Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομικού πλουραλισμού, ο διάλογος μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), είναι μια διαρκής, σύνθετη και, ενίοτε, σκληρή διαπραγμάτευση, η οποία απαιτεί, πρώτον, βαθιά γνώση της λειτουργίας τόσο των εθνικών όσο και των ευρωπαϊκών θεσμών, δεύτερον, την υιοθέτηση μιας σύνθετης, συνεπούς και αξιόπιστης στρατηγικής και, τρίτον, αμοιβαία ενσυναίσθηση μεταξύ των δικαστών που μετέχουν στον παραπάνω διάλογο.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον διάλογο μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΔΕΕ, ούτε το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ούτε οι σχετικές νομολογίες και πρακτικές του ΔΕΕ και των ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων των κρατών μελών έχουν κατορθώσει, μέχρι στιγμής, να διαμορφώσουν ένα απολύτως σαφές τοπίο ως προς όλες τις προϋποθέσεις επίτευξης, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ενός ειλικρινούς και γόνιμου τέτοιου διαλόγου. Επιτρέπουν, όμως, τη συναγωγή, ως ελάχιστου κοινού παρονομαστή, ορισμένων χρήσιμων συμπερασμάτων σχετικά με τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι ότι, προς τον σκοπό διασφάλισης της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, ένα εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δεν μπορεί να αρνηθεί να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ με το σκεπτικό ότι η ερμηνευτική λύση που αυτό το εθνικό δικαστήριο υιοθέτησε για το δίκαιο της Ένωσης είναι τάχα τόσο προφανής ώστε να μην υφίσταται περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, αν το ίδιο εθνικό δικαστήριο δεν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η λύση αυτή σε όλα τα λοιπά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας των κρατών μελών και στο ίδιο το ΔΕΕ (βλ. ΔΕΕ, 6.10.2021, C-561/19, Consorzio Italian Management e Catania Multiservizi, σκέψη 40). Ένα άλλο συμπέρασμα είναι ότι ένα εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, όταν γνωρίζει την ύπαρξη αποκλίνουσας νομολογίας –μεταξύ δικαστηρίων του ίδιου κράτους μέλους ή μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών– σχετικά με την επίμαχη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης οφείλει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικό κατά την τυχόν εκτίμηση ότι δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς την ερμηνεία αυτή (βλ. ΔΕΕ, 6.10.2021, C-561/19, Consorzio Italian Management e Catania Multiservizi, σκέψη 49). Συναφώς, πρέπει να γίνει a fortiori δεκτό ότι το παραπάνω εθνικό δικαστήριο οφείλει να είναι εξίσου προσεκτικό, όταν τα ίδια τα μέλη του δεν ομοφωνούν, αλλά διατυπώνουν διαφορετικές, συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες γνώμες ως προς τα κρίσιμα ερμηνευτικά ζητήματα.

Τα παραπάνω συμπεράσματα επιβεβαιώνονται και από την πρόσφατη απόφαση 11/2025 του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος (ΕΔΑΚ), με την οποία υποβλήθηκαν στο ΔΕΕ δύο προδικαστικά ερωτήματα (υπόθεση C-686/25) τα οποία αφορούν ορισμένα από τα ιδιαίτερα ζητήματα που εγείρονται σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο των πράξεων και της προσωπικής ευθύνης των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων (βλ. και το Editorial της 10.10.2025). Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε ομοφώνως ότι, ως προς δύο ζητήματα ερμηνείας ορισμένων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, «συντρέχει ανάγκη υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, δυνάμει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ», μεταξύ άλλων, διότι οι παραπάνω διατάξεις, «ιδίως σχετικά με τη δυνατότητα ελέγχου της προσωπικής ευθύνης των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων από δικαστήριο κράτους μέλους που συμμετέχει στην ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει ενδίκου βοηθήματος το οποίο εμφανίζει τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αγωγής κακοδικίας που προβλέπεται στο άρθρο 99 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος, δεν έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ούτε η ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία. Τούτο προκύπτει, άλλωστε, και από τη διάσταση απόψεων μεταξύ των μελών του Δικαστηρίου σχετικά με τα δύο παραπάνω ζητήματα…» (Σκέψη 21. Βλ. ολόκληρο το κείμενο της απόφασης εδώ).

Στην εμπεριστατωμένη μελέτη της, η Κωνσταντίνα-Αντιγόνη Πούλου σχολιάζει την απόφαση ΕΔΑΚ 11/2025, εξετάζοντας τις προκλήσεις που ανακύπτουν για το ελληνικό Σύνταγμα από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η συγγραφέας υπογραμμίζει, καταρχάς, τον υβριδικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως ενωσιακού οργανισμού ενσωματωμένου στα εθνικά νομικά συστήματα, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη διττή οργανική υπόσταση των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, οι οποίοι ενεργούν ως όργανα ταυτόχρονα της Ένωσης και του οικείου κράτους μέλους. Στη συνέχεια, διερευνά την απάντηση στα δύο βασικά ζητήματα που ανέκυψαν ενώπιον του ΕΔΑΚ, το πρώτο ως προς τη δυνατότητα άσκησης αγωγής κακοδικίας του άρθρου 99, παρ. 1, του Συντάγματος κατά ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα και το δεύτερο ως προς την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί προνομίων και ασυλιών της Ένωσης στους εν λόγω εισαγγελείς. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο Κανονισμός 2017/1939 δεν αποκλείει την προσωπική ευθύνη των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, η ρύθμιση της οποίας ανήκει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά των τελευταίων πρέπει να θεωρείται παραδεκτή. Παράλληλα, η συγγραφέας δέχεται ότι εφαρμόζεται το Πρωτόκολλο (αριθ. 7) περί προνομίων και ασυλιών της Ένωσης και, επομένως, η εκδίκαση της αγωγής κακοδικίας προϋποθέτει την προηγούμενη άρση της ασυλίας του(-ης) εναγόμενου(-ης) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα.

Η Πούλου επισημαίνει ότι η σχολιαζόμενη απόφαση αποτελεί ένα αισιόδοξο και γόνιμο παράδειγμα ζωντανού δικαστικού διαλόγου. Οι διάφορες γνώμες των μελών του ΕΔΑΚ προσφέρουν στο ΔΕΕ όλες τις κρίσιμες παραμέτρους που θα πρέπει να λάβει υπόψη του για την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του τέθηκαν. Συναφώς, η συγγραφέας παρατηρεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνιστά μια περίπτωση εντατικοποιημένης συνύπαρξης ενωσιακών και εθνικών αρχών, στην οποία τα όρια μεταξύ ενωσιακού και εθνικού δικαίου σχετικοποιούνται. Η ισορροπία μεταξύ διαφύλαξης της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και αποτελεσματικής εφαρμογής του Κανονισμού 2017/1939 πρέπει να αναζητηθεί επί τη βάσει του υβριδικού χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τούτο, μια προσέγγιση των τιθέμενων ζητημάτων με όρους υπεροχής του ενωσιακού δικαίου θα είναι λιγότερο πειστική και ενδέχεται να εντατικοποιήσει τις -ήδη υπάρχουσες- αντιδράσεις των κρατών μελών. Με ενδιαφέρον και προσδοκία αναμένεται, συνεπώς, η τοποθέτηση του ΔΕΕ, η οποία θα αποτελέσει όχι απλώς ακόμη μια απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα, αλλά, πολύ περισσότερο, έναν ακόμη ακρογωνιαίο λίθο στον τρόπο που γίνεται αντιληπτός ο πολυεπίπεδος ευρωπαϊκός συνταγματισμός.

Μετάβαση στο περιεχόμενο