Οι σχέσεις μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου γίνονται ολοένα και περισσότερο περίπλοκες. Η ατελής συνταγματοποίηση του δεύτερου, σε συνδυασμό με την αποσυνταγματοποίηση του πρώτου, έχει, στην πράξη, ως αποτέλεσμα η αρχή της δοτής αρμοδιότητας των ενωσιακών οργάνων να μην αποτελεί ένα στατικό και αυστηρό πλαίσιο κατανομής σαφών και ιεραρχημένων αρμοδιοτήτων, αλλά έναν δυναμικό και εύπλαστο μηχανισμό ροής εξουσιών από τα κράτη μέλη προς την Ένωση. Ο μηχανισμός αυτός δεν προκύπτει τόσο από το κείμενο των Συνθηκών όσο από τον ακτιβισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

Καθώς, λοιπόν, η νομολογία του ΔΕΕ διευρύνει συνεχώς την επιρροή του ενωσιακού δικαίου ακόμη και σε τομείς που καταρχήν παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, οι εθνικοί δικαστές πρέπει να μην αποφεύγουν τον διάλογο με τους δικαστές του Λουξεμβούργου όχι μόνο για να διευκρινίζουν την εξέλιξη της νομολογίας του ΔΕΕ αλλά και για να θέτουν στον ακτιβισμό του τελευταίου, όπου απαιτείται, τα όρια που επιβάλλει το εθνικό τους Σύνταγμα.

Η συζήτηση για τις προϋποθέσεις κτήσης της ιθαγένειας έχει σημαδευτεί στη Χώρα μας από την απόφαση 460/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο πλαίσιο της οποίας αντιπαρατέθηκαν κυρίως δύο απόψεις. Από τη μία, η μείζων και η ελάσσων πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου δέχτηκαν πως ο νομοθέτης, όταν απονέμει την ελληνική ιθαγένεια βάσει του δικαίου του εδάφους, πρέπει να διασφαλίζει ότι υφίσταται γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία. Η μείζων πλειοψηφία συνέδεσε, μάλιστα, αυτόν τον δεσμό με τη μέριμνα για το έθνος και την εθνική ταυτότητα. Από την άλλη, η μειοψηφία δέχτηκε ότι ο νομοθέτης έχει ευρύτατη ευχέρεια καθορισμού των προσόντων του πολίτη κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε συνθηκών, το δε Δικαστήριο περιορίζεται να ελέγξει μόνον εάν οι ουσιαστικές εκτιμήσεις του νομοθέτη, είναι, αντικειμενικά και λογικά, καταδήλως εσφαλμένες και, συνεπώς, παράλογες.

Εδώ και δύο περίπου μήνες, το ΔΕΕ ήρθε να προσθέσει μια νέα, ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρο στην παραπάνω συζήτηση. Με την απόφασή τους, της 29ης Απριλίου 2025, στην υπόθεση C-181/23, Επιτροπή κατά Μάλτας, οι Δικαστές του Λουξεμβούργου υπενθύμισαν ότι από πάγια νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ότι ο δεσμός της ιθαγένειας κράτους μέλους έχει ως θεμέλιο την ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης και πίστης που υπάρχει μεταξύ του κράτους αυτού και των υπηκόων του καθώς και την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Συναφώς, έκριναν ότι η Μάλτα, θεσπίζοντας πρόγραμμα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές, το οποίο προβλέπει διαδικασία πολιτογράφησης συναλλακτικού χαρακτήρα με αντάλλαγμα προκαθορισμένες πληρωμές ή επενδύσεις και ισοδυναμεί, επομένως, με εμπορευματοποίηση της ιθαγένειας κράτους μέλους καθώς και, κατ’ επέκταση, της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το ενωσιακό δίκαιο. Προσπαθώντας να ουσιαστικοποιήσει και, συνακόλουθα, να αναβαθμίσει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια ως στοιχείο του «συνταγματικού πλαισίου» και της «ταυτότητας» της Ένωσης, το ΔΕΕ εισήγασε περιορισμούς στην απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, παρεμβαίνοντας δυναμικά στον προσδιορισμό του καθεστώτος απονομής της ιθαγένειας των κρατών μελών, ο οποίος καταρχήν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των τελευταίων.

Σχολιάζοντας το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης του ΔΕΕ, ο Δημοσθένης Λέντζης θεωρεί ως πλέον κρίσιμη την παραδοχή ότι ένα κράτος μέλος δεν πρέπει να διαρρηγνύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζεται η ιθαγένεια της Ένωσης, δεδομένου ότι όλα τα κράτη μέλη αντιλαμβάνονται την ιθαγένεια ως δηλωτική της ύπαρξης ενός πραγματικού δεσμού, μιας ιδιαίτερης σχέσης αλληλεγγύης και πίστης, μεταξύ του φορέα της και του κράτους που την έχει χορηγήσει. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η σχολιαζόμενη απόφαση, εστιάζοντας όχι σε ατομικά δικαιώματα, αλλά στο συλλογικό συμφέρον των ευρωπαϊκών λαών, έχει τεράστια συμβολική σημασία. Σε αντίθεση με ό,τι θα ήθελαν πολλοί και με ό,τι πιστεύουν ακόμη περισσότεροι, δεν είναι τα πάντα στην Ευρώπη προς πώληση.

