I. Οι περιπέτειες της κατά χρόνον αρμοδιότητας δίωξης υπουργικών αδικημάτων: History will teach us nothing
1. Το ν.δ. 802/1971 «περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και των Υφυπουργών» (Α΄ 1) προέβλεπε στο άρθρο 7 ότι τα υπουργικά εγκλήματα «παραγράφονται άμα τη παρόδω της πρώτης συνόδου της επομένης βουλευτικής περιόδου εκείνης καθ’ ήν διεπράχθησαν». Η ρύθμιση έθετε ένα προνόμιο υπέρ των υπουργών. Κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 111 ΠΚ, που ισχύει για όλους τους υπόλοιπους πολίτες, τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από είκοσι ή δεκαπέντε έτη και τα πλημμελήματα μετά από πέντε έτη. Αντιθέτως, για την παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων αρκούσαν, ιδίως αν τελέστηκαν προς το τέλος της βουλευτικής περιόδου, μερικοί μήνες ή, στη χειρότερη περίπτωση, πολύ λιγότερα έτη μέχρι την πάροδο της πρώτης συνόδου της επόμενης περιόδου[1].
Φυσικά, όπως όλα τα θεσμικά νομοθετήματα της χούντας, έτσι και το ν.δ. 802/1971 ήταν προσχηματικό. Θεσπίστηκε χωρίς πραγματική πρόθεση εφαρμογής, με βασικό σκοπό να δώσει μιαν επίφαση θεσμικής κανονικότητας στο δικτατορικό καθεστώς. Καθώς δεν υπήρχε βουλή, δεν υπήρχε περίπτωση να ασκηθεί δίωξη κατά υπουργού. Βουλή συγκροτήθηκε μόνο μετά την πτώση της χούντας, με τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, επτάμισι χρόνια από τη διάλυση της προηγούμενης βουλής.
Με τη μεταπολίτευση, ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών τυποποιήθηκε στο άρθρο 86 του Συντάγματος του 1975. Η συνταγματική διάταξη, υιοθετώντας τις βασικές κατευθύνσεις προηγούμενων συνταγμάτων[2], ρύθμισε κατά τρόπο προνομιακό, κατά παρέκκλιση όσων ισχύουν γενικά, την ποινική ευθύνη των υπουργών. Η ρύθμιση έχει δύο κύριες όψεις. Πρώτον, την απόφαση για το αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη κατά μέλους της κυβέρνησης ή υφυπουργού για αδίκημα που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν την παίρνει εισαγγελέας, αλλά η βουλή. Και, δεύτερον, εάν ασκηθεί δίωξη, το αδίκημα δεν εκδικάζεται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια, αλλά από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.
Το άρθρο 86 δεν ανέφερε τίποτε για την παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων. Και ευλόγως, δεδομένου ότι το προνόμιο του άρθρου 86 είναι αμιγώς δικονομικό. Αφορά αποκλειστικά την ποινική διαδικασία και όχι το αν ο υπουργός έχει ή δεν έχει ποινική ευθύνη, κάτι που κρίνεται βάσει των κοινών κανόνων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου[3]. Ως θεσμός του ουσιαστικού δικαίου, η παραγραφή είναι εκτός της εμβέλειας της συνταγματικής διάταξης, επομένως και του (δικονομικού) προνομίου που αυτή θέτει.
2. Η μεταβατική διάταξη της παρ. 1 του, καταργημένου πια, άρθρου 115 του Συντάγματος του 1975 όρισε ότι, μέχρι να εκδοθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 86 εκτελεστικός νόμος, εφαρμόζονται «αι κείμεναι διατάξεις περί διώξεως, ανακρίσεως και εκδικάσεως» των υπουργικών αδικημάτων, δηλαδή οι σχετικές διατάξεις του ν.δ. 802/1971. Εκτελεστικός του άρθρου 86 νόμος εκδόθηκε μόλις το 1997. Ένας χουντικός νόμος παρέμεινε σε ισχύ, ρυθμίζοντας ένα κρίσιμο για το πολίτευμα θεσμικό ζήτημα, για περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά τη θέσπιση δημοκρατικού Συντάγματος. Αυτό, παρεμπιπτόντως, λέει κάτι για το πολιτικό σύστημά μας.
Το ν.δ. 802/1971 περιλάμβανε και την προνομιακή για τους υπουργούς παραγραφή του άρθρου 7. Η παραγραφή είναι θεσμός του ουσιαστικού ποινικού δικαίου[4]. Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975 αναφερόταν σε διατάξεις περί «διώξεως, ανακρίσεως και εκδικάσεως». Και οι τρεις είναι όροι του δικονομικού δικαίου, αναφέρονται στη διαδικασία της ποινικής δίκης. Κατά τούτο, η μεταβατική διάταξη εναρμονιζόταν με τις πάγιες διατάξεις του άρθρου 86 που θέτουν, όπως είπαμε, ένα αμιγώς δικονομικό προνόμιο. Από το γράμμα και τη λογική του άρθρου 115 παρ. 1 συνάγεται πως διατηρήθηκαν μεταβατικά σε ισχύ μόνον οι δικονομικές διατάξεις του ν.δ. 802/1971[5]. Κανονικά, οι ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του, όπως η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 (ή τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα των άρθρων 1-4), θα έπρεπε να θεωρηθούν καταργημένες. Για δύο λόγους:
Αφενός, το άρθρο 86 του Συντάγματος του 1975 έθεσε ένα αμιγώς δικονομικό προνόμιο. Κατά λογική ακολουθία, για αδικήματα που διαπράττουν υπουργοί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι κοινοί κανόνες του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Αφετέρου, το άρθρο 115 παρ. 1 διατήρησε σε ισχύ τις κείμενες διατάξεις του ν.δ. 802/1971 για τη δίωξη, ανάκριση και εκδίκαση των υπουργικών αδικημάτων. Επίσης κατά λογική ακολουθία, πλην των δικονομικών διατάξεων του διατάγματος, δεν διατηρήθηκαν μεταβατικά σε ισχύ και οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, ωστόσο, δεν επικράτησε. Υιοθετήθηκε η νομικά αμφίβολη, αν και ιστορικο-πολιτικά εξηγήσιμη, αντίληψη ότι το άρθρο 115 παρ. 1 του Συντάγματος διατήρησε σε ισχύ το σύνολο του ν.δ. 802/1971 και όχι μόνο τις δικονομικές διατάξεις του.
3. Έστω κι έτσι, το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975 προέβλεψε –και προβλέπει ακόμα– ότι κάθε διάταξη νόμου που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα καταργείται από την έναρξη της ισχύος του. Ομοίως, το άρθρο 112 παρ. 1 προέβλεψε ότι, όπου το Σύνταγμα περιέχει επιφύλαξη υπέρ του νόμου, οι υφιστάμενοι κατά τη θέσπισή του νόμοι εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου νόμου, εκτός εάν είναι αντίθετοι προς το Σύνταγμα. Αντίθετες προς το Σύνταγμα διατάξεις των λεγόμενων προσυνταγματικών νόμων, δηλαδή νομοθετημάτων που εκδόθηκαν πριν τις 11.6.1975, οπότε τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα, θεωρούνται καταργημένες από την ημερομηνία αυτή[6]. Θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να υποστηριχθεί πως, ακόμη κι αν το ν.δ. 802/1971 διατηρήθηκε καταρχήν στο σύνολό του σε ισχύ, ωστόσο η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 είναι αντισυνταγματική και, επομένως, έχει καταργηθεί από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, δυνάμει των άρθρων 111 παρ. 1 και 112 παρ. 1.
