σκόπιμη θα ήταν η απονομή στο δικαστή ουσίας της εξουσίας, με την προσθήκη σχετικής διάταξης στην απόφαση, να διατάζει τη λήψη μέτρων από τη διοικητική αρχή για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης μέχρι την έκδοση της οφειλόμενης νέας διοικητικής πράξης[35]. Η σχετική διάταξη που θα διαλαμβάνεται στην απόφαση θα μπορεί να τροποποιείται ή να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 205 παρ. 5 του Κ.Δ.Δ.[36].

Για να γυρίσει ο Ήλιος της Δικαιοσύνης θέλει δουλειά πολύ. Ο εκσυγχρονισμός των δικονομικών διατάξεων θα πρέπει να υποστηρίζεται από ουσιαστικά κείμενα τεκμηρίωσης, στα οποία εξετάζονται οι δυνάμενες να υιοθετηθούν εναλλακτικές λύσεις, μεταξύ βεβαίως των οποίων και η μηδενική, και στη συνέχεια σταθμίζονται συγκριτικά με αντικειμενικότητα, τα επιμέρους πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα καθεμιάς εξ αυτών. Ιδίως όμως, προϋποθέτει απροκατάληπτη αμφισβήτηση των υφιστάμενων, παγιωμένων αντιλήψεων για το περιεχόμενο της δικαστικής προστασίας με αποφασιστικότητα και γόνιμο αντικομφορμισμό.

 

[1] Βλ. αντί πολλών, Πικραμένο Μ., Η Λογοδοσία των Δικαστών στη Δημοκρατία. Δημόσια Εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, Ευρασία, Αθήνα 2022 και Πικραμένο Μ. / Συμεωνίδη Ι. / Ανδρουλάκη Β./ Νικολαΐδου Θ. / Τσόγκα Λ. / Αλικάκο Π., «Μεταρρύθμιση σε Τρεις Κρίσιμους Τομείς του Δικαστικού Συστήματος», 2021, στο https://www.dianeosis.org/wp-content/uploads/2021/02/Dikaiosyni_version_090221.pdf (πρόσβαση 18.11.2024).

[2] Αφορμή για τη σύνταξη της μονογραφίας παρείχε η συμμετοχή του συγγραφέα σε ομάδα εργασίας, η οποία συγκροτήθηκε από τον 11ο του 2023 με πρωτοβουλία της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.) και λειτουργεί υπό την προεδρία του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας και Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Συμεωνίδη, με αντικείμενο την επεξεργασία ενός σχεδίου ενοποιημένου Κ.Δ.Δ., προσαρμοσμένου στα πλέον σύγχρονα πρότυπα δικαστικής προστασίας για το σύνολο των διοικητικών διαφορών των Τ.Δ.Δ. Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η ανανέωση των θεσμών δεν δύναται να επιτευχθεί αποτελεσματικά δια της άνωθεν (top-bottom) επιβολής της, αλλά και η ίδια η βάση των θεσμών θα πρέπει αφενός να παρίσταται πρόθυμη να εφαρμόσει τις εισαγόμενες καινοτομίες αφετέρου δε να έχει ήδη συμβάλει στη διαμόρφωσή τους, εντοπίζοντας και αναδεικνύοντας υφιστάμενες αστοχίες και δυσλειτουργίες του θεσμού. Σε κάθε περίπτωση, για έναν επιτυχή θεσμικό μετασχηματισμό δεν αρκεί αφ’ εαυτή η αδιάκριτη εισαγωγή τεχνογνωσίας από υπερεθνικούς οργανισμούς, κατά παραγνώριση των ιδιαίτερων δεδομένων και παραμέτρων του υφιστάμενου εθνικού μοντέλου. Οι θεράποντες του θεσμού είναι εκείνοι που προεχόντως φέρουν την ευθύνη για την εξέλιξή του (“αν όχι τώρα, πότε; αν όχι εμείς, ποιος;”), αξιοποιώντας την εμπειρία που έχουν αποκομίσει εκ της θέσης τους (γνωστικό στοιχείο), ιδίως όμως, υπερβαίνοντας τη δύναμη της αδράνειας και ερχόμενοι σε ρήξη με την υφιστάμενη αντίληψη (βουλητικό στοιχείο), στο πλαίσιο μιας επαναστατικής ως προς τη φύση της διαδικασίας, η οποία όμως, χάριν προστασίας του κύρους του θεσμού, οφείλει να λαμβάνει χώρα μεθοδικά, συντεταγμένα και διακριτικά. Στη δημόσια διοίκηση και στη διοίκηση της δικαιοσύνης, τέτοιου είδους πρωτοβουλίες προερχόμενες από τον ίδιο το φορέα, λαμβάνουν ενίοτε τη μορφή ομάδων εργασίας, τα πορίσματα των οποίων αποτελούν τη βάση για περαιτέρω ζυμώσεις και τελικά, σε επόμενο χρόνο, για την κίνηση της προβλεπόμενης νομοθετικής διαδικασίας.