Στο δικό της σχόλιο, η Κωνσταντίνα-Αντιγόνη Πούλου παρουσιάζει την εξέλιξη της νομολογίας του ΔΕΕ στο πεδίο της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, αναδεικνύει τα μεθοδολογικά κενά που δημιουργεί η, κατά βάση, συνεπειοκρατική προσέγγιση του Δικαστηρίου στην απόφαση Επιτροπή κατά Μάλτας, προτείνει εναλλακτικούς τρόπους θεμελίωσης της παραβίασης του ενωσιακού δικαίου στην επίδικη υπόθεση και, επιπλέον, διερευνά τον αντίκτυπο της σχολιαζόμενης απόφασης στη μελλοντική αντιμετώπιση της «εξαγορασμένης» ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η συγγραφέας υπογραμμίζει τον ζήλο του ΔΕΕ να διαφυλάξει την αυτονομία και το θεσμικό βάθος της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι η δικαιοδοτική εξουσία του ΔΕΕ και η δικαιοπλαστική λειτουργία της νομολογίας υπόκεινται σε όρια, και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υιοθετεί ερμηνείες που θα ισοδυναμούσαν με υποκατάσταση των τυπικών διαδικασιών αναθεώρησης των Συνθηκών.

Δεν είναι σπάνιες οι φορές που ορισμένοι δικαστές παίρνουν μια απόφαση και, στη συνέχεια, γράφοντας το σκεπτικό της, ψάχνουν να βρουν εκ των υστέρων μια πειστική αιτιολογία. Μια τέτοια αιτιολογία δεν είναι διόλου εύκολο να βρεθεί στην περίπτωση της άρνησης της πλειοψηφίας των μελών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας να δεχτούν την αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ στις υποθέσεις που αφορούν τον Ν. 5094/2024, ο οποίος επέτρεψε την εγκατάσταση μη κρατικών πανεπιστημίων στη Χώρα μας. Πέραν από το γεγονός ότι η μόνη ευρωπαϊκή απόφαση που αφορά ad hoc την απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στο άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος είναι αντίθετη με όσα δέχτηκαν οι δικαστές της παραπάνω πλειοψηφίας (ΠΕΚ, 11.2.1992, Τ-16/90, Παναγιωτοπούλου κ. Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σκέψη 73), κάποιες σκέψεις της απόφασης ΔΕΕ, 6.10.2021, C-561/19, Consorzio Italian Management e Catania Multiservizi, έχουν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη της αιτιολογίας βάσει της οποίας ένα ανώτατο εθνικό δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την αποστολή προδικαστικού ερωτήματος.

Εκτός των άλλων, στη σκέψη 40 της παραπάνω απόφασής του, το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι από τη νομολογία του προκύπτει πως ένα εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, διότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, «πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η λύση αυτή στα λοιπά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας των κρατών μελών και στο Δικαστήριο». Εν προκειμένω, όμως, ιδίως εφόσον η πλειοψηφία των μελών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αναγνωρίζουν στο τελευταίο την αρμοδιότητα να ερμηνεύει κατά τρόπο δυναμικό και απρόβλεπτο την ίδια τη νομολογία του, πώς είναι δυνατόν να σχηματίζουν παράλληλα την πεποίθηση ότι όλα τα ανώτατα δικαστήρια των λοιπών των κρατών μελών της Ένωσης και το ίδιο το ΔΕΕ θα υιοθετούσαν την ίδια με τη δική τους ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου και δεν θα αναγνώριζαν και -έστω κάποια από- αυτά στον εαυτό τους την αρμοδιότητα να υιοθετήσουν κατά τον δικό τους δυναμικό και απρόβλεπτο τρόπο μια διαφορετική ερμηνεία της σχετικής νομολογίας τους;

Σε κάθε περίπτωση, στη σκέψη 49 της ίδιας απόφασής του, το ΔΕΕ επισήμανε ότι «οσάκις δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας λαμβάνει γνώση της υπάρξεως αποκλίνουσας νομολογίας –μεταξύ δικαστηρίων του ίδιου κράτους μέλους ή μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών– σχετικά με την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης έχουσας εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, οφείλει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικό κατά την τυχόν εκτίμηση ότι δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον σκοπό της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.». Εν προκειμένω, όμως, εφόσον στη νομολογία του ίδιου του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου υπάρχουν αποκλίνουσες αποφάσεις σχετικά με την ερμηνεία διατάξεων του ενωσιακού δικαίου που εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες υποθέσεις, η πλειοψηφία των μελών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν όφειλαν να είναι περισσότερο προσεκτικά ως προς την υποχρέωση αποστολής προδικαστικού ερωτήματος;

Μετάβαση στο περιεχόμενο