Εδώ όμως τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα. Η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971 δεν ήταν προδήλως αντίθετη στο Σύνταγμα. Το άρθρο 86 του Συντάγματος, όπως είπαμε, σιωπά για το θέμα της παραγραφής και, γενικότερα, για θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Αυτό δεν καθιστά άνευ ετέρου αντίθετη στο άρθρο 86 τη ρύθμιση τέτοιων θεμάτων από τον κοινό νόμο. Αντισυνταγματικότητα υπάρχει όταν ρύθμιση που περιέχεται σε διάταξη κοινού νόμου είναι αντίθετη προς ρύθμιση που περιέχεται στο Σύνταγμα. Αντίθεση στο άρθρο 86 δεν προέκυπτε, τουλάχιστον όχι κατά τρόπο πρόδηλο, εδώ. Ο νόμος ρύθμιζε κάτι που δεν προβλεπόταν στη συνταγματική διάταξη. Δεν είναι το ίδιο.
Η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971 θα μπορούσε, παρόλα αυτά, να αντίκειται σε κάποιον άλλον κανόνα του Συντάγματος. Το άρθρο 86 θεσπίζει ένα προνόμιο υπέρ των υπουργών, που συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της ποινικής ισονομίας. Όπως κάθε προνόμιο, έτσι και αυτό του άρθρου 86, ως απόκλιση από γενικά ισχύοντες κανόνες, οφείλει να ερμηνεύεται στενά. Τόσο μόνο είναι επιτρεπτό όσο ακριβώς οριοθετείται στο Σύνταγμα. Κατά τα λοιπά, δηλαδή για θέματα για τα οποία το άρθρο 86 δεν διέλαβε ρύθμιση, παραμένουν εφαρμοστέοι οι γενικά ισχύοντες κανόνες. Αυτό ισχύει για τους κανόνες του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και οι κανόνες της παραγραφής, δεδομένου ότι το προνόμιο του άρθρου 86 είναι, όπως είπαμε, αμιγώς δικονομικό. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διεύρυνση του (δικονομικού) προνομίου του άρθρου 86 με την προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971 ήταν αντισυνταγματική, λόγω αντίθεσης –όχι ευθέως και αυτοτελώς στο άρθρο 86, αλλά– στο άρθρο 86 σε συνδυασμό με την απορρέουσα από τη γενική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1) αρχή της ποινικής ισονομίας[7].
Ούτε αυτή η αντίληψη επικράτησε[8]. Η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971 παρέμεινε επί μακρόν ισχύον δίκαιο χωρίς ποτέ να κριθεί αντισυνταγματική ή, έστω, να διατυπωθούν σοβαρές ενστάσεις για τη συμβατότητά της με την αρχή της ποινικής ισονομίας. Αν η διατήρηση του χουντικού νόμου μάς λέει κάτι για το πολιτικό σύστημα, η μη αμφισβήτηση της προνομιακής παραγραφής που ο χουντικός νόμος προέβλεπε μάς λέει κάτι για το δικαστικό σύστημα και τον νομικό κόσμο.
4. Η νομική αυτή, ας την πούμε έτσι, αδράνεια έδωσε μια χρυσή ευκαιρία στο πολιτικό σύστημα να παγιώσει μιαν εξαιρετικά προνομιακή, στα όρια του χαριστικού, υπέρ αυτού ρύθμιση. Με το άρθρο 13 του ν. 2207/1994 (Α΄ 65)[9] επήλθαν δύο αξιοσημείωτες μεταβολές στο άρθρο 7 του ν.δ. 802/1971. Πρώτον, η εκεί προβλεπόμενη παραγραφή με την πάροδο της πρώτης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου ‘μετατράπηκε’ –στην πραγματικότητα μετονομάστηκε– σε αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση δίωξης (παρ. 1). Και, δεύτερον, προστέθηκαν δύο νέες παράγραφοι, που προβλέπουν γενική παραγραφή του αξιόποινου των υπουργικών αδικημάτων τρία έτη από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκαν (παρ. 2), αποκλείοντας οποιαδήποτε αναστολή της (παρ. 3).
Με την πρώτη μεταβολή, η προνομιακή παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων βαφτίστηκε αποσβεστική προθεσμία. Δεν είναι σαφές τί ακριβώς επιδίωκε ο νομοθέτης μ’ αυτή τη μετονομασία. Να ήθελε άραγε να ‘μετατρέψει’ ένα θεσμό του ουσιαστικού δικαίου σε δικονομικό; Ακούγεται ελάχιστα πειστικό. Η παραγραφή είναι μεν λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, ενώ η αποσβεστική προθεσμία εμφανίζεται ως όρος εγκυρότητας της δίωξης. Όμως κι αυτή καταλήγει κατ’ αποτέλεσμα σε εξάλειψη του αξιοποίνου. Πρόκειται βεβαίως για κατασκευή. Κατά τη λειτουργία της, η αποσβεστική προθεσμία του ν. 2207/1994 (και όσων επακολούθησαν) δεν διαφέρει από την παραγραφή του ν.δ. 802/1971[10]. Από την άποψη αυτή, είναι εύστοχος και κατά μιαν έννοια ακριβέστερος ο χαρακτηρισμός της ως ‘πολιτικής παραγραφής’[11].
Με τη δεύτερη μεταβολή, και επιτείνοντας ακόμη περισσότερο τη σύγχυση, στο προνόμιο της μετονομασθείσας σε αποσβεστική προθεσμία παραγραφής ήρθε να προστεθεί ακόμη ένα: η τριετής παραγραφή με έναρξη τη λήξη της βουλευτικής περιόδου και με ρητό αποκλεισμό οποιασδήποτε αναστολής της. Το πρόβλημα της ρύθμισης αυτής δεν είναι μόνον ότι η τριετία είναι κατά πολύ συντομότερη από την εικοσαετία, δεκαπενταετία ή πενταετία του κοινού δικαίου, η οποία μάλιστα εκκινεί από την τέλεση της πράξης και αναστέλλεται στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος. Όσο μάλλον ότι, κατά κανόνα, πολύ πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της τριετούς παραγραφής, θα έχει ήδη εξαλειφθεί η αξίωση της Πολιτείας για άσκηση ποινικής δίωξης, λόγω συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας με την πάροδο της πρώτης συνόδου της επόμενης από την τέλεση της πράξης βουλευτικής περιόδου. Πρακτικά, δηλαδή, αυτή η δεύτερη αυτοτελής παραγραφή έχει σημασία μόνο στην περίπτωση που ασκήθηκε δίωξη εντός της αποσβεστικής προθεσμίας.
Περιττό φυσικά να αναφερθεί ότι η τροποποίηση του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971, το οποίο κατά τα λοιπά παρέμεινε άθικτο από τον τροποποιητικό νομοθέτη του ν. 2207/1994, αφενός, προσέδωσε δημοκρατικό κύρος στον χουντικό νόμο περί ευθύνης υπουργών και, αφετέρου, επιβεβαίωσε και τυπικά ότι παρέμενε μεταβατικά (επί σχεδόν δυο δεκαετίες…) σε ισχύ το σύνολο των διατάξεών του –και όχι μόνον οι δικονομικές.
5. Ο εκτελεστικός του άρθρου 86 του Συντάγματος του 1975 νόμος ήρθε επιτέλους είκοσι δύο χρόνια μετά. Με το ν. 2509/1997 «Ποινική ευθύνη των Υπουργών» (Α΄ 126) καταργήθηκε η αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση δίωξης, μολονότι διατηρήθηκε η προνομιακή, αν και κάπως μακρύτερη πλέον, παραγραφή. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου, τα υπουργικά αδικήματα παραγράφονται –αντί για τρία– πέντε έτη μετά την τέλεσή τους (παρ. 2), με την προθεσμία της παραγραφής να αναστέλλεται όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη (παρ. 3). Παρότι η ρύθμιση καταρχήν εναρμονίστηκε με τους γενικούς κανόνες της παραγραφής όσον αφορά τα πλημμελήματα, παρέμεινε προνομιακή όσον αφορά τα κακουργήματα υπουργών.