[3] Βλ. ενδ. Πρεβεδούρου Ε., Η επιρροή του ευρωπαϊκού δικαίου στη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2012, ιδίως σ. 93 επ., Κουβαρά Η., Το παραδεκτό στη διοικητική δίκη- Η πρόσβαση στο δικαστή υπό το φως των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021, σ. 131 επ..

[4] Έχει παρατηρηθεί ότι, ενώ ο δικαστής ουσίας διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια παρέμβασης στις διοικητικές επιλογές σε σχέση με τον ακυρωτικό ομότιμό του, δεν «χρησιμοποίησε τα όπλα του με την απαιτούμενη έμφαση» είτε για να απονείμει δικαιοσύνη είτε για να βελτιώσει τη Διοίκηση. Βλ. Δελλή Γ., Δήμος και Αγορά. Το δημόσιο δίκαιο «Αλλιώς», με το βλέμμα της οικονομικής ανάλυσης, Ευρασία, Αθήνα 2021, σ. 398.

[5] Βενιζέλος Ε., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2021, σ. 361.

[6] Βλ. Λαζαράτο Π., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 5η εκδ., Αθήνα 2023, σ. 445 επ., όπου και κριτική στην εν λόγω αντίληψη που συνάγει από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών απαγόρευση το πρώτον κρίσης από το δικαστή ουσίας, Μουκίου Χ., «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας. Ιδίως επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών και επί παραλείψεων», ΔιΔικ 2016, σ. 175 επ., Μωραΐτη Μ., «Περιορισμός δικονομικών δικαιωμάτων και αναμόρφωση δικαστικών εξουσιών χάριν «οικονομίας της δίκης»: το παράδειγμα των φορολογικών διαφορών», 04.07.2024, nomarchia.gr.

[7]Βλ. σχετ. Chevallier J., «L’ interdiction pour le juge administratif de faire acte d’ administrateur», AJDA 1972, σ. 67 επ.

[8]«de se comporter en administrateur», Ιbid σ. 68.

[9]Βλ. Κουβαρά Η., «Ουσιαστικοποίηση των διοικητικών διαφορών & αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας: Το πλαίσιο μιας διαχρονικής συζήτησης», ΕφημΔΔ 2016, σ. 370.

[10] ΔΕφΘεσ 226/2023, ΔΕφΑθ 689, 691/2014, ΔΠρΧαλκ 429, 498/2020. Υπέρ του αυτεπάγγελτου ελέγχου του υποστατού τάσσονται και οι Μουκίου Χ., «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας. Ιδίως επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών και επί παραλείψεων», ό.π., σ. 182 και Κεϊμαλής Χ., «Σε διακινδύνευση το κράτος δικαίου. Παρέμβαση με αφορμή τις τελευταίες δικονομικές τροποποιήσεις», ΔιΔικ 2013, σ. 870-871. Ο έλεγχος του υποστατού χωρεί αυτεπαγγέλτως στις λοιπές κατηγορίες διαφορών (ΣτΕ 1788/2018, 1341/2005).

[11] Γώγος Κ., Διαδικαστικά σφάλματα και ακύρωση των διοικητικών πράξεων, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, σ. 299, Αλεξοπούλου Μ., «Λυσιτέλεια των λόγων ακυρώσεως: τα κριτήρια κατά τη νομολογία και το θετικό δίκαιο, ιδίως στο φορολογικό δίκαιο», ΔιΔικ 2021, σ. 725 (731).

[12] Βλ. αναλυτικά Πρεβεδούρου Ε., «Το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης στη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης (Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΔΕΕ της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, C-383/13 PPU, M. G. και N. R.)», ΘΠΔΔ 2013, σ. 70 επ..

[13] CE 23.12.2011, Danthony, AJDA 2012, σ. 195.

[14] Γώγος Κ., «Ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών τύπων στις φορολογικές διαφορές», ΔιΔικ 2019, σ. 931.

[15] ΔΕφΑθ 5776, 4599/2015, 1794/2014.

