Τι συμβαίνει τελικά με το Σύνταγμα του 1975 και την ερμηνεία του; Ενώ ορισμένοι ενθουσιάζονται με την ανθεκτικότητά του και τις κάθε λογής δυναμικές ερμηνείες του, οι οποίες το βοηθούν τάχα να προσαρμόζεται με επιτυχία στις απαιτήσεις των καιρών, είναι διάχυτη η εντύπωση ότι τέτοιου είδους ερμηνείες αλλοιώνουν ολοένα και εντονότερα τις συνταγματικές διατάξεις.
Η σταδιακή επικράτηση μιας υπερφιλελεύθερης συνταγματικής ερμηνείας αλλοίωσε βασικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος, συρρικνώνοντας το δίκαιο σε δικαίωμα, εξοβελίζοντας τα θεμελιώδη καθήκοντα, υποβαθμίζοντας τα κοινωνικά δικαιώματα, προωθώντας την αντίληψη μιας δημοκρατίας χωρίς λαό και υποκαθιστώντας το κράτος από τις αγορές και τους πολίτες από τα άτομα. Στηριζόμενη προεχόντως σε άγραφες αρχές, αυτή η υπερφιλελεύθερη ερμηνεία υποτίμησε σταδιακά την κανονιστικότητα των υφιστάμενων συνταγματικών διατάξεων, ρευστοποιώντας τις πηγές του συνταγματικού δικαίου. Κάτω δε και από την αφόρητη πίεση που του άσκησαν ο διφορούμενος εξευρωπαϊσμός του εθνικού δικαίου και η πολυκρίση των τελευταίων ετών, το γραπτό Σύνταγμα, αντί να επιτελεί την αρχική αποστολή του, η οποία συνίσταται στην επίλυση κάθε θεμελιώδους κοινωνικής σύγκρουσης σε συνθήκες ασφάλειας δικαίου και προς τον σκοπό της συναίρεσης πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας, έχει πλέον καταστεί ένα κείμενο εύκαμπτο, έτοιμο να προσαρμοστεί σε κάθε εξωτερικό παράγοντα, νομικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό ή ηθικό.
Οι συνταγματικές διατάξεις έχουν καταλήξει να αποτελούν πηγή ανασφάλειας δικαίου, καθώς κάθε αυθαίρετη αλλά συγκυριακά επικρατούσα ερμηνεία τους είναι σε θέση να στρέφει, ανά πάσα στιγμή, το κανονιστικό τους περιεχόμενο κατά βούληση και σύμφωνα με τις ανάγκες της, αδιαφορώντας τόσο για το κείμενο αυτών των διατάξεων που διαβάζουν οι πολίτες όσο και για οποιαδήποτε προγενέστερη κρατούσα ερμηνεία του. Έτσι, χωρίς προηγούμενη τυπική αναθεώρησή τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 110, οι διατάξεις του Συντάγματος του 1975 έχουν φτάσει να χωρούν πολλά διαφορετικά, ακόμη και αντιφατικά νοήματα, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να θεωρούνται θεμιτά απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 19, παρ. 3), να εκλαμβάνεται ως προαιρετική η υποχρεωτική ψήφος (άρθρο 51, παρ. 5) και να επιτρέπονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που απαγορεύονται (άρθρο 16, παρ. 5, 6 και 8). Κατ’ ουσίαν, δεν σπανίζουν οι φορές που οι ερμηνευτές του Συντάγματος, επίσημοι και ανεπίσημοι, ανταγωνίζονται τον αναθεωρητικό νομοθέτη.
Καθώς όλα τα παραπάνω είναι επικίνδυνα για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, είναι καιρός να πάρουμε στα σοβαρά την κρίση της συνταγματικής ερμηνείας και να προσπαθήσουμε να την αναλύσουμε σε βάθος.
Με αφορμή τις αποφάσεις 1918-1919-1920/2025 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες κρίθηκε ότι δεν απαγορεύονται από το Σύνταγμα η ίδρυση και η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος κάνει λόγο για την «ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος». Με τον όρο αυτόν ο συγγραφέας εννοεί την αποδυνάμωση της κανονιστικότητας των συνταγματικών διατάξεων μέσω της ερμηνείας τους. Η τελευταία φτάνει στο σημείο να στρεβλώνει ακόμη και το σαφές και μονοσήμαντο γράμμα τους, ώστε αυτό να μετατρέπεται σε εργαλείο νομιμοποίησης, ως ισχύουσας και κρατούσας, μιας ερμηνείας που δεν μπορεί να αποκτήσει εύκολα το κύρος συνταγματικού κανόνα μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.
Οι επιλογές της πλειοψηφίας στις παραπάνω αποφάσεις του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου μαρτυρούν, κατά τον συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο προωθείται, τα τελευταία χρόνια, στη Χώρα μας, η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος. Διάφοροι ευφημισμοί επιχειρούν, χωρίς επιτυχία, να καλύψουν την ιδιοποίηση κανονιστικών και ερμηνευτικών αρμοδιοτήτων και την καταστρατήγηση των ορίων της δυναμικής ερμηνείας του Συντάγματος. Πρόκειται για μια ερμηνευτική στρατηγική που είναι πολλαπλά επικίνδυνη, διότι δεν υπονομεύει μόνο τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Υπονομεύει επιπλέον το ίδιο το κύρος και το μέλλον του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι η αποκένωση του Συντάγματος, με το οποίο το Δικαστήριο αυτό ταυτίζεται υπαρξιακά, οδηγεί στην αποκένωση του ίδιου του Δικαστηρίου, το οποίο μετατρέπεται σε εργαλείο επικύρωσης των επιλογών της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.
Ο Γιαννακόπουλος επισημαίνει ότι η ερμηνευτική αποκένωση του Συντάγματος σηματοδοτεί την πλήρη εργαλειοποίηση της όποιας επιτελεστικότητάς του. Το αποκενωμένο Σύνταγμα εκπίπτει σε ένα θεσμικό κέλυφος που στερείται του κανονιστικού περιεχομένου του, το οποίο είχε διαμορφώσει δημοκρατικά ο συντακτικός ή ο αναθεωρητικός νομοθέτης. Το αποκενωμένο Σύνταγμα λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός νομιμοποίησης ενός διαφορετικού κανονιστικού περιεχομένου, του οποίου την επιβολή επιδιώκει μια εξουσία που διεκδικεί -ως δήθεν αναγκαία- την ερμηνευτική προσαρμογή του Συντάγματος στις απαιτήσεις μιας αντικειμενικής τάχα οικονομικής, κοινωνικής ή πολιτικής πραγματικότητας, μιας φερόμενης ως υπέρτερης έννομης τάξης ή μιας αντίληψης για την ηθική ορθολογικότητα. Με τον τρόπο αυτόν, το κράτος δικαίου μετατρέπεται σε «μια τελετουργία καθησυχασμού» και το αποκενωμένο Σύνταγμα, το οποίο καλείται να «νομιμοποιήσει πράξεις που δεν περιορίζει πλέον», γίνεται κατ’ ουσίαν αντικείμενο, όχι ερμηνείας, αλλά ενός είδους καλλιτεχνικής «performance», καθώς «η επίκλησή του χρησιμεύει σαν χορογραφία της εξουσίας». Το βαθύτερο δε ζήτημα είναι, για ποιον λόγο, άραγε, φτάνει κανείς να πιστεύει στην παραπάνω εξουσία περισσότερο απ’ όσο πιστεύει στο Σύνταγμα.