6. Αν με το ν. 2509/1997 έγινε ένα (σημαντικό) βήμα μπροστά, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 πήγαμε (πολλά) βήματα πίσω. Στην παρ. 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος προστέθηκε διάταξη, που αποτέλεσε το εδάφιο ε΄, σύμφωνα με την οποία η βουλή μπορεί να ασκήσει δίωξη κατά υπουργού «μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Με τη διάταξη αυτή, η καταργηθείσα προνομιακή παραγραφή του χουντικού ν.δ. 802/1971, ‘αναβαπτισμένη’ σε αποσβεστική προθεσμία, δεν αναβίωσε απλώς, αλλά για πρώτη φορά εξυψώθηκε σε συνταγματική επιταγή –με μικρή μόνο χρονική επέκτασή της: από την πρώτη στη δεύτερη σύνοδο της επόμενης βουλευτικής περιόδου.
Για να έχουμε μιαν αίσθηση της αλληλουχίας του πράγματος: Η χούντα θέσπισε, με το ν.δ. 802/1971, την προνομιακή παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων. Μετά από είκοσι χρόνια λειτουργίας δημοκρατικού πολιτεύματος, με το ν. 2207/1994, η ρύθμιση επιβεβαιώθηκε αναβαπτιζόμενη σε αποσβεστική προθεσμία. Τρία χρόνια αργότερα, με το ν. 2509/1997, επιτέλους καταργήθηκε. Αλλά μόλις τέσσερα χρόνια μετά, με την αναθεώρηση του 2001, νεκραναστήθηκε θριαμβευτικά, όχι πια ως ταπεινή νομοθετική ρύθμιση, αλλά εξυψωμένη σε συνταγματικό κανόνα.
Ούτε λίγο ούτε πολύ, κατέστη πλέον συνταγματικός κανόνας πως τα υπουργικά αδικήματα θα μένουν με σχεδόν πλήρη βεβαιότητα ατιμώρητα, αν από τις επόμενες εκλογές αναδειχθεί η ίδια κυβερνητική πλειοψηφία[12]. Γνωρίζοντας εκ των υστέρων όσα πλέον γνωρίζουμε για υπουργούς της περιόδου (μεταξύ 1997 και 2001) που ο νόμος δεν προέβλεπε αποσβεστική προθεσμία, δύσκολα μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να αναρωτηθούμε μήπως η συνταγματική αυτή πρόβλεψη τέθηκε με σκοπό τη συγκάλυψη[13]. Το γεγονός, εξάλλου, ότι η –συναινετική, βεβαίως– αναθεώρηση του άρθρου 86 υπερψηφίστηκε από συντριπτική πλειοψηφία της αναθεωρητικής βουλής μάς λέει αρκετά για το πολιτικό σύστημα.
Αυτή τη φορά, ο εκτελεστικός του αναθεωρημένου άρθρου 86 νόμος εκδόθηκε ταχύτατα. Ο προηγούμενος εκτελεστικός νόμος (ν. 2509/1997) δεν προέβλεπε την αποσβεστική προθεσμία που έθεσε ο αναθεωρητικός νομοθέτης, και έπρεπε να αρθεί οποιαδήποτε σχετική αμφιβολία. Στο άρθρο 3 του ν. 3126/2003 «Ποινική ευθύνη Υπουργών» (Α΄ 66) επαναλήφθηκε η συνταγματική ρήτρα, με την πρόβλεψη ότι το αξιόποινο των υπουργικών αδικημάτων «εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν» (παρ. 2). Παράλληλα, διατηρήθηκε η πενταετής παραγραφή που προβλεπόταν στον προηγούμενο εκτελεστικό νόμο, με διεύρυνση των περιπτώσεων αναστολής της, υπό τον όρο ότι επέρχεται σε κάθε περίπτωση με τη συμπλήρωση δεκαετίας από την τέλεση της πράξης (παρ. 1).
Η παραγραφή της παρ. 1 ήταν βεβαίως εν πολλοίς άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η αποσβεστική προθεσμία της παρ. 2 επέρχεται σε κάθε περίπτωση νωρίτερα. Έτσι, ο κοινός νομοθέτης μπορούσε να εμφανιστεί ‘γαλαντόμος’, καταργώντας το, έτσι κι αλλιώς περιορισμένης πρακτικής σημασίας, προνόμιο στην παραγραφή. Με το άρθρο 1 του ν. 3961/2011 (Α΄ 97) αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3126/2003, η οποία έκτοτε προβλέπει ότι τα υπουργικά αδικήματα παραγράφονται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις των άρθρων 111 και 112 ΠΚ.
7. Η προϊούσα –και κατά περιόδους ραγδαία, ιδίως αφότου εισήλθαμε στην περίπου διαρκή κοινωνικο-οικονομική και πολιτικο-θεσμική κρίση που έφεραν τα ‘μνημόνια’– απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος έθεσε στο στόχαστρο της κοινής γνώμης τη ρύθμιση της αποσβεστικής προθεσμίας για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων. Θεωρήθηκε, και όχι άδικα, πως είναι ένα αδικαιολόγητο, περίπου παράλογο, προνόμιο που λειτουργεί ως μηχανισμός ατιμωρησίας του πολιτικού προσωπικού και ρήτρα διαφυγής από τις ευθύνες του. Υπό το βάρος της κατακραυγής, το πολιτικό σύστημα εξαναγκάστηκε να αποποιηθεί το (συνταγματικό) προνόμιο. Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019 διαγράφηκε, πανηγυρικά και με ευρύτατη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, το πέμπτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 86, που προέβλεπε την αποσβεστική προθεσμία.
Η κατάργηση της συνταγματικής διάταξης για την αποσβεστική προθεσμία δεν ήταν απλώς δίκαιη. Ήταν επιβεβλημένη. Ωστόσο, το κλίμα ευφορίας που τη συνόδευσε επέτρεψε στο πολιτικό σύστημα να παραλείψει κάτι σημαντικό: την οφειλόμενη αυτοκριτική του[14]. Η προνομιακή αποσβεστική προθεσμία –και παλαιότερα παραγραφή– δεν ήταν κανόνας του φυσικού δικαίου, δεν έπεσε από τον ουρανό. Είχε τεθεί από το πολιτικό σύστημα, αρχικά τον κοινό και τελικά τον αναθεωρητικό νομοθέτη. Το πολιτικό σύστημα χρωστά ακόμα απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν από τις αναπτύξεις που προηγήθηκαν. Για ποιο λόγο μια νομοθετική ρύθμιση της χούντας παρέμεινε ισχύον δίκαιο επί δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση; Και, κυρίως, για ποιο λόγο, παρότι αυτή η ρύθμιση –δικαίως– καταργήθηκε το 1997, όχι απλώς επανήλθε λίγα χρόνια αργότερα, αλλά θωρακίστηκε από μελλοντική νομοθετική κατάργησή της, αναγόμενη σε συνταγματικό κανόνα με την αναθεώρηση του 2001;
Με την αναθεώρηση του 2019 διορθώθηκε ένα συνταγματικό ατόπημα. Θεωρήθηκε ότι έτσι λύθηκε το πρόβλημα που είχε προκύψει. Ταυτόχρονα, θεωρήθηκε περίπου παραγεγραμμένο ό,τι είχε προηγηθεί. Παρέμεινε έτσι αναπάντητο το ερώτημα πώς και γιατί προέκυψε το ατόπημα. «History will teach us nothing» (η ιστορία δεν μας διδάσκει τίποτε), τραγουδάει σε ένα γνωστό τραγούδι του ο βρετανός καλλιτέχνης Sting[15]. Στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου προσπάθησα να διασώσω την ιστορία, την οποία το πολιτικό σύστημα θα προτιμούσε να ξεχάσουμε, μιας προνομιακής ρύθμισης που αποτέλεσε πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία, συμβάλλοντας στην ποινική ατιμωρησία των υπουργών[16]. Στο δεύτερο μέρος θα προσπαθήσω να δείξω γιατί η ιστορία αυτή παραμένει ακόμα επίκαιρη.