[16] ΔΕφΑθ 2826/2015, ΣτΕ 3843/2005, 3112/1996.

[17] Πρβλ. Μουκίου Χ., «Ζητήματα της έκτασης του δικαστικού ελέγχου επί διαφορών ουσίας. Ιδίως επί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών και επί παραλείψεων», ό.π., σ. 175 επ.

[18] Κατά τη δογματική διάκριση, οι πράξεις δέσμιας αρμοδιότητας έχουν προκαθορισμένο περιεχόμενο, όταν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του νόμου, σε αντίθεση προς τις πράξεις διακριτικής ευχέρειας που δεν έχουν καθορισμένο περιεχόμενο (ευχέρεια ως προς το αν θα εκδοθεί η πράξη, τον χρόνο έκδοσης ή το περιεχόμενό της). Βλ. Ράικο Δ., Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2024, σ. 160-161. Στην πραγματικότητα, πάντως, διακριτική ευχέρεια δεν υπάρχει μόνον όταν η Διοίκηση δικαιούται κατά νόμο να επιλέξει μεταξύ διάφορων νόμιμων λύσεων, αλλά και όταν της ανατίθεται η εκτίμηση ή αξιολόγηση ορισμένων ιδιοτήτων ή περιστατικών, οπότε και η απόφαση της Διοίκησης (επιλογή, εκτίμηση ή αξιολόγηση) δεν είναι προκαθορισμένη από το νόμο, αλλά αποτελεί το αποτέλεσμα κρίσης βάσει εξωνομικών κριτηρίων. Βλ. Δαγτόγλου Π., Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Σάκκουλας, 7η έκδ., Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2015, παρ. 356.

[19] Για παράδειγμα, η παράλειψη μπορεί να αφορά αποκλειστικά τη μη διαβίβαση ένστασης στην οικεία Τοπική Διοικητική Επιτροπή, βλ. ΔΕφΘεσ 486/2024, πρβλ. ΣτΕ 2376/2023, 2613/2016.

[20] ΣτΕ Ολ 4741/2014, 2287, 2288/2015, 431/2018, 1911/2022, 1528/2023.

[21] ΣτΕ Ολ 4003/2014.

[22] Βλ. Συμεωνίδη Ι., «Η διοικητική δικαιοσύνη υπό το Σύνταγμα του 1975 και υπό το φως των νεότερων εξελίξεων: προτάσεις για ένα μελλοντικό σχεδιασμό», ΕφημΔΔ 2022, 182 (186), ο ίδιος, «Η ανάγκη ενός ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας», ΘΠΔΔ 2018, σ. 193 επ., ο ίδιος, «Νέες δομές στη διοικητική δικαιοσύνη και αναθεώρηση των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος», ΘΠΔΔ 2015, σ. 702 επ..

[23] Βλ. Πρεβεδούρου Ε., «“Διαταγές” του διοικητικού  δικαστή προς τη Διοίκηση», ΘΠΔΔ 2019,  σ. 1065 επ., η ίδια, «Από τον δικαστή τιμητή στον δικαστή σωφρονιστή – Νέες εξουσίες διαταγής για τον ακυρωτικό δικαστή: Με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 573/2019», ΘΠΔΔ 2019, σ. 316 επ., η ίδια, «Διαταγή (injonction) του ακυρωτικού δικαστή προς τη Διοίκηση σε απορριπτική απόφαση (ΣτΕ 2142/2016)», ΘΠΔΔ 2017, σ. 482 επ., η ίδια, «Le pouvoir d’ injonction du juge administratif (η εξουσία του διοικητικού δικαστή να απευθύνει «διαταγές» στη διοίκηση)», www.prevedourou.gr·, Παπαθανασίου Ν., Οι εντολές του διοικητικού δικαστή προς τη Διοίκηση (δ.δ.), ΑΠΘ, 2015.

[24]Βλ. Κουβαρά Η., Η Διοικητική Δικαιοσύνη ως δικαιοτελεστική λειτουργία. Συμβολή στην αποτελεσματικότητα της Διοικητικής Δικαιοσύνης, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2015, σ. 400 επ..

[25] Βλ. Κουβαρά Η., «Η απαγόρευση έκδοσης δικαστικών διαταγών προς τη Διοίκηση: Ένα αναχρονιστικό ταμπού προς επαναδιαπραγμάτευση;», ΘΠΔΔ 2015, σ. 639 επ..

