Αν και το συνταγματικό δίκαιο συνδέεται άρρηκτα με την πολιτική, πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στον συνδυασμό της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου με την άσκηση πολιτικής εξουσίας. Ο συνδυασμός αυτός ενέχει πολλούς κινδύνους, καθώς οδηγεί συχνά σε μια διπλή εργαλειοποίηση των συνταγματικών κανόνων: απ’ τη μία, κατά τη διάρκεια της θητείας τους σε μια κυβερνητική ή άλλη θέση πολιτικής ευθύνης, πολλοί νομικοί επιστήμονες στρέφουν εσκεμμένα την ερμηνεία του Συντάγματος προς –όχι πάντοτε αυτονόητες– κατευθύνσεις που δικαιολογούν τις επιλογές τους˙ από την άλλη, όταν επιστρέφουν στον ακαδημαϊκό ή άλλον επαγγελματικό χώρο, προβαίνουν συστηματικά σε μια σύμφωνη με τη θητεία τους ερμηνεία του Συντάγματος.

Η αναθεώρηση, όπως και η ίδια η θέσπιση του Συντάγματος, είναι προϊόν λιγότερο της νομικής επιστήμης και περισσότερο της άσκησης πολιτικής εξουσίας. Και, όσο και αν ο συσχετισμός μεταξύ των κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων αποτελεί το υπόβαθρο των συνταγματικών αλλαγών, θα ήταν λανθασμένο να αναλύουμε τις τελευταίες χωρίς να λαμβάνουμε στα σοβαρά υπόψη μας τις πολιτικές προσωπικότητες που πρωτοστατούν σε αυτές.

Η πρόθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να κινήσει μια νέα διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης ήταν από καιρό γνωστή. Άλλωστε, οι σκοπιμότητες μιας τέτοιας αναθεώρησης έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένου διαλόγου στη Νομαρχία (βλ. τα Editorials της 4.11.2024, της 6.12.2024, 31.1.2025, της 16.5.2025, της 23.5.2025 και της 23.1.2026). Ως εκ τούτου, η πρόσφατη δήλωση του Πρωθυπουργού περί επίσπευσης της κίνησης της αναθεωρητικής διαδικασίας προσφέρει την ευκαιρία, πριν από κάθε τι άλλο, να αναστοχαστούμε πάνω στον ρόλο των πολιτικών προσωπικοτήτων που σφράγισαν τις τέσσερις προηγούμενες αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975.

Αφετηρία της αναθεώρησης του 1986 ήταν ένα πολιτικό coup de maître του Α. Παπανδρέου, ο οποίος αμφισβήτησε την ισορροπία της συγκατοίκησής του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τόσο ad rem, κινώντας την αναθεωρητική διαδικασία για να αφαιρέσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ΠτΔ) τις υπερεξουσίες που του είχε απονείμει η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, όσο και ad personam, μη προτείνοντας την επανεκλογή του Σερραίου πολιτικού στη θέση του ΠτΔ. Το πολιτικό νόημα της πρωτοβουλίας του Α. Παπανδρέου δεν ήταν τόσο ρηξικέλευθο όσο εκλήφθηκε εκείνη την εποχή. Μετά τις εκλογές του 1985 φάνηκε ότι ο ηγέτης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε αποφασίσει να υποστείλει τα λάβαρα του ριζοσπαστισμού του, οπότε η λειτουργία του ΠτΔ ως «εγγυητή της μη αλλαγής» δεν συνιστούσε πλέον εμπόδιο˙ ήταν απλώς άχρηστη. Αυτή η διάσταση δεν πρέπει, πάντως, να επισκιάζει το γεγονός ότι, στην αναθεώρηση του 1986, αποτυπώνεται και μια θεσμική στρατηγική με αυτοτελή σημασία, καθώς ο Παπανδρέου μετέφερε αρμοδιότητες από τον ΠτΔ στον Πρωθυπουργό και στη Βουλή (κατ’ ουσία στην πλειοψηφία της), εδραιώνοντας τον πρωθυπουργοκεντρικό κοινοβουλευτισμό. Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το έκανε ενισχύοντας τον παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας που διαθέτει την ισχυρότερη λαϊκή νομιμοποίηση για τη λήψη αποφάσεων ουσίας και, μάλιστα, σε μια εποχή στην οποία υπήρχαν μαζικά κόμματα αρχών που δεν άφηναν την ηγεσία τους εντελώς ανεξέλεγκτη. Αυτή η αμφισημία της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας του είχε, σε κάθε περίπτωση, ως αποτέλεσμα ο Α. Παπανδρέου να ολοκληρώσει τη μεταπολίτευση σε θεσμικό επίπεδο, παρέχοντας στο Σύνταγμα του 1975 τη νομιμοποίηση όχι μόνο της «κυβέρνησης της Αλλαγής», αλλά και του Κ.Κ.Ε., χάρη στο οποίο συμπληρώθηκαν οι απαιτούμενες 180 ψήφοι.