ΙΙ. Η πονηρία της νομοθετικής αδράνειας: Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν
8. Μετά την αναθεώρηση του 2019, το άρθρο 86 δεν προβλέπει αποσβεστική προθεσμία για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων. Η σχετική διάταξη που είχε τεθεί με την αναθεώρηση του 2001 διαγράφηκε από το συνταγματικό κείμενο. Θα περίμενε κάποιος ότι, έκτοτε, τα υπουργικά αδικήματα μπορούν να διωχθούν οποτεδήποτε εντός του χρόνου της παραγραφής τους, την οποία το άρθρο 86 επίσης δεν προβλέπει (και ούτε προέβλεψε ποτέ), αλλά ο εκτελεστικός νόμος εξομοιώνει πλέον με την παραγραφή του κοινού ποινικού δικαίου[17]. Όχι ακριβώς.
Το αναμενόμενο βήμα μετά την αναθεώρηση του άρθρου 86 θα ήταν να προσαρμοστεί ο εκτελεστικός του νόμος στη συνταγματική μεταβολή. Πεντέμισι σχεδόν χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ της αναθεωρημένης συνταγματικής διάταξης, αυτό δεν έχει ακόμα συμβεί. Το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να προβλέπει: «Το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1, εξαλείφεται με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, εάν ως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο νόμο αυτόν». Η αποσβεστική προθεσμία καταργήθηκε από το άρθρο 86 του Συντάγματος, αλλά διατηρείται στον εκτελεστικό του νόμο.
Παρά και ανεξάρτητα από την κατάργηση της διάταξης στο Σύνταγμα, η διατήρησή της στο νόμο έχει έννομες συνέπειες και μάλιστα σημαντικότατες[18]. Απλουστευτικές προσεγγίσεις σύμφωνα με τις οποίες η απάλειψη της διάταξης από το άρθρο 86 επιφέρει οιονεί αυτομάτως και την κατάργησή της από τον εκτελεστικό της νόμο, αν δεν είναι εκ του πονηρού, είναι αφελείς. Ο ποινικός δικαστής τον (ποινικό) νόμο εφαρμόζει. Όχι το Σύνταγμα. Στο Σύνταγμα θα αναχθεί, προκειμένου να κρίνει αν ο νόμος τον οποίο καλείται, πάντως, καταρχήν να εφαρμόσει είναι αντίθετος σε αυτό, ώστε να τον παραμερίσει, αφήνοντάς τον ανεφάρμοστο στην υπόθεση που δικάζει.
Πρέπει, επομένως, να διερευνηθεί αν η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 είναι αντισυνταγματική, ώστε να μείνει ανεφάρμοστη σε περίπτωση που υπάρξει δίωξη υπουργικού αδικήματος. Το ερώτημα έχει δύο σκέλη: αν η νομοθετική διάταξη είναι αντίθετη στο άρθρο 86 του Συντάγματος όπως διαμορφώθηκε μετά την αναθεώρησή του (στη συνέχεια, υπό 9) και αν είναι αντίθετη προς άλλη συνταγματική διάταξη (υπό 10).
9. Πρώτο ερώτημα λοιπόν: Είναι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 αντίθετη στο αναθεωρημένο άρθρο 86 του Συντάγματος; Η απάντηση είναι απερίφραστη: Όχι. Ο έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου δεν είναι έλεγχος συμφωνίας του νόμου με το Σύνταγμα, αλλά έλεγχος μη αντίθεσής του προς αυτό. Είναι, κατ’ ακριβολογία, έλεγχος αντισυνταγματικότητας[19]. Αυτή προκύπτει όταν το περιεχόμενο της νομοθετικής διάταξης είναι αντίθετο προς συνταγματική διάταξη. Όχι απλώς διαφορετικό, αλλά αντίθετο. Με την έννοια ότι η εφαρμογή τους καταλήγει σε αντίθετες –όχι απλώς διαφορετικές– έννομες συνέπειες. Για παράδειγμα, η μία διάταξη επιτρέπει ενώ η άλλη απαγορεύει ορισμένη ενέργεια, η μία διάταξη επιβάλλει ενώ η άλλη απαλλάσσει από ορισμένη υποχρέωση κλπ.
Μετά την αναθεώρησή του, το άρθρο 86 του Συντάγματος δεν προβλέπει πλέον αποσβεστική προθεσμία για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων. Αυτό σημαίνει ότι η αποσβεστική προθεσμία δεν είναι πλέον συνταγματικά επιβεβλημένη. Η απαλειφθείσα διάταξη του πέμπτου εδαφίου του άρθρου 86 παρ. 3 επέβαλλε μιαν υποχρέωση στον ποινικό νομοθέτη[20]. Μετά την αναθεώρηση του 2001, ο εκτελεστικός του άρθρου 86 νομοθέτης ήταν υποχρεωμένος να προβλέψει την αποσβεστική προθεσμία του πέμπτου εδαφίου για την ποινική δίωξη των υπουργικών αδικημάτων. Μετά την απάλειψη του εδαφίου, ο εκτελεστικός νομοθέτης δεν έχει πια αυτή την υποχρέωση.
Κάπου εδώ ολοκληρώνονται οι άμεσες νομικές συνέπειες της αναθεώρησης[21]. Ο κοινός νομοθέτης επέλεξε[22] να μην καταργήσει την αποσβεστική προθεσμία. Ο ν. 3126/2003 εξακολουθεί να την προβλέπει. Η πρόβλεψη αυτή όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με κάποιον κανόνα του άρθρου 86, το οποίο, πλέον, απλώς σιωπά επί του θέματος. Ο κοινός νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση –τουλάχιστον όχι εκ του άρθρου 86 του Συντάγματος– να καταργήσει τη νομοθετική, πλέον, πρόβλεψη της αποσβεστικής προθεσμίας. Έχει βεβαίως τη δυνατότητα να την καταργήσει, αφού η προθεσμία έπαψε πια να κατοχυρώνεται συνταγματικά, δηλαδή να προστατεύεται απέναντι στη βούληση του νομοθέτη. Αλλά δεν υποχρεούται να το πράξει. Η ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 είναι απλώς διαφορετική από εκείνη του αναθεωρημένου άρθρου 86 –αλλά όχι αντίθετη προς αυτή.
10. Δεύτερο ερώτημα: Εφόσον η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 δεν είναι αντίθετη στο άρθρο 86, μήπως ωστόσο είναι για άλλο λόγο αντίθετη στο Σύνταγμα; Εδώ επανερχόμαστε σε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω (υπό 3). Η διάταξη του νόμου (μόνο, πλέον) θέτει ένα προνόμιο υπέρ των υπουργών. Μικρή σημασία έχει ότι εντάσσεται σε ένα νομοθέτημα που σκοπό έχει την προστασία όχι του προσώπου του υπουργού, αλλά του υπουργικού θεσμού και που, για το λόγο αυτό, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θεσμική εγγύηση[23]. Ανεξαρτήτως του ότι τίθεται όχι υπέρ του προσώπου, αλλά υπέρ του προσωπικού φορέα κρατικού αξιώματος, το προνόμιο παραμένει. Και ανεξαρτήτως του αν η αποσβεστική προθεσμία θεωρηθεί ως ιδιότυπη μορφή παραγραφής ή –κατά μιαν έννοια, ακριβέστερα– πολιτική παραγραφή[24], το αποτέλεσμα είναι ότι το αξιόποινο των υπουργικών αδικημάτων εξαλείφεται σε χρόνο κατά πολύ συντομότερο αυτού που ισχύει κατά τους γενικούς κανόνες.