[26]Βλ. σχετ. Ρώτη Β., «Το φαινόμενο της δυστροπίας της διοικήσεως στην εκτέλεση των ακυρωτικών αποφάσεων. Το αδιέξοδο και τα αντίδοτα», Τιμητικός Τόμος ΣτΕ Ι, 1979, σ. 366, Βεγλερή Φ., Η συμμόρφωσις της διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, Τζάκας-Δελαγράμματικας, Αθήνα 1934, σ. 87-88, ο οποίος έκτοτε ήδη σημείωνε: «εν τη ημετέρα νομολογία συναντάται ενίοτε η αυτοπεριοριστική διακήρυξις ότι το Συμβούλιον της Επικρατείας δεν δύναται να διατάξη τας αναγκαίας δια την αποκατάστασιν των πραγμάτων συνεπεία της ακυρώσεως διοικητικάς ενεργείας[…] απόρροια της κραττούσης εν Γαλλία γενικωτέρας αντιλήψεως ότι ο δικαστής της ακυρώσεως δεν δύναται να διατάξη, δια της ακυρωτικής αποφάσεως τα προς εκτέλεσιν της αποφάσεως ταύτης επιβαλλομένας πράξεις[…] ως ούτος μετά δεισιδαιμονίας, κατά την έκφρασιν του Jèze και κατά μακροχρόνιον παράδοσιν, εννοείται εν Γαλλία».

[27] Πρβλ. Bonmati D., L’injonction et l’exécution des décisions de justice / journée d’étude CRA, Centre de recherches administratives, 2006, σ. 28.

[28] Ενδείξεις μπορεί να παρέχει και η δικονομική συμπεριφορά της Διοίκησης, όπως για παράδειγμα η επανειλημμένη άρνηση ή καθυστέρησή της να προσκομίσει το διοικητικό φάκελο ή η τυχόν εν γένει στρεψόδικη ή παρελκυστική συμπεριφορά της.

[29] Η περίπτωση αυτή αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στην εγχώρια διοικητική πραγματικότητα που έχει οδηγήσει κατ’ επανάληψη σε καταδίκες ενώπιον του ΕΔΔΑ. Βλ. ενδ. ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 38752/04, 21.06.2007, Georgoulis and Others κατά Ελλάδας, παρ. 19, αρ. προσφ. 32838/07, 02.07.2009, Clinique Psychiatrique ‘Athina’ Vrilission Sàrl et Clinique Lyrakou SA κατά Ελλάδας, παρ. 39 και αρ. προσφ. 14263/04, 25.01.2007, Rompoti and Rompotis κατά Ελλάδας, παρ. 19-20. Στην τελευταία υπόθεση, η Διοίκηση δεν αρνήθηκε ευθέως να συμμορφωθεί με τη δικαστική απόφαση που διαπίστωνε την άρση του ρυμοτομικού βάρους επί του ακινήτου των προσφευγόντων αλλά ζήτησε από αυτούς την υποβολή διαφόρων εγγράφων προκειμένου να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες. Το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι, εφόσον τα στοιχεία αυτά είτε βρίσκονταν ήδη στη διάθεση της Διοίκησης είτε δεν ήταν απαραίτητα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, για να αρθεί το επίδικο βάρος, η συμπεριφορά της ήταν καταχρηστική και είχε ως σκοπό να καθυστερήσει την άρση του ρυμοτομικού βάρους. Βλ. σχετ. Βογιατζή Π., «Η δέσμευση έγγειας ιδιοκτησίας, το δικαστήριο του Στρασβούργου και η ελληνική πραγματικότητα: παραλλαγές παραβιάσεων πάνω σε ένα μονότονο θέμα», ΝοΒ 2009, σ. 1959.

[30] Όπως έχει επισημανθεί, η υφιστάμενη διαδικασία εκτείνεται σε έξι διαδοχικά χρονικά διαστήματα, η ύπαρξη των οποίων εκ των πραγμάτων κατατείνει σε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, στην οποία ως γνωστόν περιλαμβάνεται και ο χρόνος εκτέλεσης της απόφασης. Πρόκειται για: 1) το διάστημα που ο ενδιαφερόμενος αναμένει την συμμόρφωση, δηλαδή από την έκδοση της απόφασης μέχρι την υποβολή αίτησης στο Τριμελές Συμβούλιο, 2) το διάστημα από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου μέχρι την διαπίστωση της αναιτιολόγητης μη συμμόρφωσης, 3) το διάστημα -«ορισμένη προθεσμία»- για την έκθεση των απόψεων της Διοίκησης για την μη συμμόρφωση, 4) το διάστημα -«εύλογη προθεσμία»- για την συμμόρφωση, 5) το διάστημα-παράταση της τελευταίας προθεσμίας, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος και 6) το διάστημα μέχρι την οριστική και πλήρη συμμόρφωση στην πράξη. Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις και προτάσεις για σύντμηση αυτών, οι οποίες διατυπώθηκαν κατά το παρελθόν από την ΕΕΔΑ, Κρίσεις για το σχέδιο νόμου για τη «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και προαγωγή των δικαστών των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων στο βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας», www.nchr.gr, σ. 13.