Η αναθεώρηση του 2001 υλοποιήθηκε και αυτή από δύο Βουλές στις οποίες πλειοψηφούσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., με εταίρο, όμως, τούτη τη φορά, τη Νέα Δημοκρατία. Ο θεσμικός προσανατολισμός του Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη ήταν πολύ διαφορετικός από τον προσανατολισμό τον οποίο είχε ο ίδιος εκφράσει στο πλαίσιο της ομάδας επιστημόνων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που το 1975 διαμόρφωσε το «Σύνταγμα για μια Ελλάδα δημοκρατική», στοχεύοντας ρητά στη διαμόρφωση ενός καταστατικού χάρτη που δεν θα εμπόδιζε την εξέλιξη προς μια σοσιαλιστική κοινωνία. Η συνταγματική αναθεώρηση ταίριαζε με το κλίμα της ευφορίας που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, συναρθρώνοντας τον πληθωρισμό στο πεδίο των δικαιωμάτων με τις ερμηνευτικές δηλώσεις για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η επαγγελία του εκσυγχρονισμού και της καταπολέμησης της «διαπλοκής» της πολιτικής με την οικονομική εξουσία συνδυάστηκε με άτεχνες και αναποτελεσματικές ρυθμίσεις, όπως η διατήρηση του ξεπερασμένου άρθρου 28 ως βάσης της εφαρμογής στην εθνική έννομη τάξη του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου, η εισαγωγή του ασυμβίβαστου του «βασικού μετόχου» στο άρθρο 14 και η πρόβλεψη μιας μη βιώσιμης συνύπαρξης της δικαστικής αρχής με μια ανεξάρτητη αρχή ως εγγυητριών του απορρήτου των επικοινωνιών στο άρθρο 19. Έτσι, ο Κ. Σημίτης, εκών-άκων, ταύτισε το όνομά του με μια συνταγματική αναθεώρηση που, όταν δεν ήταν αβαθής ή επιβεβαιωτική, εξέφραζε λιγότερο ένα θεσμικό σχέδιο και περισσότερο μια προσπάθεια εξορκισμού της πραγματικότητας με τη δύναμη των λέξεων.

Η πιο αδιάφορη από την άποψη των αποτελεσμάτων της ήταν αναμφίβολα η αναθεώρηση του 2008. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει πως της έλειπε ένα ξεκάθαρο στίγμα. Αντίθετα, ο Κώστας Καραμανλής έθεσε εξαρχής στο επίκεντρο των αλλαγών που πρότεινε την τροποποίηση των άρθρων 16 και 24 του Συντάγματος, αναβαθμίζοντας τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα στο πεδίο της συνταγματικής πολιτικής και συνδυάζοντάς την με προτάσεις για τη λελογισμένη ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ ως θεσμικού αντιβάρου. Αυτή η φιλόδοξη αναθεωρητική πρωτοβουλία είχε άδοξο τέλος μετά από την κινητοποίηση της φοιτητικής νεολαίας και των πανεπιστημιακών, που ανάγκασαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αποσύρει την αρχική συναίνεσή του στην τροποποίηση του άρθρου 16. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, η παραπάνω αναθεωρητική πρωτοβουλία ανέδειξε, σε πολιτικό επίπεδο, τη σημασία, την αποτελεσματικότητα και την αντιπλειοψηφική λειτουργία των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης ως κοινωνικών αντιβάρων.