Από τη γενική αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) απορρέει, ειδικότερα, η αρχή της ποινικής ισονομίας. Η ισότητα ενώπιον του ποινικού νόμου απαιτεί να υπόκεινται όλοι οι πολίτες στους ίδιους καταρχήν κανόνες, ουσιαστικούς και δικονομικούς, παρέκκλιση από τους οποίους είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δικαιολογείται ειδικά και μόνο στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. Η αρχή αυτή δεν είναι απλώς εγγεγραμμένη στον πυρήνα της έννοιας του ποινικού φαινομένου. Συμβαίνει να είναι και αυτή με την οποία εγκαινιάστηκε ο έλεγχος τήρησης της αρχής της ισότητας από τα ελληνικά δικαστήρια, όταν το 1936 ο Άρειος Πάγος έκρινε αντισυνταγματική την εξαίρεση των ανδρών της χωροφυλακής από την ποινική ευθύνη για πταίσματα[25].
Ως δικαιολογητικός σκοπός της σύντομης παραγραφής, παλαιότερα, και αποσβεστικής προθεσμίας στη συνέχεια προβλήθηκε η ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των κατηγοριών κατά υπουργών[26]. Ο σκοπός αυτός θα μπορούσε πράγματι να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες, αν η δίωξη υπουργών γινόταν κατά τα λοιπά με την κοινή διαδικασία, δηλαδή από εισαγγελέα και ενώπιον των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Η ίδια η ύπαρξη, ωστόσο, του δικονομικού προνομίου του άρθρου 86 αναιρεί το σκοπό αυτόν. Η σώρευση της εξαιρετικά σύντομης αποσβεστικής προθεσμίας και του πυρήνα της ρύθμισης του άρθρου 86, που είναι η πολιτική κίνηση της δίωξης με απόφαση της βουλής[27], καταλήγει –όχι στην ταχεία εκκαθάριση των κατηγοριών, αλλά– κατ’ αποτέλεσμα στη μη δίωξη και ατιμωρησία των υπουργών στην, καθόλου ασυνήθη, περίπτωση που μετά από εκλογές αναδεικνύεται η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία[28].
Ήδη γι’ αυτό το λόγο, η παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες για την κατά χρόνο άσκηση δίωξης κατά υπουργών που καθιερώνει το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 δεν δικαιολογείται επαρκώς και είναι, ως εκ τούτου, αντισυνταγματική ως αντίθετη στην απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ποινικής ισονομίας.
11. Ο προηγούμενος συλλογισμός έχει ένα πρόβλημα. Το πρόβλημά του είναι η ιστορία. Αν η προνομιακή αποσβεστική προθεσμία του ν. 3126/2003, για την οποία το άρθρο 86 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του 2019 σιωπά, είναι –όπως θεωρώ– αντισυνταγματική για τον λόγο που προαναφέρθηκε, για τον ίδιο ακριβώς λόγο θα έπρεπε να θεωρηθεί αντισυνταγματική και η προνομιακή παραγραφή του άρθρου 7 του ν.δ. 802/1971 –μια ρύθμιση για την οποία επίσης σιωπούσε το άρθρο 86 του Συντάγματος του 1975 (πριν την αναθεώρησή του το 2001). Για εκείνη τη ρύθμιση, όμως, όπως είδαμε, η επιστήμη μόνο μεμονωμένα είχε θέσει θέμα ισχύος –ούτε καν αντισυνταγματικότητας–, ενώ η νομολογία το αγνόησε παντελώς και την εφάρμοσε κανονικά[29]. Αν και χουντικής προέλευσης, η ρύθμιση ίσχυσε για είκοσι δύο χρόνια παράλληλα με το Σύνταγμα του 1975, επιβεβαιώθηκε νομοθετικά (με το ν. 2207/1994) και τελικά καταργήθηκε (με το ν. 2509/1997) όχι ως αντισυνταγματική, αλλά επειδή αντικαταστάθηκε συνολικά το νομοθετικό πλαίσιο της ποινικής ευθύνης υπουργών.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο προηγούμενος συλλογισμός ‘δοκιμάστηκε’, ας το πούμε έτσι, και απορρίφθηκε, έστω εμμέσως και σιωπηρά. Υπάρχουν, παρόλα αυτά, δύο διαφορές σε σχέση με την ιστορία της παραγραφής του ν.δ. 802/1971. Η πρώτη είναι νομική-συνταγματική και η δεύτερη πολιτικο-θεσμική.
Η πρώτη, και κρίσιμη, συνταγματική διαφορά είναι ότι με την απάλειψη του συνταγματικού κανόνα της αποσβεστικής προθεσμίας από το άρθρο 86 ο αναθεωρητικός νομοθέτης αποδοκίμασε τον σκοπό που αυτή εξυπηρετούσε: την ταχεία εκκαθάριση των κατηγοριών κατά υπουργών. Αυτή είναι μια έμμεση, αλλά πάντως νομική συνέπεια της αναθεώρησης του 2019. Μπορεί να μην αποτυπώθηκε στο κείμενο του Συντάγματος, αλλά προκύπτει από το πνεύμα και το σκοπό του καταργητικού διαβήματος. Από πλείστες αναφορές κατά τις εργασίες τόσο της προτείνουσας όσο και της αναθεωρητικής βουλής προκύπτει ότι, καταργώντας το συνταγματικό κανόνα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης δεν θέλησε απλώς να αφεθεί το θέμα στην ευχέρεια του νομοθέτη (όπως, πάντως, προκύπτει από το γράμμα της συνταγματικής διάταξης), αλλά να πάψει η πρακτική της (κατά)χρησης της αποσβεστικής προθεσμίας ως μηχανισμού ατιμωρησίας[30].
Το επιχείρημα αυτό επιβεβαιώνει και ενισχύει το προηγούμενο συμπέρασμα: Η αποσβεστική προθεσμία είναι αντίθετη στην αρχή της ποινικής ισονομίας, συν τοις άλλοις διότι ο σκοπός τον οποίο υποτίθεται ότι εξυπηρετεί και ο οποίος θα μπορούσε να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες έχει αποδοκιμαστεί από τον συνταγματικό νομοθέτη με την αναθεώρηση του 2019.