[31] Εξουσία του δικαστή για προληπτική απειλή επιβολής χρηματικής κύρωσης στο σώμα της εκδιδόμενης απόφασης προβλέπεται, όπως προαναφέρθηκε, στο γαλλικό CJA (βλ. αρχικά το ν. 80-539 της 16ης.07.1980), αλλά και στο άρθρο 947 παρ. 1 του εγχώριου ΚΠολΔ. Για τη σύνδεση των διαταγών με την απειλή χρηματικών κυρώσεων στη Γαλλία βλ. Gourdou J. / Garcia Au., «Répertoire du contentieux administrative Exécution des décisions de la juridiction administrative (Jan 2018)», στο https://www.dalloz.fr/documentation/Document?id=ENCY/CONT/RUB000042/2009-01/PLAN035, παρ. 99 (πρόσβαση 18.11.2024).

[32]Αντίθετα, εφόσον η μη συμμόρφωση παρίσταται ενδεχόμενη, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη, τουλάχιστον σε προληπτικό επίπεδο, ως κριτήρια εκ των οριζόμενων στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3068/2002 οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και η χρονική της διάρκεια. Πηγή έμπνευσης των  κριτηρίων αυτών αποτέλεσε η Ανακοίνωση της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή του συναφούς άρθρου 228 (πρώην 171) της τότε Συνθήκης ΕΚ (96/C 242/2007, EE C 242/21.8.1996). Βλ. Ράντο Α., στο Ράντος Α./ Παπασπύρου Ν., Εταιρία Δικαστικών Μελετών, Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα -Κομοτηνή 2006, σ. 16, υποσ. 9.

[33] Πρβλ. ΠΕ 5/2002 της Διοικητικής Ολομέλειας του ΣτΕ.

[34] Άρθρο 113 παρ. 1 του γερμανικού Κ.Δ.Δ.: «Εάν η διοικητική πράξη έχει ήδη εκτελεστεί, κατόπιν αιτήσεως, το δικαστήριο μπορεί επίσης να υποδείξει στη διοικητική αρχή τον τρόπο για την αντιστροφή της εκτέλεσης (daß und wie die Verwaltungsbehörde die Vollziehung rückgängig zu machen hat)».

[35] Κατά τη συναφή ρύθμιση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 113 παρ. 3 του γερμανικού Κ.Δ.Δ.: «κατόπιν αιτήσεως, το δικαστήριο μπορεί να προβεί σε προσωρινή ρύθμιση μέχρι την έκδοση της νέας διοικητικής πράξης, και μπορεί ιδίως να ορίσει ότι παρέχονται ή παραμένουν σε ισχύ εν όλω ή εν μέρει εγγυήσεις (Sicherheiten) και ότι τα καταλογισθέντα ποσά (Leistungen) αρχικά δεν πρέπει να επιστραφούν. Η διάταξη μπορεί να τροποποιηθεί ή να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή».

[36] «Οι αποφάσεις που εκδίδονται για την αίτηση αναστολής μπορούν να ανακληθούν εν όλω ή εν μέρει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία. Κατά την εκδίκαση της αίτησης αυτής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205».

+ posts

Ο Ηλίας Κουβαράς είναι Επίκουρος Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου επί θητεία στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων από το 2015. Η διδακτορική του διατριβή είχε ως αντικείμενο την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων από τη Διοίκηση (2015) και το θέμα της μεταδιδακτορικής του έρευνας ήταν «Οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων» (2020). Η μονογραφία του «Το παραδεκτό στη διοικητική δίκη- Η πρόσβαση στο δικαστή υπό το φως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ» (2021) βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Ιωάννη-Ίωνος Τσατσαρώνη. Πρόσφατα δημοσιεύτηκε η μονογραφία του «Περί των εξουσιών του δικαστή ουσίας - Μια πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ.» (2024). Έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό μελετών και συμβολών σε συλλογικά έργα και σε εγχώρια και ξενόγλωσσα νομικά περιοδικά.

Μετάβαση στο περιεχόμενο