Η αναθεώρηση του 2019 ήταν η πρώτη στην ελληνική συνταγματική ιστορία που έγινε με διαφορετικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες στην πρώτη και στη δεύτερη Βουλή. Η αφετηρία της φέρει τη σφραγίδα του Α. Τσίπρα, ο οποίος την παρουσίασε στις 25 Ιουλίου 2016, βάζοντας ως στόχο «το πέρασμα σε μια νέα μεταπολίτευση» μέσα από την «επαναθεμελίωση της δημοκρατίας και την ενίσχυση των κοινοβουλευτικών θεσμών». Όμως, η πρόταση που κατατέθηκε το 2018 ήταν δομικά αντιφατική, καθώς, από τη μία, καθιέρωνε «αμεσοδημοκρατικούς» θεσμούς και ενίσχυε τη δημοκρατική αποτύπωση της λαϊκής βούλησης στη Βουλή μέσω της κατοχύρωσης αναλογικού εκλογικού συστήματος και, από την άλλη, αναβάθμιζε και τους δύο πόλους της εκτελεστικής εξουσίας, τον ΠτΔ, μέσω της δυνατότητας άμεσης εκλογής του από τον Λαό, και την Κυβέρνηση, μέσω της καθιέρωσης της «εποικοδομητικής πρότασης δυσπιστίας» ως εγγύησης της πολιτικής σταθερότητας. Σε κάθε περίπτωση, η τελική διαμόρφωση των συνταγματικών αλλαγών από την Κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη το 2019 θόλωσε ακόμα περισσότερο το στίγμα αυτής της αναθεώρησης. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα υπήρξε η αποσύνδεση της εκλογής του ΠτΔ από τη διάλυση της Βουλής, όχι όμως μέσω της άμεσης εκλογής του από τον Λαό, αλλά με την ανάδειξή του από τη σχετική πλειοψηφία της Βουλής. Τούτο ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό και υποβάθμισε το κύρος του ΠτΔ. Εξάλλου, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης υπήρξε, και με έναν άλλο τρόπο, αρνητικός πρωταγωνιστής της αναθεώρησης του 2019, καθώς, ενώ είχε συναινέσει σε αρκετές προβλέψεις της, ήταν εκείνος που έβαλε τη σφραγίδα του στην αδρανοποίησή τους, αφού δεν μερίμνησε για την έκδοση των σχετικών εκτελεστικών νόμων.

Παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν.Κ. Αλιβιζάτου, «Οι αρχιτέκτονες του πολιτεύματος. Από τις όχθες του Τάμεση στην πλατεία Συντάγματος» (Μεταίχμιο, Αθήνα 2024), ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος επιχειρεί να συνομιλήσει με τον συγγραφέα αναφορικά με τον ρόλο ορισμένων πολιτικών προσωπικοτήτων στη θέσπιση των ελληνικών Συνταγμάτων και, γενικότερα, στη διαμόρφωση της ελληνικής συνταγματικής ταυτότητας. Αφετηρία της συζήτησης αποτελεί η διαπίστωση ότι ο Αλιβιζάτος δεν ενδίδει στον πειρασμό να παρουσιάσει τους τέσσερις πρωταγωνιστές του βιβλίου του –τον Μαυροκορδάτο, τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή– μόνον ως δημιουργούς της ιστορίας, αλλά συνάμα και ως δημιουργήματά της. Με γνώμονα τη διεπιστημονική αυτή μέθοδο, η οποία εξετάζει τη θεσμική παρακαταθήκη των πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής υπό το αντίστοιχο ιστορικό πρίσμα, ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι η συνταγματική μας ταυτότητα διαμορφώθηκε κατά το πρότυπο του πλειοψηφικού βρετανικού κοινοβουλευτισμού. Τα δε βασικά της χαρακτηριστικά, τα οποία αποδίδονται, κατά σειρά, στους τέσσερις αρχιτέκτονες, είναι η ίδια η ύπαρξη του Συντάγματος, η συγκρότηση του δικομματισμού μετά την καθιέρωση της δεδηλωμένης, η εγγύηση του κράτους δικαίου από τους δικαστές και η ενισχυμένη εκτελεστική εξουσία.

Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη εφαρμογή του Συντάγματος και των τάσεων αλλοίωσής της, ο Κεσσόπουλος επισημαίνει την αμφίθυμη θέση του συγγραφέα. Ενώ, δηλαδή, στην εισαγωγή του βιβλίου γίνεται λόγος για την επιτυχή υπέρβαση των διαδοχικών κρίσεων, στις τελευταίες σελίδες ο Αλιβιζάτος επικεντρώνει τις αναλύσεις του στη ροπή των ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων προς την αυθαιρεσία και υπογραμμίζει την ανάγκη πρόληψης του «επερχόμενου κακού». Ποιες είναι, όμως, οι αιτίες των σύγχρονων τάσεων αλλοίωσης της συνταγματικής μας ταυτότητας; Κατά τον Κεσσόπουλο, η ιστορική ανάλυση του βιβλίου παρέχει στον αναγνώστη χρήσιμα μεθοδολογικά εργαλεία προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα. Αν εστιάσει, δηλαδή, κανείς στη λειτουργία των τεσσάρων πυλώνων του ελληνικού συνταγματισμού, θα διαπιστώσει ότι έχει αποδυναμωθεί ιδιαίτερα το πλουραλιστικό στοιχείο του κοινοβουλευτισμού, με αποτέλεσμα να προκαλείται αστάθεια ολόκληρου του θεσμικού οικοδομήματος. Ιδίως μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και την αναθεώρηση βασικών αρχών της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, οι εθνικές κυβερνήσεις υποχρεούνται να ακολουθήσουν μονοδρόμους στην οικονομία, οι οποίοι υπαγορεύουν τη διαρκή μεγέθυνση της αγοράς και την αντίστοιχη περιθωριοποίηση των πολιτικών αναδιανομής. Εντός αυτού του ασφυκτικού πλαισίου, ο Κεσσόπουλος διερωτάται τι απομένει ζωντανό από την παρακαταθήκη του Ρούζβελτ, η οποία, σύμφωνα με την ανάλυση του Αλιβιζάτου, ενέπνευσε το συντακτικό έργο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Κατά την άποψη του, ο σύγχρονος συνταγματισμός, ελληνικός και ευρωπαϊκός, διατηρεί μόνο το διαδικαστικό σκέλος του ρουζβελτιανού μοτίβου, το οποίο αφορά την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, απορρίπτει την πολιτική του κρατικού παρεμβατισμού με σκοπό την τόνωση της ζήτησης. Σε αυτή την ιστορική καμπή, λοιπόν, η οποία χαρακτηρίζεται από την πρωτοκαθεδρία του οικονομικού φιλελευθερισμού έναντι της πολιτικής, προέχει τόσο η απαλλαγή μας από τα θεολογικά μοτίβα λατρείας των αριθμών όσο και η επινόηση νέων μορφών πολιτικής αντιπροσώπευσης, νέων τεχνικών πολιτικής ελευθερίας.

Συμπληρώνοντας δύο χρόνια λειτουργίας, η Νομαρχία ευχαριστεί θερμά όλες και όλους τους μέχρι στιγμής Συγγραφείς της και τις ως τώρα 120.000 μοναδικές αναγνώστριες και μοναδικούς αναγνώστες της.

Μετάβαση στο περιεχόμενο