12. Η άλλη μεγάλη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι μια εξαιρετικά ανησυχητική τάση που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια. Συνταγματικές αλλαγές που εισάγονται με αναθεώρηση παραμένουν ανενεργές, αν δεν ακυρώνονται, λόγω αδράνειας του εκτελεστικού νομοθέτη. Γιατί ο νομοθέτης πεντέμισι χρόνια μετά την αναθεώρηση του 2019 δεν έχει καταργήσει το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003; Μήπως από αμέλεια; Είναι δυνατόν απλώς να του διέφυγε;
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Με την αναθεώρηση του 2019 εισήχθησαν στο Σύνταγμα μια σειρά από ρυθμίσεις –αφεαυτών, θετικές και ευπρόσδεκτες– που όμως όλες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έμειναν στα χαρτιά –απλά ευχολόγια χωρίς πρακτική σημασία και εφαρμογή. Με τη νέα παρ. 6 του άρθρου 73 προβλέφθηκε ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, που όμως η εφαρμογή του εξαρτήθηκε από την έκδοση εκτελεστικού νόμου. Τέτοιος νόμος δεν εκδόθηκε ποτέ[31]. Με την αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 96 προβλέφθηκε η εξομοίωση, πάλι με νόμο, των στρατιωτικών με τους τακτικούς δικαστές. Ο νόμος αυτός επίσης δεν εκδόθηκε ποτέ[32]. Στο άρθρο 68 παρ. 2 προβλέφθηκε η δυνατότητα σύστασης εξεταστικών επιτροπών με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης, ενώ τα της συγκρότησης και λειτουργίας τους παραπέμπονται στον Κανονισμό της Βουλής. Στον Κανονισμό απλώς επαναλήφθηκε η συνταγματική διάταξη χωρίς να προβλεφθεί τίποτε για τη λειτουργία των επιτροπών[33], με αποτέλεσμα, όπως αποδείχθηκε με την πρώτη και μόνη τέτοια εξεταστική που συστάθηκε, το ελεγχόμενο από την πλειοψηφία προεδρείο της να παρακωλύει οποιαδήποτε ενέργειά της, καθιστώντας άνευ περιεχομένου τη συνταγματική πρόβλεψη[34]. Στο άρθρο 21 παρ. 1 προβλέφθηκε ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Ούτε εδώ εκδόθηκε οποιοσδήποτε νόμος, πλην του άρθρου 29 του ν. 4659/2020 (Α΄ 21) που δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να μετονομάσει το «Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης» του άρθρου 235 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) σε «Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα»[35].
Το έλλειμμα προσαρμογής στις συνταγματικές αλλαγές λόγω νομοθετικής αδράνειας είναι ένα γενικότερο μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε περισσότερες περιπτώσεις. Συμπτώσεις, όμως, που επαναλαμβάνονται παύουν να είναι συμπτώσεις. Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε καχύποπτοι. Όπως στις παραπάνω περιπτώσεις, έτσι και αναφορικά με την παράλειψη κατάργησης της αποσβεστικής προθεσμίας από το νόμο περί ευθύνης υπουργών η αδράνεια του νομοθέτη μοιάζει λιγότερο με αμέλεια και περισσότερο με σχέδιο ή, πάντως, επιλογή. Η συνταγματική αναθεώρηση και το ίδιο το Σύνταγμα εργαλειοποιήθηκαν με τον πιο χυδαίο θεσμικά τρόπο ως άλλοθι. Όταν το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί ή, χειρότερα, δεν θέλει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, τότε κάνει αναθεώρηση, για να δώσει την εντύπωση ότι, πάντως, προσπαθεί –έστω κι αν η προσπάθεια είναι στα λόγια μόνο, για λόγους πολιτικών εντυπώσεων, και χωρίς πρόθεση πραγματικής εφαρμογής όσων μεγαλόστομα και μεγαλεπήβολα εξαγγέλλονται[36]. Με τα λόγια του Μανώλη Ρασούλη: «Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν»[37].
Κατά έναν φαινομενικά μόνο παράδοξο τρόπο, αυτή η βαθύτατα διαβρωτική για το κύρος του Συντάγματος, και γι’ αυτό εξαιρετικά επικίνδυνη, πολιτικο-θεσμική πραγματικότητα που διαμορφώνεται μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ενεργοποιήσει συνταγματικά αντανακλαστικά. Στις (κουτο)πονηρίες της πολιτικής εξουσίας που ως αναθεωρητική λειτουργία, ενδεδυμένη το μανδύα της υψηλής πολιτικής, εξαγγέλλει μεγάλα λόγια, ενώ –η ίδια ακριβώς πλειοψηφία– ως εκτελεστική και νομοθετική λειτουργία, φορώντας τα αποφόρια των (μικρο)πολιτικών σκοπιμοτήτων, αναιρεί όσα εξήγγειλε η απάντηση είναι, παράλληλα με την πολιτική και θεσμική εγρήγορση, και η εντατικοποίηση του ελέγχου αντισυνταγματικότητας. Όσο περισσότερο υπονομεύεται το κύρος του Συντάγματος τόσο περισσότερο οφείλουμε να επισημαίνουμε τις παραβιάσεις του.
Αυτό επιβεβαιώνει και από μιαν άλλη σκοπιά –όχι στο νομικό, αλλά στο θεσμικο-πολιτικό επίπεδο– την αντισυνταγματικότητα της αποσβεστικής προθεσμίας. Αν στο παρελθόν δεν είχε –ή δεν χρειάστηκε να– κριθεί αντισυνταγματική η παραγραφή του ν.δ. 802/1971, στις συνταγματικο-πολιτικές συνθήκες που διαμορφώνονται στο δυσοίωνο παρόν μας είναι ανάγκη να διαγνώσουμε την αντισυνταγματικότητα της αποσβεστικής προθεσμίας του ν. 3126/2003 –συν τοις άλλοις, και ως αντίδραση στην κατρακύλα απαξίωσης του Συντάγματος από την (κουτο)πονηρία της νομοθετικής αδράνειας.
ΙΙΙ. Και τώρα τί;
13. Η αποσβεστική προθεσμία για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων που προβλέπει το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 είναι αντισυνταγματική. Καθιερώνει ένα αδικαιολόγητο προνόμιο υπέρ των υπουργών, που τελικά καταλήγει να λειτουργεί ως μηχανισμός ατιμωρησίας στις περιπτώσεις όπου μετά από εκλογές αναδεικνύεται η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία με αυτή της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου. Το προνόμιο είναι αντίθετο στη συνταγματική αρχή της ποινικής ισονομίας. Η διάταξη όφειλε να είχε καταργηθεί μετά την αναθεώρηση του 2019. Δεν καταργήθηκε. Όσο παραμένει τυπικά σε ισχύ, ο ποινικός δικαστής των υπουργικών αδικημάτων είναι υποχρεωμένος από το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος να μην την εφαρμόσει, ως αντίθετη στο Σύνταγμα.
Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τη δικαστική κρίση. Τα δείγματα που έχουμε από το παρελθόν δεν επιτρέπουν, δυστυχώς, εφησυχασμό. Και, για να είμαστε δίκαιοι, δεν μπορούμε να προσδοκούμε από τα δικαστήρια να λύσουν ένα πρόβλημα για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η πολιτική εξουσία, με τις αμφιλεγόμενες και αλλοπρόσαλλες επιλογές της (θυμίζω: κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας το 1997, επαναφορά και αναβάθμισή της σε συνταγματικό κανόνα το 2001, κατάργησή του το 2019, διατήρησή της έκτοτε στο νόμο). Απαιτείται, επομένως, μια καθαρή λύση. Και καθαρή λύση μόνον η ίδια η πολιτική εξουσία μπορεί να δώσει, αν πράγματι εννοεί όσα ‘πανηγυρικά’ –αλλά, φευ, μόνο στα λόγια και για τη δημιουργία εντυπώσεων– διακήρυξε ως αναθεωρητική λειτουργία.
Καθαρή λύση είναι μόνο μία: η άμεση νομοθετική κατάργηση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003. Απερίφραστη, διαφανής, χωρίς παραθυράκια και κουτοπονηριές. Και μάλιστα, κατά προτίμηση, η κατάργησή της ως αντισυνταγματικής, με ρητή αναφορά στην, μετά την αναθεώρηση του 2019, αντισυνταγματικότητά της ως λόγο της κατάργησης[38]. Αυτό, αφενός, θα διευκολύνει –ακριβέστερα: θα κατευθύνει– το Ειδικό Δικαστήριο που τυχόν θα επιληφθεί να κρίνει αντισυνταγματική, και άρα να αφήσει ανεφάρμοστη, τη διάταξη. Και, αφετέρου, θα αποτρέψει την εφαρμογή της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου ποινικού νόμου[39]. Διότι, όπως κάθε άλλο ελληνικό δικαστήριο, έτσι και το Ειδικό Δικαστήριο υποχρεούται από το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος να μην εφαρμόσει διάταξη νόμου που το περιεχόμενό της είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, ακόμη κι αν υπήρξε ποινικά ευμενέστερη[40].
Οτιδήποτε λιγότερο από την άμεση νομοθετική κατάργηση, ως αντισυνταγματικής, της αποσβεστικής προθεσμίας για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων θα αποτελέσει ένα βαρύτατο, και πιθανώς μοιραίο, πλήγμα στην αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και την πίστη των πολιτών στο δημοκρατικό κράτος δικαίου.
[Οφείλω ευχαριστίες για τις κριτικές παρατηρήσεις τους στους Νίκο Παρασκευόπουλο και Ευτύχη Φυτράκη]
[1] Υπό τα δεδομένα του Συντάγματος του 1975, η βουλή συνέρχεται σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου. Η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε μηνών (άρθρο 64).
[2] Βλ. Μαυριά Κ., Συνταγματικό δίκαιο, 6η έκδ., Εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2021, σ. 508 επ.
[3] Βλ. Καϊδατζή Ακρ./Θεοχάρη Ασπ., «Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού» στο https://nomarchia.gr/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%85%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%ce%bd%cf%8c%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82/, (πρόσβαση: 12/03/2025).
[4] Βλ. Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος, τόμ. ΙΙΙ, Συρροή – Παραγραφή, Εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2008, σ. 92 επ.
[5] Έτσι ο Μανωλεδάκης Ι., «Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης Υπουργών», Υπεράσπιση 1993, σ. 437 επ. = στο Μανωλεδάκη Ι./Βενιζέλου Ευ., Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 12-13.
[6] Βλ. Μπουκουβάλα Β., «Μία παραγνωρισμένη διάταξη του Συντάγματος: Το άρθρο 111 παρ. 1 και 2 – Από τον έλεγχο των προσυνταγματικών νόμων στην αρχή της διατήρησης της ισχύος των νομικών κανόνων», Δημόσιο Δίκαιο 1/2016, σ. 28-49, διαθέσιμο στο https://www.dimosiodikaio.gr/wp-content/uploads/dd/2016/1/dd_2016_1_mpoukouvala.pdf.
[7] Αντίστοιχα είχε προτείνει –όχι για την παραγραφή του άρθρου 7, αλλά– για τα ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 802/1971 ο Μανωλεδάκης, «Προβλήματα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου περί ευθύνης Υπουργών», ό.π., σ. 12, κατά τον οποίο, ενόψει των άρθρων 111 παρ. 1 και 112 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διατάξεις αυτές του διατάγματος έπρεπε να θεωρηθούν καταργημένες, ως αντίθετες –όχι στο άρθρο 86, αλλά– στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος και την αρχή της ποινικής νομιμότητας. Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Καϊδατζή/Θεοχάρη, «Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού», ό.π., αναφορικά με τη νομοθετική πρόβλεψη απαράδεκτου άσκησης νέας δίωξης κατά του ίδιου προσώπου για τις ίδιες πράξεις, εάν όμοια πρόταση απορρίφθηκε από τη βουλή.
[8] Το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 δεν αμφισβήτησε ούτε την ισχύ ούτε τη συνταγματικότητα του άρθρου 7 ή των ουσιαστικών ή οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων του β.δ. 802/1971 (Ειδ.Δικ. 70/1992).
[9] Το άρθρο 13 δεν περιλαμβανόταν στο νομοσχέδιο με τίτλο «Προσωρινή κράτηση και έλεγχος της διάρκειάς της, αναστολή ποινών, απόλυση υπό όρο, επιτάχυνση διαδικασίας πολιτικών υποθέσεων και άλλες διατάξεις» που αποτέλεσε τον ν. 2207/1994, αλλά προστέθηκε με τροπολογία κατά τη συζήτησή του στην ολομέλεια της βουλής.
[10] Βλ. και Μαργαρίτη Λ., «Υπουργοί και υφυπουργοί: Παθητική δωροδοκία και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα», Ποινική Δικαιοσύνη 4/2011, σ. 490 επ. (500-502), του ίδιου, «Εξάλειψη αξιόποινου υπουργικού εγκλήματος και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα», στο Μαντζούφα Π. et al., Η ποινική ευθύνη των Υπουργών, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2014, σ. 35 επ., και από τη νομολογία, ΣυμβΕιδΔικ 1/2011, Νομικό Βήμα 2012, σ. 2180-2188, ΑΠ 286, 1308/2019 ποιν.
[11] Βλ. Σπυρόπουλου Φ., Συνταγματικό δίκαιο, 2η έκδ., Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2020, σ. 320.
[12] Βλ. και Σπυριδάκη Ι., «Ποινική ευθύνη υπουργών», Νομικό Βήμα 2014, σ. 841 επ. (843), Χρυσόγονου Κ., Συνταγματικό δίκαιο, 2η έκδ., Εκδ. Σάκκουλα, 2014, σ. 553, του ίδιου, Η ‘Μεγάλη πορεία’ προς την αποθέσμιση: Ο εκφεουδαρχισμός του ελληνικού πολιτικού συστήματος, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 93 επ.
[13] Ή ‘κουκούλωμα’, κατά τον πιο εκφραστικό όρο που είχε χρησιμοποιήσει στο παρελθόν ο Ανδρουλάκης Ν., Γύρω από την ποινική ευθύνη των υπουργών: Παραγραφή – Συμμέτοχοι, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1989, σ. 63.
[14] Όπως θα δούμε αμέσως στη συνέχεια (υπό ΙΙ), επέτρεψε στο πολιτικό σύστημα κάτι εξίσου, ή και περισσότερο, σημαντικό: την παράλειψη κατάργησης της νομοθετικής διάταξης για την αποσβεστική προθεσμία.
[15] Sting, “History Will Teach Us Nothing”, Nothing Like the Sun, Universal, 1987:
Sooner or later we learn to throw the past away
History will teach us nothing.
[16] Χρυσόγονος Κ., Συνταγματικό δίκαιο, 3η έκδ., Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2022, σ. 672.
[17] Άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3126/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3961/2011.
[18] Βλ. και Μοροζίνη Ι., «Περί της φερόμενης σιωπηρής καταργήσεως του λόγου εξαλείψεως
του αξιοποίνου πράξεων υπουργών κατά το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3126/2003», Nova Criminalia 22/2025, σ. 7 επ.
[19] Βλ. Μανιτάκη Α., «Οι (αυτο)δεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων», Το Σύνταγμα 2/2006, σ. 403 επ.
[20] Η συνταγματική διάταξη επέβαλλε και μιαν υποχρέωση στον ποινικό δικαστή, αλλά μόνο στην περίπτωση που ο ποινικός νομοθέτης δεν είχε εκπληρώσει τη δική του συνταγματική υποχρέωση και είχε παραλείψει να προβλέψει την αποσβεστική προθεσμία στο νόμο. Τότε –μόνο– ο ποινικός δικαστής εφαρμόζει άμεσα τη συνταγματική διάταξη, υποχρεούμενος να παύσει ποινική δίωξη που τυχόν ασκήθηκε μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας.
[21] Θα δούμε στη συνέχεια (υπό 11) ότι υπάρχει και μια κρίσιμη έμμεση νομική συνέπεια της αναθεώρησης.
[22] Επ’ αυτού, κάποιες σκέψεις στη συνέχεια, υπό 12.
[23] Βλ. Γεωργόπουλου Γ., «Η ποινική ευθύνη των υπουργών: θεσμική εγγύηση ή ‘ανευθυνότητα’; Σκέψεις ενόψει μιας συνταγματικής αναθεώρησης» στο https://www.constitutionalism.gr/georgopoulos-euthuni-upourgon/ (πρόσβαση: 11/03/2025).
[24] Βλ. παραπάνω, υποσημ. 11.
[25] ΑΠ 31/1936, Θέμις 1936, σ. 500, βλ. Βεγλερή Φ., «Η αρχή της ισότητας και το Σύνταγμα» στο Δικαιοσύνη και Δίκαιο. Πνευματικό αφιέρωμα στον Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλο, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2001, σ. 67 επ., Καϊδατζή Ακρ., Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων στην Ελλάδα, 1844-1935, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2016, σ. 460 επ.
[26] Βλ. Καραβοκύρη Γ., «Το ερμηνευτικό ζήτημα του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος: Ποινική ευθύνη υπουργών και αποσβεστική προθεσμία», Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2012, σ. 733 επ., με τις εκεί αναφορές, επίσης Ειδ.Δικ. 70/1992.
[27] Το πρόβλημα της σώρευσης περισσότερων προνομιακών ρυθμίσεων που κατ’ αποτέλεσμα καταλήγουν σε ατιμωρησία επισημαίνει ο Χρυσόγονος, Συνταγματικό δίκαιο, ό.π., σ. 672.
[28] Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975, εκλογές από τις οποίες αναδείχθηκε η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία για δεύτερη βουλευτική περίοδο είχαμε το 1977, το 1985, το 1996, το 2000, το 2007, το 2015 (Σεπτέμβριο) και το 2023.
[29] Βλ. παραπάνω, υποσημ. 5 και 8.
[30] Βλ., ενδεικτικά, Βουλή των Ελλήνων, Έκθεση Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Περίοδος ΙΖ΄, Σύνοδος Δ΄, Αθήνα, 2019, σ. 18, 22 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή ΣΥΡΙΖΑ), 42 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή Νέας Δημοκρατίας), 79 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ), 143-144 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή Ανεξάρτητων Ελλήνων), 157 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή Ποταμιού), 182 (εισήγηση Γενικού Εισηγητή Ένωσης Κεντρώων). Όλοι οι παραπάνω επισημαίνουν ότι η σύντομη αποσβεστική προθεσμία είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας και συμφωνούν ότι η απάλειψή της από το άρθρο 86 γίνεται προκειμένου να μπορεί να ασκείται δίωξη οποτεδήποτε εντός του χρόνου της κοινής ή, έστω, συντομότερης αλλά πάντως επαρκώς μακράς παραγραφής.
[31] Βλ. Χίου Χ., «Κανονιστική υποβάθμιση του Συντάγματος: Η περίπτωση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας» στο https://nomarchia.gr/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%B3%CE%BC%CE%B1/ , (πρόσβαση: 12/03/2025).
[32] Βλ. Καϊδατζή Ακρ., «Ο ελέφαντας (της στρατιωτικής δικαιοσύνης) στο δωμάτιο: Άσκηση ποινικής εξουσίας χωρίς εγγυήσεις ανεξαρτησίας;» στο https://nomarchia.gr/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%83/ (πρόσβαση: 12/03/2025), Κοντιάδη Ξ., «Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών της στρατιωτικής δικαιοσύνης μετά την αναθεώρηση του 2019» στο https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/h-anexarthsia-twn-dikastiwn-leitourgwn-ths-stratiwtikhs-dikaiosynhs-meta-thn-anathewrhsh-tou-2019/ (πρόσβαση: 12/03/2025).
[33] Άρθρο 144 παρ. 5 ΚτΒ.
[34] Βλ. Χρήστου Β., «Εξεταστικές επιτροπές: Η μεταρρύθμιση που έμεινε μετέωρη», https://nomarchia.gr/%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AD%CF%82-%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%80/ (πρόσβαση: 12/03/2025)· επίσης Παπασπύρου Ν., «Άρθρο 68», στο Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο (επιμ. Σ. Βλαχόπουλου et al.), Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2024, σ. 919 επ.
[35] Βλ. Στεργίου Αγγ., «Άρθρο 21 παρ. 1» στο Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο (επιμ. Σ. Βλαχόπουλου et al.), ΚΕΣΔ – SyntagmaWatch, Ηλεκτρονική έκδοση, 2023, πλαγιαρ. 55-56.
[36] Βλ. Καϊδατζή Ακρ., «Γιατί δεν πρέπει να ξεκινήσει αναθεώρηση του Συντάγματος», https://nomarchia.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8E%CF%81/ (πρόσβαση: 12/03/2025).
[37] Μανώλης Ρασούλης, «Υδροχόος», Χαράτσι (Ν. Παπάζογλου), Lyra, 1984.
[38] Ο νομοθετικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων, δηλαδή η κατάργηση, στην πραγματικότητα ακύρωση, διάταξης νόμου με νεότερο νόμο που ρητώς επικαλείται την αντισυνταγματικότητά της ως λόγο της κατάργησης, υπήρξε γνωστή πρακτική κατά το απώτερο παρελθόν (ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα), όταν ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας ήταν ακόμη στα σπάργανα, βλ. Καϊδατζή, Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων, ό.π., σ. 111 επ. Αυτή η σχεδόν ξεχασμένη πρακτική αναβίωσε αναπάντεχα προσφάτως. Με το άρθρο 363 του ν. 4700/2020 (Α΄ 127) ανεστάλη για ένα έτος το άρθρο 63 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων (ν. 2304/1995, Α΄ 83), που θέτει τα ηλικιακά όρια αποχώρησης των στρατιωτικών δικαστών, διότι, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, μετά την αναθεώρηση του άρθρου 96 παρ. 5 του Συντάγματος το 2019, η διάταξη του Κώδικα δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί, ως αντίθετη στο Σύνταγμα (Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Ενιαίο κείμενο Δικονομίας για το Ελεγκτικό Συνέδριο [κλπ.]», 17.6.2020, σ. 83). Η αναφορά στη διάταξη του άρθρου 363 του ν. 4700/2020 γίνεται εδώ μόνο για να υποδειχθεί η δυνατότητα άσκησης νομοθετικού ελέγχου αντισυνταγματικότητας και ανεξάρτητα από τα προβλήματα συνταγματικότητας που έχει η συγκεκριμένη διάταξη –για τα οποία βλ. Καϊδατζή, «Ο ελέφαντας (της στρατιωτικής δικαιοσύνης)», ό.π..
[39] Βλ. Παρασκευόπουλου Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, 2η έκδ., Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2020, σ. 58 επ.
[40] Έτσι κατ’ αποτέλεσμα και ο Τσιλιώτης Χ., «Σε περίπτωση παραπομπής υπουργού στο ακροατήριο και συνεχιζομένης αυτής της νομικής κατάστασης, ποία διάταξη θα εφαρμόζει το ποινικό δικαστήριο; Θα λάβει υπόψη του μόνο το αναθεωρημένο πριν την πράξη άρθρο 86 Σ ή την ευνοϊκότερη διάταξη που προανέφερα του νόμου περί ευθύνης Υπουργών;» στο https://www.syntagmawatch.gr/ask-a-question/se-periptvsh-parapomphs-ypourgou-sto-akroathrio/ (πρόσβαση: 12/03/2025).
Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντά του είναι οι σχέσεις δικαίου και πολιτικής, ο δικαστικός έλεγχος του νόμου, η ελληνική συνταγματική ιστορία και ιστορία του συνταγματικού δικαίου. Είναι επιστημονικός υπεύθυνος στο ερευνητικό πρόγραμμα PopCon (Populist Constitutionalism, Λαϊκιστικός συνταγματισμός). Έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό επιστημονικών μελετών και τρεις μονογραφίες: «Ο συνταγματισμός του Εικοσιένα: Η συνταγματική πρακτική της Επανάστασης μέσα από τις πηγές, 1821-1827» (2021), «Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων στην Ελλάδα, 1844-1935» (2016), και «Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων» (2006).

